John, Chapter 9 Modern Greek

01 ΚΑΙ ενώ ανεχώρει, είδεν άνθρωπον τυφλόν εκ γενετής.
02 Και ηρώτησαν αυτόν οι μαθηταί αυτού, λέγοντες, Ραββί, τις ήμαρτεν, ούτος ή οι γονείς αυτού, ώστε να γεννηθή τυφλός;
03 Απεκρίθη ο Ιησούς, Ούτε ούτος ήμαρτεν, ούτε οι γονείς αυτού, αλλά δια να φανερωθώσι τα έργα του Θεού εν αυτώ.
04 Εγώ πρέπει να εργάζωμαι τα έργα του πέμψαντός με, εωσού είναι ημέρα, έρχεται νύξ, ότε ουδείς δύναται να εργάζηται.
05 Ενόσω είμαι εν τω κόσμω, είμαι φως του κόσμου.
06 Αφού είπε ταύτα, έπτυσε χαμαί, και έκαμε πηλόν εκ του πτύσματος, και επέχρισε τον πηλόν επι τους οφθαλμούς του τυφλού,
07 και είπε προς αυτόν, Ύπαγε, νίφθητι εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ, ( το οποίον ερμηνεύεται Απεσταλμένος). Υπήγε λοιπόν και ενίφθη, και ήλθε βλέπων.
08 Οι δε γείτονες, και όσοι έβλεπον αυτόν πρότερον ότι ήτο τυφλός, έλεγον, Δεν είναι ούτος όστις εκάθητο και εζήτει;
09  Άλλοι έλεγον,  Ότι ούτος είναι, άλλοι δε,  Ότι όμοιος αυτού είναι, εκείνος έλεγον,  Ότι εγώ είμαι.
10  Έλεγον λοιπόν προς αυτόν, Πως ηνοίχθησαν οι οφθαλμοί σου;
11 Απεκρίθη εκείνος και είπεν,  Άνθρωπος λεγόμενος Ιησούς έκαμε πηλόν, και επέχρισε τους οφθαλμούς μου, και μοι είπεν, Ύπαγε εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ, και νίφθητι.   Αφού δε υπήγα και ενίφθην, ανέβλεψα.
12 Είπον λοιπόν προς αυτόν, που είναι εκείνος; Λέγει, Δεν εξεύρω.
13 Φέρουσιν αυτον τον ποτέ τυφλόν προς τους Φαρισαίους.
14  Ήτο δε σάββατον, ότε έκαμε τον πηλόν ο Ιησούς, και ήνοιξε τους οφθαλμούς αυτού.
15 Πάλιν λοιπόν ηρώτων αυτόν και οι Φαρισαίοι, πως ανέβλεψε. Και εκείνος είπε προς αυτούς, Πηλόν έβαλεν επι τους οφθαλμούς μου, και ενίφθην, και βλέπω.
16  Έλεγον λοιπόν τινές εκ των Φαρισαίων, Ούτος ο άνθρωπος δεν είναι παρά του Θεού, διότι δεν φυλάττει το Σάββατον.   Άλλοι έλεγον, πως δύναται άνθρωπος αμαρτωλός να κάμνη τοιαύτα θαύματα; Και ήτο σχίσμα ματαξύ αυτών.
17 Λέγουσι πάλιν προς τον τυφλόν, Συ τι λέγεις περί αυτού, επειδή ήνοιξε τους οφθαλμούς σου; Και εκείνος είπεν,  Ότι προφήτης είναι.
18 Δεν επίστευσαν λοιπόν οι Ιουδαίοι περί αυτού, ότι ήτο τυφλός και ανέβλεψεν, έως ότου εφώναξαν τους γονείς αυτού του αναβλέψαντος,
19 και ηρώτησαν αυτούς, λέγοντες, Ούτος είναι ο υιός σας, τον οποίον σείς λέγετε ότι εγεννήθη τυφλός; πως λοιπόν βλέπει τώρα;
20 Απεκρίθησαν προς αυτούς οι γονείς αυτού και είπον, Εξεύρομεν ότι ούτος είναι ο υιός ημών, και ότι εγεννήθη τυφλός,
21 πως δε βλέπει τώρα δεν εξεύρομεν, ή τις ήνοιξε τους οφθαλμούς αυτού, ημείς δεν εξεύρομεν, αυτός ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε, αυτός περί εαυτού θέλει λαλήσει.
22 Ταύτα είπον οι γονείς αυτού, διότι εφοβούντο τους Ιουδαίους, επειδή ήδη είχον συμφωνήσει οι Ιουδαίοι, εαν τις ομολογήση αυτόν Χριστόν, να γείνη αποσυνάγωγος.
23 Δια τούτο οι γονείς αυτού είπον,  Ότι ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε.
24 Εφώναξαν λοιπόν εκ δευτέρου τον άνθρωπον, όστις ήτο τυφλός, και είπον προς αυτόν, Δόξασον τον Θεόν, ημείς εξεύρομεν ότι ο άνθρωπος ούτος είναι αμαρτωλός.
25 Απεκρίθη λοιπόν εκείνος και είπεν, Αν ήναι αμαρτωλός, δεν εξεύρω, εν εξεύρω, ότι ήμην τυφλός, και τώρα  λέπω.
26 Είπον δε προς αυτόν πάλιν, Τι σοι έκαμε; πως ήνοιξε του οφθαλμούς σου;
27 Απεκρίθη προς αυτούς, Σας είπον ήδη, και δεν ηκούσατε, δια τι πάλιν θέλετε να ακούητε; μήπως και σείς θέλετε να γείνητε μαθηταί αυτού;
28 Ελοιδόρησαν λοιπόν αυτόν, και είπον, Συ είσαι μαθητής εκείνου, ημείς δε του Μωϋσέως είμεθα μαθηταί,
29 ημείς εξεύρομεν ότι προς τον Μωϋσήν ελάλησεν ο Θεός, τούτον όμως δεν εξεύρομεν πόθεν είναι.
30 Απεκρίθη ο άνθρωπος και είπε προς αυτούς, Εν τούτω μάλιστα είναι το θαυμαστόν ότι σείς δεν εξεύρετε πόθεν είναι, και ήνοιξέ μου τους οφθαλμούς.
31 Εξεύρομεν δε ότι αμαρτωλούς ο Θεός δεν ακούει, αλλ' εαν τις ήναι θεοσεβής, και κάμνη το θέλημα αυτού, τούτον ακούει.
32 Εκ του αιώνος δεν ηκούσθη, ότι ήνοιξέ τις αφθαλμούς γεγεννημένου τυφλού.
33 Εαν ούτος δεν ήτο παρά Θεού, δεν ηδύνατο να κάμη ουδέν.
34 Απεκρίθησαν και είπον προς αυτόν, Συ εγεννήθης όλος εν αμαρτίαις, και συ διδάσκεις ημάς; και εξέβαλον αυτόν έξω.
35  Ήκουσεν ο Ιησούς ότι εξέβαλον αυτον έξω, και ευρών αυτόν, είπε προς αυτόν, Συ πιστεύεις εις τον Υιόν του Θεού;
36 Απεκρίθη εκείνος και είπε, Τις είναι, Κύριε, δια να πιστεύσω εις αυτόν;
37 Και ο Ιησούς είπε προς αυτόν, Και είδες αυτόν, και ο λαλών μετά σου, εκείνος είναι.
38 Ο δε είπε, Πιστεύω, Κύριε. Και προσεκύνησεν αυτόν.
39 Και είπεν ο Ιησούς, Εγώ δια κρίσιν ήλθον εις τον κόσμον τούτον, δια να βλέπωσιν οι μη βλέποντες, και να γείνωσι τυφλοί οι βλέποντες.
40 Και ήκουσαν ταύτα όσοι εκ των Φαρισαίων ήσαν μετ' αυτού, και είπον προς αυτόν Μήπως και ημείς είμεθα τυφλοί;
41 Είπε προς αυτούς ο Ιησούς, Εαν ήσθε τυφλοί, δεν ηθέλετε έχει αμαρτίαν, τώρα όμως λέγετε,  Ότι βλέπομεν, η αμαρτία σας λοιπόν μένει.















































































John, Chapter 9 Demotic Greek

1. Κι ενώ βάδιζε, είδε έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός.
2. Τον ρώτησαν τότε οι μαθητές του: «Δάσκαλε, ποιος αμάρτησε ώστε να γεννηθεί τυφλός; Αυτός ή οι γονείς του;».
3. Ο Ιησούς απάντησε: «Γεννήθηκε τυφλός, όχι γιατί αμάρτησε αυτός ούτε γιατί αμάρτησαν οι γονείς του, αλλά για να φανερωθούν τα έργα του Θεού στην περίπτωσή του.
4. Είναι ανάγκη για μένα να εκτελώ τα έργα εκείνου που με απέστειλε όσο είναι ακόμα ημέρα. Έρχεται νύχτα, οπότε κανένας δεν μπορεί να εργάζεται.
5. Ενόσω βρίσκομαι στον κόσμο, είμαι το φως του κόσμου».
6. Αφού τα είπε αυτά, έφτυσε και έφτιαξε πηλό με το φτύσιμο και άλειψε τον πηλό στα μάτια του τυφλού
7. και του είπε: «Πήγαινε και νίψου στη δεξαμενή του Σιλωάμ», που ελληνικά σημαίνει «Απεσταλμένος». Πήγε, λοιπόν, και νίφτηκε και επέστρεψε βλέποντας!
8. Οι γείτονες, λοιπόν, κι όσοι τον έβλεπαν προηγουμένως που ήταν τυφλός, έλεγαν: «Αυτός δεν είναι ο άνθρωπος που καθόταν και ζητιάνευε;».
9. Άλλοι έλεγαν ότι είναι ο ίδιος κι άλλοι ότι είναι κάποιος που του μοιάζει. Εκείνος όμως έλεγε: «Εγώ είμαι».
10. Τον ρωτούσαν λοιπόν: «Πώς άνοιξαν τα μάτια σου;».
11. Εκείνος απάντησε: «Κάποιος, που ονομάζεται Ιησούς, έφτιαξε πηλό και άλειψε μ' αυτό τα μάτια μου και μου είπε: Πήγαινε στη δεξαμενή του Σιλωάμ και νίψου. Αφού λοιπόν πήγα και νίφτηκα, απέκτησα την όρασή μου».
12. Τότε τον ρώτησαν: «Πού είναι αυτός;». Τους απάντησε: «Δεν ξέρω».
13. Τον πηγαίνουν τότε, τον πρώην τυφλό, στους Φαρισαίους.
14. Κι ήταν Σάββατο τη μέρα που έφτιαξε ο Ιησούς τον πηλό και άνοιξε τα μάτια του.
15. Τον ρωτούσαν λοιπόν και οι Φαρισαίοι ξανά, πώς απέκτησε το φως του. Κι εκείνος τους απάντησε: «Έβαλε πηλό πάνω στα μάτια μου και νίφτηκα και βλέπω».
16. Έλεγαν λοιπόν μερικοί από τους Φαρισαίους: «Ο άνθρωπος αυτός δεν είναι σταλμένος από το Θεό, αφού δεν τηρεί το Σάββάτο». Άλλοι πάλι έλεγαν: «Μα πώς μπορεί ένας αμαρτωλός άνθρωπος να κάνει τέτοια θαύματα;». Έτσι, υπήρχε διχογνωμία μεταξύ τους.
17. Ξαναλένε τότε στον τυφλό: «Εσύ, που σου άνοιξε τα μάτια σου, τι λες γι' αυτόν;». Κι εκείνος είπε: «Είναι προφήτης».
18. Μα οι Ιουδαίοι δεν πίστεψαν τελικά πως αυτός ήταν τυφλός και απέκτησε το φως του, ώσπου φώναξαν τους γονείς του ανθρώπου που απέκτησε το φως του
19. και τους ρώτησαν: «Αυτός είναι ο γιος σας, που εσείς λέτε πως γεννήθηκε τυφλός; Πώς γίνεται λοιπόν και τώρα βλέπει;».
20. Τους αποκρίθηκαν οι γονείς του: «Ξέρουμε ότι αυτός είναι ο γιος μας και ότι γεννήθηκε τυφλός.
21. Μα πώς βλέπει τώρα δεν το ξέρουμε, ή ποιος άνοιξε τα μάτια του εμείς δεν το ξέρουμε. Δεν είναι ανήλικος ο ίδιος, αυτόν να ρωτήστε. Θα σας μιλήσει ο ίδιος για λογαριασμό του».
22. Τα είπαν αυτά οι γονείς του, γιατί φοβούνταν τους Ιουδαίους, επειδή οι Ιουδαίοι ήταν κιόλας συνεννοημένοι, αν κανείς παραδεχτεί πως αυτός είναι ο Χριστός, να αποβάλλεται από τη συναγωγή.
23. Γι' αυτό είπαν οι γονείς του: «Δεν είναι ανήλικος, ρωτήστε τον ίδιο».
24. Φώναξαν, λοιπόν, για δεύτερη φορά τον άνθρωπο που ήταν πρώτα τυφλός, και του είπαν: «Τον Θεό να δοξάσεις. Εμείς ξέρουμε πως ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός».
25. Αποκρίθηκε τότε εκείνος και είπε: «Αν είναι αμαρτωλός, δεν το ξέρω. Ένα πράγμα ξέρω, πως, ενώ ήμουν τυφλός, τώρα βλέπω!».
26. Τότε τον ξαναρώτησαν: «Τι σου έκανε; Πώς σου άνοιξε τα μάτια;».
27. Εκείνος απάντησε: «Μα, σας το είπα πρωτύτερα αλλά δε δώσατε σημασία. Γιατί θέλετε να το ακούσετε πάλι; Μήπως θέλετε να γίνετε κι εσείς μαθητές του;».
28. Τον περιγέλασαν τότε και είπαν: «Εσύ είσαι μαθητής εκείνου. Εμείς είμαστε μαθητές του Μωυσή.
29. Εμείς ξέρουμε πως στο Μωυσή έχει μιλήσει ο Θεός, ενώ γι' αυτόν δεν ξέρουμε από πού κατάγεται».
30. Αποκρίθηκε ο άνθρωπος και τους είπε: «Μα, ακριβώς αυτό είναι το καταπληκτικό, ότι εσείς δεν ξέρετε καν από πού είναι, κι όμως αυτός μου άνοιξε τα μάτια!
31. Και ξέρουμε βέβαια ότι αμαρτωλούς ο Θεός δεν ακούει, αλλά αν κανείς είναι θεοσεβής και εκτελεί το θέλημά του, αυτόν τον ακούει.
32. Από τη δημιουργία του κόσμου κι εδώ δεν ξανακούστηκε να έχει ανοίξει κανείς τα μάτια κάποιου που γεννήθηκε τυφλός!
33. Αν αυτός δεν προερχόταν από το Θεό, τίποτε δε θα μπορούσε να κάνει».
34. Αποκρίθηκαν εκείνοι: «Εσύ γεννήθηκες βουτηγμένος ολόκληρος μέσα σε αμαρτίες, και διδάσκεις εσύ εμάς;». Και τον πέταξαν έξω.
35. Το άκουσε ο Ιησούς, ότι τον πέταξαν έξω, κι αφού τον βρήκε του είπε: «Εσύ πιστεύεις στο Γιο του Θεού;».
36. Εκείνος αποκρίθηκε: «Και ποιος είναι, Κύριε, για να πιστέψω σ' αυτόν;».
37. Ο Ιησούς του είπε: «Είναι αυτός, που, και τον έχεις δει, και μιλάει τώρα μαζί σου».
38. Τότε εκείνος είπε: «Πιστεύω, Κύριε!». Και τον προσκύνησε.
39. Είπε τότε ο Ιησούς: «Για απόδοση δικαιοσύνης ήρθα εγώ στον κόσμο τούτο, ώστε, όσοι δε βλέπουν ν' αποκτήσουν το φως τους, κι όσοι βλέπουν να καταστούν τυφλοί».
40. Τα άκουσαν λοιπόν αυτά μερικοί από τους Φαρισαίους που ήταν μαζί του, και του είπαν: «Μήπως είμαστε κι εμείς τυφλοί;».
41. Ο Ιησούς τους απάντησε: «Αν ήσασταν τυφλοί, δε θα είχατε αμαρτία. Τώρα όμως λέτε: Εμείς βλέπουμε! Γι' αυτό, λοιπόν, η αμαρτία σας παραμένει».















































































John

John, Chapter 9 Ancient Greek

1. Καὶ παράγων εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς.

2. καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ῥαββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ;

3. ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ' ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ.

4. ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι.

5. ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ὦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου.

6. ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ

7. καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων.

8. Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν;

9. ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι.

10. ἔλεγον οὖν αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί;

11. ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα.

12. εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶδα.

13. Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν.

14. ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς.

15. πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω.

16. ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς.

17. λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν.

18. οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος

19. καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει;

20. ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη·

21. πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει.

22. ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται.

23. διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε.

24. ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν.

25. ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω.

26. εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς;

27. ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι;

28. ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωϋσέως ἐσμὲν μαθηταί.

29. ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωϋσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν.

30. ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς.

31. οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ' ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει.

32. ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου.

33. εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν.

34. ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω.

35. Ἤκουσεν ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ;

36. ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν;

37. εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν.

38. ὁ δὲ ἔφη· πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.

39. καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· εἰς κρῖμα ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι καὶ οἱ βλέποντες τυφλοὶ γένωνται.

40. καὶ ἤκουσαν ἐκ τῶν Φαρισαίων ταῦτα οἱ ὄντες μετ' αὐτοῦ, καὶ εἶπον αὐτῷ· μὴ καὶ ἡμεῖς τυφλοί ἐσμεν;

41. εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· εἰ τυφλοὶ ἦτε, οὐκ ἂν εἴχετε ἁμαρτίαν· νῦν δὲ λέγετε ὅτι βλέπομεν· ἡ οὖν ἁμαρτία ὑμῶν μένει.

 

















































































John, Chapter 9 (KJV)

01 And as Jesus passed by, he saw a man which was blind
from his birth.
02 And his disciples asked him, saying, Master, who did
sin, this man, or his parents, that he was born blind?
03 Jesus answered, Neither hath this man sinned, nor his
parents: but that the works of God should be made manifest
in him.
04 I must work the works of him that sent me, while it is
day: the night cometh, when no man can work.
05 As long as I am in the world, I am the light of the
world.
06 When he had thus spoken, he spat on the ground, and
made clay of the spittle, and he anointed the eyes of the
blind man with the clay,
07 And said unto him, Go, wash in the pool of Siloam,
(which is by interpretation, Sent.) He went his way
therefore, and washed, and came seeing.
08 The neighbours therefore, and they which before had
seen him that he was blind, said, Is not this he that sat
and begged?
09 Some said, This is he: others said, He is like him:
but he said, I am he.
10 Therefore said they unto him, How were thine eyes
opened?
11 He answered and said, A man that is called Jesus made
clay, and anointed mine eyes, and said unto me, Go to the
pool of Siloam, and wash: and I went and washed, and I
received sight.
12 Then said they unto him, Where is he? He said, I know
not.
13 They brought to the Pharisees him that aforetime was
blind.
14 And it was the sabbath day when Jesus made the clay,
and opened his eyes.
15 Then again the Pharisees also asked him how he had
received his sight. He said unto them, He put clay upon
mine eyes, and I washed, and do see.
16 Therefore said some of the Pharisees, This man is not
of God, because he keepeth not the sabbath day. Others
said, How can a man that is a sinner do such miracles? And
there was a division among them.
17 They say unto the blind man again, What sayest thou of
him, that he hath opened thine eyes? He said, He is a
prophet.
18 But the Jews did not believe concerning him, that he
had been blind, and received his sight, until they called
the parents of him that had received his sight.
19 And they asked them, saying, Is this your son, who ye
say was born blind? how then doth he now see?
20 His parents answered them and said, We know that this
is our son, and that he was born blind:
21 But by what means he now seeth, we know not; or who
hath opened his eyes, we know not: he is of age; ask him:
he shall speak for himself.
22 These words spake his parents, because they feared
the Jews: for the Jews had agreed already, that if any man
did confess that he was Christ, he should be put out of the
synagogue.
23 Therefore said his parents, He is of age; ask him.
24 Then again called they the man that was blind, and said
unto him, Give God the praise: we know that this man is a
sinner.
25 He answered and said, Whether he be a sinner or no, I
know not: one thing I know, that, whereas I was blind, now
I see.
26 Then said they to him again, What did he to thee? how
opened he thine eyes?
27 He answered them, I have told you already, and ye did
not hear: wherefore would ye hear it again? will ye also
be his disciples?
28 Then they reviled him, and said, Thou art his disciple;
but we are Moses' disciples.
29 We know that God spake unto Moses: as for this
fellow, we know not from whence he is.
30 The man answered and said unto them, Why herein is a
marvellous thing, that ye know not from whence he is, and
yet he hath opened mine eyes.
31 Now we know that God heareth not sinners: but if any
man be a worshipper of God, and doeth his will, him he
heareth.
32 Since the world began was it not heard that any man
opened the eyes of one that was born blind.
33 If this man were not of God, he could do nothing.
34 They answered and said unto him, Thou wast altogether
born in sins, and dost thou teach us? And they cast him
out.
35 Jesus heard that they had cast him out; and when he had
found him, he said unto him, Dost thou believe on the Son
of God?
36 He answered and said, Who is he, Lord, that I might
believe on him?
37 And Jesus said unto him, Thou hast both seen him, and
it is he that talketh with thee.
38 And he said, Lord, I believe. And he worshipped him.
39 And Jesus said, For judgment I am come into this world,
that they which see not might see; and that they which see
might be made blind.
40 And some of the Pharisees which were with him heard
these words, and said unto him, Are we blind also?
41 Jesus said unto them, If ye were blind, ye should have
no sin: but now ye say, We see; therefore your sin
remaineth.