John, Chapter 3 Modern Greek

01 'ΗΤΟ δε άνθρωπός τις εκ των Φαρισαίων, Νικόδημος ονομαζόμενος, άρχων των Ιουδαίων.
02 Ούτος ήλθε προς τον Ιησούν δια νυκτός, και είπε προς αυτόν, Ραββί, εξεύρομεν ότι από Θεού ήλθες Διδάσκαλος
διότι ουδείς δύναται να κάμνη τα σημεία ταύτα τα οποία συ κάμνεις, εάν δεν ήναι ο Θεός μετ' αυτού.
03 Απεκρίθη ο Ιησούς και είπε προς αυτόν, Αληθώς, αληθώς σοι λέγω, εάν τις δεν γεννηθή άνωθεν, δεν δύναται να ίδη την βασιλείαν του Θεού.
04 Λέγει προς αυτόν ο Νικόδημος, Πως δύναται άνθρωπος να γεννηθή γέρων ων ; μήποτε δύναται να εισέλθη δευτέραν φοράν εις την κοιλίαν της μητρός αυτού και να γεννηθή;
05 Απεκρίθη ο Ιησούς, Αληθώς, αληθώς σοι λέγω, εάν τις δεν γεννηθή εξ ύδατος και Πνεύματος, δεν δύναται να εισέλθη εις την βασιλείαν του Θεού.
06 Το γεγεννημένον εκ της σαρκός, είναι σάρξ  και το γεγεννημένον εκ του Πνεύματος, είναι πνεύμα.
07 Μη θαυμάσης ότι σοι είπον, Πρέπει να γεννηθήτε άνωθεν.
08 Ο άνεμος όπου θέλει πνέει, και την φωνήν αυτού ακούεις, αλλά δεν εξεύρεις πόθεν έρχεται, και που υπάγει  ούτως είναι πας όστις εγεννήθη εκ του Πνεύματος.
09 Απεκρίθη ο Νικόδημος και είπε προς αυτόν, Πως δύναται να γείνωσι ταύτα;
10 Απεκρίθη ο Ιησούς και είπε προς αυτόν, Συ είσαι ο Διδάσκαλος του Ισραήλ, και ταύτα δεν εξεύρεις;
11 Αληθώς, αληθώς σοι λέγω, ότι εκείνο το οποίον εξεύρομεν λαλούμεν, και εκείνο το οποίον είδομεν μαρτυρούμεν  και την μαρτυρίαν ημών δεν δέχεσθε.
12 Εάν τα επίγεια σας είπον, και δεν πιστεύητε, πως, εάν σας είπω τα επουράνια, θέλετε πιστεύσει;
13 Και ουδείς ανέβη εις τον ουρανόν, ειμή ο καταβάς εκ του ουρανού, ο Υιός του ανθρώπου, ο ων εν τω ουρανώ.
14 Και καθώς ο Μωϋσής ύψωσε τον όφιν εν τη ερήμω, ούτω πρέπει να υψωθή ο Υιός του ανθρώπου
15 δια να μη απολεσθή πας ο πιστεύων εις αυτόν, αλλά να έχη ζωήν αιώνιον.
16 Διότι τόσον ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε έδωκε τον Υιόν αυτού τον μονογενή, δια να μη απολεσθή πας ο πιστεύων εις αυτον, αλλά να έχη ζωήν αιώνιον.
17 Επειδή δεν απέστειλεν ο Θεός τον Υιόν αυτού εις τον κόσμον δια να κρίνη τον κόσμον, αλλά δια να σωθή ο κόσμος δι' αυτού
18  'Οστις πιστεύει εις αυτόν, δεν κρίνεται  όστις όμως δεν πιστεύει, είναι ήδη κεκριμένος, διότι δεν επίστευσεν εις το όνομα του μονογενούς Υιού του Θεού
19 Και αύτη είναι η κρίσις, ότι το φως ήλθεν εις τον κόσμον, και οι άνθρωποι ηγάπησαν το σκότος μάλλον παρά το φως  διότι ήσαν πονηρά τα έργα αυτών.
20 Επειδή πας όστις πράττει φαύλα, μισεί το φως, και δεν έρχεται εις το φως, δια να μη ελεγχθώσι τα έργα αυτού.
21 'Οστις όμως πράττει την αλήθειαν, έρχεται εις το φως, δια να φανερωθώσι τα έργα αυτού, ότι επράχθησαν κατά Θεόν.
22 Μετά ταύτα ήλθεν ο Ιησούς και οι μαθηταί αυτού εις την γην της Ιουδαίας, και εκεί διέτριβε μετ' αυτών, και εβάπτιζεν.
23  'Ητο δε και ο Ιωάννης βαπτίζων εν Αινών πλησίον του Σαλείμ, διότι ήσαν εκεί ύδατα πολλά  και ήρχοντο και αβαπτίζοντο.
24 Επειδή ο Ιωάννης δεν ήτο έτι βεβλημένος εις την φυλακήν
25  'Εγεινε λοιπόν συζήτησις περί καθαρισμού παρά των μαθητών του Ιωάννου με Ιουδαίους τινάς
26 και ήλθον προς τον Ιωάννην και είπον προς αυτόν, Ραββί, εκείνος όστις ήτο μετά σου πέραν του Ιορδάνου, εις τον
οποίον συ εμαρτύρησας, ιδού ούτος βαπτίζει, και πάντες έρχονται προς αυτόν.
27 Απεκρίθη ο Ιωάννης και είπε, Δεν δύναται ο άνθρωπος να λαμβάνη ουδέν, εάν δεν ήναι δεδομένον εις αυτόν εκ του ουρανού.
28 Σεις αυτοί είσθε μάρτυρές μου ότι είπον, Δεν είμαι εγώ ο Χριστός, αλλ' ότι είμαι απεσταλμένος έμπροσθεν εκείνου.
29  'Οστις έχει την νύμφην, είναι νυμφίος  ο δε φίλος του νυμφίου, ο ιστάμενος και ακούων αυτόν, χαίρει καθ' υπερβολήν δια την φωνήν του νυμφίου. Αύτη λοιπόν η χαρά η ιδική μου επληρώθη.
30 Εκείνος πρέπει να αυξάνη, εγώ δε να ελαττόνωμαι.
31 Ο ερχόμενος άνωθεν, είναι υπεράνω πάντων  ο ων εκ της γης, εκ της γης είναι, και εκ της γης λαλεί  ο ερχόμενος εκ του ουρανού, είναι υπεράνω πάντων.
32 Και εκείνο το οποίον είδε και ήκουσε, τούτο μαρτυρεί και ουδείς δέχεται την μαρτυρίαν αυτού.
33  'Οστις δεχθή την μαρτυρίαν αυτού, απεσφράγισεν ότι ο Θεός είναι αληθής.
34 Διότι εκείνος τον οποίον απέστειλεν ο Θεός, τους λόγους του Θεού λαλεί  επειδή ο Θεός δεν δίδει εις αυτόν το πνεύμα με μέτρον.
35 Ο Πατήρ αγαπά τον Υιόν, και πάντα έδωκεν εις την χείρα αυτού.
36  'Οστις πιστεύει εις τον Υιόν, έχει ζωήν αιώνιον  όστις όμως απειθεί εις τον Υιόν, δεν θέλει ιδεί ζωήν, αλλ' η οργή του Θεού μένει επάνω αυτού.















































































John, Chapter 3 Demotic Greek

1. Μεταξύ των Φαρισαίων υπήρχε κι ένας άρχοντας των Ιουδαίων, που ονομαζόταν Νικόδημος.
2. Αυτός ήρθε νύχτα στον Ιησού και του είπε: «Δάσκαλε, ξέρουμε πως από το Θεό έχεις έρθει δάσκαλος, γιατί κανένας δεν μπορεί να κάνει τα θαύματα αυτά που κάνεις εσύ, αν δεν είναι ο Θεός μαζί του».
3. Ο Ιησούς αποκρίθηκε: «Η αλήθεια είναι και σου το τονίζω πως αν κάποιος δε γεννηθεί ξανά, δεν μπορεί να δει τη βασιλεία του Θεού».
4. Του λέει ο Νικόδημος: «Πώς μπορεί να γεννηθεί ένας άνθρωπος τη στιγμή που είναι κιόλας γέρος; Μπορεί μήπως να μπει στην κοιλιά της μάνας του για δεύτερη φορά και να ξαναγεννηθεί;».
5. Ο Ιησούς του απάντησε: «Πράγματι, σε βεβαιώνω, αν δε γεννηθεί κανείς από το νερό και από το Πνεύμα, δεν μπορεί να μπει στη βασιλεία του Θεού.
6. Εκείνο που έχει γεννηθεί από σάρκα είναι σάρκα, κι εκείνο που έχει γεννηθεί από το Πνεύμα είναι πνεύμα.
7. Μην απορήσεις που σου είπα: Πρέπει να γεννηθείτε ξανά.
8. Ο άνεμος φυσάει σε όποια κατεύθυνση θέλει, αλλά δεν ξέρεις από πού έρχεται και πού πηγαίνει. Το ίδιο είναι και ο καθένας που έχει γεννηθεί από το Πνεύμα».
9. Ο Νικόδημος τον ρώτησε πάλι: «Πώς μπορούν να γίνουν αυτά;».
10. Του αποκρίθηκε ο Ιησούς: «Εσύ είσαι ο δάσκαλος του Ισραήλ κι αυτά τα πράγματα δεν τα ξέρεις;
11. Σε βεβαιώνω πως για εκείνο που ξέρουμε μιλάμε και για εκείνο που είδαμε δίνουμε τη μαρτυρία μας, κι όμως τη μαρτυρία μας δεν τη δέχεστε.
12. Αν τα γήινα πράγματα που σας είπα, δεν τα πιστεύετε, πώς θα πιστέψετε αν σας πω για τα ουράνια;
13. Όταν, μάλιστα, στον ουρανό δεν ανέβηκε κανένας, παρά μόνο αυτός που κατέβηκε από τον ουρανό, ο Γιος του Ανθρώπου, που διαμένει στον ουρανό;
14. Κι όπως ύψωσε ο Μωυσής το χάλκινο φίδι στην έρημο, έτσι πρέπει να υψωθεί ο Γιος του ανθρώπου,
15. ώστε να μη χαθεί ο καθένας που πιστεύει σ' αυτόν αλλά να έχει ζωή αιώνια.
16. Γιατί ο Θεός αγάπησε με μια τέτοια αγάπη τον κόσμο, ώστε πρόσφερε το Γιο του το Μονογενή, για να μην χαθεί ο καθένας που πιστεύει σ' αυτόν αλλά να έχει ζωή αιώνια.
17. Διότι το Γιο του ο Θεός δεν τον έστειλε στον κόσμο για να καταδικάσει τον κόσμο, αλλά για να σωθεί ο κόσμος μέσω αυτού.
18. Όποιος πιστεύει σ' αυτόν, δεν καταδικάζεται, αλλ' όποιος δεν πιστεύει είναι ήδη καταδικασμένος, γιατί δεν έχει πιστέψει στο όνομα του Μονογενή Γιου του Θεού.
19. Και η καταδίκη είναι τούτη: Ότι, ενώ ήρθε το φως στον κόσμο, οι άνθρωποι αγάπησαν το σκοτάδι περισσότερο παρά το φως, επειδή τα έργα τους ήταν πονηρά.
20. Γιατί όποιος κάνει το κακό, μισεί το φως και δεν πλησιάζει στο φως, για να μην μπορεί κανείς να ελέγξει τα έργα του.
21. Όποιος όμως έχει βίωμά του την αλήθεια, έρχεται στο φως για να φανερωθούν τα έργα του, γιατί έχουν γίνει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού».
22. Ύστερα απ' αυτά, ήρθε ο Ιησούς και οι μαθητές του στην περιοχή της Ιουδαίας, όπου έμενε μαζί τους και βάφτιζε.
23. Παράλληλα όμως βάφτιζε και ο Ιωάννης στην Αινών, κοντά στο Σαλείμ, γιατί υπήρχαν πολλά νερά εκεί, κι έρχονταν οι άνθρωποι και βαφτίζονταν,
24. καθόσο ο Ιωάννης δεν είχε ακόμα φυλακιστεί.
25. Γινόταν λοιπόν κάποια συζήτηση ανάμεσα σε μερικούς από τους μαθητές του Ιωάννη και ενός Ιουδαίου για το θέμα του καθαρισμού.
26. Ήρθαν τότε στον Ιωάννη και του είπαν: «Δάσκαλε, αυτός που ήταν μαζί σου πέρα από τον Ιορδάνη, για τον οποίο εσύ έχεις δώσει τη μαρτυρία σου, μάθε τώρα πως αυτός βαφτίζει κι όλοι πηγαίνουν σ' αυτόν!».
27. Ο Ιωάννης τους αποκρίθηκε: «Τίποτε δεν μπορεί να πάρει για δικό του κάποιος, αν δεν του έχει δοθεί από τον ουρανό.
28. Εσείς οι ίδιοι είστε μάρτυρες που είπα: Δεν είμαι εγώ ο Χριστός, αλλά είμαι απλώς ο προαπεσταλμένος του.
29. Εκείνος που έχει τη νύφη είναι ο γαμπρός, ενώ ο φίλος του γαμπρού, που στέκεται κοντά του και τον ακούει, νιώθει χαρά μεγάλη στο άκουσμα της φωνής του γαμπρού. Αυτή λοιπόν η χαρά η δική μου έχει ολοκληρωθεί.
30. Εκείνος πρέπει να αυξάνει κι εγώ να μικραίνω».
31. «Εκείνος που προέρχεται από ψηλά, είναι πάνω απ' όλους. Όποιος κατάγεται από τη γη, είναι γήινος και μιλάει για τα γήινα. Εκείνος, που έρχεται από τον ουρανό, είναι πάνω απ' όλους
32. και δίνει τη μαρτυρία του για εκείνο που είδε και άκουσε, μα τη μαρτυρία του δεν τη δέχεται κανένας.
33. Αυτός που δέχτηκε τη μαρτυρία του, διαπίστωσε ότι ο Θεός είναι αληθινός.
34. Εκείνος, λοιπόν, τον οποίο έστειλε ο Θεός, τα λόγια του Θεού μεταδίδει, γιατί ο Θεός το Πνεύμα δεν το δίνει με περιορισμούς.
35. Ο Πατέρας αγαπάει το Γιο και όλα τα παρέδωσε στην εξουσία του.
36. Όποιος πιστεύει στο Γιο έχει ζωή αιώνια, όποιος όμως δεν πιστεύει στο Γιο, δε θα γευθεί ζωή, αλλά η οργή του Θεού συνεχίζει να παραμένει πάνω του».















































































John

John, Chapter 3 Ancient Greek

1. Ἦν δὲ ἄνθρωπος ἐκ τῶν Φαρισαίων, Νικόδημος ὄνομα αὐτῷ, ἄρχων τῶν Ἰουδαίων.

2. οὗτος ἦλθε πρὸς αὐτὸν νυκτὸς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ῥαββί, οἴδαμεν ὅτι ἀπὸ Θεοῦ ἐλήλυθας διδάσκαλος· οὐδεὶς γὰρ ταῦτα τὰ σημεῖα δύναται ποιεῖν ἃ σὺ ποιεῖς, ἐὰν μὴ ᾖ ὁ Θεὸς μετ' αὐτοῦ.

3. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἄνωθεν, οὐ δύναται ἰδεῖν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.

4. λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ Νικόδημος· πῶς δύναται ἄνθρωπος γεννηθῆναι γέρων ὤν; μὴ δύναται εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητρὸς αὐτοῦ δεύτερον εἰσελθεῖν καὶ γεννηθῆναι;

5. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ἐὰν μή τις γεννηθῇ ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος, οὐ δύναται εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.

6. τὸ γεγεννημένον ἐκ τῆς σαρκὸς σάρξ ἐστι, καὶ τὸ γεγεννημένον ἐκ τοῦ Πνεύματος πνεῦμά ἐστι.

7. μὴ θαυμάσῃς ὅτι εἶπόν σοι, δεῖ ὑμᾶς γεννηθῆναι ἄνωθεν.

8. τὸ πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ, καὶ τὴν φωνὴν αὐτοῦ ἀκούεις, ἀλλ' οὐκ οἶδας πόθεν ἔρχεται καὶ ποῦ ὑπάγει· οὕτως ἐστὶ πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Πνεύματος.

9. ἀπεκρίθη Νικόδημος καὶ εἶπεν αὐτῷ· πῶς δύναται ταῦτα γενέσθαι;

10. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· σὺ εἶ ὁ διδάσκαλος τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ταῦτα οὐ γινώσκεις;

11. ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι ὅτι ὃ οἴδαμεν λαλοῦμεν καὶ ὃ ἑωράκαμεν μαρτυροῦμεν, καὶ τὴν μαρτυρίαν ἡμῶν οὐ λαμβάνετε.

12. εἰ τὰ ἐπίγεια εἶπον ὑμῖν καὶ οὐ πιστεύετε, πῶς ἐὰν εἴπω ὑμῖν τὰ ἐπουράνια πιστεύσετε;

13. καὶ οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ.

14. καὶ καθὼς Μωϋσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου,

15. ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ' ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.

16. οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ' ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον.

17. οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ' ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι' αὐτοῦ.

18. ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν οὐ κρίνεται, ὁ δὲ μὴ πιστεύων ἤδη κέκριται, ὅτι μὴ πεπίστευκεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ μονογενοῦς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.

19. αὕτη δέ ἐστιν ἡ κρίσις, ὅτι τὸ φῶς ἐλήλυθεν εἰς τὸν κόσμον, καὶ ἠγάπησαν οἱ ἄνθρωποι μᾶλλον τὸ σκότος ἢ τὸ φῶς· ἦν γὰρ πονηρὰ αὐτῶν τὰ ἔργα.

20. πᾶς γὰρ ὁ φαῦλα πράσσων μισεῖ τὸ φῶς καὶ οὐκ ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα μὴ ἐλεγχθῇ τὰ ἔργα αὐτοῦ·

21. ὁ δὲ ποιῶν τὴν ἀλήθειαν ἔρχεται πρὸς τὸ φῶς, ἵνα φανερωθῇ αὐτοῦ τὰ ἔργα, ὅτι ἐν Θεῷ ἐστιν εἰργασμένα.

22. Μετὰ ταῦτα ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ εἰς τὴν Ἰουδαίαν γῆν, καὶ ἐκεῖ διέτριβε μετ' αὐτῶν καὶ ἐβάπτιζεν.

23. ἦν δὲ καὶ Ἰωάννης βαπτίζων ἐν Αἰνὼν ἐγγὺς τοῦ Σαλείμ, ὅτι ὕδατα πολλὰ ἦν ἐκεῖ, καὶ παρεγίνοντο καὶ ἐβαπτίζοντο·

24. οὔπω γὰρ ἦν βεβλημένος εἰς τὴν φυλακὴν ὁ Ἰωάννης.

25. Ἐγένετο οὖν ζήτησις ἐκ τῶν μαθητῶν Ἰωάννου μετὰ Ἰουδαίου περὶ καθαρισμοῦ.

26. καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰωάννην καὶ εἶπον αὐτῷ· ῥαββί, ὃς ἦν μετὰ σοῦ πέραν τοῦ Ἰορδάνου, ᾧ σὺ μεμαρτύρηκας, ἴδε οὗτος βαπτίζει καὶ πάντες ἔρχονται πρὸς αὐτόν.

27. ἀπεκρίθη Ἰωάννης καὶ εἶπεν· οὐ δύναται ἄνθρωπος λαμβάνειν οὐδέν, ἐὰν μὴ ᾖ δεδομένον αὐτῷ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ.

28. αὐτοὶ ὑμεῖς μοι μαρτυρεῖτε ὅτι εἶπον· οὐκ εἰμὶ ἐγὼ ὁ Χριστός, ἀλλ' ὅτι ἀπεσταλμένος εἰμὶ ἔμπροσθεν ἐκείνου.

29. ὁ ἔχων τὴν νύμφην νυμφίος ἐστίν· ὁ δὲ φίλος τοῦ νυμφίου, ὁ ἑστηκὼς καὶ ἀκούων αὐτοῦ, χαρᾷ χαίρει διὰ τὴν φωνὴν τοῦ νυμφίου. αὕτη οὖν ἡ χαρὰ ἡ ἐμὴ πεπλήρωται.

30. ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμὲ δὲ ἐλαττοῦσθαι.

31. Ὁ ἄνωθεν ἐρχόμενος ἐπάνω πάντων ἐστίν. ὁ ὢν ἐκ τῆς γῆς ἐκ τῆς γῆς ἐστι καὶ ἐκ τῆς γῆς λαλεῖ· ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐρχόμενος ἐπάνω πάντων ἐστί,

32. καὶ ὃ ἑώρακε καὶ ἤκουσε, τοῦτο μαρτυρεῖ, καὶ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ οὐδεὶς λαμβάνει.

33. ὁ λαβὼν αὐτοῦ τὴν μαρτυρίαν ἐσφράγισεν ὅτι ὁ Θεὸς ἀληθής ἐστιν.

34. ὃν γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεός, τὰ ῥήματα τοῦ Θεοῦ λαλεῖ· οὐ γὰρ ἐκ μέτρου δίδωσιν ὁ Θεὸς τὸ Πνεῦμα.

35. ὁ πατὴρ ἀγαπᾷ τὸν υἱὸν καὶ πάντα δέδωκεν ἐν τῇ χειρὶ αὐτοῦ.

36. ὁ πιστεύων εἰς τὸν υἱὸν ἔχει ζωὴν αἰώνιον· ὁ δὲ ἀπειθῶν τῷ υἱῷ οὐκ ὄψεται ζωήν, ἀλλ' ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ μένει ἐπ' αὐτόν.

 

















































































John, Chapter 3 (KJV)

01 There was a man of the Pharisees, named Nicodemus, a
ruler of the Jews:
02 The same came to Jesus by night, and said unto him,
Rabbi, we know that thou art a teacher come from God: for
no man can do these miracles that thou doest, except God be
with him.
03 Jesus answered and said unto him, Verily, verily, I say
unto thee, Except a man be born again, he cannot see the
kingdom of God.
04 Nicodemus saith unto him, How can a man be born when he
is old? can he enter the second time into his mother's
womb, and be born?
05 Jesus answered, Verily, verily, I say unto thee, Except
a man be born of water and of the Spirit, he cannot enter
into the kingdom of God.
06 That which is born of the flesh is flesh; and that
which is born of the Spirit is spirit.
07 Marvel not that I said unto thee, Ye must be born
again.
08 The wind bloweth where it listeth, and thou hearest the
sound thereof, but canst not tell whence it cometh, and
whither it goeth: so is every one that is born of the
Spirit.
09 Nicodemus answered and said unto him, How can these
things be?
10 Jesus answered and said unto him, Art thou a master of
Israel, and knowest not these things?
11 Verily, verily, I say unto thee, We speak that we do
know, and testify that we have seen; and ye receive not our
witness.
12 If I have told you earthly things, and ye believe not,
how shall ye believe, if I tell you of heavenly things?
13 And no man hath ascended up to heaven, but he that came
down from heaven, even the Son of man which is in heaven.
14 And as Moses lifted up the serpent in the wilderness,
even so must the Son of man be lifted up:
15 That whosoever believeth in him should not perish, but
have eternal life.
16 For God so loved the world, that he gave his only
begotten Son, that whosoever believeth in him should not
perish, but have everlasting life.
17 For God sent not his Son into the world to condemn the
world; but that the world through him might be saved.
18 He that believeth on him is not condemned: but he that
believeth not is condemned already, because he hath not
believed in the name of the only begotten Son of God.
19 And this is the condemnation, that light is come into
the world, and men loved darkness rather than light,
because their deeds were evil.
20 For every one that doeth evil hateth the light, neither
cometh to the light, lest his deeds should be reproved.
21 But he that doeth truth cometh to the light, that his
deeds may be made manifest, that they are wrought in God.
22 After these things came Jesus and his disciples into
the land of Judaea; and there he tarried with them, and
baptized.
23 And John also was baptizing in Aenon near to Salim,
because there was much water there: and they came, and were
baptized.
24 For John was not yet cast into prison.
25 Then there arose a question between some of John's
disciples and the Jews about purifying.
26 And they came unto John, and said unto him, Rabbi, he
that was with thee beyond Jordan, to whom thou barest
witness, behold, the same baptizeth, and all men come to
him.
27 John answered and said, A man can receive nothing,
except it be given him from heaven.
28 Ye yourselves bear me witness, that I said, I am not
the Christ, but that I am sent before him.
29 He that hath the bride is the bridegroom: but the
friend of the bridegroom, which standeth and heareth him,
rejoiceth greatly because of the bridegroom's voice: this
my joy therefore is fulfilled.
30 He must increase, but I must decrease.
31 He that cometh from above is above all: he that is of
the earth is earthly, and speaketh of the earth: he that
cometh from heaven is above all.
32 And what he hath seen and heard, that he testifieth;
and no man receiveth his testimony.
33 He that hath received his testimony hath set to his
seal that God is true.
34 For he whom God hath sent speaketh the words of God:
for God giveth not the Spirit by measure unto him.
35 The Father loveth the Son, and hath given all things
into his hand.
36 He that believeth on the Son hath everlasting life: and
he that believeth not the Son shall not see life; but the
wrath of God abideth on him.