John, Chapter 7 Modern Greek

01 ΚΑΙ περιεπάτει ο Ιησούς μετά ταύτα εν τη Γαλιλαία, διότι δεν ήθελε να περιπατή εν τη Ιουδαία, επειδή οι Ιουδαίοι εζήτουν να θανατώσωσιν αυτόν.
02 Επλησίαζε δε η εορτή των Ιουδαίων, η σκηνοπηγία.
03 Είπον λοιπόν προς αυτόν οι αδελφοί αυτού, Μετάβηθι εντεύθεν, και ύπαγε εις την Ιουδαίαν, δια να ίδωσι και οι μαθηταί σου τα έργα σου τα οποία κάμνεις
04 διότι ουδείς πράττει τι κρυφίως, και ζητεί αυτός να ήναι φανερός. Εαν πράττης ταύτα, φανέρωσον σεαυτόν εις τον κόσμον.
05 Διότι ουδέ οι αδελφοί αυτού επίστευον εις αυτόν.
06 Λέγει λοιπόν προς αυτούς ο Ιησούς, Ο καιρός ο ιδικός μου δεν ήλθεν έτι, ο δε καιρός ο ιδικός σας είναι πάντοτε έτοιμος.
07 Δεν δύναται ο κόσμος να μισή εσάς  εμέ όμως μισεί, διότι εγώ μαρτυρώ περί αυτού, ότι τα έργα αυτού είναι πονηρά.
08 Σεις ανάβητε εις την εορτήν ταύτην εγώ δεν αναβαίνω έτι εις την εορτήν ταύτην, διότι ο καιρός μου δεν επληρώθη έτι.
09 Και αφού είπε ταύτα προς αυτούς, έμεινεν εν τη Γαλιλαία.
10 Αφού δε ανέβησαν οι αδελφοί αυτού, τότε και αυτός ανέβη εις την εορτήν, ουχί φανερώς, αλλά κρυφίως πως.
11 Οι Ιουδαίοι λοιπόν εζήτουν αυτόν εν τη εορτή, και έλεγον, Που είναι εκείνος;
12 Και ήτο πολύς γογγυσμός περί αυτού μεταξύ των όχλων άλλοι μεν έλεγον,  'Οτι είναι καλός  άλλοι δε έλεγον, Ουχί, αλλά πλανά τον όχλον.
13 Ουδείς όμως ελάλει παρησσία περί αυτού, δια τον φόβον των Ιουδαίων.
14 Και ενώ η εορτή ήτο ήδη περί τα μέσα, ανέβη ο Ιησούς εις το ιερόν, και αδίδασκε.
15 Και εθαύμαζον οι Ιουδαίοι, λέγοντες, Πως ούτος εξεύρει γράμματα ενώ δεν έμαθεν.
16 Απεκρίθη προς αυτού ο Ιησούς και είπεν, Η ιδική μου διδαχή δεν είναι εμού, αλλά του πέμψαντός με.
17 Εαν τις θέλη να κάμη το θέλημα αυτού, θέλει γνωρίσει περί της διδαχής, αν ήναι εκ του Θεού, ή αν εγώ λαλώ απ' εμαυτού.
18  'Οστις λαλεί αφ' εαυτού, ζητεί την δόξαν την ιδικήν του όστις όμως ζητεί την δόξαν του πέμψαντος αυτόν, ούτος είναι αληθής, και αδικία εν αυτώ δεν υπάρχει.
19 Ο Μωϋσής δεν σας έδωκε τον νόμον; και ουδείς από σας εκπληροί τον νόμον. Δια τι ζητείτε να με θανατώσητε;
20 Απεκρίθη ο 'Οχλος και είπε, Δαιμόνιον έχεις. Τις ζητεί να σε θανατώση;
21 Απεκρίθη ο Ιησούς και είπε προς αυτούς, Εν έργον έκαμον, και πάντες θαυμάζετε
22 Δια τούτο ο Μωϋσής σας έδωκε την περιτομήν, (ουχί ότι είναι εκ του Μωϋσέως, αλλ' εκ των πατέρων,) και εν σαββάτω περιτέμνετε άνθρωπον.
23 Εαν λαμβάνη άνθρωπος περιτομήν εν σαββάτω, δια να μη λυθή ο νόμος του Μωϋσέως οργίζεσθε κατ' εμού διότι έκαμον ολόκληρον άνθρωπον υγιή εν σαββάτω;
24 Μη κρίνετε κατ' όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε.
25  'Ελεγον λοιπόν τινές εκ των Ιεροσολυμιτών, Δεν είναι ούτος τον οποίον ζητούσι να θανατώσωσι;
26 Και ιδού, παρρησία λαλεί, και δεν λέγουσι προς αυτόν ουδέν. Μήπως τωόντι εγνώρισαν οι άρχοντες, ότι ούτος είναι αληθώς ο Χριστός;
27 Αλλά τούτον εξεύρομεν πόθεν είναι  ο δε Χριστός όταν έρχεται, ουδείς γινώσκει πόθεν είναι.
28 Εφώναξε λοιπόν ο Ιησούς, διδάσκων εν τω ιερώ, και είπε, Και εμέ εξεύρετε, και πόθεν είμαι εξεύρετε και απ' εμαυτού δεν ήλθον, αλλ' είναι αληθινός ο πέμψας με τον οποίον σεις δεν εξεύρετε
29 εγώ όμως εξεύρω αυτόν, διότι παρ' αυτού είμαι, και εκείνος με απέστειλεν.
30 Εζήτουν λοιπόν να πιάσωσιν αυτόν, και ουδείς απέβαλεν επ' αυτόν την χείρα, διότι δεν είχεν ελθεί έτι η ώρα αυτού.
31 Πολλοί δε εκ του όχλου επίστευσον εις αυτόν, και έλεγον, 'Οτι ο Χριστός όταν έλθη, μήπως θέλει κάμει θαύματα πλειότερα τούτων τα οποία ούτος έκαμεν;
32  'Ηκουσαν οι Φαρισαίοι τον όχλον ότι εγγόγυζε ταύτα περί αυτού, και απέστειλαν οι Φαρισαίοι και οι αρχιερείς υπηρέτας, δια να πιάσωσιν αυτόν.
33 Είπε λοιπόν προς αυτούς ο Ιησούς,  'Οτι ολίγον καιρόν είμαι μεθ' υμών, και υπάγω προς τον πέμψαντά με.
34 Θέλετε με ζητήσει, και δεν θέλετε με ευρεί  και όπου είμαι εγώ, σεις δεν δύνασθε να έλθητε.
35 Είπον λοιπόν οι Ιουδαίοι προς αλλήλους, Πού μέλλει ούτος να υπάγη, ώστε ημείς δεν θέλομεν ευρεί αυτόν; Μήπως μέλλει να υπάγη εις τους διεσπαρμένους μεταξύ των Ελλήνων, και να διδάσκη τους  'Ελληνας;
36 Τις είναι ούτος ο λόγος τον οποίον είπε, θέλετε με ζητήσει, και δεν θέλετε με ευρεί; και,  'Οπου είμαι εγώ, σεις δεν δύνασθε να έλθητε;
37 Κατά δε την τελευταίαν ημέραν την μεγάλην της εορτής ίστατο ο Ιησούς, και έκραξε, λέγων, Εαν τις διψά, ας έρχηται προς εμέ, και ας πίνη
38 όστις πιστεύει εις εμέ, καθώς είπεν η γραφή, ποταμοί ύδατος ζώντος θέλουσι ρεύσει εκ της κοιλίας αυτού. **Παρ.ιη.4,Ησα.ιβ'.3, μδ'.3, Ιωαν.δ'.14**
39(Τούτο δε είπε περί του Πνεύματος, το οποίον έμελλον να λαμβάνωσιν οι πιστεύοντες εις αυτόν  διότι δεν ήτο έτι δεδομένον Πνεύμα  'Αγιον  επειδή ο Ιησούς έτι δεν εδοξάσθη.)
40 Πολλοί λοιπόν εκ του όχλου ακούσαντες τον λόγον, έλεγον, Ούτος είναι αληθώς ο προφήτης.
41  'Αλλοι έλεγον,  Ούτος είναι ο Χριστός.  'Αλλοι δε έλεγον, Μήγαρ εκ της Γαλιλαίας έρχεται ο Χριστός;
42 Δεν είπεν η γραφή, ότι εκ του σπέρματος του Δαβίδ, και από της κώμης Βηθλεέμ, όπου ήτο ο Δαβίδ, έρχεται ο Χριστός;
43 Σχίσμα λοιπόν έγεινε μεταξύ του όχλου δι' αυτόν.
44 Τινές δε εξ αυτών ήθελον να πιάσωσιν αυτόν  αλλ' ουδείς απέβαλεν επ' αυτόν τας χείρας.
45  'Ηλθον λοιπόν οι υπηρέται προς τους αρχιερείς και Φαρισαίους, και εκείνοι είπον προς αυτούς, Δια τι δεν εφέρετε αυτόν;
46 Απεκρίθησαν οι υπηρέται, Ουδέποτε ελάλησεν άνθρωπος ούτω, καθώς ούτος ο άνθρωπος.
47 Απεκρίθησαν λοιπόν προς αυτούς οι Φαρισαίοι, Μήπως και σεις απλανήθητε;
48 Μήπως τις εκ των αρχόντων επίστευσεν εις αυτόν, ή εκ των Φαρισαίων;
49 Αλλ' ο όχλος ούτος, όστις δεν γνωρίζει τον νόμον, είναι επικατάρατοι.
50 Λέγει ο Νικόδημος προς αυτούς,(ο ελθών προς αυτόν δια νυκτός εις ων εξ αυτών)
51 Μήπως ο νόμος ημών κρίνει τον άνθρωπον, εαν δεν ακούση παρ' αυτού πρότερον, και μάθη τι πράττει;
52 Απεκρίθησαν και είπον προς αυτον, Μήπως και συ εκ της Γαλιλαίας είσαι; ερεύνησον και ιδέ, ότι προφήτης εκ της Γαλιλαίας δεν ηγέρθη.
53 Και υπήγεν έκαστος εις τον οίκον αυτού.















































































John, Chapter 7 Demotic Greek

1. Ύστερα απ' αυτά, ο Ιησούς περιόδευε στη Γαλιλαία, γιατί δεν ήθελε να μένει στην Ιουδαία, επειδή οι Ιουδαίοι ήθελαν να τον σκοτώσουν.
2. Στο μεταξύ πλησίαζε η γιορτή των Ιουδαίων, που ονομάζεται Σκηνοπηγία.
3. Του είπαν, λοιπόν, οι αδελφοί του: «Μη μένεις πια εδώ, αλλά πήγαινε στην Ιουδαία, ώστε να δουν και οι μαθητές σου τα έργα που κάνεις.
4. Γιατί κανένας δεν κάνει κάτι στα κρυφά, τη στιγμή που επιζητά να γίνει γνωστός στον κόσμο. Αφού τα κάνεις αυτά, αποκάλυψε στον κόσμο ποιος είσαι».
5. Γιατί ακόμα και οι αδελφοί του δεν πίστευαν σ' αυτόν.
6. Τους λέει τότε ο Ιησούς: «Δεν ήρθε ακόμα ο κατάλληλος καιρός για μένα. Για σας όμως ο καιρός είναι πάντα κατάλληλος.
7. Δεν είναι δυνατόν ο κόσμος να μισεί εσάς. Εμένα όμως με μισεί, γιατί εγώ αποκαλύπτω γι' αυτόν ότι τα έργα του είναι πονηρά.
8. Ανεβείτε εσείς για τη γιορτή αυτή. Εγώ δεν ανεβαίνω ακόμα για τη γιορτή αυτή γιατί ο καιρός ο δικός μου δεν ωρίμασε ακόμα».
9. Αυτά, λοιπόν, τους είπε κι έμεινε στη Γαλιλαία.
10. Κι αφού πια ανέβηκαν οι αδελφοί του, τότε ανέβηκε κι αυτός για τη γιορτή, όχι φανερά, αλλά κρυφά κατά κάποιον τρόπο.
11. Στο μεταξύ οι Ιουδαίοι τον αναζητούσαν στη γιορτή κι έλεγαν: «Πού είναι εκείνος;».
12. Επιπλέον μέσα στα πλήθη υπήρχε μεγάλη διχογνωμία γι' αυτόν. Άλλοι έλεγαν: «Είναι καλός». Άλλοι πάλι, έλεγαν: «Όχι, μα παραπλανά τον κόσμο»!
13. Παρόλα αυτά, κανένας δε μιλούσε φανερά γι' αυτόν, επειδή φοβούνταν τους Ιουδαίους.
14. Και στα μέσα πια της εφταήμερης γιορτής, πήγε ο Ιησούς στο ναό και δίδασκε.
15. Κι απορούσαν οι Ιουδαίοι κι έλεγαν: «Πώς γίνεται να ξέρει αυτός γράμματα, αφού δεν έχει διδαχτεί;».
16. Πήρε τότε το λόγο ο Ιησούς και τους είπε: «Η διδαχή η δική μου δεν προέρχεται από μένα, αλλά από εκείνον που με απέστειλε.
17. Αν κανείς θέλει να εκτελεί το θέλημα εκείνου, θα καταλάβει ποιο από τα δύο συμβαίνει: αν η διδαχή αυτή προέρχεται από το Θεό ή αν εγώ μιλώ από μόνος μου.
18. Εκείνος που διδάσκει δικά του πράγματα, τη δική του δόξα επιδιώκει. Εκείνος όμως που επιδιώκει τη δόξα εκείνου που τον έστειλε, είναι ειλικρινής και δεν τον διακρίνει καμιά αδικία.
19. Δε σας έδωσε ο Μωυσής το νόμο; Κι όμως κανένας από σας δεν τηρεί το νόμο. Για ποιο λόγο επιδιώκετε να με σκοτώσετε;».
20. Αποκρίθηκε ο όχλος και είπε: «Δαιμονισμένος είσαι! Ποιος τάχα επιζητάει να σε σκοτώσει;».
21. Κι ο Ιησούς τους απάντησε: «Ένα έργο έκανα το Σάββατο και όλοι απορείτε
22. γι' αυτό. Ο Μωυσής καθιέρωσε για σας την περιτομή - όχι βέβαια ότι η περιτομή έχει την αρχή της στο Μωυσή, μα στους πατέρες - κι εσείς κάνετε περιτομή σ' έναν άνθρωπο ακόμα και την ημέρα του Σαββάτου.
23. Αν λοιπόν θεωρείτε σωστό να περιτέμνεται ένας άνθρωπος το Σάββατο για να μην παραβιαστεί ο νόμος του Μωυσή, χολώνεστε μαζί μου, επειδή έκανα έναν άνθρωπο ολότελα υγιή το Σάββατο;
24. Μην κρίνετε τα πράγματα από την εξωτερική τους όψη, αλλά να είναι δίκαιη η κρίση σας».
25. Έλεγαν λοιπόν μερικοί από τους Ιεροσολυμίτες: «Αυτός δεν είναι που θέλουν να τον σκοτώσουν;
26. Κοιτάξτε, όμως, που μιλάει φανερά και δεν του λένε τίποτε. Μήπως αναγνώρισαν πια οι άρχοντες, ότι αυτός είναι πραγματικά ο Χριστός;
27. Αυτόν, όμως, τον ξέρουμε από πού είναι, ενώ την προέλευση του Χριστού, που είναι καθορισμένο να έρθει, δεν την ξέρει κανένας!».
28. Ύψωσε τότε τη φωνή του ο Ιησούς, καθώς δίδασκε στο ναό, και είπε: «Ώστε ξέρετε κι εμένα και την καταγωγή μου; Κι όμως δεν ήρθα από μόνος μου αλλά είναι αληθινός εκείνος που με απέστειλε, τον οποίο εσείς δεν τον ξέρετε.
29. Εγώ όμως τον ξέρω, καθότι προέρχομαι απ' αυτόν κι είναι αυτός που με απέστειλε».
30. Ήθελαν λοιπόν να τον συλλάβουν κι όμως κανένας δεν άπλωσε χέρι πάνω του, γιατί δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα του.
31. Και πολλοί από το πλήθος πίστεψαν σ' αυτόν λέγοντας: «Μην τάχα περιμέναμε, όταν θα ερχόταν ο Χριστός, να κάνει περισσότερα θαύματα απ' όσα έκανε αυτός;»
32. Τους ψιθυρισμούς αυτούς του λαού για τον Ιησού τους άκουσαν οι Φαρισαίοι κι έστειλαν, αυτοί και οι αρχιερείς, υπηρέτες για να τον συλλάβουν.
33. Τους είπε τότε ο Ιησούς: «Για λίγο καιρό ακόμα θα είμαι μαζί σας, και ύστερα θα πάω κοντά σ' εκείνον που μ' απέστειλε.
34. Θα με αναζητήσετε, μα δε θα με βρείτε. Κι όπου θα είμαι εγώ, δεν μπορείτε εσείς να έρθετε».
35. Είπαν τότε οι Ιουδαίοι μεταξύ τους: «Πού πρόκειται να πάει αυτός, ώστε εμείς δε θα τον βρούμε; Μήπως πρόκειται να πάει στους Ιουδαίους τους διασκορπισμένους ανάμεσα στους Έλληνες και να διδάσκει τους Έλληνες;
36. Τι σημαίνουν τα λόγια αυτά που είπε: Θα με αναζητήσετε και δε θα με βρείτε κι όπου θα είμαι εγώ, εσείς δεν μπορείτε να έρθετε»;
37. Και την τελευταία ημέρα, την πιο μεγάλη της γιορτής, στάθηκε ο Ιησούς και είπε με δυνατή φωνή: «Αν διψάει κάποιος, σ' εμένα να έρχεται και να πίνει.
38. Όπως το λέει η Γραφή, ποτάμια ζωντανού νερού θα ξεχυθούν μέσα από εκείνον που πιστεύει σ' εμένα».
39. Κι αυτό το είπε ο Ιησούς εννοώντας το Πνεύμα που επρόκειτο να πάρουν εκείνοι που πίστευαν σ' αυτόν, γιατί δεν είχε δοθεί ακόμα το Άγιο Πνεύμα, καθόσο δεν είχε δοξαστεί ακόμα ο Ιησούς.
40. Πολλοί, λοιπόν, από το πλήθος, όταν άκουσαν τα λόγια αυτά, έλεγαν: «Αυτός είναι πραγματικά ο προφήτης!».
41. Άλλοι έλεγαν: «Αυτός είναι ο Χριστός!». Κι άλλοι πάλι έλεγαν: «Πώς είναι δυνατόν από τη Γαλιλαία να έρθει ο Χριστός;
42. Δε λέει η Γραφή πως από το σπέρμα του Δαβίδ πρόκειται να έρθει ο Χριστός και να γεννηθεί στη Βηθλεέμ, στο χωριό από το οποίο καταγόταν ο Δαβίδ;».
43. Έτσι, διχάστηκαν οι γνώμες του πλήθους γι' αυτόν.
44. Μάλιστα μερικοί απ' αυτούς ήθελαν να τον συλλάβουν, αλλά κανένας δεν άπλωσε χέρι πάνω του.
45. Επέστρεψαν λοιπόν οι υπηρέτες στους αρχιερείς και στους Φαρισαίους, οι οποίοι και τους ρώτησαν: «Γιατί δε μας τον φέρατε;».
46. Οι υπηρέτες απάντησαν: «Ποτέ άλλοτε δε μίλησε κανείς όπως αυτός ο άνθρωπος!».
47. Τότε οι Φαρισαίοι τους είπαν: «Μήπως έχετε πλανηθεί κι εσείς;
48. Μην τάχα πίστεψε σ' αυτόν κανένας από τους άρχοντες ή τους Φαρισαίους;
49. Μα ο όχλος αυτός που το νόμο δεν τον ξέρει, είναι καταραμένος!».
50. Τους λέει τότε ο Νικόδημος, αυτός που είχε επισκεφθεί νύχτα τον Ιησού και ήταν ένας απ' αυτούς:
51. «Μήπως ο νόμος μας επιτρέπει την καταδίκη ενός ανθρώπου, αν δεν του δοθεί πρώτα η ευκαιρία να απολογηθεί και να γίνει γνωστό το τι κάνει;».
52. Αποκρίθηκαν οι άλλοι και του είπαν: «Μπας κι είσαι κι εσύ από τη Γαλιλαία; Ψάξε και δες ότι προφήτης από τη Γαλιλαία δεν έχει παρουσιαστεί».
53. Κι έτσι, έφυγε ο καθένας για το σπίτι του.















































































John

John, Chapter 7 Ancient Greek

1. Καὶ περιεπάτει ὁ Ἰησοῦς μετὰ ταῦτα ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ· οὐ γὰρ ἤθελεν ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ περιπατεῖν, ὅτι ἐζήτουν αὐτὸν οἱ Ἰουδαῖοι ἀποκτεῖναι.

2. ἦν δὲ ἐγγὺς ἡ ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων ἡ σκηνοπηγία.

3. εἶπον οὖν πρὸς αὐτὸν οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ· μετάβηθι ἐντεῦθεν καὶ ὕπαγε εἰς τὴν Ἰουδαίαν, ἵνα καὶ οἱ μαθηταί σου θεωρήσωσι τὰ ἔργα σου ἃ ποιεῖς·

4. οὐδεὶς γὰρ ἐν κρυπτῷ τι ποιεῖ καὶ ζητεῖ αὐτὸς ἐν παρρησίᾳ εἶναι. εἰ ταῦτα ποιεῖς, φανέρωσον σεαυτὸν τῷ κόσμῳ.

5. οὐδὲ γὰρ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ ἐπίστευον εἰς αὐτόν.

6. λέγει οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ὁ καιρὸς ὁ ἐμὸς οὔπω πάρεστιν, ὁ δὲ καιρὸς ὁ ὑμέτερος πάντοτέ ἐστιν ἕτοιμος.

7. οὐ δύναται ὁ κόσμος μισεῖν ὑμᾶς· ἐμὲ δὲ μισεῖ, ὅτι ἐγὼ μαρτυρῶ περὶ αὐτοῦ ὅτι τὰ ἔργα αὐτοῦ πονηρά ἐστιν.

8. ὑμεῖς ἀνάβητε εἰς τὴν ἑορτὴν ταύτην· ἐγὼ οὔπω ἀναβαίνω εἰς τὴν ἑορτὴν ταύτην, ὅτι ὁ καιρὸς ὁ ἐμὸς οὔπω πεπλήρωται.

9. ταῦτα δὲ εἰπὼν αὐτοῖς ἔμεινεν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ.

10. Ὡς δὲ ἀνέβησαν οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, τότε καὶ αὐτὸς ἀνέβη εἰς τὴν ἑορτήν, οὐ φανερῶς, ἀλλ' ὡς ἐν κρυπτῷ.

11. οἱ οὖν Ἰουδαῖοι ἐζήτουν αὐτὸν ἐν τῇ ἑορτῇ καὶ ἔλεγον· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος;

12. καὶ γογγυσμὸς πολὺς περὶ αὐτοῦ ἦν ἐν τοῖς ὄχλοις. οἱ μὲν ἔλεγον ὅτι ἀγαθός ἐστιν· ἄλλοι ἔλεγον, οὔ, ἀλλὰ πλανᾷ τὸν ὄχλον.

13. οὐδεὶς μέντοι παρρησίᾳ ἐλάλει περὶ αὐτοῦ διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων.

14. Ἤδη δὲ τῆς ἑορτῆς μεσούσης ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸ ἱερὸν καὶ ἐδίδασκε.

15. καὶ ἐθαύμαζον οἱ Ἰουδαῖοι λέγοντες· πῶς οὗτος γράμματα οἶδε μὴ μεμαθηκώς;

16. ἀπεκρίθη οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν· ἡ ἐμὴ διδαχὴ οὐκ ἔστιν ἐμή, ἀλλὰ τοῦ πέμψαντός με·

17. ἐάν τις θέλῃ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιεῖν, γνώσεται περὶ τῆς διδαχῆς, πότερον ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν ἢ ἐγὼ ἀπ' ἐμαυτοῦ λαλῶ.

18. ὁ ἀφ' ἑαυτοῦ λαλῶν τὴν δόξαν τὴν ἰδίαν ζητεῖ, ὁ δὲ ζητῶν τὴν δόξαν τοῦ πέμψαντος αὐτόν, οὗτος ἀληθής ἐστι, καὶ ἀδικία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν.

19. οὐ Μωϋσῆς δέδωκεν ὑμῖν τὸν νόμον; καὶ οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ποιεῖ τὸν νόμον. τί με ζητεῖτε ἀποκτεῖναι;

20. ἀπεκρίθη ὁ ὄχλος καὶ εἶπε· δαιμόνιον ἔχεις· τίς σε ζητεῖ ἀποκτεῖναι;

21. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἓν ἔργον ἐποίησα, καὶ πάντες θαυμάζετε

22. διὰ τοῦτο. Μωϋσῆς δέδωκεν ὑμῖν τὴν περιτομήν, οὐχ ὅτι ἐκ τοῦ Μωϋσέως ἐστίν, ἀλλ' ἐκ τῶν πατέρων, καὶ ἐν σαββάτῳ περιτέμνετε ἄνθρωπον.

23. εἰ περιτομὴν λαμβάνει ἄνθρωπος ἐν σαββάτῳ ἵνα μὴ λυθῇ ὁ νόμος Μωϋσέως, ἐμοὶ χολᾶτε ὅτι ὅλον ἄνθρωπον ὑγιῆ ἐποίησα ἐν σαββάτῳ

24. μὴ κρίνετε κατ' ὄψιν, ἀλλὰ τὴν δικαίαν κρίσιν κρίνατε.

25. Ἔλεγον οὖν τινες ἐκ τῶν Ἱεροσολυμιτῶν· οὐχ οὗτός ἐστιν ὃν ζητοῦσιν ἀποκτεῖναι;

26. καὶ ἴδε παρρησίᾳ λαλεῖ, καὶ οὐδὲν αὐτῷ λέγουσι. μήποτε ἀληθῶς ἔγνωσαν οἱ ἄρχοντες ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ Χριστός;

27. ἀλλὰ τοῦτον οἴδαμεν πόθεν ἐστίν· ὁ δὲ Χριστὸς ὅταν ἔρχηται, οὐδεὶς γινώσκει πόθεν ἐστίν.

28. ἔκραξεν οὖν ἐν τῷ ἱερῷ διδάσκων ὁ Ἰησοῦς καὶ λέγων· κἀμὲ οἴδατε, καὶ οἴδατε πόθεν εἰμί· καὶ ἀπ' ἐμαυτοῦ οὐκ ἐλήλυθα, ἀλλ' ἔστιν ἀληθινὸς ὁ πέμψας με, ὃν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε·

29. ἐγὼ οἶδα αὐτόν, ὅτι παρ' αὐτοῦ εἰμι κἀκεῖνός με ἀπέστειλεν.

30. Ἐζήτουν οὖν αὐτὸν πιάσαι, καὶ οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ' αὐτὸν τὴν χεῖρα, ὅτι οὔπω ἐληλύθει ἡ ὥρα αὐτοῦ.

31. πολλοὶ δὲ ἐκ τοῦ ὄχλου ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν καὶ ἔλεγον ὅτι ὁ Χριστὸς ὅταν ἔλθῃ, μήτι πλείονα σημεῖα τούτων ποιήσει ὧν οὗτος ἐποίησεν;

32. Ἤκουσαν οἱ Φαρισαῖοι τοῦ ὄχλου γογγύζοντος περὶ αὐτοῦ ταῦτα, καὶ ἀπέστειλαν ὑπηρέτας οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα πιάσωσιν αὐτόν.

33. εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς· ἔτι μικρὸν χρόνον μεθ' ὑμῶν εἰμι καὶ ὑπάγω πρὸς τὸν πέμψαντά με.

34. ζητήσετέ με καὶ οὐχ εὑρήσετε· καὶ ὅπου εἰμὶ ἐγώ, ὑμεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν.

35. εἶπον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι πρὸς ἑαυτούς· ποῦ οὗτος μέλλει πορεύεσθαι, ὅτι ἡμεῖς οὐχ εὑρήσομεν αὐτόν; μὴ εἰς τὴν διασπορὰν τῶν Ἑλλήνων μέλλει πορεύεσθαι καὶ διδάσκειν τοὺς Ἕλληνας;

36. τίς ἐστιν οὗτος ὁ λόγος ὃν εἶπε, ζητήσετέ με καὶ οὐχ εὑρήσετε, καὶ ὅπου εἰμὶ ἐγώ, ὑμεῖς οὐ δύνασθε ἐλθεῖν;

37. Ἐν δὲ τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῇ μεγάλῃ τῆς ἑορτῆς εἱστήκει ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔκραξε λέγων· ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω.

38. ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ῥεύσουσιν ὕδατος ζῶντος.

39. τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα Ἅγιον, ὅτι Ἰησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη.

40. Πολλοὶ οὖν ἐκ τοῦ ὄχλου ἀκούσαντες τὸν λόγον ἔλεγον· οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ προφήτης.

41. ἄλλοι ἔλεγον· οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός· ἄλλοι ἔλεγον· μὴ γὰρ ἐκ τῆς Γαλιλαίας ὁ Χριστὸς ἔρχεται;

42. οὐχὶ ἡ γραφὴ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ σπέρματος Δαυῒδ καὶ ἀπὸ Βηθλεὲμ τῆς κώμης, ὅπου ἦν Δαυΐδ, ὁ Χριστὸς ἔρχεται;

43. σχίσμα οὖν ἐν τῷ ὄχλῳ ἐγένετο δι' αὐτόν.

44. τινὲς δὲ ἤθελον ἐξ αὐτῶν πιάσαι αὐτόν, ἀλλ' οὐδεὶς ἐπέβαλεν ἐπ' αὐτὸν τὰς χεῖρας.

45. Ἦλθον οὖν οἱ ὑπηρέται πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαίους, καὶ εἶπον αὐτοῖς ἐκεῖνοι· διατί οὐκ ἠγάγετε αὐτόν;

46. ἀπεκρίθησαν οἱ ὑπηρέται· οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος.

47. ἀπεκρίθησαν οὖν αὐτοῖς οἱ Φαρισαῖοι· μὴ καὶ ὑμεῖς πεπλάνησθε;

48. μή τις ἐκ τῶν ἀρχόντων ἐπίστευσεν εἰς αὐτὸν ἢ ἐκ τῶν Φαρισαίων;

49. ἀλλ' ὁ ὄχλος οὗτος ὁ μὴ γινώσκων τὸν νόμον ἐπικατάρατοί εἰσι

50. λέγει Νικόδημος πρὸς αὐτούς, ὁ ἐλθὼν νυκτὸς πρὸς αὐτόν, εἷς ὢν ἐξ αὐτῶν·

51. μὴ ὁ νόμος ἡμῶν κρίνει τὸν ἄνθρωπον, ἐὰν μὴ ἀκούσῃ παρ' αὐτοῦ πρότερον καὶ γνῷ τί ποιεῖ;

52. ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται.

53. Καὶ ἀπῆλθεν ἕκαστος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ,

 

















































































John, Chapter 7 (KJV)

01 After these things Jesus walked in Galilee: for he would not walk in Jewry, because the Jews sought to kill him.
02 Now the Jews' feast of tabernacles was at hand.
03 His brethren therefore said unto him, Depart hence, and go into Judaea, that thy disciples also may see the works that thou doest.
04 For there is no man that doeth any thing in secret, and he himself seeketh to be known openly. If thou do these things, show thyself to the world.
05 For neither did his brethren believe in him.
06 Then Jesus said unto them, My time is not yet come: but your time is alway ready.
07 The world cannot hate you; but me it hateth, because I testify of it, that the works thereof are evil.
08 Go ye up unto this feast: I go not up yet unto this feast: for my time is not yet full come.
09 When he had said these words unto them, he abode still in Galilee.
10 But when his brethren were gone up, then went he also up unto the feast, not openly, but as it were in secret.
11 Then the Jews sought him at the feast, and said, Where is he?
12 And there was much murmuring among the people concerning him: for some said, He is a good man: others said, Nay; but he deceiveth the people.
13 Howbeit no man spake openly of him for fear of the Jews.
14 Now about the midst of the feast Jesus went up into the temple, and taught.
15 And the Jews marvelled, saying, How knoweth this man letters, having never learned?
16 Jesus answered them, and said, My doctrine is not mine, but his that sent me.
17 If any man will do his will, he shall know of the doctrine, whether it be of God, or whether I speak of myself.
18 He that speaketh of himself seeketh his own glory: but
he that seeketh his glory that sent him, the same is true, and no unrighteousness is in him.
19 Did not Moses give you the law, and yet none of you keepeth the law? Why go ye about to kill me?
20 The people answered and said, Thou hast a devil: who goeth about to kill thee?
21 Jesus answered and said unto them, I have done one work, and ye all marvel.
22 Moses therefore gave unto you circumcision; (not because it is of Moses, but of the fathers;) and ye on the sabbath day circumcise a man.
23 If a man on the sabbath day receive circumcision, that the law of Moses should not be broken; are ye angry at me, because I have made a man every whit whole on the sabbath day?
24 Judge not according to the appearance, but judge righteous judgment.
25 Then said some of them of Jerusalem, Is not this he, whom they seek to kill?
26 But, lo, he speaketh boldly, and they say nothing unto him. Do the rulers know indeed that this is the very Christ?
27 Howbeit we know this man whence he is: but when Christ cometh, no man knoweth whence he is.
28 Then cried Jesus in the temple as he taught, saying, Ye both know me, and ye know whence I am: and I am not come of myself, but he that sent me is true, whom ye know not.
29 But I know him: for I am from him, and he hath sent me.
30 Then they sought to take him: but no man laid hands on him, because his hour was not yet come.
31 And many of the people believed on him, and said, When Christ cometh, will he do more miracles than these which this man hath done?
32 The Pharisees heard that the people murmured such things concerning him; and the Pharisees and the chief priests sent officers to take him.
33 Then said Jesus unto them, Yet a little while am I with you, and then I go unto him that sent me.
34 Ye shall seek me, and shall not find me: and where I am, thither ye cannot come.
35 Then said the Jews among themselves, Whither will he go, that we shall not find him? will he go unto the dispersed among the Gentiles, and teach the Gentiles?
36 What manner of saying is this that he said, Ye shall seek me, and shall not find me: and where I am, thither ye cannot come?
37 In the last day, that great day of the feast, Jesus stood and cried, saying, If any man thirst, let him come unto me, and drink.
38 He that believeth on me, as the scripture hath said, out of his belly shall flow rivers of living water.
39 (But this spake he of the Spirit, which they that believe on him should receive: for the Holy Ghost was not yet given; because that Jesus was not yet glorified.)
40 Many of the people therefore, when they heard this saying, said, Of a truth this is the Prophet.
41 Others said, This is the Christ. But some said, Shall Christ come out of Galilee?
42 Hath not the scripture said, That Christ cometh of the seed of David, and out of the town of Bethlehem, where David was?
43 So there was a division among the people because of him.
44 And some of them would have taken him; but no man laid hands on him.
45 Then came the officers to the chief priests and Pharisees; and they said unto them, Why have ye not brought him?
46 The officers answered, Never man spake like this man.
47 Then answered them the Pharisees, Are ye also deceived?
48 Have any of the rulers or of the Pharisees believed on him?
49 But this people who knoweth not the law are cursed.
50 Nicodemus saith unto them, (he that came to Jesus by night, being one of them,)
51 Doth our law judge any man, before it hear him, and know what he doeth?
52 They answered and said unto him, Art thou also of Galilee? Search, and look: for out of Galilee ariseth no prophet.
53 And every man went unto his own house.
.