John, Chapter 4 Modern Greek

01 Καθώς λοιπόν έμαθεν ο Κύριος, ότι ήκουσαν οι Φαρισαίοι ότι ο Ιησούς πλειοτέρους μαθητάς κάμνει και βαπτίζει παρά ο Ιωάννης,
02 (αν και ο Ιησούς αυτός δεν εβάπτιζεν, αλλ' οι μαθηταί αυτού)
03 αφήκε την Ιουδαίαν, και απήλθε πάλιν εις την Γαλιλαίαν.
04  'Επρεπε δε να περάση δια της Σαμαρείας.
05  'Ερχεται λοιπόν εις πόλιν Σαμαρείας λεγομένην Σιχάρ, πλησίον του αγρού τον οποίον έδωκεν ο Ιακώβ εις τον Ιωσήφ τον υιόν αυτού.
06  'Ητο δε εκεί πηγή του Ιακώβ. Ο Ιησούς λοιπόν κεκοπιακώς εκ της οδοιπορίας εκάθητο ούτως εις την πηγήν.  Ώρα ήτο περίπου έκτη.
07 'Ερχεται γυνή τις εκ της Σαμαρείας δια να αντλήση ύδωρ. Λέγει προς αυτήν ο Ιησούς, Δος μοι να πίω.
08 Διότι οι μαθηταί αυτού είχον υπάγει εις την πόλιν, δια να αγοράσωσι τροφάς.
09 Λέγει λοιπόν προς αυτόν η γυνή η Σαμαρείτις, Πως συ, Ιουδαίος, ων, Ζητείς να πίης παρ' εμού ήτις είμαι γυνή Σαμαρείτις; Διότι δεν συγκοινωνούσιν οι Ιουδαίοι με τους Σαμαρείτας.
10 Απεκρίθη ο Ιησούς και είπε προς αυτήν, Εάν ήξευρες την δωρεάν του Θεού, και τις είναι ο λέγων σοι, Δος μοι να πίω, συ ήθελες ζητήσει παρ' αυτού, και ύθελε σοι δώσει ύδωρ ζων
11 Λέγει προς αυτόν η γυνή, Κύριε, ούτε άντλημα έχεις, και το φρέαρ είναι βαθύ  πόθεν λοιπόν έχεις το ύδωρ το ζων;
12 μήπως συ είσαι μεγαλήτερος του πατρός ημών Ιακώβ, όστις έδωκεν εις ημάς το φρέαρ, και αυτός έπιεν εξ αυτού, και οι υιοί αυτού, και τα θρέμματα αυτού;
13 Απεκρίθη ο Ιησούς και είπε προς αυτήν, Πας όστις πίνει εκ του ύδατος τούτου, θέλει διψήσει πάλιν
14 όστις όμως πίη εκ του ύδατος το οποίον εγώ θέλω δώσει εις αυτόν, δεν θέλει διψήσει εις τον αιώνα  αλλά το ύδωρ το οποίον θέλω δώσει εις αυτόν, θέλει γείνει εν αυτώ πηγή ύδατος αναβλύζοντος εις ζωήν αιώνιον. Παρ.ιη.4,Ησα.ιβ'.3, Ησα.μδ'.3, Ιωαν.z'.38
15 Λέγει προς αυτόν η γυνήν, Κύριε, δος μοι τούτο το ύδωρ, δια να μη διψώ, μηδέ να έρχωμαι εδώ να αντλώ.
16 Λέγει προς αυτήν ο Ιησούς,  Ύπαγε, κάλεσον τον άνδρα σου και ελθέ εδώ.
17 Απεκρίθη η γυνή και είπε, Δεν έχω άνδρα. Λέγει προς αυτήν ο Ιησούς, Καλώς είπας, ότι δεν έχω άνδρα
18 διότι πέντε άνδρας έλαβες, και εκείνος τον οποίον έχεις τώρα, δεν είναι ανήρ σου  τούτο αληθές είπας.
19 Λέγει προς αυτόν η γυνή, Κύριε, βλέπω ότι συ είσαι προφήτης.
20 Οι πατέρες ημών εις τούτο το όρος προσεκύνησαν  και σεις λέγετε ότι εν τοις Ιεροσολύμοις είναι ο τόπος, όπου πρέπει να προσκυνώμεν.
21 Λέγει προς αυτήν ο Ιησούς, Γύναι, πίστευσόν μοι, ότι έρχεται ώρα, ότε ούτε εις το όρος τούτο, ούτε εις τα Ιεροσόλυμα θέλετε προσκυνήσει τον Πατέρα.
22 Σεις προσκυνείτε εκείνο το οποίον δεν εξεύρετε  ημείς προσκυνούμεν εκείνο το οποίον εξεύρομεν  διότι η σωτηρία είναι εκ των Ιουδαίων.
23 Πλην έρχεται ώρα, και ήδη είναι, ότε οι αληθινοί προσκυνηταί θέλουσι προσκυνήσει τον πατέρα εν πνεύματι και αληθεία  διότι ο Πατήρ τοιούτους ζητεί τους προσκυνούντας αυτόν.
24 Ο Θεός είναι πνεύμα  και οι προσκυνούντες αυτόν, εν πνεύματι και αληθεία πρέπει να προσκυνώσι.
25 Λέγει προς αυτόν η γυνή, Εξεύρω ότι έρχεται ο Μεσσίας, ο λεγόμενος Χριστός  όταν έλθη εκείνος, θέλει αναγγείλει εις ημάς πάντα.
26 Λέγει προς αυτήν ο Ιησούς, Εγώ είμαι, ο λαλών σοι.
27 Και επάνω εις τούτο ήλθον οι μαθηταί αυτού, και εθαύμασαν ότι ελάλει μετά γυναικός  ουδείς όμως είπε, Τι ζητείς; ή, Τι λαλείς μετ' αυτής;
28 Αφήκε λοιπόν η γυνή την υδρίαν αυτής, και υπήγεν εις την πόλιν, και λέγει προς τους ανθρώπους,
29  'Ελθετε να ίδητε άνθρωπον, όστις μοι είπε πάντα όσα έπραξα  μήπως ούτος είναι ο Χριστός;
30 Εξήλθον λοιπόν εκ της πόλεως, και ήρχοντο προς αυτον.
31 Εν δε τω μεταξύ οι μαθηταί παρεκάλουν αυτόν, λέγοντες, Ραββί, φάγε.
32 Ο δε είπε προς αυτούς, Εγώ έχω φαγητόν να φάγω το οποίον σεις δεν εξεύρετε.
33 'Ελεγον λοιπόν οι μαθηταί προς αλλήλους, Μήπως τις έφερε προς αυτόν να φάγη;
34 Λέγει προς αυτούς ο Ιησούς, Το εμόν φαγητόν είναι να πράττω το θέλημα του πέμψαντός με και να τελειώσω το έργον αυτού.
35 Δεν λέγετε σεις, ότι τέσσαρες μήνες είναι έτι, και ο
θερισμός έρχεται; Ιδού, σας λέγω, υψώσατε τους οφθαλμούς σας, και ιδέτε τα χωράφια, ότι είναι ήδη λευκά προς θερισμόν.
36 Και ο θερίζων λαμβάνει μισθόν, και συνάγει καρπόν εις ζωήν αιώνιον, δια να χαίρη ομού και ο σπείρων και ο θερίζων.
37 Διότι κατά τούτο αληθεύει ο λόγος,  'Οτι άλλος είναι ο σπείρων, και άλλος ο θερίζων.
38 Εγώ σας απέστειλα να θερίζητε εκείνο εις το οποίον σεις δεν εκοπιάσατε  άλλοι εκοπίασαν, και σεις εισήλθετε εις τον κόπον αυτών.
39 Εξ εκείνης δε της πόλεως πολλοί των Σαμαρειτών επίστευσαν εις αυτόν, δια τον λόγον της γυναικός μαρτυρούσης,  'Οτι μοι είπε πάντα όσα έπραξα.
40 Καθώς λοιπόν ήλθον προς αυτόν οι Σαμαρείται, παρεκάλουν αυτον να μείνη παρ' αυτοίς. Και έμεινεν εκεί δύο ημέρας.
41 Και πολύ πλειότεροι επίστευσαν δια τον λόγον αυτού
42 και προς την γυναίκα έλεγον,  ότι δεν πιστεύομεν πλέον δια τον λόγον σου  επειδή ημείς ηκούσαμεν, και γνωρίζομεν ότι ούτος είναι αληθώς ο Σωτήρ του κόσμου ο Χριστός.
43 Μετά δε τας δύο ημέρας εξήλθεν εκείθεν, και υπήγεν εις την Γαλιλαίαν.
44 Διότι αυτός ο Ιησούς εμαρτύρησεν, ότι προφήτης εν τη πατρίδι αυτού δεν έχει τιμήν.
45  'Οτε λοιπόν ήλθεν εις την Γαλιλαίαν, εδέχθησαν αυτόν οι Γαλιλαίοι, ιδόντες πάντα όσα έκαμεν εν Ιεροσολύμοις, κατά την εορτήν  διότι και αυτοί ήλθον εις την εορτήν.
46  'Ηλθε λοιπόν ο Ιησούς πάλιν εις την Κανά της Γαλιλαίας, όπου έκαμε το ύδωρ οίνον. Και ήτό τις βασιλικός άνθρωπος, του οποίου ο υιός ησθένει εν Καπερναούμ.
47 Ούτος ακούσας ότι ο Ιησούς ήλθεν εκ της Ιουδαίας εις την Γαλιλαίαν, υπήγε αυτόν, και παρεκάλει αυτόν να καταβή και να ιατρεύση τον υιόν αυτού  διότι έμελλε να αποθάνη.
48 Είπε λοιπόν ο Ιησούς προς αυτον, Εάν δεν ίδητε σημεία και τέρατα, δεν θέλετε πιστεύσει.
49 Λέγει προς αυτόν ο βασιλικός Κύριε, κατάβα πριν αποθάνη το παιδίον μου.
50 Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς,  Ύπαγε, ο υιός σου ζη. Και επίστευσεν ο άνθρωπος εις τον λόγον τον οποίον είπε προς αυτόν ο Ιησούς, και ανεχώρει.
51 Ενώ δε ούτος ήδη κατέβαινεν, απήντησαν αυτόν οι δούλοι αυτού, και απήγγειλαν, λέγοντες,  'Οτι ο υιός σου ζη.
52 Ηρώτησε λοιπόν αυτούς την ώραν καθ' ην έγεινε καλήτερα και είπον προς αυτόν,  'Οτι χθές την εβδόμην ώραν αφήκεν αυτόν ο πυρετός,
53 Ενόησε λοιπόν ο πατήρ ότι έγεινε τούτο κατ' εκείνην την ώραν, καθ' ήν ο Ιησούς είπε προς αυτόν,  'Οτι ο υιός σου ζη και επίστευσεν αυτός και όλη η οικία αυτού.
54 Τούτο πάλιν δεύτερον θαύμα έκαμεν ο Ιησούς, αφού ήλθεν εκ της Ιουδαίας εις την Γαλιλαίαν.















































































John, Chapter 4 Demotic Greek

1. Μόλις λοιπόν έμαθε ο Κύριος ότι οι Φαρισαίοι άκουσαν πως ο Ιησούς κάνει και βαφτίζει περισσότερους μαθητές απ' ό,τι ο Ιωάννης -
2. αν και ο ίδιος ο Ιησούς δε βάφτιζε, αλλά οι μαθητές του -
3. άφησε την Ιουδαία και αναχώρησε πάλι για τη Γαλιλαία.
4. Έπρεπε όμως να περάσει μέσα από τη Σαμάρεια.
5. Έρχεται λοιπόν σε μια πόλη της Σαμάρειας, που ονομάζεται Συχάρ, κοντά στο χωράφι που έδωσε ο Ιακώβ στον Ιωσήφ, το γιο του.
6. Εκεί υπήρχε κι ένα πηγάδι του Ιακώβ. Έτσι ο Ιησούς, κατάκοπος καθώς ήταν, καθόταν κοντά στο πηγάδι. Η ώρα ήταν περίπου δώδεκα το μεσημέρι.
7. Την ώρα εκείνη έρχεται μια γυναίκα από τη Σαμάρεια για να αντλήσει νερό. Της λέει τότε ο Ιησούς: «Δώσε μου να πιω».
8. (Οι μαθητές του στο μεταξύ είχαν πάει στην πόλη για ν' αγοράσουν τρόφιμα).
9. Η γυναίκα του αποκρίνεται: «Πώς γίνεται εσύ που είσαι Ιουδαίος, να ζητάς να πιεις νερό από μένα που είμαι Σαμαρείτισσα;» (γιατί δε σχετίζονται οι Ιουδαίοι με τους Σαμαρείτες).
10. Ο Ιησούς της αποκρίθηκε: «Αν ήξερες τη δωρεά του Θεού, και ποιος είναι αυτός που σου λέει: Δώσε μου να πιω, εσύ θα ζητούσες απ' αυτόν και θα σου έδινε νερό ζωντανό».
11. Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, ούτε κουβά δεν έχεις και το πηγάδι είναι βαθύ, από πού λοιπόν έχεις το ζωντανό νερό;
12. Μήπως εσύ είσαι ανώτερος από τον πατέρα μας τον Ιακώβ, που μας έδωσε το πηγάδι, αφού ήπιε απ' αυτό κι ο ίδιος και οι γιοι του και τα κοπάδια του;».
13. Ο Ιησούς της απάντησε: «Όποιος πίνει από το νερό αυτό, θα ξαναδιψάσει.
14. Μα όποιος πιει από το νερό που θα του δώσω εγώ, αυτός όχι, δε θα διψάσει ποτέ. Απεναντίας, το νερό που θα του δώσω, θα γίνει μέσα του μια πηγή που θα αναβλύζει νερό ζωής αιώνιας».
15. Του λέει η γυναίκα: «Δώσε μου το νερό αυτό για να μην διψάω κι ούτε να έρχομαι εδώ για να αντλώ».
16. Της λέει ο Ιησούς: «Πήγαινε φώναξε τον άντρα σου κι έλα εδώ».
17. Αποκρίθηκε εκείνη: «Δεν έχω άντρα». Τότε ο Ιησούς της είπε: «Καλά είπες πως δεν έχεις άντρα,
18. γιατί πήρες πέντε άντρες, κι αυτός που έχεις τώρα δεν είναι άντρας σου. Σε τούτο είπες την αλήθεια».
19. Του λέει η γυναίκα: «Κύριε, βλέπω πως εσύ είσαι προφήτης.
20. Οι προπάτορές μας λάτρεψαν το Θεό στο βουνό αυτό, ενώ εσείς λέτε πως στα Ιεροσόλυμα είναι ο τόπος όπου πρέπει να τον λατρεύουν».
21. Της λέει ο Ιησούς: «Γυναίκα, πίστεψέ με, ότι έρχεται ο καιρός, που δε θα λατρεύετε τον Πατέρα ούτε στο βουνό αυτό ούτε στα Ιεροσόλυμα.
22. Εσείς λατρεύετε εκείνο που δε γνωρίζετε, ενώ εμείς λατρεύουμε εκείνο που γνωρίζουμε, γιατί η σωτηρία από τους Ιουδαίους είναι προκαθορισμένο να έρθει.
23. Έρχεται όμως ο καιρός, από τώρα κιόλας, κατά τον οποίο οι αληθινοί λατρευτές θα λατρεύουν το Θεό πνευματικά και αληθινά. Και ασφαλώς έτσι τους θέλει ο Πατέρας εκείνους που τον λατρεύουν.
24. Ο Θεός είναι πνεύμα κι εκείνοι που τον λατρεύουν, πρέπει να τον λατρεύουν πνευματικά και αληθινά».
25. Του λέει η γυναίκα: «Ξέρω ότι πρόκειται να έρθει ο Μεσσίας, που ονομάζεται Χριστός. Όταν έρθει εκείνος, θα μας τα φανερώσει όλα».
26. Της λέει ο Ιησούς: «Εγώ είμαι, που σου μιλάω».
27. Την ώρα που το έλεγε αυτό ήρθαν οι μαθητές του και απόρησαν που συνομιλούσε με γυναίκα. Μα κανένας δεν τον ρώτησε: «Τι συζητάς;» ή «Γιατί συνομιλείς μαζί της;».
28. Άφησε τότε τη στάμνα της η γυναίκα και πήγε στην πόλη και λέει στους ανθρώπους:
29. «Ελάτε να δείτε κάποιον που μου είπε όλα όσα έχω κάνει, μήπως και είναι αυτός ο Χριστός;».
30. Βγήκαν τότε από την πόλη και κατευθύνονταν προς αυτόν.
31. Στο μεταξύ, οι μαθητές του τον παρακαλούσαν λέγοντας: «Δάσκαλε, φάε».
32. Μα εκείνος τους είπε: «Εγώ έχω φαγητό να φάω, που εσείς δεν το ξέρετε».
33. Έλεγαν λοιπόν οι μαθητές μεταξύ τους: «Μήπως του έφερε κανείς να φάει;».
34. Τους λέει ο Ιησούς: «Φαγητό δικό μου είναι να εκτελώ το θέλημα εκείνου που με έστειλε και να αποπερατώσω το δικό του έργο.
35. Εσείς δε λέτε: Τέσσερις μήνες ακόμα και θα έχουμε θερισμό; Μα εγώ σας λέω: Ορίστε! Σηκώστε τα μάτια σας και κοιτάξτε τα χωράφια ότι είναι κιόλας άσπρα, έτοιμα για θερισμό!
36. Και ο θεριστής αμείβεται και συνάζει καρπό για την αιώνια ζωή, έτσι ώστε κι εκείνος που σπέρνει κι εκείνος που θερίζει να χαίρονται μαζί.
37. Άλλωστε στο γεγονός αυτό στηρίζεται το αληθινό ρητό που λέει: Άλλος είναι εκείνος που σπέρνει και άλλος εκείνος που θερίζει.
38. Εγώ σας έστειλα να θερίσετε εκείνο για το οποίο εσείς δεν έχετε κοπιάσει. Άλλοι έχουν κοπιάσει κι εσείς έχετε μπει στον κόπο εκείνων».
39. Κι από την πόλη εκείνη των Σαμαρειτών πίστεψαν πολλοί σ' αυτόν, χάρη στη διήγηση της γυναίκας, που έδινε τη μαρτυρία της λέγοντας: «Αυτός μου είπε όλα όσα έχω κάνει!».
40. Έτσι, μόλις ήρθαν κοντά του οι Σαμαρείτες, τον παρακαλούσαν να μείνει μαζί τους, κι έμεινε εκεί δύο μέρες.
41. Τότε πίστεψαν ακόμα περισσότεροι χάρη στη δική του διδαχή,
42. κι έλεγαν στη γυναίκα: «Τώρα πια δεν πιστεύουμε χάρη στη δική σου τη διήγηση, αφού εμείς οι ίδιοι τον έχουμε ακούσει και ξέρουμε πως αυτός είναι πραγματικά ο Σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός!»
43. Ύστερα από τις δύο αυτές μέρες, αναχώρησε από εκεί και πήγε στη Γαλιλαία.
44. Γιατί ο ίδιος ο Ιησούς βεβαίωσε πως ο προφήτης δεν εκτιμάται στην ιδιαίτερη πατρίδα του.
45. Έτσι, όταν ήρθε στη Γαλιλαία, τον δέχτηκαν οι Γαλιλαίοι, γιατί είχαν δει όλα όσα είχε κάνει στα Ιεροσόλυμα στη διάρκεια της γιορτής, καθόσο είχαν πάει και οι ίδιοι στη γιορτή.
46. Ξανάρθε λοιπόν ο Ιησούς στην Κανά της Γαλιλαίας, όπου είχε μεταβάλει το νερό σε κρασί. Εκεί ήταν και κάποιος αυλικός, που ο γιος του ήταν άρρωστος στην Καπερναούμ.
47. Αυτός, όταν άκουσε πως ο Ιησούς έχει έρθει από την Ιουδαία στη Γαλιλαία, πήγε σ' αυτόν και τον παρακαλούσε να κατεβεί και να γιατρέψει το γιο του, γιατί ήταν ετοιμοθάνατος.
48. Του είπε τότε ο Ιησούς: «Αν δε δείτε θαύματα και γεγονότα υπερφυσικά, ποτέ δεν πρόκειται να πιστέψετε».
49. Του λέει ο αυλικός: «Κύριε, κατέβα πριν πεθάνει το παιδί μου».
50. Τότε ο Ιησούς του λέει: «Πήγαινε. Το παιδί σου είναι καλά». Πίστεψε λοιπόν ο άνθρωπος στο λόγο του Ιησού και αναχώρησε.
51. Και την ώρα που αυτός κατέβαινε, τον προϋπάντησαν οι δούλοι του και του ανάγγειλαν το νέο, λέγοντας: «Το παιδί σου είναι καλά».
52. Τους ρωτούσε τότε να μάθει την ώρα που καλυτέρεψε. Και του είπαν: «Χτες η ώρα μία το μεσημέρι του έπεσε ο πυρετός».
53. Διαπίστωσε τότε ο πατέρας ότι αυτό έγινε εκείνη ακριβώς την ώρα που του είπε: «Ο γιος σου είναι καλά». Έτσι, πίστεψε ο ίδιος και η οικογένειά του ολόκληρη.
54. Αυτό, ήταν το δεύτερο θαύμα που έκανε ο Ιησούς από τότε που ήρθε από την Ιουδαία στη Γαλιλαία.















































































John

John, Chapter 4 Ancient Greek

1. Ὡς οὖν ἔγνω ὁ Κύριος ὅτι ἤκουσαν οἱ Φαρισαῖοι ὅτι Ἰησοῦς πλείονας μαθητὰς ποιεῖ καὶ βαπτίζει ἢ Ἰωάννης

2. --καίτοιγε Ἰησοῦς αὐτὸς οὐκ ἐβάπτιζεν, ἀλλ' οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ--

3. ἀφῆκε τὴν Ἰουδαίαν καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν.

4. Ἔδει δὲ αὐτὸν διέρχεσθαι διὰ τῆς Σαμαρείας.

5. ἔρχεται οὖν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὃ ἔδωκεν Ἰακὼβ Ἰωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ·

6. ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ Ἰακώβ. ὁ οὖν Ἰησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη.

7. ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· δός μοι πιεῖν.

8. οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι.

9. λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· πῶς σὺ Ἰουδαῖος ὢν παρ' ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται Ἰουδαῖοι Σαμαρείταις.

10. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν.

11. λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, οὔτε ἄντλημα ἔχεις, καὶ τὸ φρέαρ ἐστὶ βαθύ· πόθεν οὖν ἔχεις τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν;

12. μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν Ἰακώβ, ὃς ἔδωκεν ἡμῖν τὸ φρέαρ, καὶ αὐτὸς ἐξ αὐτοῦ ἔπιε καὶ οἱ υἱοὶ αὐτοῦ καὶ τὰ θρέμματα αὐτοῦ;

13. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν·

14. ὃς δ' ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον.

15. λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχωμαι ἐνθάδε ἀντλεῖν.

16. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε.

17. ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· οὐκ ἔχω ἄνδρα. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω·

18. πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας.

19. λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ.

20. οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν Ἱεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν.

21. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν Ἱεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί.

22. ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν.

23. ἀλλ' ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν.

24. πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν.

25. λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα.

26. λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι.

27. καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἢ τί λαλεῖς μετ' αὐτῆς;

28. Ἀφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις·

29. δεῦτε ἴδετε ἄνθρωπον ὃς εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός;

30. ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν.

31. Ἐν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· ῥαββί, φάγε.

32. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε.

33. ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν;

34. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον.

35. οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμὸν ἤδη.

36. καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων.

37. ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινός, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων.

38. ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε.

39. Ἐκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικός, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα.

40. ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ' αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας.

41. καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ,

42. τῇ τε γυναικὶ ἔλεγον ὅτι οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν· αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστός.

43. Μετὰ δὲ τὰς δύο ἡμέρας ἐξῆλθεν ἐκεῖθεν καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν.

44. αὐτὸς γὰρ ὁ Ἰησοῦς ἐμαρτύρησεν ὅτι προφήτης ἐν τῇ ἰδίᾳ πατρίδι τιμὴν οὐκ ἔχει.

45. ὅτε οὖν ἦλθεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἐδέξαντο αὐτὸν οἱ Γαλιλαῖοι, πάντα ἑωρακότες ἃ ἐποίησεν ἐν Ἱεροσολύμοις ἐν τῇ ἑορτῇ· καὶ αὐτοὶ γὰρ ἦλθον εἰς τὴν ἑορτήν.

46. Ἦλθεν οὖν πάλιν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, ὅπου ἐποίησε τὸ ὕδωρ οἶνον. καὶ ἦν τις βασιλικός, οὗ ὁ υἱὸς ἠσθένει ἐν Καπερναούμ·

47. οὗτος ἀκούσας ὅτι Ἰησοῦς ἥκει ἐκ τῆς Ἰουδαίας εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἀπῆλθε πρὸς αὐτὸν καὶ ἠρώτα αὐτὸν ἵνα καταβῇ καὶ ἰάσηται αὐτοῦ τὸν υἱόν· ἤμελλε γὰρ ἀποθνήσκειν.

48. εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς πρὸς αὐτόν· ἐὰν μὴ σημεῖα καὶ τέρατα ἴδητε, οὐ μὴ πιστεύσητε.

49. λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ βασιλικός· Κύριε, κατάβηθι πρὶν ἀποθανεῖν τὸ παιδίον μου.

50. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· πορεύου· ὁ υἱός σου ζῇ. καὶ ἐπίστευσεν ὁ ἄνθρωπος τῷ λόγῳ ᾧ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐπορεύετο.

51. ἤδη δὲ αὐτοῦ καταβαίνοντος οἱ δοῦλοι αὐτοῦ ἀπήντησαν αὐτῷ καὶ ἀπήγγειλαν λέγοντες ὅτι ὁ παῖς σου ζῇ.

52. ἐπύθετο οὖν παρ' αὐτῶν τὴν ὥραν ἐν ᾗ κομψότερον ἔσχε. καὶ εἶπον αὐτῷ ὅτι χθὲς ὥραν ἑβδόμην ἀφῆκεν αὐτὸν ὁ πυρετός.

53. ἔγνω οὖν ὁ πατὴρ ὅτι ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ ἐν ᾗ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς ὅτι ὁ υἱός σου ζῇ· καὶ ἐπίστευσεν αὐτὸς καὶ ἡ οἰκία αὐτοῦ ὅλη.

54. Τοῦτο πάλιν δεύτερον σημεῖον ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐλθὼν ἐκ τῆς Ἰουδαίας εἰς τὴν Γαλιλαίαν.

 

















































































John, Chapter 4 (KJV)

01 When therefore the Lord knew how the Pharisees had
heard that Jesus made and baptized more disciples than
John,
02 (Though Jesus himself baptized not, but his disciples,)
03 He left Judaea, and departed again into Galilee.
04 And he must needs go through Samaria.
05 Then cometh he to a city of Samaria, which is called
Sychar, near to the parcel of ground that Jacob gave to his
son Joseph.
06 Now Jacob's well was there. Jesus therefore, being
wearied with his journey, sat thus on the well: and it
was about the sixth hour.
07 There cometh a woman of Samaria to draw water: Jesus
saith unto her, Give me to drink.
08 (For his disciples were gone away unto the city to buy
meat.)
09 Then saith the woman of Samaria unto him, How is it
that thou, being a Jew, askest drink of me, which am a
woman of Samaria? for the Jews have no dealings with the
Samaritans.
10 Jesus answered and said unto her, If thou knewest the
gift of God, and who it is that saith to thee, Give me to
drink; thou wouldest have asked of him, and he would have
given thee living water.
11 The woman saith unto him, Sir, thou hast nothing to
draw with, and the well is deep: from whence then hast thou
that living water?
12 Art thou greater than our father Jacob, which gave us
the well, and drank thereof himself, and his children, and
his cattle?
13 Jesus answered and said unto her, Whosoever drinketh of
this water shall thirst again:
14 But whosoever drinketh of the water that I shall give
him shall never thirst; but the water that I shall give him
shall be in him a well of water springing up into
everlasting life.
15 The woman saith unto him, Sir, give me this water, that
I thirst not, neither come hither to draw.
16 Jesus saith unto her, Go, call thy husband, and come
hither.
17 The woman answered and said, I have no husband. Jesus
said unto her, Thou hast well said, I have no husband:
18 For thou hast had five husbands; and he whom thou now
hast is not thy husband: in that saidst thou truly.
19 The woman saith unto him, Sir, I perceive that thou art
a prophet.
20 Our fathers worshipped in this mountain; and ye say,
that in Jerusalem is the place where men ought to worship.
21 Jesus saith unto her, Woman, believe me, the hour
cometh, when ye shall neither in this mountain, nor yet at
Jerusalem, worship the Father.
22 Ye worship ye know not what: we know what we worship:
for salvation is of the Jews.
23But the hour cometh, and now is, when the true
worshippers shall worship the Father in spirit and in
truth: for the Father seeketh such to worship him.
24 God is a Spirit: and they that worship him must
worship him in spirit and in truth.
25 The woman saith unto him, I know that Messias cometh,
which is called Christ: when he is come, he will tell us
all things.
26 Jesus saith unto her, I that speak unto thee am he.
27 And upon this came his disciples, and marvelled that he
talked with the woman: yet no man said, What seekest thou?
or, Why talkest thou with her?
28 The woman then left her waterpot, and went her way into
the city, and saith to the men,
29 Come, see a man, which told me all things that ever I
did: is not this the Christ?
30 Then they went out of the city, and came unto him.
31 In the mean while his disciples prayed him, saying,
Master, eat.
32 But he said unto them, I have meat to eat that ye know
not of.
33 Therefore said the disciples one to another, Hath any
man brought him ought to eat?
34 Jesus saith unto them, My meat is to do the will of him
that sent me, and to finish his work.
35 Say not ye, There are yet four months, and then
cometh harvest? behold, I say unto you, Lift up your eyes,
and look on the fields; for they are white already to
harvest.
36 And he that reapeth receiveth wages, and gathereth
fruit unto life eternal: that both he that soweth and he
that reapeth may rejoice together.
37 And herein is that saying true, One soweth, and another
reapeth.
38 I sent you to reap that whereon ye bestowed no labour:
other men laboured, and ye are entered into their labours.
39 And many of the Samaritans of that city believed on him
for the saying of the woman, which testified, He told me
all that ever I did.
40 So when the Samaritans were come unto him, they
besought him that he would tarry with them: and he abode
there two days.
41 And many more believed because of his own word;
42 And said unto the woman, Now we believe, not because of
thy saying: for we have heard him ourselves, and know
that this is indeed the Christ, the Saviour of the world.
43 Now after two days he departed thence, and went into
Galilee.
44 For Jesus himself testified, that a prophet hath no
honour in his own country.
45 Then when he was come into Galilee, the Galilaeans
received him, having seen all the things that he did at
Jerusalem at the feast: for they also went unto the feast.
46 So Jesus came again into Cana of Galilee, where he made
the water wine. And there was a certain nobleman, whose son
was sick at Capernaum.
47 When he heard that Jesus was come out of Judaea into
Galilee, he went unto him, and besought him that he would
come down, and heal his son: for he was at the point of
death.
48 Then said Jesus unto him, Except ye see signs and
wonders, ye will not believe.
49 The nobleman saith unto him, Sir, come down ere my
child die.
50 Jesus saith unto him, Go thy way; thy son liveth. And
the man believed the word that Jesus had spoken unto him,
and he went his way.
51 And as he was now going down, his servants met him, and
told him, saying, Thy son liveth.
52 Then inquired he of them the hour when he began to
amend. And they said unto him, Yesterday at the seventh
hour the fever left him.
53 So the father knew that it was at the same hour, in
the which Jesus said unto him, Thy son liveth: and himself
believed, and his whole house.
54 This is again the second miracle that Jesus did,
when he was come out of Judaea into Galilee.