John, Chapter 6 Modern Greek

01 Μετά ταύτα ανεχώρησεν ο Ιησούς πέραν της θαλάσσης της Γαλιλαίας, της Τιβεριάδος
02 και ηκολούθει αυτόν όχλος πολύς, διότι έβλεπον τα θαύματα αυτού τα οποία έκαμνεν επί των ασθενούντων.
03 Ανέβη δε εις το όρος ο Ιησούς, και εκεί εκάθητο μετά των μαθητών αυτού.
04 Επλησίαζε δε το πάσχα, η εορτή των Ιουδαίων.
05 Υψώσας λοιπόν ο Ιησούς τους οφθαλμούς, και ιδών ότι πολύς όχλος έρχεται προς αυτόν, λέγει προς τον Φίλιππον, Πόθεν θέλομεν αγοράσει άρτους, διά να φάγωσιν ούτοι;
06 ( Έλεγε δε τούτο δοκιμάζων αυτόν  διότι αυτός ήξευρε τι έμελλε να κάμη.)
07 Απεκρίθη προς αυτόν ο Φίλιππος, Διακοσίων δηναρίων άρτοι δεν αρκούσιν εις αυτούς, δια να λάβη ολίγον τι έκαστος αυτών.
08 Λέγει προς αυτόν εις εκ των μαθητών αυτού, Ανδρέας ο αδελφός Σίμωνος Πέτρου.
09 Εδώ είναι εν παιδάριον, το οποίον έχει πέντε άρτους κριθίνους,  και δύο οψάρια  αλλά ταύτα τι είναι εις τοσούτους;
10 Είπε δε ο Ιησούς, Κάμετε τους ανθρώπους να καθίσωσιν. Ήτο δε χόρτος πολύς εν τω τόπω. Εκάθισαν λοιπόν οι άνδρες τον αριθμόν έως πεντακισχίλιοι.
11 Και έλαβεν ο Ιησούς τους άρτους,  και ευχαριστήσας, διεμοίρασεν εις τους μαθητάς οι δε μαθηταί εις τους καθημένους  ομοίως και εκ των οψαρίων όσον ήθελον.
12 Αφού δε εχορτάσθησαν, λέγει προς τους μαθητάς αυτού, Συνάξατε τα περισσεύσαντα κλάσματα, διά να μη χαθή τίποτε.
13 Εσύναξαν λοιπόν, και εγέμισαν δώδεκα κοφίνους κλασμάτων εκ των πέντε άρτων των κριθίνων, τα οποία επερίσσευσαν εις τους φαγόντας.
14 Οι άνθρωποι λοιπόν, ιδόντες το θαύμα το οποίον έκαμεν ο Ιησούς, έλεγον,  Ότι ούτος είναι αληθώς ο προφήτης ο μέλλων να έλθη εις τον κόσμον.
15 Ο Ιησούς λοιπόν γνωρίσας ότι μέλλουσι να έλθωσι, και να αρπάσωσιν αυτόν διά να κάμωσιν αυτόν βασιλέα, ανεχώρησε πάλιν εις το όρος αυτός μόνος.
16 Καθώς δε έγεινεν εσπέρα, κατέβησαν οι μαθηταί αυτού εις την θάλασαν
17 και εμβάντες εις το πλοίον, ήρχοντο πέραν της θαλάσσης εις Καπερναούμ. Και είχεν ήδη γείνει σκότος, και ο Ιησούς δεν είχεν ελθεί προς αυτούς
18 και η θάλασσα υψόνετο, επειδή έπνεε δυνατός άνεμος.
19 Αφού λοιπόν εκωπηλάτησαν ως εικοσιπέντε ή τριάκοντα στάδια, βλέπουσι τον Ιησούν περιπατούντα επί της θαλάσσης, και πλησιάζοντα εις το πλοίον, και εφοβήθησαν.
20 Εκείνος δε λέγει προς αυτούς, Εγώ είμαι, μη φοβείσθε.
21  Ήθελον λοιπόν να λάβωσιν αυτόν εις το πλοίον  και παρευθύς το πλοίον έφθασεν εις την γην εις την οποίαν υπήγαινον.
22 Τη επαύριον ο όχλος ο ιστάνενος πέραν της θαλάσσης, ότε είδεν οτι πλοιάριον άλλο δεν ήτο εκεί, ειμή εν εκείνο εις το οποίον εισήλθον οι μαθηταί αυτού, και ότι ο Ιησούς δεν εισήλθε μετά των μαθητών αυτού εις το πλοιάριον, αλλά μόνοι οι μαθηταί αυτού ανεχώρησαν
23 (ήλθον δε άλλα πλοιάρια εκ της Τιβεριάδος πλησίον του τόπου όπου έφαγον τον άτρον, αφού ο Κύριος ευχαρίστησεν )
24 ότε λοιπόν είδεν ο όχλος ότι ο Ιησούς δεν είναι εκεί, ουδέ οι μαθηταί αυτού, εισήλθον και αυτοί εις τα πλοία, και ήλθον εις Καπερναούμ ζητούντες τον Ιησούν.
25 Και ευρόντες αυτον πέραν της θαλάσσης, είπον προς αυτόν, Ραββί, πότε ήλθες εδώ;
26 Απεκρίθη προς αυτούς ο Ιησούς και είπεν, Αληθώς, αληθώς σας λέγω, με ζητείτε, ουχί διότι είδετε θαύματα, αλλά διότι εφάγετε εκ των άρτων και εχορτάσθητε.
27 Εργάζεσθε μη δια την τροφήν την φθειρομένην, αλλά δια την τροφήν την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον, την οποίαν ο Υιός του ανθρώπου θέλει σας δώσει  διότι τούτον εσφράγισεν ο Πατήρ, ο Θεός.
28 Είπον λοιπόν προς αυτόν, Τι να κάμωμεν δια να εργαζώμεθα τα έργα του Θεού;
29 Απεκρίθη ο Ιησούς και είπε προς αυτούς, Τούτο είναι το έργον του Θεού, να πιστεύσητε εις τούτον τον οποίον εκείνος απέστειλε.
30 Τότε είπον προς αυτόν, Τι σημείον λοιπόν κάμνεις συ, δια να ίδωμεν και πιστεύσωμεν εις σε; τι εργάζεσαι;
31 οι πατέρες ημών έφαγον το μάννα εν τη ερήμω, καθώς είναι γεγραμμένον, «Άρτον εκ του ουρανού έδωκεν εις αυτούς να φάγωσιν.»
32 Είπε λοιπόν προς αυτούς ο Ιησούς, Αληθώς, αληθώς σας λέγω, Δεν έδωκεν εις εσάς τον άρτον εκ του ουρανού ο Μωϋσής  αλλ' ο πατήρ μου σας δίδει τον άρτον εκ του ουρανού τον αληθινόν.
33 Διότι ο άρτος του Θεού είναι ο καταβαίνων εκ του ουρανού, και δίδων ζωήν εις τον κόσμον.
34 Είπον λοιπόν προς αυτόν, Κύριε, πάντοτε δος εις ημάς τον άρτον τούτον.
35 Και είπε προς αυτούς ο Ιησούς, Εγώ είμαι ο άρτος της ζωής ή όστις έρχεται προς εμέ, δεν θέλει πεινάσει  και όστις πιστεύει εις εμέ, δεν θέλει διψήσει πώποτε.
36 Πλην σας είπον, ότι και με είδετε και δεν πιστεύετε.
37 Παν ότι μοι δίδει ο Πατήρ, προς εμέ θέλει ελθεί  και τον ερχόμενον προς εμέ δεν θέλω εκβάλει έξω
38 διότι κατέβην εκ του ουρανού, ουχί δια να κάμω το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντός με.
39 Τούτο δε είναι το θέλημα του πέμψαντός με Πατρός, παν ότι μοι έδωκε, να μη απολέσω ουδέν εξ αυτού, αλλά να αναστήσω αυτό εν τη εσχάτη ημέρα.
40 Και τούτο είναι το θέλημα του πέμψαντός με, πας όστις βλέπει τον Υιόν και πιστεύει εις αυτόν, να έχη ζωήν αιώνιον, και εγώ θέλω αναστήσει αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα.
41 Εγόγγυσον λοιπόν οι Ιουδαίοι περί αυτού, ότι είπεν, Εγώ είμαι ο άρτος ο καταβάς εκ του ουρανού
42 και έλεγον, Δεν είναι ούτος Ιησούς ο υιός του Ιωσήφ, του οποίου ημείς γνωρίζομεν τον πατέρα και την μητέρα; πως λοιπόν λέγει ούτος, ότι εκ του ουρανού κατέβην;
43 Απεκρίθη λοιπόν ο Ιησούς και είπε προς αυτούς, μη γογγύζετε μεταξύ σας .
44 Ουδείς δύναται να έλθη προς εμέ, εαν δεν ελκύση αυτόν ο πατήρ ο πέμψας με  και εγώ θέλω αναστήσει αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα.
45 Είναι γεγραμμένον εν τοις προφήταις, «Και πάντες θέλουσιν είσθαι διδακτοί του Θεού.» Πας λοιπόν όστις ακούση παρά του Πατρός και μάθη, έρχεται προς εμέ.
46 Ουχί οτι είδέ τις τον Πατέρα, ειμή εκείνος όστις είναι παρά του Θεού  ούτος είδε τον Πατέρα.
47 Αληθώς, αληθώς σας λέγω, Ο πιστεύων εις εμέ έχει ζωήν αιώνιον.
48 Εγώ είμαι ο άρτος της ζωής.
49 Οι πατέρες σας έφαγον το μάννα εν τη ερήμω και απέθανον.
50 Ούτος είναι ο άρτος ο καταβαίνων εκ του ουρανού, δια να φάγη τις εξ αυτού και να μη αποθάνη.
51 Εγώ είμαι ο άρτος ο ζων, ο καταβάς εκ του ουρανού. Εαν τις φάγη εκ τούτου του άρτου θέλει ζήσει εις τον αιώνα. Και ο άρτος η σάρξ μου, την οποίαν εγώ θέλω δώσει υπέρ της ζωής του κόσμου.
52 Εμάχοντο λοιπόν προς αλλήλους οι Ιουδαίοι, λέγοντες, Πως δύναται ούτος να δώση εις ημάς να φάγωμεν την σάρκα αυτού;
53 Είπε λοιπόν εις αυτούς ο Ιησούς, άληθώς, αληθώς σας λέγω, Εαν δεν φάγητε την σάρκα του Υιού του ανθρώπου, και πίητε το αίμα αυτού, δεν έχετε ζωήν εν εαυτοίς.
54 Όστις τρώγει την σάρκα  μου, και πίνει το αίμά μου, έχει ζωήν αιώνιον, και εγώ θέλω αναστήσει αυτόν εν τη εσχάτη ημέρα.
55 Διότι η σάρξ μου αληθώς είναι τροφή, και το αίμά μου αληθώς είναι πόσις.
56  Όστις τρώγει την σάρκα μου, και πίνει το αίμά μου, εν εμοί μένει, και εγώ εν αυτώ.
57 Καθώς με απέστειλεν ο ζων Πατήρ, και εγώ ζω δια τον Πατέρα, ούτω και όστις με τρώγει, θέλει ζήσει και εκείνος δι' εμέ.
58 Ούτος είναι ο άρτος ο καταβάς εκ του ουρανού  ουχί καθώς οι πατέρες σας έφαγον το μάννα, και απέθανον  όστις τρώγει τούτον τον άρτον, θέλει ζήσει εις τον αιώνα.
59 Ταύτα είπεν εν τη συναγωγή διδάσκων εν Καπερναούμ.
60 Πολλοί λοιπόν εκ των μαθητών αυτού ακούσαντες είπον, Σκληρός είναι ούτος ο λόγος  τις δύναται να ακούη αυτόν;
61 Νοήσας δε ο Ιησούς εν εαυτώ, ότι γογγύζουσι περί τούτου οι μαθηταί αυτού, είπε προς αυτούς, Τούτο σας σκανδαλίζει;
62 εαν λοιπόν θεωρήτε τον Υιόν του ανθρώπου αναβαίνοντα όπου ήτο το πρότερον;
63 το πνεύμα είναι εκείνο το οποίον ζωοποιεί, η σάρξ δεν ωφελεί ουδέν  οι λόγοι τους οποίους εγώ λαλώ προς εσάς, πνεύμα είναι και ζωή είναι
64 πλην είναι τινές από σας οίτινες δεν πιστεύουσι. Διότι ήξευρον εξ αρχής ο Ιησούς, τίνες είναι οι μη πιστεύοντες, και τις είναι ο μέλλων να παραδώση αυτον
65 Και έλεγε, Δια τούτο σας είπον, ότι ουδείς δύναται να έλθη προς εμέ, εαν δεν ήναι δεδομένον εις αυτόν εκ του πατρός μου.
66  Έκτοτε πολλοί των μαθητών αυτού εστράφησαν εις τα οπίσω, και δεν περιεπάτουν πλέον μετ' αυτού.
67 Είπε λοιπόν ο Ιησούς προς τους δώδεκα, Μήπως και σεις θέλετε να υπάγητε;
68 Απεκρίθη λοιπόν προς αυτόν ο Σίμων Πέτρος, Κύριε, προς τίνα θέλομεν υπάγει; λόγους ζωής αιωνίου έχεις
69 και ημείς επιστεύσαμεν και εγνωρίσαμεν ότι συ είσαι ο Χριστός ο Υιός του Θεού του ζώντος.
70 Απεκρίθη προς αυτούς ο Ιησούς, Δεν έκλεξα εγώ εσάς τους δώδεκα, και εις από σας είναι διάβολος;
71  Έλεγε δε τον Ιούδαν του Σίμωνος τον Ισκαριώτην  διότι ούτος, εις ων εκ των δώδεκα, έμελλε να παραδώση αυτόν.















































































John, Chapter 6 Demotic Greek

1. Ύστερα απ' αυτά αναχώρησε ο Ιησούς και πήγε στην άλλη μεριά της λίμνης της Γαλιλαίας, δηλαδή της Τιβεριάδας,
2. όπου και τον ακολουθούσε πολύς κόσμος, επειδή έβλεπαν τα θαύματα που έκανε στους αρρώστους.
3. Ανέβηκε τότε ο Ιησούς στο λόφο και καθόταν εκεί μαζί με τους μαθητές του.
4. Στο μεταξύ πλησίαζε το Πάσχα, η γιορτή των Ιουδαίων.
5. Σαν σήκωσε λοιπόν κάποια στιγμή ο Ιησούς τα μάτια του και είδε να έρχεται πολύς κόσμος προς το μέρος του, λέει στο Φίλιππο: «Από πού θα αγοράσουμε ψωμιά για να φάνε οι άνθρωποι αυτοί;» -
6. κι αυτό το έλεγε για να τον δοκιμάσει, γιατί ο ίδιος ήξερε τι επρόκειτο να κάνει.
7. Ο Φίλιππος του αποκρίθηκε: «Ψωμιά αξίας διακοσίων δηναρίων δε φτάνουν γι' αυτούς, για να πάρουν έστω και από ένα μικρό κομμάτι ο καθένας τους».
8. Του λέει ένας από τους μαθητές του, ο Ανδρέας, ο αδελφός του Σίμωνα Πέτρου:
9. «Υπάρχει ένα παιδί εδώ, που έχει πέντε κρίθινα ψωμιά και δύο ψάρια, αλλά τι είναι αυτά για τόσους ανθρώπους;».
10. Τότε ο Ιησούς είπε: «Βάλτε τους ανθρώπους να καθίσουν για φαγητό». Ήταν και το χορτάρι άφθονο στον τόπο εκείνο. Κάθισαν λοιπόν οι άντρες, που ήταν γύρω στους πέντε χιλιάδες, για φαγητό.
11. Πήρε τότε ο Ιησούς τα ψωμιά, κι αφού ευχαρίστησε, έδωσε στους μαθητές, και οι μαθητές στον καθισμένο κόσμο. Το ίδιο κι από τα ψάρια, όσο ήθελαν.
12. Κι όταν πια χόρτασαν τελείως, λέει στους μαθητές του: «Μαζέψτε τα κομμάτια που περίσσεψαν, για να μην πάει τίποτε χαμένο».
13. Τα μάζεψαν, τότε, και γέμισαν δώδεκα κοφίνια με τα κομμάτια των πέντε κρίθινων ψωμιών, που είχαν περισσέψει απ' αυτούς που είχαν φάει.
14. Οι άνθρωποι, λοιπόν, σαν είδαν το θαύμα που έκανε ο Ιησούς, έλεγαν: «Πραγματικά, αυτός είναι ο προφήτης που έχει οριστεί να έρθει στον κόσμο!».
15. Τότε ο Ιησούς, επειδή κατάλαβε πως επρόκειτο να έρθουν και να τον αρπάξουν για να τον ανακηρύξουν βασιλιά, αναχώρησε πάλι στο βουνό μόνος του.
16. Κι όταν πια βράδιασε, κατέβηκαν οι μαθητές του στη λίμνη,
17. όπου μπήκαν στο πλοίο και κατευθύνονταν προς την Καπερναούμ, στην απέναντι πλευρά της λίμνης. Στο μεταξύ είχε κιόλας σκοτεινιάσει και ο Ιησούς δεν είχε έρθει ακόμα κοντά τους·
18. κι επιπλέον στη λίμνη έκανε φουρτούνα εξαιτίας του δυνατού αέρα που φυσούσε.
19. Αφού, λοιπόν, είχαν διανύσει μια απόσταση τεσσάρων ως πέντε χιλιομέτρων, βλέπουν τον Ιησού να περπατάει πάνω στη λίμνη και να πλησιάζει στο πλοίο, και φοβήθηκαν.
20. Εκείνος όμως τους είπε: «Εγώ είμαι, μη φοβάστε».
21. Ήθελαν τότε να τον πάρουν στο πλοίο και αμέσως το πλοίο πήρε κατεύθυνση προς τη στεριά, στην οποία και έφτασαν.
22. Την άλλη μέρα, τα πλήθη που ήταν συγκεντρωμένα στην απέναντι όχθη της λίμνης, είδαν ότι δεν υπήρχε εκεί άλλο πλοιάριο, παρά μονάχα ένα, εκείνο στο οποίο μπήκαν οι μαθητές του. Είδαν επίσης ότι ο Ιησούς δεν μπήκε στο πλοιάριο αυτό μαζί με τους μαθητές του, αλλά έφυγαν μόνοι τους οι μαθητές του.
23. Ήρθαν όμως άλλα πλοιάρια από την Τιβεριάδα κοντά στο μέρος εκείνο που έφαγαν το ψωμί, αφού έκανε ο Κύριος την ευχαριστήρια προσευχή.
24. Έτσι, όταν τα πλήθη είδαν πως ο Ιησούς δεν είναι εκεί, μα ούτε και οι μαθητές του, μπήκαν κι αυτοί στα πλοία και ήρθαν στην Καπερναούμ, αναζητώντας τον Ιησού.
25. Κι όταν τον βρήκαν στην απέναντι πλευρά της λίμνης, του είπαν: «Δάσκαλε, πότε κιόλας έφτασες εδώ;».
26. Τους αποκρίθηκε ο Ιησούς: «Ναι, βέβαια με αναζητάτε! Μα σας λέω, όχι γιατί είδατε θαύματα, αλλά γιατί φάγατε από τα ψωμιά και χορτάσατε!
27. Να πασχίζετε όχι για την υλική τροφή που φθείρεται, αλλά για την τροφή που μένει μόνιμα εξασφαλίζοντας ζωή αιώνια και την οποία θα σας τη δώσει ο Γιος του Ανθρώπου. Γιατί αυτόν όρισε για το έργο αυτό με τη σφραγίδα του ο Πατέρας, ο Θεός».
28. Του είπαν τότε: «Τι πρέπει να κάνουμε, ώστε να εκτελούμε τα έργα του Θεού;».
29. Ο Ιησούς τους αποκρίθηκε: «Τούτο είναι το έργο του Θεού: Να πιστέψετε σ' αυτόν που απέστειλε εκείνος».
30. Τότε του είπαν: «Τι κάνεις λοιπόν εσύ σαν αποδεικτικό σημάδι, για να δούμε και να πιστέψουμε σε σένα; Ποιο είναι το έργο σου;
31. Οι πρόγονοί μας έφαγαν το μάννα στην έρημο, όπως είναι γραμμένο: Από τον ουρανό τους έδωσε ψωμί να φάνε».
32. Τότε ο Ιησούς τους είπε: «Σας το τονίζω και μάθετέ το, πως δεν ήταν ο Μωυσής αυτός που σας έδωσε το ψωμί από τον ουρανό, αλλά το αληθινό ψωμί από τον ουρανό σας το δίνει ο Πατέρας μου.
33. Καθόσο το ψωμί του Θεού είναι αυτό που κατεβαίνει από τον ουρανό και δίνει ζωή στον κόσμο».
34. Του είπαν λοιπόν, εκείνοι: «Κύριε, πάντοτε να μας δίνεις το ψωμί αυτό».
35. Τότε ο Ιησούς τους είπε: «Εγώ είμαι το Ψωμί της Ζωής. Όποιος έρθει σε μένα, ποτέ δε θα πεινάσει, και όποιος πιστεύει σε μένα, δε θα διψάσει ποτέ.
36. Αλλά σας το είπα, πως παρόλο που με είδατε, δε με πιστεύετε.
37. Ό,τι μου δίνει ο πατέρας, σε μένα θα έρθει, και αυτόν που έρχεται σε μένα, αυτόν, όχι, δε θα τον αποδιώξω.
38. Γιατί από τον ουρανό κατέβηκα όχι για να κάνω το δικό μου θέλημα, αλλά το θέλημα εκείνου που με απέστειλε.
39. Και το θέλημα του Πατέρα, που με απέστειλε, είναι τούτο: Να μην αφήσω να χαθεί τίποτε απ' ό,τι μου έδωσε, αλλά να το αναστήσω την έσχατη μέρα.
40. Κι είναι τούτο επίσης το θέλημα εκείνου που με απέστειλε: Ο καθένας που προσβλέπει στο Γιο και πιστεύει σ' αυτόν, να έχει ζωή αιώνια. Κι αυτόν εγώ θα τον αναστήσω την έσχατη μέρα».
41. Διαμαρτύρονταν λοιπόν οι Ιουδαίοι εναντίον του επειδή είπε: «Εγώ είμαι το Ψωμί που κατέβηκε από τον ουρανό»,
42. κι έλεγαν: «Δεν είναι τάχα αυτός ο Ιησούς, ο γιος του Ιωσήφ, που εμείς γνωρίζουμε τον πατέρα του και τη μητέρα του; Πώς, λοιπόν, λέει αυτός: Κατέβηκα από τον ουρανό;
43. Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και τους είπε: «Μη διαμαρτύρεστε μεταξύ σας.
44. Κανένας δεν μπορεί να έρθει σε μένα, παρά μόνο αν τον προσελκύσει ο Πατέρας που με απέστειλε, κι εγώ θα τον αναστήσω την έσχατη μέρα.
45. Στα βιβλία των προφητών είναι γραμμένο: Και θα 'ναι όλοι θεοδίδαχτοι. Όποιος έχει ακούσει από τον Πατέρα και έχει μάθει, έρχεται σε μένα.
46. Όχι βέβαια πως είδε κανείς τον Πατέρα εκτός απ' αυτόν που προέρχεται από το Θεό. Αυτός έχει δει τον Πατέρα.
47. Ναι, πραγματικά, σας λέω, όποιος πιστεύει σε μένα, έχει ζωή αιώνια.
48. Εγώ είμαι το Ψωμί της Ζωής.
49. Οι πρόγονοί σας έφαγαν βέβαια το μάννα στην έρημο, όμως πέθαναν.
50. Αυτό, είναι το ψωμί, που κατεβαίνει από τον ουρανό, ώστε να φάει κανείς απ' αυτό και να μην πεθάνει.
51. Εγώ είμαι το Ζωντανό Ψωμί που κατέβηκα από τον ουρανό. Απ' αυτό το Ψωμί αν φάει κανείς, θα ζήσει αιώνια. Και το ψωμί που εγώ θα δώσω, είναι η σάρκα μου την οποία θα προσφέρω για ν' αποκτήσει ζωή ο κόσμος».
52. Λογομαχούσαν, λοιπόν, μεταξύ τους οι Ιουδαίοι λέγοντας: «Πώς είναι δυνατόν να μας δώσει αυτός να φάμε τη σάρκα του;».
53. Τους είπε τότε ο Ιησούς: «Σας βεβαιώνω, πως αν δε φάτε τη σάρκα του Γιου του Ανθρώπου και δεν πιείτε το αίμα του, δεν έχετε ζωή μέσα σας.
54. Όποιος τρώει τη σάρκα μου και πίνει το αίμα μου, έχει ζωή αιώνια, κι εγώ θα τον αναστήσω την έσχατη μέρα.
55. Γιατί πραγματικά η σάρκα μου είναι τροφή και το αίμα μου πραγματικά είναι πιοτό.
56. Όποιος τρώει τη σάρκα μου, παραμένει ενωμένος μαζί μου κι εγώ μ' αυτόν.
57. Καθώς εμένα με απέστειλε ο Ζωντανός Πατέρας και ζω εγώ χάρη σ' αυτόν, έτσι κι εκείνος που τρώει εμένα, θα ζήσει χάρη σε μένα.
58. Αυτό είναι το Ψωμί που κατέβηκε από τον ουρανό. Δεν είναι σαν το μάννα που έφαγαν οι πρόγονοί σας και εντούτοις πέθαναν. Όποιος τρώει αυτό το Ψωμί, θα ζήσει αιώνια».
59. Αυτά τα είπε ο Ιησούς σε μια συναγωγή καθώς δίδασκε στην Καπερναούμ.
60. Είπαν λοιπόν πολλοί από τους μαθητές του, όταν τον άκουσαν: «Βαρύς είναι ο λόγος αυτός! Ποιος μπορεί να τον ακούει;».
61. Κι ο Ιησούς ξέροντας, σαν καρδιογνώστης, ότι δυσανασχετούν γι' αυτό οι μαθητές του, τους είπε: «Σ' αυτό σκοντάφτετε;
62. Τότε λοιπόν, τι θα κάνετε αν δείτε το Γιο του Ανθρώπου να ανεβαίνει εκεί όπου ήταν πριν;
63. Το Πνεύμα είναι εκείνο που δίνει τη ζωή, η σάρκα δεν ωφελεί σε τίποτε. Αυτά που σας λέω εγώ είναι πνεύμα και είναι ζωή.
64. Υπάρχουν όμως μερικοί από σας που δεν πιστεύουν» - γιατί ήξερε από την αρχή ο Ιησούς ποιοι είναι εκείνοι που δεν πιστεύουν καθώς και ποιος είναι εκείνος που επρόκειτο να τον προδώσει.
65. Κι έλεγε: «Γι' αυτό σας είπα ότι δεν μπορεί να έρθει κανείς σε μένα, αν δεν του έχει δοθεί το προνόμιο αυτό από τον Πατέρα μου».
66. Εξαιτίας των λόγων αυτών, λοιπόν, πολλοί από τους μαθητές του αποχώρησαν και δεν τον ακολουθούσαν πια.
67. Είπε, τότε, ο Ιησούς στους δώδεκα: «Μήπως θέλετε κι εσείς να φύγετε;».
68. Τότε ο Σίμων Πέτρος του αποκρίθηκε: «Κύριε, σε ποιον να πάμε; Εσύ έχεις λόγια που προσφέρουν ζωή αιώνια.
69. Κι εμείς έχουμε πια πιστέψει και βεβαιωθεί ότι εσύ είσαι ο Χριστός, ο Γιος του Ζωντανού Θεού».
70. Ο Ιησούς τους είπε: «Εγώ ο ίδιος δε διάλεξα εσάς τους δώδεκα; Κι όμως ο ένας από σας είναι διάβολος».
71. Μ' αυτό εννοούσε τον Ιούδα, το γιο του Σίμωνα του Ισκαριώτη, γιατί αυτός επρόκειτο να τον προδώσει, παρόλο που ήταν ένας από τους δώδεκα!















































































John

John, Chapter 6 Ancient Greek

1. Μετὰ ταῦτα ἀπῆλθεν ὁ Ἰησοῦς πέραν τῆς θαλάσσης τῆς Γαλιλαίας τῆς Τιβεριάδος·

2. καὶ ἠκολούθει αὐτῷ ὄχλος πολύς, ὅτι ἑώρων αὐτοῦ τὰ σημεῖα ἃ ἐποίει ἐπὶ τῶν ἀσθενούντων.

3. ἀνῆλθε δὲ εἰς τὸ ὄρος ὁ Ἰησοῦς καὶ ἐκεῖ ἐκάθητο μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ.

4. ἦν δὲ ἐγγὺς τὸ πάσχα, ἡ ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων.

5. ἐπάρας οὖν ὁ Ἰησοῦς τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ θεασάμενος ὅτι πολὺς ὄχλος ἔρχεται πρὸς αὐτόν, λέγει πρὸς τὸν Φίλιππον· πόθεν ἀγοράσωμεν ἄρτους ἵνα φάγωσιν οὗτοι;

6. τοῦτο δὲ ἔλεγε πειράζων αὐτόν· αὐτὸς γὰρ ᾔδει τί ἔμελλε ποιεῖν.

7. ἀπεκρίθη αὐτῷ Φίλιππος· διακοσίων δηναρίων ἄρτοι οὐκ ἀρκοῦσιν αὐτοῖς ἵνα ἕκαστος αὐτῶν βραχύ τι λάβῃ.

8. λέγει αὐτῷ εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς Σίμωνος Πέτρου·

9. ἔστι παιδάριον ἓν ὧδε, ὃς ἔχει πέντε ἄρτους κριθίνους καὶ δύο ὀψάρια· ἀλλὰ ταῦτα τί ἐστιν εἰς τοσούτους;

10. εἶπε δὲ ὁ Ἰησοῦς· ποιήσατε τοὺς ἀνθρώπους ἀναπεσεῖν· ἦν δὲ χόρτος πολὺς ἐν τῷ τόπῳ. ἀνέπεσον οὖν οἱ ἄνδρες τὸν ἀριθμὸν ὡσεὶ πεντακισχίλιοι.

11. ἔλαβε δὲ τοὺς ἄρτους ὁ Ἰησοῦς καὶ εὐχαριστήσας διέδωκε τοῖς μαθηταῖς, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ἀνακειμένοις· ὁμοίως καὶ ἐκ τῶν ὀψαρίων ὅσον ἤθελον.

12. ὡς δὲ ἐνεπλήσθησαν, λέγει τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· συναγάγετε τὰ περισσεύσαντα κλάσματα, ἵνα μή τι ἀπόληται.

13. συνήγαγον οὖν καὶ ἐγέμισαν δώδεκα κοφίνους κλασμάτων ἐκ τῶν πέντε ἄρτων τῶν κριθίνων ἃ ἐπερίσσευσε τοῖς βεβρωκόσιν.

14. Οἱ οὖν ἄνθρωποι, ἰδόντες ὃ ἐποίησε σημεῖον ὁ Ἰησοῦς, ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης ὁ ἐρχόμενος εἰς τὸν κόσμον.

15. Ἰησοῦς οὖν γνοὺς ὅτι μέλλουσιν ἔρχεσθαι καὶ ἁρπάζειν αὐτὸν ἵνα ποιήσωσιν αὐτὸν βασιλέα, ἀνεχώρησε πάλιν εἰς τὸ ὄρος αὐτὸς μόνος.

16. Ὡς δὲ ὀψία ἐγένετο, κατέβησαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπὶ τὴν θάλασσαν,

17. καὶ ἐμβάντες εἰς τὸ πλοῖον ἤρχοντο πέραν τῆς θαλάσσης εἰς Καπερναούμ. καὶ σκοτία ἤδη ἐγεγόνει καὶ οὐκ ἐληλύθει πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς,

18. ἥ τε θάλασσα ἀνέμου μεγάλου πνέοντος διηγείρετο.

19. ἐληλακότες οὖν ὡς σταδίους εἴκοσι πέντε ἢ τριάκοντα θεωροῦσι τὸν Ἰησοῦν περιπατοῦντα ἐπὶ τῆς θαλάσσης καὶ ἐγγὺς τοῦ πλοίου γινόμενον, καὶ ἐφοβήθησαν.

20. ὁ δὲ λέγει αὐτοῖς· ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε.

21. ἤθελον οὖν λαβεῖν αὐτὸν εἰς τὸ πλοῖον, καὶ εὐθέως τὸ πλοῖον ἐγένετο ἐπὶ τῆς γῆς εἰς ἣν ὑπῆγον.

22. Τῇ ἐπαύριον ὁ ὄχλος ὁ ἑστηκὼς πέραν τῆς θαλάσσης ἰδὼν ὅτι πλοιάριον ἄλλο οὐκ ἦν ἐκεῖ εἰ μὴ ἕν ἐκείνο εἰς ὃν ἀνέβησαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ὅτι οὐ συνεισῆλθε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸ πλοιάριον, ἀλλὰ μόνοι οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπῆλθον·

23. ἄλλα δὲ ἦλθε πλοιάρια ἐκ Τιβεριάδος ἐγγὺς τοῦ τόπου, ὅπου ἔφαγον τὸν ἄρτον εὐχαριστήσαντος τοῦ Κυρίου·

24. ὅτε οὖν εἶδεν ὁ ὄχλος ὅτι Ἰησοῦς οὐκ ἔστιν ἐκεῖ οὐδὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, ἐνέβησαν αὐτοὶ εἰς τὰ πλοῖα καὶ ἦλθον εἰς Καπερναοὺμ ζητοῦντες τὸν Ἰησοῦν.

25. καὶ εὑρόντες αὐτὸν πέραν τῆς θαλάσσης εἶπον αὐτῷ· ῥαββί, πότε ὧδε γέγονας;

26. ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ζητεῖτέ με, οὐχ ὅτι εἴδετε σημεῖα, ἀλλ' ὅτι ἐφάγετε ἐκ τῶν ἄρτων καὶ ἐχορτάσθητε.

27. ἐργάζεσθε μὴ τὴν βρῶσιν τὴν ἀπολλυμένην, ἀλλὰ τὴν βρῶσιν τὴν μένουσαν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἣν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὑμῖν δώσει· τοῦτον γὰρ ὁ πατὴρ ἐσφράγισεν ὁ Θεός.

28. εἶπον οὖν πρὸς αὐτόν· τί ποιῶμεν ἵνα ἐργαζώμεθα τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ;

29. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτό ἐστι τὸ ἔργον τοῦ Θεοῦ, ἵνα πιστεύσητε εἰς ὃν ἀπέστειλεν ἐκεῖνος.

30. εἶπον οὖν αὐτῷ· τί οὖν ποιεῖς σὺ σημεῖον ἵνα ἴδωμεν καὶ πιστεύσωμέν σοι; τί ἐργάζῃ;

31. οἱ πατέρες ἡμῶν τὸ μάννα ἔφαγον ἐν τῇ ἐρήμῳ, καθώς ἐστι γεγραμμένον· ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς φαγεῖν.

32. εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ Μωϋσῆς δέδωκεν ὑμῖν τὸν ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, ἀλλ' ὁ πατήρ μου δίδωσιν ὑμῖν τὸν ἄρτον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ τὸν ἀληθινόν.

33. ὁ γὰρ ἄρτος τοῦ Θεοῦ ἐστιν ὁ καταβαίνων ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ζωὴν διδοὺς τῷ κόσμῳ.

34. εἶπον οὖν πρὸς αὐτόν· Κύριε, πάντοτε δὸς ἡμῖν τὸν ἄρτον τοῦτον.

35. εἶπε δὲ αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς· ὁ ἐρχόμενος πρός με οὐ μὴ πεινάσῃ, καὶ ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ μὴ διψήσει πώποτε.

36. ἀλλ' εἶπον ὑμῖν ὅτι καὶ ἑωράκατέ με καὶ οὐ πιστεύετε.

37. πᾶν ὃ δίδωσί μοι ὁ πατήρ, πρὸς ἐμὲ ἥξει, καὶ τὸν ἐρχόμενον πρός με οὐ μὴ ἐκβάλω ἔξω·

38. ὅτι καταβέβηκα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ οὐχ ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμόν, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με.

39. τοῦτο δέ ἐστι τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με πατρός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκέ μοι μὴ ἀπολέσω ἐξ αὐτοῦ, ἀλλὰ ἀναστήσω αὐτὸ ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ.

40. τοῦτο δέ ἐστι τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με, ἵνα πᾶς ὁ θεωρῶν τὸν υἱὸν καὶ πιστεύων εἰς αὐτὸν ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον, καὶ ἀναστήσω αὐτὸν ἐγὼ τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ.

41. Ἐγόγγυζον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι εἶπεν, ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ καταβὰς ἐκ τοῦ οὐρανοῦ,

42. καὶ ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν Ἰησοῦς ὁ υἱὸς Ἰωσήφ, οὗ ἡμεῖς οἴδαμεν τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα; πῶς οὖν λέγει οὗτος ὅτι ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβέβηκα;

43. ἀπεκρίθη οὖν ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· μὴ γογγύζετε μετ' ἀλλήλων.

44. οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐὰν μὴ ὁ πατὴρ ὁ πέμψας με ἑλκύσῃ αὐτόν, καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ.

45. ἔστι γεγραμμένον ἐν τοῖς προφήταις· καὶ ἔσονται πάντες διδακτοὶ Θεοῦ. πᾶς ὁ ἀκούων παρὰ τοῦ πατρὸς καὶ μαθὼν ἔρχεται πρός με.

46. οὐχ ὅτι τὸν πατέρα τις ἑώρακεν, εἰ μὴ ὁ ὢν παρὰ τοῦ Θεοῦ, οὗτος ἑώρακε τὸν πατέρα.

47. ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ ἔχει ζωὴν αἰώνιον.

48. ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς.

49. οἱ πατέρες ὑμῶν ἔφαγον τὸ μάννα ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ ἀπέθανον·

50. οὗτός ἐστιν ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβαίνων, ἵνα τις ἐξ αὐτοῦ φάγῃ καὶ μὴ ἀποθάνῃ.

51. ἐγώ εἰμι ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς· ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα. καὶ ὁ ἄρτος δὲ ὃν ἐγὼ δώσω, ἡ σάρξ μού ἐστιν, ἣν ἐγὼ δώσω ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς.

52. Ἐμάχοντο οὖν πρὸς ἀλλήλους οἱ Ἰουδαῖοι λέγοντες· πῶς δύναται οὗτος ἡμῖν δοῦναι τὴν σάρκα φαγεῖν;

53. εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ φάγητε τὴν σάρκα τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ πίητε αὐτοῦ τὸ αἷμα, οὐκ ἔχετε ζωὴν ἐν ἑαυτοῖς.

54. ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ.

55. ἡ γὰρ σάρξ μου ἀληθῶς ἐστι βρῶσις, καὶ τὸ αἷμά μου ἀληθῶς ἐστι πόσις.

56. ὁ τρώγων μου τὴν σάρκα καὶ πίνων μου τὸ αἷμα ἐν ἐμοὶ μένει, κἀγὼ ἐν αὐτῷ.

57. καθὼς ἀπέστειλέ με ὁ ζῶν πατὴρ κἀγὼ ζῶ διὰ τὸν πατέρα, καὶ ὁ τρώγων με κἀκεῖνος ζήσεται δι' ἐμέ.

58. οὗτός ἐστιν ὁ ἄρτος ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, οὐ καθὼς ἔφαγον οἱ πατέρες ὑμῶν τὸ μάννα καὶ ἀπέθανον· ὁ τρώγων τοῦτον τὸν ἄρτον ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα.

59. Ταῦτα εἶπεν ἐν συναγωγῇ διδάσκων ἐν Καπερναούμ.

60. Πολλοὶ οὖν ἀκούσαντες ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἶπον· σκληρός ἐστιν οὗτος ὁ λόγος· τίς δύναται αὐτοῦ ἀκούειν;

61. εἰδὼς δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐν ἑαυτῷ ὅτι γογγύζουσι περὶ τούτου οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτο ὑμᾶς σκανδαλίζει;

62. ἐὰν οὖν θεωρῆτε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἀναβαίνοντα ὅπου ἦν τὸ πρότερον;

63. τὸ πνεῦμά ἐστι τὸ ζωοποιοῦν, ἡ σὰρξ οὐκ ὠφελεῖ οὐδέν· τὰ ῥήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, πνεῦμά ἐστι καὶ ζωή ἐστιν.

64. ἀλλ' εἰσὶν ἐξ ὑμῶν τινες οἳ οὐ πιστεύουσιν. ᾔδει γὰρ ἐξ ἀρχῆς ὁ Ἰησοῦς τίνες εἰσὶν οἱ μὴ πιστεύοντες καὶ τίς ἐστιν ὁ παραδώσων αὐτόν.

65. καὶ ἔλεγε· διὰ τοῦτο εἴρηκα ὑμῖν ὅτι οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐὰν μὴ ᾖ δεδομένον αὐτῷ ἐκ τοῦ πατρός μου.

66. Ἐκ τούτου πολλοὶ ἀπῆλθον ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἰς τὰ ὀπίσω καὶ οὐκέτι μετ' αὐτοῦ περιεπάτουν.

67. εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς τοῖς δώδεκα· μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε ὑπάγειν;

68. ἀπεκρίθη οὖν αὐτῷ Σίμων Πέτρος· Κύριε, πρὸς τίνα ἀπελευσόμεθα; ῥήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις·

69. καὶ ἡμεῖς πεπιστεύκαμεν καὶ ἐγνώκαμεν ὅτι σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος.

70. ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· οὐκ ἐγὼ ὑμᾶς τοὺς δώδεκα ἐξελεξάμην; καὶ ἐξ ὑμῶν εἷς διάβολός ἐστιν.

71. ἔλεγε δὲ τὸν Ἰούδαν Σίμωνος Ἰσκαριώτην· οὗτος γὰρ ἔμελλεν αὐτὸν παραδιδόναι, εἷς ὢν ἐκ τῶν δώδεκα.

 

















































































John, Chapter 6 (KJV)

01 After these things Jesus went over the sea of Galilee, which is the sea of Tiberias.
02 And a great multitude followed him, because they saw his miracles which he did on them that were diseased.
03 And Jesus went up into a mountain, and there he sat with his disciples.
04 And the passover, a feast of the Jews, was nigh.
05 When Jesus then lifted up his eyes, and saw a great company come unto him, he saith unto Philip, Whence shall we buy bread, that these may eat?
06 And this he said to prove him: for he himself knew what he would do.
07 Philip answered him, Two hundred pennyworth of bread is not sufficient for them, that every one of them may take a little.
08 One of his disciples, Andrew, Simon Peter's brother, saith unto him,
09 There is a lad here, which hath five barley loaves, and two small fishes: but what are they among so many?
10 And Jesus said, Make the men sit down. Now there was much grass in the place. So the men sat down, in number about five thousand.
11 And Jesus took the loaves; and when he had given thanks, he distributed to the disciples, and the disciples to them that were set down; and likewise of the fishes as much as they would.
12 When they were filled, he said unto his disciples, Gather up the fragments that remain, that nothing be lost.
13 Therefore they gathered them together, and filled twelve baskets with the fragments of the five barley loaves, which remained over and above unto them that had eaten.
14 Then those men, when they had seen the miracle that Jesus did, said, This is of a truth that prophet that should come into the world.
15 When Jesus therefore perceived that they would come and take him by force, to make him a king, he departed again into a mountain himself alone.
16 And when even was now come, his disciples went down unto the sea,
17 And entered into a ship, and went over the sea toward Capernaum. And it was now dark, and Jesus was not come to them.
18 And the sea arose by reason of a great wind that blew.
19 So when they had rowed about five and twenty or thirty furlongs, they see Jesus walking on the sea, and drawing nigh unto the ship: and they were afraid.
20 But he saith unto them, It is I; be not afraid.
21 Then they willingly received him into the ship: and immediately the ship was at the land whither they went.
22 The day following, when the people which stood on the other side of the sea saw that there was none other boat there, save that one whereinto his disciples were entered, and that Jesus went not with his disciples into the boat, but that his disciples were gone away alone;
23 (Howbeit there came other boats from Tiberias nigh unto the place where they did eat bread, after that the Lord had given thanks:)
24 When the people therefore saw that Jesus was not there, neither his disciples, they also took shipping, and came to Capernaum, seeking for Jesus.
25 And when they had found him on the other side of the sea, they said unto him, Rabbi, when camest thou hither?
26 Jesus answered them and said, Verily, verily, I say unto you, Ye seek me, not because ye saw the miracles, but because ye did eat of the loaves, and were filled.
27 Labour not for the meat which perisheth, but for that meat which endureth unto everlasting life, which the Son of man shall give unto you: for him hath God the Father sealed.
28 Then said they unto him, What shall we do, that we might work the works of God?
29 Jesus answered and said unto them, This is the work of God, that ye believe on him whom he hath sent.
30 They said therefore unto him, What sign showest thou then, that we may see, and believe thee? what dost thou work?
31 Our fathers did eat manna in the desert; as it is written, He gave them bread from heaven to eat.
32 Then Jesus said unto them, Verily, verily, I say unto you, Moses gave you not that bread from heaven; but my Father giveth you the true bread from heaven.
33 For the bread of God is he which cometh down from heaven, and giveth life unto the world.
34 Then said they unto him, Lord, evermore give us this bread.
35 And Jesus said unto them, I am the bread of life: he that cometh to me shall never hunger; and he that believeth on me shall never thirst.
36 But I said unto you, That ye also have seen me, and believe not.
37 All that the Father giveth me shall come to me; and him that cometh to me I will in no wise cast out.
38 For I came down from heaven, not to do mine own will, but the will of him that sent me.
39 And this is the Father's will which hath sent me, that of all which he hath given me I should lose nothing, but should raise it up again at the last day.
40 And this is the will of him that sent me, that every one which seeth the Son, and believeth on him, may have everlasting life: and I will raise him up at the last day.
41 The Jews then murmured at him, because he said, I am the bread which came down from heaven.
42 And they said, Is not this Jesus, the son of Joseph, whose father and mother we know? how is it then that he saith, I came down from heaven?
43 Jesus therefore answered and said unto them, Murmur not among yourselves.
44 No man can come to me, except the Father which hath sent me draw him: and I will raise him up at the last day.
45 It is written in the prophets, And they shall be all taught of God. Every man therefore that hath heard, and hath learned of the Father, cometh unto me.
46 Not that any man hath seen the Father, save he which is of God, he hath seen the Father.
47 Verily, verily, I say unto you, He that believeth on me hath everlasting life.
48 I am that bread of life.
49 Your fathers did eat manna in the wilderness, and are dead.
50 This is the bread which cometh down from heaven, that a man may eat thereof, and not die.
51 I am the living bread which came down from heaven: if any man eat of this bread, he shall live for ever: and the bread that I will give is my flesh, which I will give for the life of the world.
52 The Jews therefore strove among themselves, saying, How can this man give us his flesh to eat?
53 Then Jesus said unto them, Verily, verily, I say unto
you, Except ye eat the flesh of the Son of man, and drink his blood, ye have no life in you.
54 Whoso eateth my flesh, and drinketh my blood, hath eternal life; and I will raise him up at the last day.
55 For my flesh is meat indeed, and my blood is drink indeed.
56 He that eateth my flesh, and drinketh my blood, dwelleth in me, and I in him.
57 As the living Father hath sent me, and I live by the Father: so he that eateth me, even he shall live by me.
58 This is that bread which came down from heaven: not as your fathers did eat manna, and are dead: he that eateth of this bread shall live for ever.
59 These things said he in the synagogue, as he taught in Capernaum.
60 Many therefore of his disciples, when they had heard this, said, This is an hard saying; who can hear it?
61 When Jesus knew in himself that his disciples murmured at it, he said unto them, Doth this offend you?
62 What and if ye shall see the Son of man ascend up where he was before?
63 It is the spirit that quickeneth; the flesh profiteth nothing: the words that I speak unto you, they are spirit, and they are life.
64 But there are some of you that believe not. For Jesus knew from the beginning who they were that believed not, and who should betray him.
65 And he said, Therefore said I unto you, that no man can come unto me, except it were given unto him of my Father.
66 From that time many of his disciples went back, and walked no more with him.
67 Then said Jesus unto the twelve, Will ye also go away?
68 Then Simon Peter answered him, Lord, to whom shall we go? thou hast the words of eternal life.
69 And we believe and are sure that thou art that Christ, the Son of the living God.
70 Jesus answered them, Have not I chosen you twelve, and one of you is a devil?
71 He spake of Judas Iscariot the son of Simon: for he it was that should betray him, being one of the twelve.