John, Chapter 5 Modern Greek

01 Μετά ταύτα ήτο εορτή των Ιουδαίων, και ανέβη ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα.
02 Είναι δε εν τοις Ιεροσολύμοις πλησίον της προβατικής πύλης κολυμβήθρα, η επονομαζομένη Εβραϊστί Βηθεσδά, έχουσα πέντε στοάς.
03 Εν ταύταις κατέκειτο πλήθος πολύ των ασθενούντων, τυφλών, χωλών, ξηρών, οίτινες περιέμενον την κίνησιν του ύδατος.
04 Διότι άγγελος κατέβαινε κατά καιρόν εις την κολυμβήθραν, και ετάραττε το ύδωρ όστις λοιπόν εισήρχετο πρώτος μετά την ταραχήν του ύδατος, εγίνετο υγιής από οποιανδήποτε νόσον έπασχεν.
05  Ήτο δε εκεί άνθρωπος τις τριάκοντα οκτώ έτη πάσχων ασθένειαν.
06 Τούτον ιδών ο Ιησούς κατακείμενον, και εξεύρων ότι πολύν ήδη καιρόν πάσχει, λέγει προς αυτόν, Θέλεις να γείνης υγιής;
07 Απεκρίθη προς αυτόν ο ασθενών, Κύριε, άνθρωπον δεν έχω, δια να με βάλη εις την κολυμβήθραν, όταν ταραχθή το ύδωρ ενώ δε έρχομαι εγώ, άλλος προ εμού καταβαίνει.
08 Λέγει προς αυτόν ο Ιησούς, Εγέρθητι, σήκωσον τον κράββατόν σου, και περιπάτει.
09 Και ευθύς έγεινεν ο άνθρωπος υγιής, και εσήκωσε τον κράββατον αυτού, και περιεπάτει.  Ήτο δε σάββατον εκείνην την ημέραν.
10  Έλεγον λοιπόν οι Ιουδαίοι προς τον τεθεραπευμένον, Σάββατον είναι δεν σοι είναι συγκεχωρημένον να σηκώσης τον κράββατον.
11 Απεκρίθη προς αυτούς, Ο ιατρεύσας με, εκείνος μοι είπε, Σήκωσον τον κράββατόν σου και περιπάτει.
12 Ηρώτησον λοιπόν αυτόν, Τις είναι ο άνθρωπος όστις σοί είπε, Σήκωσον τον κράββατόν σου, και περιπάτει ;
13 Ο δε ιατρευθείς δεν ήξευρεν τις είναι  διότι ο Ιησούς υπεξήλθεν, επειδή ήτο όχλος πολύς εν τω τόπω.
14 Μετά ταύτα ευρίσκει αυτόν ο Ιησούς εν τω ιερώ, και είπε προς αυτόν, Ιδού, έγεινες υγιής, μηκέτι αμάρτανε δια να μη σοι γείνη τι χερότερον.
15 Υπήγε λοιπόν ο άνθρωπος, και ανήγγειλε προς τους Ιουδαίους ότι ο Ιησούς είναι ο ιατρεύσας αυτόν.
16 Και δια τούτο κατέτρεχον τον Ιησούν οι Ιουδαίοι, και εζήτουν να θανατώσωσιν αυτόν, διότι έκαμνε ταύτα εν σαββάτω.
17 Ο δε Ιησούς απεκρίθη προς αυτούς, Ο Πατήρ μου εργάζεται έως τώρα, και εγώ εργάζομαι.
18 Δια τούτο λοιπόν μάλλον εζήτουν οι Ιουδαίοι να θανατώσωσιν αυτόν, διότι ουχί μόνον παρέβαινε το σάββατον, αλλά και πατέρα εαυτού έλεγε τον Θεόν, ίσον με τον Θεόν κάμνων εαυτόν.
19 Απεκρίθη λοιπόν ο Ιησούς και είπε προς αυτούς, Αληθώς, αληθώς σας λέγω, Δεν δύναται ο Υιός να πράττη ουδέν αφ' εαυτού, εάν δεν βλέπη τον Πατέρα πράττοντα τούτο  επειδή όσα εκείνος πράττη, ταύτα και ο Υιός πράττει ομοίως.
20 Διότι ο Πατήρ αγαπά τον Υιόν, και δεικνύει εις αυτόν πάντα όσα αυτός πράττει  και μεγαλήτερα τούτων έργα θέλει δείξει εις αυτόν, δια να θαυμάζητε σεις.
21 Επειδή καθώς ο Πατήρ εγείρει τους νεκρούς και ζωοποιεί, ούτω και ο Υιός ούστινας θέλει ζωοποιεί.
22 Επειδή ουδέ κρίνει ο Πατήρ ουδένα, αλλ' εις τον Υιόν έδωκε πάσαν την κρίσιν
23 δια να τιμώσι πάντες τον Υιόν, καθώς τιμώσι τον Πατέρα. Ο μη τιμών τον Υιόν, δεν τιμά τον Πατέρα τον πέμψαντα αυτόν.
24 Αληθώς, αληθώς σας λέγω, ότι ο ακούων τον λόγον μου, και πιστεύων εις τον πέμψαντά με, έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν δεν έρχεται, αλλά μετέβη εκ του θανάτου εις την ζωήν.
25 Αληθώς, αληθώς σας λέγω, ότι έρχεται ώρα, και ήδη είναι, ότε οι νεκροί θέλουσιν ακούσει την φωνήν του Υιού του Θεού, και οι ακούσαντες θέλουσι ζήσει.
26 Διότι καθώς ο Πατήρ έχει ζωήν εν εαυτώ, ούτως έδωκε και εις τον Υιόν να έχη ζωήν εν εαυτώ
27 και εξουσίαν έδωκεν εις αυτόν να κάμνη και κρίσιν, διότι είναι Υιός ανθρώπου.
28 Μη θαυμάζετε τούτο  διότι έρχεται ώρα, καθ' ήν πάντες οι εν τοις μνημείοις θέλουσιν ακούσει την φωνήν αυτού
29 και θέλουσιν εξέλθει οι πράξαντες τα αγαθά εις ανάστασιν ζωής οι δε πράξαντες τα φαύλα, εις ανάστασιν κρίσεως.
30 Δεν δύναμαι εγώ να κάμνω απ' εμαυτού ουδέν. Καθώς ακούω, κρίνω  και η κρίσις η εμή δικαία είναι  διότι δεν ζητώ το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντός με Πατρός.
31 Εάν εγώ μαρτυρώ περί εμαυτού, η μαρτυρία μου δεν είναι αληθής.
32  Άλλος είναι ο μαρτυρών περί εμού  και εξεύρω ότι είναι αληθής η μαρτυρία την οποίαν μαρτυρεί περί εμού.
33 Σεις απεστείλατε προς τον Ιωάννην, και εμαρτύρησεν εις την αλήθειαν.
34 Εγώ δε παρά ανθρώπου δεν λαμβάνω την μαρτυρίαν  αλλά λέγω ταύτα, δια να σωθήτε σεις.
35 Εκείνος ήτο ο λύχνος ο καιόμενος και φέγγων  και σεις ηθελήσατε να αγαλλιασθήτε προς ώραν εις το φως αυτού.
36 Αλλ' εγώ έχω την μαρτυρίαν μεγαλητέραν της του Ιωάννου διότι τα έργα τα οποία εγώ πράττω, μαρτυρούσι περί εμού, ότι ο πατήρ με απέστειλε.
37 Και ο πέμψας με Πατήρ, αυτός εμαρτύρησε περί εμού. Ούτε φωνήν αυτού ηκούσατε πώποτε, ούτε όψιν αυτού είδετε.
38 Και τον λόγον αυτού δεν έχετε μένοντα εν εαυτοίς  διότι σεις δεν πιστεύετε εις τούτον, τον οποίον εκείνος απέστειλεν.
39 Ερευνάτε τας γραφάς, διότι σεις νομίζετε ότι εν αυταίς έχετε ζωήν αιώνιον  και εκείναι είναι αι μαρτυρούσαι περί εμού.
40 Πλην δεν θέλετε να έλθητε προς εμέ, δια να έχητε ζωήν.
41 Δόξαν παρά ανθρώπων δεν λαμβάνω
42 αλλά σας εγνώρισα, ότι την αγάπην του Θεού δεν έχετε εν εαυτοίς.
43 Εγώ ήλθον εν τω ονόματι του Πατρός μου, και δεν με δέχεσθε  εάν άλλος έλθη εν τω ονόματι εαυτού, εκείνον θέλετε δεχθή.
44 Πως δύνασθε σεις να πιστεύσητε, οίτινες λαμβάνετε δόξαν ο εις παρά του άλλου, και δεν ζητείτε την δόξαν την παρά του μόνου Θεού;
45 Μη νομίζετε ότι εγώ θέλω σας κατηγορήσει προς τον Πατέρα  υπάρχει ο κατήγορός σας, ο Μωϋσής, εις τον οποίον σεις ηλπίσατε.
46 Διότι, εάν επιστεύετε εις τον Μωϋσήν, ηθέλετε πιστεύσει εις εμέ  επειδή περί εμού εκείνος έγραψεν.
47 Εάν δε εις τα γεγραμμένα εκείνου δεν πιστεύητε, πως θέλετε πιστεύσει εις τους ιδικούς μου λόγους;















































































John, Chapter 5 Demotic Greek

1. Ύστερα απ' αυτά υπήρχε μια Ιουδαϊκή γιορτή, και ο Ιησούς ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα.
2. Εκεί στα Ιεροσόλυμα, κοντά στην προβατική πύλη, υπάρχει μια δεξαμενή με πέντε στοές, η οποία εβραϊκά ονομάζεται Βηθεσδά.
3. Στις στοές αυτές κοίτονταν πολλοί άρρωστοι, τυφλοί, κουτσοί, παράλυτοι, που περίμεναν την αναταραχή του νερού.
4. Γιατί κατά διαστήματα κατέβαινε ένας άγγελος στη δεξαμενή και ανατάραζε το νερό. Τότε, όποιος έμπαινε πρώτος στο νερό μετά την αναταραχή του, γινόταν καλά, όποια κι αν ήταν η πάθησή του.
5. Επίσης υπήρχε εκεί κι ένας άνθρωπος που ήταν άρρωστος για τριάντα οχτώ χρόνια.
6. Όταν ο Ιησούς τον είδε αυτόν κατάκοιτο, κι επειδή κατάλαβε ότι ήταν κιόλας πολύ καιρό εκεί, του λέει: «Θέλεις να γίνεις καλά;».
7. Ο άρρωστος του απάντησε: «Κύριε, δεν έχω άνθρωπο, ώστε, όταν αναταραχθεί το νερό, να με βάλει στη δεξαμενή. Κι ενώ έρχομαι εγώ, κατεβαίνει άλλος πριν από μένα».
8. Του λέει ο Ιησούς: «Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα».
9. Και παρευθύς έγινε καλά ο άνθρωπος και πήρε το κρεβάτι του και περπατούσε! Όμως η μέρα εκείνη ήταν Σάββατο.
10. Έλεγαν, λοιπόν, οι Ιουδαίοι στο θεραπευμένο: «Είναι Σάββατο και δεν επιτρέπεται να κουβαλάς το κρεβάτι σου.
11. Τους αποκρίθηκε: «Εκείνος που με θεράπευσε μου είπε: Πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα».
12. Τον ρώτησαν τότε: «Ποιος είναι ο άνθρωπος που σου είπε: Πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα»;
13. Ο θεραπευμένος όμως δεν ήξερε ποιος ήταν, γιατί ο Ιησούς είχε απομακρυνθεί απαρατήρητος, επειδή υπήρχε πλήθος κόσμου εκεί.
14. Ύστερα απ' αυτά, τον συνάντησε ο Ιησούς στο ναό και του είπε: «Βλέπεις, έγινες καλά. Στο εξής μην αμαρτάνεις πια για να μη σου συμβεί τίποτε χειρότερο».
15. Πήγε τότε ο άνθρωπος και ανάγγειλε στους Ιουδαίους ότι ο Ιησούς είναι εκείνος που τον έκανε καλά.
16. Και γι' αυτό καταδίωκαν οι Ιουδαίοι τον Ιησού και ζητούσαν να τον σκοτώσουν, επειδή τα έκανε αυτά το Σάββατο.
17. Μα ο Ιησούς τους απάντησε: «Ο Πατέρας μου εργάζεται ως τώρα, κι εγώ εργάζομαι».
18. Γι' αυτήν λοιπόν τη φράση του Ιησού, επιδίωκαν ακόμα περισσότερο οι Ιουδαίοι να τον σκοτώσουν, γιατί όχι μόνο παραβίαζε το Σάββατο, αλλά και το Θεό τον ονόμαζε Πατέρα του, εξισώνοντας έτσι τον εαυτό του με το Θεό.
19. Αποκρίθηκε, λοιπόν, ο Ιησούς και τους είπε: «Η αλήθεια είναι και σας το τονίζω, πως ο Γιος δεν μπορεί να κάνει τίποτε από μόνος του, αν δε βλέπει τον Πατέρα να το κάνει. Διότι, αυτά που κάνει εκείνος, αυτά κάνει και ο Γιος με τον ίδιο τρόπο.
20. Γιατί ο Πατέρας αγαπάει το Γιο και του δείχνει όλα όσα κάνει ο ίδιος. Μάλιστα θα του δείξει έργα ακόμα μεγαλύτερα απ' αυτά, έτσι που εσείς να θαυμάζετε.
21. Όπως, λοιπόν, ο Πατέρας ανασταίνει τους νεκρούς και τους παρέχει ζωή, έτσι και ο Γιος παρέχει ζωή σε όσους θέλει.
22. Γιατί ούτε και κρίνει κανέναν ο ίδιος ο Πατέρας, αλλά στο Γιο παραχώρησε όλο το δικαίωμα να κρίνει,
23. για να τιμούν όλοι το Γιο όπως τιμούν τον Πατέρα. Όποιος δεν τιμάει το Γιο, δεν τιμάει τον Πατέρα που τον έστειλε.
24. Σας βεβαιώνω πως πράγματι, όποιος ακούει το λόγο μου και πιστεύει σ' εκείνον που μ' έστειλε, έχει ζωή αιώνια και δεν πρόκειται να κριθεί, αλλά έχει κιόλας μεταβεί από το θάνατο στη ζωή».
25. «Ναι, πραγματικά, σας λέγω, έρχεται ώρα, και είναι αυτή η ώρα η τωρινή, που οι νεκροί θα ακούσουν τη φωνή του Γιου του Θεού και όσοι την ακούσουν θα ζήσουν.
26. Γιατί όπως ο Πατέρας είναι η πηγή της ζωής, έτσι έδωσε και στο Γιο να είναι η πηγή της ζωής.
27. Του έδωσε επίσης και εξουσία να κρίνει, καθόσο είναι Γιος Ανθρώπου αυτός.
28. Μη σας παραξενεύει αυτό, γιατί έρχεται ώρα κατά την οποία όλοι εκείνοι που είναι μέσα στα μνήματα θ' ακούσουν τη φωνή του
29. και θα βγουν σε ανάσταση ζωής όσοι έπραξαν το καλό και σε ανάσταση καταδίκης όσοι έπραξαν το κακό.
30. »Τίποτε δεν μπορώ να κάνω εγώ από μόνος μου. Κρίνω σύμφωνα με όσα ακούω, και η κρίση η δική μου είναι δίκαιη, γιατί δεν επιζητώ να γίνει το δικό μου θέλημα, αλλά το θέλημα του Πατέρα, που μ' έστειλε.
31. Αν ήμουν εγώ που δίνω μαρτυρικές διαβεβαιώσεις για τον εαυτό μου, τότε η μαρτυρία μου δε θα ήταν αληθινή.
32. Άλλος είναι που δίνει τη μαρτυρία του για μένα και ξέρω πως είναι αληθινή η μαρτυρία που δίνει για μένα».
33. «Δικούς σας ανθρώπους έχετε στείλει εσείς στον Ιωάννη και σας έχει διαβεβαιώσει με τη μαρτυρία του για την αλήθεια.
34. Εγώ βέβαια δε χρειάζομαι ανθρώπινη μαρτυρία, αλλά σας τα λέω αυτά για να σωθείτε εσείς.
35. Εκείνος ήταν το λυχνάρι που άναβε και φώτιζε, κι εσείς θελήσατε να βρείτε προσωρινή αγαλλίαση στο φως του».
36. «Εγώ όμως έχω μια μαρτυρία ανώτερη από του Ιωάννη, γιατί τα έργα που μου ανέθεσε ο Πατέρας να ολοκληρώσω, τα ίδια αυτά έργα που εγώ κάνω, αυτά είναι που μαρτυρούν για μένα ότι μ' έχει στείλει ο Πατέρας».
37. «Και ο Πατέρας που με έστειλε, αυτός ο ίδιος έχει δώσει τη μαρτυρία του για μένα. Εσείς ούτε τη φωνή του ακούσατε ποτέ ούτε τη μορφή του είδατε.
38. Και το Λόγο του δεν τον διατηρείτε μέσα σας, διότι αυτόν που εκείνος έστειλε, αυτόν ακριβώς εσείς δεν τον πιστεύετε».
39. «Εσείς ερευνάτε τις Γραφές, γιατί σας φαίνεται λογικό πως σ' αυτές θα βρείτε ζωή αιώνια. Και πράγματι αυτές είναι που δίνουν τη μαρτυρία τους για μένα.
40. Μα εσείς δε θέλετε να έρθετε σ' εμένα για ν' αποκτήσετε τη ζωή.
41. Δόξα από ανθρώπους δεν επιζητώ.
42. Άλλωστε σας ξέρω εσάς. Δεν έχετε μέσα σας αγάπη για το Θεό.
43. Εγώ έχω έρθει σταλμένος από τον Πατέρα μου, αλλά εσείς δε με παραδέχεστε. Αν έρθει κάποιος άλλος με δική του πρωτοβουλία, εκείνον θα τον παραδεχτείτε.
44. Κι άλλωστε, πώς είναι δυνατόν να πιστέψετε εσείς, τη στιγμή που επιζητάτε επαίνους ο ένας από τον άλλο, ενώ τη δόξα από μέρους του μόνου αληθινού Θεού δεν την επιζητάτε;
45. Μη θαρρείτε πως είμαι εγώ που θα σας κατηγορήσω στον Πατέρα. Υπάρχει ήδη ο κατήγορός σας. Είναι ο Μωυσής, στον οποίο έχετε στηρίξει εσείς την ελπίδα σας.
46. Γιατί αν πράγματι πιστεύατε στον Μωυσή, θα πιστεύατε και σε μένα, αφού για μένα έγραψε εκείνος.
47. Αλλ' αφού σ' εκείνου τα γραπτά δεν πιστεύετε, πώς είναι δυνατό να πιστέψετε στα δικά μου λόγια;»





































































John

John, Chapter 5 Ancient Greek

1. Μετὰ ταῦτα ἦν ἡ ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα.

2. ἔστι δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρα, ἡ ἐπιλεγομένη Ἑβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα.

3. ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος πολὺ τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τὴν τοῦ ὑδατος κίνησιν.

4. ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρα, καὶ ἐταράσσετο τὸ ὑδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι.

5. ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ·

6. τοῦτον ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;

7. ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει.

8. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει.

9. καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἦρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει. ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ.

10. ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον.

11. ἀπεκρίθη αὐτοῖς· ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει.

12. ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει;

13. ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ.

14. μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται.

15. ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ.

16. Καὶ διὰ τοῦτο ἐδίωκον τὸν Ἰησοῦν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ ἐζήτουν αὐτὸν ἀποκτεῖναι, ὅτι ταῦτα ἐποίει ἐν σαββάτῳ.

17. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς· ὁ πατήρ μου ἕως ἄρτι ἐργάζεται, κἀγὼ ἐργάζομαι.

18. διὰ τοῦτο οὖν μᾶλλον ἐζήτουν αὐτὸν οἱ Ἰουδαῖοι ἀποκτεῖναι, ὅτι οὐ μόνον ἔλυε τὸ σάββατον, ἀλλὰ καὶ πατέρα ἴδιον ἔλεγε τὸν Θεόν, ἴσον ἑαυτὸν ποιῶν τῷ Θεῷ.

19. Ἀπεκρίνατο οὖν ὁ Ἰησοῦς καὶ εἴπεν αὐτοῖς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ δύναται ὁ υἱὸς ποιεῖν ἀφ' ἑαυτοῦ οὐδέν, ἐὰν μή τι βλέπῃ τὸν πατέρα ποιοῦντα· ἃ γὰρ ἂν ἐκεῖνος ποιῇ, ταῦτα καὶ ὁ υἱὸς ὁμοίως ποιεῖ.

20. ὁ γὰρ πατὴρ φιλεῖ τὸν υἱὸν καὶ πάντα δείκνυσιν αὐτῷ ἃ αὐτὸς ποιεῖ, καὶ μείζονα τούτων δείξει αὐτῷ ἔργα, ἵνα ὑμεῖς θαυμάζητε.

21. ὥσπερ γὰρ ὁ πατὴρ ἐγείρει τοὺς νεκροὺς καὶ ζωοποιεῖ, οὕτω καὶ ὁ υἱὸς οὓς θέλει ζωοποιεῖ.

22. οὐδὲ γὰρ ὁ πατὴρ κρίνει οὐδένα, ἀλλὰ τὴν κρίσιν πᾶσαν δέδωκε τῷ υἱῷ,

23. ἵνα πάντες τιμῶσι τὸν υἱόν, καθὼς τιμῶσι τὸν πατέρα. ὁ μὴ τιμῶν τὸν υἱὸν οὐ τιμᾷ τὸν πατέρα τὸν πέμψαντα αὐτόν.

24. ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί με ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν.

25. ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ νεκροὶ ἀκούσονται τῆς φωνῆς τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ ἀκούσαντες ζήσονται.

26. ὥσπερ γὰρ ὁ πατὴρ ἔχει ζωὴν ἐν ἑαυτῷ, οὕτως ἔδωκε καὶ τῷ υἱῷ ζωὴν ἔχειν ἐν ἑαυτῷ·

27. καὶ ἐξουσίαν ἔδωκεν αὐτῷ καὶ κρίσιν ποιεῖν, ὅτι υἱὸς ἀνθρώπου ἐστί.

28. μὴ θαυμάζετε τοῦτο· ὅτι ἔρχεται ὥρα ἐν ᾗ πάντες οἱ ἐν τοῖς μνημείοις ἀκούσονται τῆς φωνῆς αὐτοῦ,

29. καὶ ἐκπορεύσονται οἱ τὰ ἀγαθὰ ποιήσαντες εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, οἱ δὲ τὰ φαῦλα πράξαντες εἰς ἀνάστασιν κρίσεως.

30. οὐ δύναμαι ἐγὼ ποιεῖν ἀπ' ἐμαυτοῦ οὐδέν. καθὼς ἀκούω κρίνω, καὶ ἡ κρίσις ἡ ἐμὴ δικαία ἐστίν· ὅτι οὐ ζητῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμόν, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με πατρός.

31. Ἐὰν ἐγὼ μαρτυρῶ περὶ ἐμαυτοῦ, ἡ μαρτυρία μου οὐκ ἔστιν ἀληθής.

32. ἄλλος ἐστὶν ὁ μαρτυρῶν περὶ ἐμοῦ, καὶ οἶδα ὅτι ἀληθής ἐστιν ἡ μαρτυρία ἣν μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ.

33. Ὑμεῖς ἀπεστάλκατε πρὸς Ἰωάννην, καὶ μεμαρτύρηκε τῇ ἀληθείᾳ·

34. ἐγὼ δὲ οὐ παρὰ ἀνθρώπου τὴν μαρτυρίαν λαμβάνω, ἀλλὰ ταῦτα λέγω ἵνα ὑμεῖς σωθῆτε.

35. ἐκεῖνος ἦν ὁ λύχνος ὁ καιόμενος καὶ φαίνων, ὑμεῖς δὲ ἠθελήσατε ἀγαλλιαθῆναι πρὸς ὥραν ἐν τῷ φωτὶ αὐτοῦ.

36. ἐγὼ δὲ ἔχω τὴν μαρτυρίαν μείζω τοῦ Ἰωάννου· τὰ γὰρ ἔργα ἃ ἔδωκέ μοι ὁ πατὴρ ἵνα τελειώσω αὐτά, αὐτὰ τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ, μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ ὅτι ὁ πατήρ με ἀπέσταλκε.

37. καὶ ὁ πέμψας με πατήρ, αὐτὸς μεμαρτύρηκε περὶ ἐμοῦ. οὔτε φωνὴν αὐτοῦ ἀκηκόατε πώποτε οὔτε εἶδος αὐτοῦ ἑωράκατε,

38. καὶ τὸν λόγον αὐτοῦ οὐκ ἔχετε μένοντα ἐν ὑμῖν, ὅτι ὃν ἀπέστειλεν ἐκεῖνος, τούτῳ ὑμεῖς οὐ πιστεύετε.

39. ἐρευνᾶτε τὰς γραφάς, ὅτι ὑμεῖς δοκεῖτε ἐν αὐταῖς ζωὴν αἰώνιον ἔχειν· καὶ ἐκεῖναί εἰσιν αἱ μαρτυροῦσαι περὶ ἐμοῦ·

40. καὶ οὐ θέλετε ἐλθεῖν πρός με ἵνα ζωὴν ἔχητε.

41. δόξαν παρὰ ἀνθρώπων οὐ λαμβάνω·

42. ἀλλ' ἔγνωκα ὑμᾶς ὅτι τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔχετε ἐν ἑαυτοῖς.

43. ἐγὼ ἐλήλυθα ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ πατρός μου, καὶ οὐ λαμβάνετέ με· ἐὰν ἄλλος ἔλθῃ ἐν τῷ ὀνόματι τῷ ἰδίῳ, ἐκεῖνον λήψεσθε.

44. πῶς δύνασθε ὑμεῖς πιστεῦσαι, δόξαν παρὰ ἀλλήλων λαμβάνοντες, καὶ τὴν δόξαν τὴν παρὰ τοῦ μόνου Θεοῦ οὐ ζητεῖτε;

45. μὴ δοκεῖτε ὅτι ἐγὼ κατηγορήσω ὑμῶν πρὸς τὸν πατέρα· ἔστιν ὁ κατηγορῶν ὑμῶν Μωϋσῆς, εἰς ὃν ὑμεῖς ἠλπίκατε.

46. εἰ γὰρ ἐπιστεύετε Μωϋσεῖ, ἐπιστεύετε ἂν ἐμοί· περὶ γὰρ ἐμοῦ ἐκεῖνος ἔγραψεν.

47. εἰ δὲ τοῖς ἐκείνου γράμμασιν οὐ πιστεύετε, πῶς τοῖς ἐμοῖς ῥήμασι πιστεύσετε;

 

















































































John, Chapter 5 (KJV)

01 After this there was a feast of the Jews; and Jesus went up to Jerusalem.
02 Now there is at Jerusalem by the sheep market a pool, which is called in the Hebrew tongue Bethesda, having five porches.
03 In these lay a great multitude of impotent folk, of blind, halt, withered, waiting for the moving of the water.
04 For an angel went down at a certain season into the pool, and troubled the water: whosoever then first after the troubling of the water stepped in was made whole of whatsoever disease he had.
05 And a certain man was there, which had an infirmity thirty and eight years.
06 When Jesus saw him lie, and knew that he had been now a long time in that case, he saith unto him, Wilt thou be made whole?
07 The impotent man answered him, Sir, I have no man, when the water is troubled, to put me into the pool: but while I am coming, another steppeth down before me.
08 Jesus saith unto him, Rise, take up thy bed, and walk.
09 And immediately the man was made whole, and took up his bed, and walked: and on the same day was the sabbath.
10 The Jews therefore said unto him that was cured, It is the sabbath day: it is not lawful for thee to carry thy bed.
11 He answered them, He that made me whole, the same said unto me, Take up thy bed, and walk.
12 Then asked they him, What man is that which said unto thee, Take up thy bed, and walk?
13 And he that was healed wist not who it was: for Jesus had conveyed himself away, a multitude being in that place.
14 Afterward Jesus findeth him in the temple, and said unto him, Behold, thou art made whole: sin no more, lest a worse thing come unto thee.
15 The man departed, and told the Jews that it was Jesus, which had made him whole.
16 And therefore did the Jews persecute Jesus, and sought to slay him, because he had done these things on the sabbath day.
17 But Jesus answered them, My Father worketh hitherto, and I work.
18 Therefore the Jews sought the more to kill him, because he not only had broken the sabbath, but said also that God was his Father, making himself equal with God.
19 Then answered Jesus and said unto them, Verily, verily, I say unto you, The Son can do nothing of himself, but what he seeth the Father do: for what things soever he doeth, these also doeth the Son likewise.
20 For the Father loveth the Son, and showeth him all things that himself doeth: and he will show him greater works than these, that ye may marvel.
21 For as the Father raiseth up the dead, and quickeneth them; even so the Son quickeneth whom he will.
22 For the Father judgeth no man, but hath committed all judgment unto the Son:
23 That all men should honour the Son, even as they honour the Father. He that honoureth not the Son honoureth not the Father which hath sent him.
24 Verily, verily, I say unto you, He that heareth my word, and believeth on him that sent me, hath everlasting
life, and shall not come into condemnation; but is passed from death unto life.
25 Verily, verily, I say unto you, The hour is coming, and now is, when the dead shall hear the voice of the Son of God: and they that hear shall live.
26 For as the Father hath life in himself; so hath he given to the Son to have life in himself;
27 And hath given him authority to execute judgment also, because he is the Son of man.
28 Marvel not at this: for the hour is coming, in the which all that are in the graves shall hear his voice,
29 And shall come forth; they that have done good, unto the resurrection of life; and they that have done evil, unto the resurrection of damnation.
30I can of mine own self do nothing: as I hear, I judge: and my judgment is just; because I seek not mine own will, but the will of the Father which hath sent me.
31 If I bear witness of myself, my witness is not true.
32 There is another that beareth witness of me; and I know that the witness which he witnesseth of me is true.
33 Ye sent unto John, and he bare witness unto the truth.
34 But I receive not testimony from man: but these things I say, that ye might be saved.
35 He was a burning and a shining light: and ye were willing for a season to rejoice in his light.
36 But I have greater witness than that of John: for the works which the Father hath given me to finish, the same works that I do, bear witness of me, that the Father hath sent me.
37 And the Father himself, which hath sent me, hath borne witness of me. Ye have neither heard his voice at any time, nor seen his shape.
38 And ye have not his word abiding in you: for whom he hath sent, him ye believe not.
39 Search the scriptures; for in them ye think ye have eternal life: and they are they which testify of me.
40 And ye will not come to me, that ye might have life.
41 I receive not honour from men.
42But I know you, that ye have not the love of God in you.
43 I am come in my Father's name, and ye receive me not: if another shall come in his own name, him ye will receive.
44 How can ye believe, which receive honour one of another, and seek not the honour that cometh from God only?
45 Do not think that I will accuse you to the Father: there is one that accuseth you, even Moses, in whom ye trust.
46 For had ye believed Moses, ye would have believed me: for he wrote of me.
47 But if ye believe not his writings, how shall ye believe my words?