Luke, Chapter 1 Modern Greek

01 Επειδή πολλοί επεχείρησαν να συντάξωσι διήγησιν περί των μετά πληροφορίας βεβαιωμένων εις ημάς πραγμάτων,
02 καθώς παρέδοσαν εις ημάς οι απ' αρχής γενόμενοι αυτόπται και υπηρέται του λόγου,
03 εφάνη και εις εμέ εύλογον, όστις διηρεύνησα πάντα εξ αρχής ακριβώς, να σοι γράψω κατά σειράν περί τούτων, κράτιστε Θεόφιλε
04 δια να γνωρίσης την βεβαιότητα των πραγμάτων, περί των οποίων κατηχήθης.
05 ΥΠΗΡΞΕΝ επί των ημερών Ηρώδου του βασιλέως της Ιουδαίας ιερεύς τις το όνομα Ζαχαρίας, εκ της εφημερίας Αβιά  και η γυνή αυτού ήτο εκ των θυγατέρων του Ααρών και το όνομα αυτής Ελισάβετ.
06  Ήσαν δε αμφότεροι δίκαιοι ενώπιον του Θεού, και τοις δικαιώμασι του Κυρίου άμεμπτοι.
07 Και δεν είχον τέκνον, καθότι η Ελισάβετ ήτο στείρα, και αμφότεροι ήσαν προβεβηκότες εις την ηλικίαν αυτών.
08 Ενώ δε ιεράτευεν αυτός εν τη τάξει της εφημερίας αυτού ενώπιον του Θεού,
09 κατά το έθνος της ιερατείας, έπεσεν εις αυτόν ο κλήρος να θυμιάση, εισελθών εις τον ναόν του Κυρίου
10 και παν το πλήθος του λαού προσηύχετο έξω εν τη ώρα του θυμιάματος.
11 Εφάνη δε εις αυτόν άγγελος Κυρίου, ιστάμενος εκ δεξιών του θυσιαστηρίου του θυμιάματος
12 και ο Ζαχαρίας ιδών εταράχθη, και φόβος επέπεσεν επ' αυτόν.
13 Είπε δε προς αυτόν ο άγγελος, Μη φοβού, Ζαχαρία  διότι εισηκούσθη η δέησίς σου  και η γυνή σου Ελισάβετ θέλει γεννήσει υιόν εις σε, και θέλεις καλέσει το όνομα αυτού Ιωάννην.
14 Και θέλει είσθαι εις σε χαρά και αγαλλίασις  και πολλοί θέλουσι χαρή δια την γέννησιν αυτού.
15 Διότι θέλει είσθαι μέγας ενώπιον του Κυρίου  και οίνον και σίκερα δεν θέλει πίει, και θέλει πληρωθή Πνεύματος Αγίου έτι εκ κοιλίας της μητρός αυτού.
16 Και πολλούς των υιών Ισραήλ θέλει επιστρέψει εις Κύριον τον Θεόν αυτών.
17 Και αυτός θέλει ελθεί προ προσώπου αυτού εν πνεύματι και δυνάμει Ηλίου, δια να επιστρέψη τας καρδίας των πατέρων εις τα τέκνα, και τους απειθείς εις την φρόνησιν των δικαίων, δια να ετοιμάση εις τον Κύριον λαόν προδιατεθειμένον.
18 Και είπεν ο Ζαχαρίας προς τον άγγελον, Πως θέλω γνωρίσει τούτο; διότι εγώ είμαι γέρων, και η γυνή μου προβεβηκυία
εις την ηλικίαν αυτής.
19 Και αποκριθείς ο άγγελος είπε προς αυτόν, Εγώ είμαι Γαβριήλ ο παριστάμενος ενώπιον του Θεού  και απεστάλην δια να λαλήσω προς σε, και να σε ευαγγελίσω ταύτα.
20 Και ιδού, θέλεις είσθαι σιωπών, και μη δυνάμενος να λαλήσης, έως της ημέρας καθ' ήν θέλουσι γείνει ταύτα  διότι δεν επίστευσας εις τους λόγους μου, οίτινες θέλουσιν εκπληρωθή εις τον καιρόν αυτών.
21 Και ο λαός περιέμενε τον Ζαχαρίαν, και εθαύμαζον ότι εβράδυνεν εν τω ναώ.
22  Ότε δε εξήλθε, δεν ηδύνατο να λαλήση προς αυτούς  και ενόμησαν ότι οπτασίαν είδεν εν τω ναώ  και αυτός έκαμνεν εις αυτούς νεύματα, και διέμενε κωφός.
23 Και αφού ετελείωσαν αι ημέραι της λειτουργίας αυτού, απήλθεν εις τον οίκον αυτού.
24 Μετά δε ταύτας ημέρας συνέλαβεν Ελισάβετ η γυνή αυτού και έκρυπτεν εαυτήν πέντε μήνας, λέγουσα,
25 Ότι ούτως έκαμεν εις εμέ ο Κύριος εν ταις ημέραις καθ' ας επέβλεψε να αφαιρέση το όνειδός μου μεταξύ των ανθρώπων.
26 Εν δε τω μηνί τω έκτω, απεστάλη ο άγγελος Γαβριήλ υπό του Θεού εις πόλιν της Γαλιλαίας, ονομαζομένην Ναζαρέτ,
27 προς παρθένον ηρραβωνισμένην με άνδρα ονομαζόμενον Ιωσήφ, εξ οίκου Δαβίδ και το όνομα της παρθένου, Μαριάμ.
28 Και εισελθών ο άγγελος προς αυτήν είπε, Χαίρε, κεχαριτωμένη  ο Κύριος μετά σού  ευλογημένη συ εν γυναιξί.
29 Εκείνη δε ιδούσα, διεταράχθη δια τον λόγον αυτού  και διελογίζετο οποίος τάχα ήτο ο ασπασμός ούτος.
30 Και είπεν ο άγγελος προς αυτήν,  Μη φοβού, Μαριάμ διότι εύρες χάριν παρά το Θεώ
31 Και ιδού, θέλεις συλλάβει εν γαστρί, και θέλεις γεννήσει
υιόν  και θέλεις καλέσει το όνομα αυτού ΙΗΣΟΥΝ.
32 Ούτος θέλει είσθαι μέγας, και Υιός Υψίστου θέλει ονομασθή  και θέλει δώσει εις αυτόν Κύριος ο Θεός τον θρόνον Δαβίδ του πατρός αυτού
33 και θέλει βασιλεύσει επί τον οίκον του Ιακώβ εις τους αιώνας, και της βασιλείας αυτού δεν θέλει είσθαι τέλος.
34 Είπε δε η Μαριάμ προς τον άγγελον, Πως θέλει είσθαι τούτο, επειδή άνδρα δεν γνωρίζω;
35 Και αποκριθείς ο άγγελος, είπε προς αυτήν, Πνεύμα  Άγιον θέλει επέλθει επί σε, και δύναμις του Υψίστου θέλει σε επισκιάσει  διά τούτο και το γεννώμενον εκ σου άγιον, θέλει ονομασθή Υιός Θεού.
36 Και ιδού Ελισάβετ η συγγενής σου, και αυτή συνέλαβεν υιόν εις το γήρας αυτής  και ούτος είναι μήν έκτος εις αυτήν την καλουμένην στείραν.
37 Διότι ουδέν πράγμα θέλει είσθαι αδύνατον παρά τω Θεώ.
38 Είπε δε η Μαριάμ, Ιδού η δούλη του Κυρίου  γένοιτο εις εμέ κατά τον λόγον σου. Και ανεχώρησεν απ' αυτής ο άγγελος.
39 Σηκωθείσα δε η Μαριάμ εν ταις ημέραις ταύταις, υπήγε μετά σπουδής εις την ορεινήν, εις πόλιν Ιούδα
40 και εισήλθεν εις τον οίκον Ζαχαρίου, και ησπάσθη την Ελισάβετ.
41 Και ως ήκουσεν η Ελισάβετ τον ασπασμόν της Μαρίας, εσκίρτησε το βρέφος εν τη κοιλία αυτής  και επλήσθη Πνεύματος Αγίου η Ελισάβετ,
42 και ανεφώνησε μετά φωνής μεγάλης, και είπεν, Ευλογημένη συ εν γυναιξί, και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου.
43 Και πόθεν μοί τούτο, να έλθη η μήτηρ του Κυρίου μου πρός με;
44 Διότι ιδού, καθώς ήλθεν η φωνή του ασπασμού σου εις τα ώτά μου, εσκίρτησεν εν αγαλλιάσει το βρέφος εν τη κοιλία μου.
45 Και μακαρία η πιστεύσασα  διότι θέλει γείνει εκπλήρωσις των λαληθέντων προς αυτήν παρά Κυρίου.
46 Και είπεν η Μαριάμ, Μεγαλύνει η ψυχή μου τον Κύριον,
47 και ηγαλλίασε το πνεύμά μου εις τον Θεόν τον σωτήρα μου 48 διότι επέβλεψεν επί την ταπείνωσιν της δούλης αυτού επειδή ιδού, από του νυν θέλουσι με μακαρίζει πάσαι αι γενεαί
49 διότι έκαμεν εις εμέ μεγαλεία ο Δυνατός, και άγιον το όνομα αυτού
50 και το έλεος αυτού εις γενεάς γενεών επί τους φοβουμένους αυτόν.
51 Ενήργησε κραταιώς δια του βραχίονος αυτού  διεσκόρπισε τους υπερηφάνους κατά τα διανοήματα της καρδίας αυτών.
52 Εκρήμνισε δυνάστας από θρόνων, και ύψωσε ταπεινούς.
53 Πεινώντας ενέπλησεν από αγαθά, και πλουτούντας εξαπέστειλε κενούς.
54 Εβοήθησεν Ισραήλ τον δούλον αυτού, ενθυμηθείς το έλεος αυτού,
55 καθώς ελάλησε προς τους πατέρας ημών, προς τον Αβραάμ, και προς το σπέρμα αυτού, εις τον αιώνα.
56  Έμεινε δε η Μαριάμ μετ' αυτής ως τρείς μήνας  και υπέστρεψεν εις τον οίκον αυτής.
57 Εις δε την Ελισάβετ συνεπληρώθη ο καιρός του να γεννήση και εγέννησεν υιόν.
58 Και ήκουσαν οι γείτονες και οι συγγενείς αυτής, ότι εμεγάλυνεν ο Κύριος το έλεος αυτού προς αυτήν και συνέχαιρον αυτήν.
59 Και εν τη ογδόη ημέρα ήλθον δια να περιτέμωσι το παιδίον  και ωνόμαζον αυτό κατά το όνομα του πατρός αυτού, Ζαχαρίαν
60 Και αποκριθείσα η μήτηρ αυτού, είπεν, Ουχί, αλλ' Ιωάννης θέλει ονομασθή.
61 Και είπον προς αυτήν, Ότι ουδείς υπάρχει εν τη συγγενεία σου, όστις καλείται με το όνομα τούτο.
62 Ηρώτων δε δια νευμάτων τον πατέρα αυτού, τι όνομα ήθελε να δοθή εις αυτό.
63 Και ζητήσας πινακίδιον, έγραψε, λέγων, Ιωάννης είναι το όνομα αυτού. Και εθαύμασαν πάντες.
64 Ηνοίχθη δε το στόμα αυτού πάραυτα και η γλώσσα αυτού και ελάλει ευλογών τον Θεόν.
65 Και έπεσε φόβος επί πάντας τους γείτονας αυτών  και καθ' όλην την ορεινήν της Ιουδαίας διελαλούντο πάντα τα πράγματα ταύτα.
66 Και πάντες οι ακούσαντες έβαλον αυτά εν τη καρδία αυτών, λέγοντες, Τι άρα θέλει είσθαι το παιδίον τούτο; Και χείρ Κυρίου ήτο μετ' αυτού.
67 Και Ζαχαρίας ο πατήρ αυτού επλήσθη Πνεύματος Αγίου  και προεφήτευσε, λέγων,
68 Ευλογητός Κύριος ο Θεός του Ισραήλ, διότι επεσκέφθη και έκαμε λύτρωσιν εις τον λαόν αυτού
69 και ανήγειρεν εις ημάς κέρας σωτηρίας εν τω οίκω Δαβίδ του δούλου αυτού,
70 καθώς ελάλησε δια στόματος των αγίων των απ' αιώνος προφητών αυτού
71 σωτηρίαν εκ των εχθρών ημών, και εκ της χειρός πάντων των μισούντων ημάς
72 δια να εκπληρώση το έλεος αυτού προς τους πατέρας ημών, και να ενθυμηθή την αγίαν διαθήκην αυτού
73 τον όρκον τον οποίον ώμοσε προς Αβραάμ τον πατέρα ημών, ότι θέλει δώσει εις ημάς,
74 να ελευθερωθώμεν εκ της χειρός των εχθρών ημών, και να λατρεύωμεν αυτόν αφόβως,
75 εν οσιότητι και δικαιοσύνη ενώπιον αυτού πάσας τας ημέρας της ζωής ημών.
76 Και συ, παιδίον, προφήτης του Υψίστου θέλεις ονομασθή διότι θέλεις προπορευθή προ προσώπου του Κυρίου, εις το να ετοιμάσης τας οδούς αυτού,
77 Είς το να δώσης γνώσιν σωτηρίας είς τον λαόν αυτού, διά της αφέσεως των αμαρτιών αυτών,
78 Διά σπλάγνια ελέους του Θεού ημών, με τα οποία επεσκέφθη ημάς ανατολή εξ ύψους,
79 Διά να φωτίση τους καθημένους εν σκότει και σκιά θανάτου, ώστε να κατευθύνη τούς πόδας ημών είς οδόν ειρήνης.
80 Το δε παιδίον ηύξανε, και εδυναμούτο κατά το πνεύμα, και ήτο εν ταίς ερήμοις, έως της ημέρας καθ' ήν έμελλε να αναδειχθή προς τον Ισραήλ.















































































Luke, Chapter 1 Demotic Greek

1. Επειδή πολλοί επιχείρησαν να συντάξουν γραπτή ιστορία για τα γεγονότα, που είναι τελείως βεβαιωμένα μεταξύ μας,
2. όπως μας τα μετέδωσαν αυτοί που τα είδαν από την αρχή με τα ίδια τους τα μάτια κι έγιναν υπηρέτες της αλήθειας,
3. αποφάσισα κι εγώ, που τα παρακολούθησα όλα προσεκτικά και με ακρίβεια από την αρχή, να σου τα γράψω με τη σειρά, εξοχότατε Θεόφιλε,
4. ώστε να βεβαιωθείς απόλυτα πως όσα διδάχτηκες αποτελούν την αναντίρρητη αλήθεια.
5. Τον καιρό, λοιπόν, του Ηρώδη, του βασιλιά της Ιουδαίας, ζούσε ένας ιερέας από την ιερατική τάξη του Αβιά, που λεγόταν Ζαχαρίας και που η γυναίκα του προερχόταν από τους απογόνους του Ααρών και το όνομά της ήταν Ελισάβετ.
6. Ήταν και οι δυο τους δίκαιοι μπροστά στο Θεό, καθώς ζούσαν άμεμπτοι μέσα στα όρια όλων των εντολών και των απαιτήσεων του Κυρίου.
7. Αλλά δεν είχαν παιδί, γιατί η Ελισάβετ ήταν στείρα, ενώ και οι δυο τους ήταν προχωρημένης ηλικίας.
8. Κάποτε λοιπόν, ενώ εκτελούσε αυτός ιερατικά καθήκοντα έναντι του Θεού σαν ιερέας της τάξεως που είχε τη σειρά,
9. σύμφωνα με τη συνήθεια του ιερατείου, έπεσε σ' αυτόν ο κλήρος να μπει στο ναό του Κυρίου για να θυμιατίσει.
10. Κι όλο το πλήθος του λαού προσευχόταν έξω την ώρα του θυμιάματος.
11. Τότε εμφανίστηκε σ' αυτόν ένας άγγελος του Κυρίου, που στεκόταν δεξιά από το θυσιαστήριο του θυμιάματος.
12. Και μόλις τον είδε ο Ζαχαρίας ταράχτηκε και τον κυρίευσε φόβος.
13. Άλλ' ο άγγελος του είπε: «Μη φοβάσαι Ζαχαρία, γιατί η παράκλησή σου εισακούστηκε και η γυναίκα σου η Ελισάβετ θα σου γεννήσει γιο και θα τον ονομάσεις Ιωάννη.
14. Αυτός θα σου γίνει πηγή χαράς και αγαλλίασης και για τη γέννησή του πολλοί θα χαρούνε,
15. γιατί θα είναι μεγάλος άνθρωπος του Κυρίου. Κρασί και μεθυστικά ποτά με κανέναν τρόπο δε θα πιει, αλλά θα γεμίσει με το Πνεύμα το Άγιο από την κοιλιά ακόμα της μάνας του.
16. Και πολλούς από τους Ισραηλίτες θα τους στρέψει πάλι στον Κύριο το Θεό τους.
17. Κι αυτός είναι που θα έρθει πριν από τον Κύριο με το πνεύμα και τη δύναμη του Ηλία για να ξαναστρέψει την αγάπη γονιών προς τα παιδιά τους, για να δώσει σε ανυπόταχτους τη φρόνηση των δικαίων και να ετοιμάσει λαό προπαρασκευασμένο για τον Κύριο».
18. Είπε τότε ο Ζαχαρίας στον άγγελο: «Και πώς θα το ξέρω αυτό; Γιατί εγώ είμαι γέρος και η γυναίκα μου προχωρημένης ηλικίας».
19. Κι αποκρίθηκε ο άγγελος: «Εγώ είμαι ο Γαβριήλ, που βρίσκομαι στην υπηρεσία του Κυρίου δίπλα του, και με έστειλε σε σένα για να σου μιλήσω και να σου πω τα καλά αυτά νέα.
20. Τώρα λοιπόν άκου! Θα μείνεις βουβός και δε θα μπορείς να μιλήσεις ως την ημέρα που θα γίνουν αυτά, επειδή δεν πίστεψες στα λόγια μου, τα οποία θα πραγματοποιηθούν στην ώρα τους».
21. Στο μεταξύ ο λαός περίμενε το Ζαχαρία κι απορούσε για την αργοπορία του μέσα στο ναό.
22. Κι όταν βγήκε δεν μπορούσε να τους μιλήσει. Τότε κατάλαβαν ότι είδε κάποιο όραμα μέσα στο ναό. Έτσι λοιπόν, εκείνος τους έκανε νοήματα και παρέμενε άλαλος.
23. Κι όταν πια συμπληρώθηκαν οι μέρες της ιερατικής του υπηρεσίας, αποσύρθηκε στο σπίτι του.
24. Ύστερα λοιπόν από τις μέρες αυτές έμεινε έγκυος η γυναίκα του η Ελισάβετ, η οποία κρυβόταν για πέντε μήνες λέγοντας:
25. «Μ' αυτόν τον τρόπο ενέργησε ο Κύριος, που έστρεψε το βλέμμα του πάνω μου για να απαλείψει τη ντροπή που ένιωθα ανάμεσα στους ανθρώπους».
26. Τον έκτο μήνα λοιπόν, ο Θεός έστειλε τον άγγελο Γαβριήλ να πάει σε μια πόλη της Γαλιλαίας που ονομάζεται Ναζαρέτ,
27. σε μια παρθένο αρραβωνιασμένη μ' έναν άντρα από τη γενιά του Δαβίδ, που ονομαζόταν Ιωσήφ. Και το όνομα της παρθένου ήταν Μαριάμ.
28. Παρουσιάστηκε λοιπόν ο άγγελος σ' αυτήν και της είπε: «Χαίρε εσύ, η πλημμυρισμένη με θεία χάρη. Ο Κύριος είναι μαζί σου. Ευλογημένη είσαι εσύ ανάμεσα στις γυναίκες!».
29. Μα εκείνη σαν τον είδε ταράχτηκε με τα λόγια του, και συλλογιζόταν τι τάχα να σήμαινε ο χαιρετισμός αυτός.
30. Της είπε τότε ο άγγελος: «Μη φοβάσαι Μαριάμ, γιατί βρήκες χάρη από το Θεό.
31. Και τώρα άκου! Θα μείνεις έγκυος και θα γεννήσεις γιο, και θα τον ονομάσεις Ιησού.
32. Αυτός θα είναι μεγάλος, και Γιος του Υψίστου θα ονομαστεί. Και θα του δώσει ο Κύριος ο Θεός το θρόνο του Δαβίδ του προπάτορά του.
33. Και θα βασιλέψει στον οίκο του Ιακώβ στους αιώνες και η βασιλεία του δε θα έχει τέλος».
34. Είπε τότε η Μαριάμ στον άγγελο: «Πώς είναι δυνατόν να γίνει αυτό, αφού δεν έχω σαρκική σχέση με άντρα;».
35. Και της αποκρίθηκε ο άγγελος «Το Άγιο Πνεύμα θα έρθει επάνω σου και η δύναμη του Υψίστου θα σε καλύψει. Γι' αυτό και το άγιο παιδί που θα γεννηθεί, Γιος Θεού θα ονομαστεί.
36. Και, πρόσεξε! Η Ελισάβετ η συγγενής σου έχει συλλάβει κι αυτή γιο τώρα στα γερατειά της κι αυτός είναι ο έκτος μήνας εγκυμοσύνης αυτής που την έλεγαν στείρα!
37. Γιατί τίποτε απ' όσα ειπώθηκαν δεν είναι ακατόρθωτο για το Θεό».
38. Τότε η Μαριάμ είπε: «Να 'μαι, η δούλη του Κυρίου. Ας γίνει σε μένα σύμφωνα με το λόγο σου». Κι έφυγε απ' αυτήν ο άγγελος.
39. Σηκώθηκε λοιπόν τις μέρες εκείνες η Μαριάμ και αναχώρησε βιαστικά σε μια πόλη της Ιουδαίας στα ορεινά,
40. όπου μπήκε στο σπίτι του Ζαχαρία και χαιρέτισε την Ελισάβετ.
41. Κι εκείνο που συνέβη μόλις η Ελισάβετ άκουσε το χαιρετισμό της Μαρίας, ήταν να σκιρτήσει το βρέφος στην κοιλιά της και να γεμίσει με το Πνεύμα το Άγιο η Ελισάβετ.
42. Αναφώνησε τότε και είπε με δυνατή φωνή: «Ευλογημένη είσαι εσύ ανάμεσα στις γυναίκες και ευλογημένος ο καρπός της κοιλιάς σου.
43. Αλλά πώς έγινε τούτο, να έρθει η μητέρα του Κυρίου μου σ' εμένα;
44. Γιατί αμέσως μόλις έφτασε στ' αυτιά μου ο ήχος του χαιρετισμού σου, σκίρτησε από αγαλλίαση το βρέφος στην κοιλιά μου.
45. Και μακάρια είναι εκείνη που πίστεψε, γιατί θα εκπληρωθούν αυτά που της είπε ο Κύριος».
46. Τότε η Μαριάμ είπε:  «Δοξάζει η ψυχή μου τον Κύριο,
47. και βρήκε αγαλλίαση το πνεύμα μου  στο Θεό, το Σωτήρα μου.
48. Γιατί έστρεψε το βλέμμα του στην ταπεινή του δούλη.  Και νά! από τώρα πια θα με μακαρίζουν όλες οι γενιές.
49. Γιατί μου έκανε πράγματα θαυμαστά ο Παντοδύναμος. Και είναι άγιο το όνομά του.
50. Και το έλεός του εκτείνεται από γενιές σε γενιές, σε όσους τον σέβονται.
51. Επέβαλε την κυριαρχία του με το βραχίονά του. Διασκόρπισε εκείνους που ο νους και η καρδιά τους διαπνέονται από περηφάνια.
52. Καθαίρεσε άρχοντες από τους θρόνους τους και εξύψωσε ταπεινούς.
53. Ανθρώπους πεινασμένους τους γέμισε με αγαθά,  ενώ πλούσιους τους έδιωξε αδειανούς.
54. Στήριξε τον Ισραήλ το δούλο του, διατηρώντας στη μνήμη του το έλεός του
55. αιώνια, όπως το υποσχέθηκε στους προπάτορές μας, στον Αβραάμ και τους απογόνους του».
56. Κι έμεινε η Μαριάμ με την Ελισάβετ περίπου τρεις μήνες και ύστερα επέστρεψε στο σπίτι της.
57. Συμπληρώθηκαν λοιπόν οι μέρες της Ελισάβετ για να γεννήσει, και γέννησε γιο.
58. Στο μεταξύ άκουσαν οι γείτονες και οι συγγενείς της πως ο Κύριος της έδειξε πολύ μεγάλο έλεος και συμμετείχαν στη χαρά της.
59. Κι όταν έφτασε η όγδοη μέρα, ήρθαν να κάνουν περιτομή στο παιδί και το αποκαλούσαν το παιδί Ζαχαρία, επειδή αυτό ήταν το όνομα του πατέρα του.
60. Τους μίλησε όμως η μητέρα του και τους είπε: «Όχι Ζαχαρίας αλλά Ιωάννης θα ονομαστεί».
61. Τότε εκείνοι της είπαν: «Δεν υπάρχει κανένας ανάμεσα στους συγγενείς σου που να έχει το όνομα αυτό!».
62. Και ρωτούσαν με νοήματα τον πατέρα του, πώς θα ήθελε εκείνος να ονομαστεί.
63. Εκείνος τότε ζήτησε μια μικρή πλάκα κι έγραψε: «Ιωάννης είναι το όνομά του». Κι όλοι απόρησαν.
64. Κι ακριβώς τη στιγμή εκείνη αφαιρέθηκε ο φραγμός από το στόμα και τη γλώσσα του κι άρχισε να μιλάει δοξολογώντας το Θεό!
65. Φόβος κυρίευσε τότε όλους εκείνους που κατοικούσαν στις γύρω περιοχές, και σε όλη την ορεινή περιοχή της Ιουδαίας συζητιούνταν όλα αυτά τα γεγονότα.
66. Και όλοι όσοι τα άκουσαν, τα φύλαγαν μέσα στην καρδιά τους λέγοντας: «Τι πρόκειται άραγε να γίνει το παιδί αυτό;». Και το χέρι του Κυρίου ήταν μαζί του.
67. Στο μεταξύ ο Ζαχαρίας, ο πατέρας του, γέμισε από Πνεύμα Άγιο και προφήτεψε λέγοντας:
68. »Ευλογητός ο Κύριος, ο Θεός του Ισραήλ, γιατί επισκέφτηκε το λαό του και του πρόσφερε λύτρωση.
69. Και ανέδειξε για μας ένα δυνατό μέσο σωτηρίας από τη γενιά του Δαβίδ του δούλου του,
70. όπως το υποσχέθηκε με το στόμα των προφητών του των αγίων από την αρχή του κόσμου μέχρι τώρα:
71. Να μας χαρίσει απελευθέρωση από τους εχθρούς μας και από τα χέρια όλων εκείνων που μας μισούνε.
72. Να δείξει έλεος στους πατέρες μας και να θυμηθεί τη διαθήκη του την άγια,
73. τον όρκο που ορκίστηκε στον Αβραάμ τον πατέρα μας, πως θα μας αξιώσει,
74. αφού ελευθερωθούμε από τους εχθρούς μας, να τον λατρεύουμε άφοβα
75. με οσιότητα και με δικαιοσύνη μπροστά στην παρουσία του σε όλες τις μέρες της ζωής μας.
76. Κι εσύ, παιδάκι, προφήτης του Υψίστου θα ονομαστείς, γιατί θα προπορευτείς πριν από τον Κύριο, για να προετοιμάσεις τα μονοπάτια του· -
77. για να μεταδώσεις τη γνώση της σωτηρίας στο λαό του με τη συγχώρηση των αμαρτιών τους,
78. χάρη στα πιο βαθιά αισθήματα ελέους του Θεού μας, με τα οποία μας επισκέφθηκε ανατολή από τον ουρανό:
79. Για να φωτίσει αυτούς που κάθονται στο σκοτάδι και σε σκιά θανάτου. Για να κατευθύνει τα πόδια μας στο δρόμο της ειρήνης».
80. Στο μεταξύ το παιδί μεγάλωνε και δυνάμωνε στο πνεύμα και ζούσε στις ερημιές μέχρι την ημέρα της εμφάνισής του στο λαό Ισραήλ.















































































Matthew 1

Luke, Chapter 1 Ancient Greek

1. Ἐπειδήπερ πολλοὶ ἐπεχείρησαν ἀνατάξασθαι διήγησιν περὶ τῶν πεπληροφορημένων ἐν ἡμῖν πραγμάτων

2. καθὼς παρέδοσαν ἡμῖν οἱ ἀπ' ἀρχῆς αὐτόπται καὶ ὑπηρέται γενόμενοι τοῦ λόγου,

3. ἔδοξε κἀμοί, παρηκολουθηκότι ἄνωθεν πᾶσιν ἀκριβῶς, καθεξῆς σοι γράψαι, κράτιστε Θεόφιλε,

4. ἵνα ἐπιγνῷς περὶ ὧν κατηχήθης λόγων τὴν ἀσφάλειαν.

5. Ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως τῆς Ἰουδαίας ἱερεύς τις ὀνόματι Ζαχαρίας ἐξ ἐφημερίας Ἀβιά, καὶ ἡ γυνὴ αὐτοῦ ἐκ τῶν θυγατέρων Ἀαρών, καὶ τὸ ὄνομα αὐτῆς Ἐλισάβετ.

6. ἦσαν δὲ δίκαιοι ἀμφότεροι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πορευόμενοι ἐν πάσαις ταῖς ἐντολαῖς καὶ δικαιώμασι τοῦ Κυρίου ἄμεμπτοι.

7. καὶ οὐκ ἦν αὐτοῖς τέκνον, καθότι ἡ Ἐλισάβετ ἦν στεῖρα, καὶ ἀμφότεροι προβεβηκότες ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῶν ἦσαν.

8. Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ἱερατεύειν αὐτὸν ἐν τῇ τάξει τῆς ἐφημερίας αὐτοῦ ἔναντι τοῦ Θεοῦ,

9. κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἱερατείας ἔλαχε τοῦ θυμιᾶσαι εἰσελθὼν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου·

10. καὶ πᾶν τὸ πλῆθος ἦν τοῦ λαοῦ προσευχόμενον ἔξω τῇ ὥρᾳ τοῦ θυμιάματος.

11. ὤφθη δὲ αὐτῷ ἄγγελος Κυρίου ἑστὼς ἐκ δεξιῶν τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ θυμιάματος.

12. καὶ ἐταράχθη Ζαχαρίας ἰδών, καὶ φόβος ἐπέπεσεν ἐπ' αὐτόν.

13. εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ ἄγγελος· μὴ φοβοῦ, Ζαχαρία· διότι εἰσηκούσθη ἡ δέησίς σου, καὶ ἡ γυνή σου Ἐλισάβετ γεννήσει υἱόν σοι, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰωάννην·

14. καὶ ἔσται χαρά σοι καὶ ἀγαλλίασις, καὶ πολλοὶ ἐπὶ τῇ γεννήσει αὐτοῦ χαρήσονται.

15. ἔσται γὰρ μέγας ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, καὶ οἶνον καὶ σίκερα οὐ μὴ πίῃ, καὶ Πνεύματος Ἁγίου πλησθήσεται ἔτι ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ,

16. καὶ πολλοὺς τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐπιστρέψει ἐπὶ Κύριον τὸν Θεὸν αὐτῶν·

17. καὶ αὐτὸς προελεύσεται ἐνώπιον αὐτοῦ ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ἠλιού, ἐπιστρέψαι καρδίας πατέρων ἐπὶ τέκνα καὶ ἀπειθεῖς ἐν φρονήσει δικαίων, ἑτοιμάσαι Κυρίῳ λαὸν κατεσκευασμένον.

18. καὶ εἶπε Ζαχαρίας πρὸς τὸν ἄγγελον· κατὰ τί γνώσομαι τοῦτο; ἐγὼ γάρ εἰμι πρεσβύτης καὶ ἡ γυνή μου προβεβηκυῖα ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῆς.

19. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῷ· ἐγώ εἰμι Γαβριὴλ ὁ παρεστηκὼς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀπεστάλην λαλῆσαι πρός σε καὶ εὐαγγελίσασθαί σοι ταῦτα·

20. καὶ ἰδοὺ ἔσῃ σιωπῶν καὶ μὴ δυνάμενος λαλῆσαι ἄχρι ἧς ἡμέρας γένηται ταῦτα, ἀνθ' ὧν οὐκ ἐπίστευσας τοῖς λόγοις μου, οἵτινες πληρωθήσονται εἰς τὸν καιρὸν αὐτῶν.

21. καὶ ἦν ὁ λαὸς προσδοκῶν τὸν Ζαχαρίαν, καὶ ἐθαύμαζον ἐν τῷ χρονίζειν αὐτὸν ἐν τῷ ναῷ.

22. ἐξελθὼν δὲ οὐκ ἠδύνατο λαλῆσαι αὐτοῖς, καὶ ἐπέγνωσαν ὅτι ὀπτασίαν ἑώρακεν ἐν τῷ ναῷ· καὶ αὐτὸς ἦν διανεύων αὐτοῖς, καὶ διέμενε κωφός.

23. καὶ ἐγένετο ὡς ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τῆς λειτουργίας αὐτοῦ, ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ.

24. Μετὰ δὲ ταύτας τὰς ἡμέρας συνέλαβεν Ἐλισάβετ ἡ γυνὴ αὐτοῦ, καὶ περιέκρυβεν ἑαυτὴν μῆνας πέντε,

25. λέγουσα ὅτι οὕτω μοι πεποίηκεν ὁ Κύριος ἐν ἡμέραις αἷς ἐπεῖδεν ἀφελεῖν τὸ ὄνειδός μου ἐν ἀνθρώποις.

26. Ἐν δὲ τῷ μηνὶ τῷ ἕκτῳ ἀπεστάλη ὁ ἄγγελος Γαβριὴλ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς πόλιν τῆς Γαλιλαίας, ᾗ ὄνομα Ναζαρέτ,

27. πρὸς παρθένον μεμνηστευμένην ἀνδρί, ᾧ ὄνομα Ἰωσήφ, ἐξ οἴκου Δαυΐδ, καὶ τὸ ὄνομα τῆς παρθένου Μαριάμ.

28. καὶ εἰσελθὼν ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτὴν εἶπε· χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν.

29. ἡ δὲ ἰδοῦσα διεταράχθη ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτοῦ, καὶ διελογίζετο ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος.

30. καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος αὐτῇ· μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ.

31. καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν.

32. οὗτος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ Θεὸς τὸν θρόνον Δαυῒδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ,

33. καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος.

34. εἶπε δὲ Μαριὰμ πρὸς τὸν ἄγγελον· πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω;

35. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ.

36. καὶ ἰδοὺ Ἐλισάβετ ἡ συγγενής σου καὶ αὐτὴ συνειληφυῖα υἱὸν ἐν γήρει αὐτῆς, καὶ οὗτος μὴν ἕκτος ἐστὶν αὐτῇ τῇ καλουμένῃ στείρᾳ·

37. ὅτι οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ῥῆμα.

38. εἶπε δὲ Μαριάμ· ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου. καὶ ἀπῆλθεν ἀπ' αὐτῆς ὁ ἄγγελος.

39. Ἀναστᾶσα δὲ Μαριὰμ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις ἐπορεύθη εἰς τὴν ὀρεινὴν μετὰ σπουδῆς εἰς πόλιν Ἰούδα,

40. καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον Ζαχαρίου καὶ ἠσπάσατο τὴν Ἐλισάβετ.

41. καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν ἡ Ἐλισάβετ τὸν ἀσπασμὸν τῆς Μαρίας, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς· καὶ ἐπλήσθη Πνεύματος Ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ

42. καὶ ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καὶ εἶπεν· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου.

43. καὶ πόθεν μοι τοῦτο ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με;

44. ἰδοὺ γὰρ ὡς ἐγένετο ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τῇ κοιλίᾳ μου.

45. καὶ μακαρία ἡ πιστεύσασα ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου.

46. Καὶ εἶπε Μαριάμ· Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον

47. καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρί μου,

48. ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ. ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί·

49. ὅτι ἐποίησέ μοι μεγαλεῖα ὁ δυνατὸς καὶ ἅγιον τὸ ὄνομα αὐτοῦ,

50. καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ εἰς γενεὰς γενεῶν τοῖς φοβουμένοις αὐτόν.

51. Ἐποίησε κράτος ἐν βραχίονι αὐτοῦ, διεσκόρπισεν ὑπερηφάνους διανοίᾳ καρδίας αὐτῶν·

52. καθεῖλε δυνάστας ἀπὸ θρόνων καὶ ὕψωσε ταπεινούς,

53. πεινῶντας ἐνέπλησεν ἀγαθῶν καὶ πλουτοῦντας ἐξαπέστειλε κενούς.

54. ἀντελάβετο Ἰσραὴλ παιδὸς αὐτοῦ μνησθῆναι ἐλέους,

55. καθὼς ἐλάλησε πρὸς τοὺς πατέρας ἡμῶν, τῷ Ἀβραὰμ καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ εἰς τὸν αἰῶνα.

56. Ἔμεινε δὲ Μαριὰμ σὺν αὐτῇ ὡσεὶ μῆνας τρεῖς καὶ ὑπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς.

57. Τῇ δὲ Ἐλισάβετ ἐπλήσθη ὁ χρόνος τοῦ τεκεῖν αὐτήν, καὶ ἐγέννησεν υἱόν.

58. καὶ ἤκουσαν οἱ περίοικοι καὶ οἱ συγγενεῖς αὐτῆς ὅτι ἐμεγάλυνε Κύριος τὸ ἔλεος αὐτοῦ μετ' αὐτῆς, καὶ συνέχαιρον αὐτῇ.

59. Καὶ ἐγένετο ἐν τῇ ὀγδόῃ ἡμέρᾳ ἦλθον περιτεμεῖν τὸ παιδίον, καὶ ἐκάλουν αὐτὸ ἐπὶ τῷ ὀνόματι τοῦ πατρὸς αὐτοῦ Ζαχαρίαν.

60. καὶ ἀποκριθεῖσα ἡ μήτηρ αὐτοῦ εἶπεν· οὐχί, ἀλλὰ κληθήσεται Ἰωάννης.

61. καὶ εἶπον πρὸς αὐτὴν ὅτι οὐδείς ἐστιν ἐν τῇ συγγενείᾳ σου ὃς καλεῖται τῷ ὀνόματι τούτῳ·

62. ἐνένευον δὲ τῷ πατρὶ αὐτοῦ τὸ τί ἂν θέλοι καλεῖσθαι αὐτόν.

63. καὶ αἰτήσας πινακίδιον ἔγραψε λέγων· Ἰωάννης ἐστὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ· καὶ ἐθαύμασαν πάντες.

64. ἀνεῴχθη δὲ τὸ στόμα αὐτοῦ παραχρῆμα καὶ ἡ γλῶσσα αὐτοῦ, καὶ ἐλάλει εὐλογῶν τὸν Θεόν.

65. καὶ ἐγένετο ἐπὶ πάντας φόβος τοὺς περιοικοῦντας αὐτούς, καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ὀρεινῇ τῆς Ἰουδαίας διελαλεῖτο πάντα τὰ ῥήματα ταῦτα,

66. καὶ ἔθεντο πάντες οἱ ἀκούσαντες ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῶν λέγοντες· τί ἄρα τὸ παιδίον τοῦτο ἔσται; καὶ χεὶρ Κυρίου ἦν μετ' αὐτοῦ.

67. Καὶ Ζαχαρίας ὁ πατὴρ αὐτοῦ ἐπλήσθη Πνεύματος Ἁγίου καὶ προεφήτευσε λέγων·

68. Εὐλογητὸς Κύριος, ὁ Θεὸς τοῦ Ἰσραήλ, ὅτι ἐπεσκέψατο καὶ ἐποίησε λύτρωσιν τῷ λαῷ αὐτοῦ,

69. καὶ ἤγειρε κέρας σωτηρίας ἡμῖν ἐν τῷ οἴκῳ Δαυῒδ τοῦ παιδὸς αὐτοῦ,

70. καθὼς ἐλάλησε διὰ στόματος τῶν ἁγίων, τῶν ἀπ' αἰῶνος προφητῶν αὐτοῦ,

71. σωτηρίαν ἐξ ἐχθρῶν ἡμῶν καὶ ἐκ χειρὸς πάντων τῶν μισούντων ἡμᾶς,

72. ποιῆσαι ἔλεος μετὰ τῶν πατέρων ἡμῶν καὶ μνησθῆναι διαθήκης ἁγίας αὐτοῦ,

73. ὅρκον ὃν ὤμοσε πρὸς Ἀβραὰμ τὸν πατέρα ἡμῶν, τοῦ δοῦναι ἡμῖν

74. ἀφόβως, ἐκ χειρὸς ἐχθρῶν ἡμῶν ῥυσθέντας, λατρεύειν αὐτῷ

75. ἐν ὁσιότητι καὶ δικαιοσύνῃ ἐνώπιον αὐτοῦ πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς ἡμῶν.

76. Καὶ σύ, παιδίον, προφήτης ὑψίστου κληθήσῃ· προπορεύσῃ γὰρ πρὸ προσώπου Κυρίου ἑτοιμάσαι ὁδοὺς αὐτοῦ,

77. τοῦ δοῦναι γνῶσιν σωτηρίας τῷ λαῷ αὐτοῦ, ἐν ἀφέσει ἁμαρτιῶν αὐτῶν

78. διὰ σπλάγχνα ἐλέους Θεοῦ ἡμῶν, ἐν οἷς ἐπεσκέψατο ἡμᾶς ἀνατολὴ ἐξ ὕψους

79. ἐπιφᾶναι τοῖς ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου καθημένοις, τοῦ κατευθῦναι τοὺς πόδας ἡμῶν εἰς ὁδὸν εἰρήνης.

80. Τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι, καὶ ἦν ἐν ταῖς ἐρήμοις ἕως ἡμέρας ἀναδείξεως αὐτοῦ πρὸς τὸν Ἰσραήλ.

 

















































































Luke, Chapter 1 (KJV)

01 Forasmuch as many have taken in hand to set forth in
order a declaration of those things which are most surely
believed among us,
02 Even as they delivered them unto us, which from the
beginning were eyewitnesses, and ministers of the word;
03 It seemed good to me also, having had perfect
understanding of all things from the very first, to write
unto thee in order, most excellent Theophilus,
04 That thou mightest know the certainty of those things,
wherein thou hast been instructed.
05 There was in the days of Herod, the king of Judaea, a
certain priest named Zacharias, of the course of Abia: and
his wife was of the daughters of Aaron, and her name
was Elisabeth.
06 And they were both righteous before God, walking in all
the commandments and ordinances of the Lord blameless.
07 And they had no child, because that Elisabeth was
barren, and they both were now well stricken in years.
08 And it came to pass, that while he executed the
priest's office before God in the order of his course,
09 According to the custom of the priest's office, his lot
was to burn incense when he went into the temple of the
Lord.
10 And the whole multitude of the people were praying
without at the time of incense.
11 And there appeared unto him an angel of the Lord
standing on the right side of the altar of incense.
12 And when Zacharias saw him, he was troubled, and fear
fell upon him.
13 But the angel said unto him, Fear not, Zacharias: for
thy prayer is heard; and thy wife Elisabeth shall bear thee
a son, and thou shalt call his name John.
14 And thou shalt have joy and gladness; and many shall
rejoice at his birth.
15 For he shall be great in the sight of the Lord, and
shall drink neither wine nor strong drink; and he shall be
filled with the Holy Ghost, even from his mother's womb.
16 And many of the children of Israel shall he turn to the
Lord their God.
17 And he shall go before him in the spirit and power of
Elias, to turn the hearts of the fathers to the children,
and the disobedient to the wisdom of the just; to make
ready a people prepared for the Lord.
18 And Zacharias said unto the angel, Whereby shall I know
this? for I am an old man, and my wife well stricken in
years.
19 And the angel answering said unto him, I am Gabriel,
that stand in the presence of God; and am sent to speak
unto thee, and to show thee these glad tidings.
20 And, behold, thou shalt be dumb, and not able to speak,
until the day that these things shall be performed, because
thou believest not my words, which shall be fulfilled in
their season.
21 And the people waited for Zacharias, and marvelled that
he tarried so long in the temple.
22 And when he came out, he could not speak unto them: and
they perceived that he had seen a vision in the temple: for
he beckoned unto them, and remained speechless.
23 And it came to pass, that, as soon as the days of his
ministration were accomplished, he departed to his own
house.
24 And after those days his wife Elisabeth conceived, and
hid herself five months, saying,
25 Thus hath the Lord dealt with me in the days wherein he
looked on me, to take away my reproach among men.
26 And in the sixth month the angel Gabriel was sent from
God unto a city of Galilee, named Nazareth,
27 To a virgin espoused to a man whose name was Joseph, of
the house of David; and the virgin's name was Mary.
28 And the angel came in unto her, and said, Hail, thou
that art highly favoured, the Lord is with thee: blessed
art thou among women.
29 And when she saw him, she was troubled at his saying,
and cast in her mind what manner of salutation this should
be.
30 And the angel said unto her, Fear not, Mary: for thou
hast found favour with God.
31 And, behold, thou shalt conceive in thy womb, and bring
forth a son, and shalt call his name JESUS.
32 He shall be great, and shall be called the Son of the
Highest: and the Lord God shall give unto him the throne of
his father David:
33 And he shall reign over the house of Jacob for ever;
and of his kingdom there shall be no end.
34 Then said Mary unto the angel, How shall this be,
seeing I know not a man?
35 And the angel answered and said unto her, The Holy
Ghost shall come upon thee, and the power of the Highest
shall overshadow thee: therefore also that holy thing which
shall be born of thee shall be called the Son of God.
36 And, behold, thy cousin Elisabeth, she hath also
conceived a son in her old age: and this is the sixth month
with her, who was called barren.
37 For with God nothing shall be impossible.
38 And Mary said, Behold the handmaid of the Lord; be it
unto me according to thy word. And the angel departed from
her.
39 And Mary arose in those days, and went into the hill
country with haste, into a city of Juda;
40 And entered into the house of Zacharias, and saluted
Elisabeth.
41 And it came to pass, that, when Elisabeth heard the
salutation of Mary, the babe leaped in her womb; and
Elisabeth was filled with the Holy Ghost:
42 And she spake out with a loud voice, and said, Blessed
art thou among women, and blessed is the fruit of thy
womb.
43 And whence is this to me, that the mother of my Lord
should come to me?
44 For, lo, as soon as the voice of thy salutation sounded
in mine ears, the babe leaped in my womb for joy.
45 And blessed is she that believed: for there shall be
a performance of those things which were told her from the
Lord.
46 And Mary said, My soul doth magnify the Lord,
47 And my spirit hath rejoiced in God my Saviour.
48 For he hath regarded the low estate of his handmaiden:
for, behold, from henceforth all generations shall call me
blessed.
49 For he that is mighty hath done to me great things; and
holy is his name.
50 And his mercy is on them that fear him from
generation to generation.
51 He hath showed strength with his arm; he hath scattered
the proud in the imagination of their hearts.
52 He hath put down the mighty from their seats, and
exalted them of low degree.
53 He hath filled the hungry with good things; and the
rich he hath sent empty away.
54 He hath holpen his servant Israel, in remembrance of
his mercy;
55 As he spake to our fathers, to Abraham, and to his seed
for ever.
56 And Mary abode with her about three months, and
returned to her own house.
57 Now Elisabeth's full time came that she should be
delivered; and she brought forth a son.
58 And her neighbours and her cousins heard how the Lord
had showed great mercy upon her; and they rejoiced with
her.
59 And it came to pass, that on the eighth day they came
to circumcise the child; and they called him Zacharias,
after the name of his father.
60 And his mother answered and said, Not so; but he
shall be called John.
61 And they said unto her, There is none of thy kindred
that is called by this name.
62 And they made signs to his father, how he would have
him called.
63 And he asked for a writing table, and wrote, saying,
His name is John. And they marvelled all.
64 And his mouth was opened immediately, and his tongue
loosed, and he spake, and praised God.
65 And fear came on all that dwelt round about them: and
all these sayings were noised abroad throughout all the
hill country of Judaea.
66 And all they that heard them laid them up in their
hearts, saying, What manner of child shall this be! And the
hand of the Lord was with him.
67 And his father Zacharias was filled with the Holy
Ghost, and prophesied, saying,
68 Blessed be the Lord God of Israel; for he hath
visited and redeemed his people,
69 And hath raised up an horn of salvation for us in the
house of his servant David;
70 As he spake by the mouth of his holy prophets, which
have been since the world began:
71 That we should be saved from our enemies, and from the
hand of all that hate us;
72 To perform the mercy promised to our fathers, and to
remember his holy covenant;
73 The oath which he sware to our father Abraham,
74 That he would grant unto us, that we being delivered
out of the hand of our enemies might serve him without
fear,
75 In holiness and righteousness before him, all the days
of our life.
76 And thou, child, shalt be called the prophet of the
Highest: for thou shalt go before the face of the Lord to
prepare his ways;
77 To give knowledge of salvation unto his people by the
remission of their sins,
78 Through the tender mercy of our God; whereby the
dayspring from on high hath visited us,
79 To give light to them that sit in darkness and in the
shadow of death, to guide our feet into the way of peace.
80 And the child grew, and waxed strong in spirit, and was
in the deserts till the day of his showing unto Israel.