Luke, Chapter 10 Modern Greek

01 ΜΕΤΑ δε ταύτα διώρισεν ο Κύριος και άλλους εβδομήκοντα, και απέστειλεν αυτούς ανά δυο έμπροσθεν αυτού, εις πάσαν πόλιν και τόπον, όπου έμελλεν αυτός να υπάγη.
02  Έλεγε λοιπόν προς αυτούς, Ο μεν θερισμός είναι πολύς, οι δε εφγάται ολίγοι  παρακαλέσατε λοιπόν τον Κύριον του θερισμού να αποστείλη εργάτας εις τον θερισμόν αυτού.
03 Υπάγετε  ιδού, εγώ σας αποστέλλω ως αρνία εν μέσω λύκων.
04 Μη βαστάζετε βαλάντιον, μη σακκίον, μηδέ υποδήματα  και μηδένα χαιρετήσητε κατά την οδόν .
05 Εις ήντινα δε οικίαν εισέρχησθε, πρώτον λέγετε, Ειρήνη εις τον οίκον τούτον.
06 Και εαν μεν ήναι εκεί υιός ειρήνης, θέλει αναπαυθή επ' αυτόν η ειρήνη σας  ει δε μη, θέλει επιστρέψει εις εσάς.
07 Εν αυτή δε τη οικία μένετε τρώγοντες και πίνοντες τα παρ' αυτών διδόμενα  διότι ο εργάτης είναι άξιος του μισθού αυτού  μη μεταβαίνετε εξ οικίας εις οικίαν.
08 Και εις ήντινα πόλιν εισέρχησθε, και σας δέχωνται, τρώγετε τα παρατιθέμενα εις εσας,
09 και θεραπεύετε τους εν αυτή ασθενείς, και λέγετε προς αυτούς, Επλησίασεν εις εσας η βασιλεία του Θεού.
10 Εις ήντινα όμως πόλιν εισέρχησθε, και δεν σας δέχωνται, εξελθόντες εις τας πλατείας αυτής, είπατε,
11 Και τον κονιορτόν όστις εκολλήθη εις ημάς εκ της πόλεως σας εκτινάσσομεν εις εσας  πλήν τούτο γινώσκετε, ότι επλησίασεν εις εσας η βασιλεία του Θεού.
12 Σας λέγω δε, ότι εν τη ημέρα εκείνη ελαφροτέρα θέλει είσθαι η τιμωρία εις τα Σόδομα, παρά εις την πόλιν εκείνην.
13 Ουαί εις σε Χοραζίν ουαί εις σε, Βηθσαϊδά  διότι εαν εν τη Τύρω και Σιδώνι ήθελον γείνει τα θαύματα τα γενόμενα εν
τω μέσω υμών, πρό πολλού ήθελον μετανοήσει καθήμεναι εν σακκω και σποδώ.
14 Πλην εις την Τύρον και Σιδώνα ελαφροτέρα θέλει είσθαι η τιμωρία εν τη κρίσει παρά εις εσας.
15 Και συ, Καπερναούμ, ήτις υψώθης εως του ουρανού, θέλεις καταβιβασθή εως άδου.
16 Όστις ακούει εσας, εμέ ακούει  και όστις αθετεί εσας, εμε αθετεί ο δε αθετών εμε, αθετεί τον αποστείλαντά με .
17 Υπέστρεψαν δε οι εβδομήκοντα μετα χαράς, λέγοντες, Κύριε, και τα δαιμόνια υποτάσσονται εις ημάς εν τω ονόματί σου.
18 Είπε δε προς αυτούς, Εθεώρουν τον Σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα.
19 Ιδού, δίδω εις εσας την εξουσίαν του να πατήτε επάνω όφεων και σκορπίων, και επι πάσαν τη δύναμιν του εχθρού και ουδέν θέλει σας βλάψει .
20 Πλην εις τούτο μη χαίρετε, ότι τα πνεύματα υποτάσσονται εις εσας αλλά χαίρετε μάλλον, οτι τα ονόματά σας εγράφησαν εν τοις ουρανοίς.
21 Εν αυτή τη ώρα ηγαλλιάσθη κατά το πνεύμα ο Ιησούς, και είπεν, Ευχαριστώ σοι, Πάτερ, Κύριε του ουρανού και της γής, ότι απέκρυψας ταύτα απο σοφών και συνετών, και απεκάλυψας αυτά εις νήπια ναι, ω Πάτερ,διότι ούτως έγεινεν αρεστόν έμπροσθέν σου.
22 Πάντα παρεδόθησαν εις εμέ υπό του Πατρός μου  και ουδείς γινώσκει τις είναι ο Υιός, ειμή ο Πατήρ  και τις είναι ο Πατήρ, ειμή ο Υιός, και εις όντινα θέλη ο Υιός να αποκαλύψη αυτόν.
23 Και στραφείς προς τους μαθητάς, είπε κατ'ιδίαν, Μακάριοι οι οφθαλμοί οι βλέποντες όσα βλέπετε.
24 Διότι σας λέγω, ότι πολλοί προφήται και βασιλείς επεθύμησαν να ίδωσιν όσα σεις βλέπετε, και δεν είδον  και να ακούσωσιν όσα ακούετε, και δεν ήκουσαν.
25 Και ιδού, νομικός τις εσηκώθη,πειράζων αυτόν, και λέγων, Διδάσκαλε, τι πράξας θέλω κληρονομήσει ζωήν αιώνιον;
26 Ο δε είπε προς αυτόν, Εν τω νόμω τι είναι γεγραμμένον; πως αναγινώσκεις;
27 Ο δε αποκριθείς είπε,  «Θέλεις αγαπα Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου, και εξ όλης της ψυχής σου, και εξ όλης της δυνάμεώς σου,»  και εξ όλης της διανοίας σου  και «τον πλησίον σου ως σεαυτόν.»
28 Είπε δε προς αυτόν, Ορθώς απεκρίθης  τούτο κάμνε, και θέλεις ζήσει.
29 Αλλ' εκείνος θέλων να δικαιώση εαυτόν, είπε προς τον Ιησούν, Και τις είναι ο πλησίον μου;
30 Και αποκριθείς ο Ιησούς, είπεν, Άνθρωπος τις κατέβαινεν απο Ιερουσαλήμ εις Ιεριχώ, και περιέπέσεν εις ληστάς οίτινες και γυμνώσαντες αυτόν, και καταπληγώσαντες, ανεχώρησαν αφήσαντες αυτόν ημιθανή.
31 Κατά συγκυρίαν δε ιερεύς τις κατέβαινε δι'εκείνης της οδού  και ιδών αυτόν, επέρασεν απο το άλλο μέρος.
32 Ομοίως δε και Λευϊτης, φθάσας εις τον τόπον, ελθών και ιδών, επέρασεν απο το άλλο μέρος.
33 Σαμαρείτης δε τις οδοιπορών, ήλθεν εις τον τόπον όπου ήτο, και ιδών αυτόν εσπλαγχνίσθη
34 και πλησιάσας έδεσε τας πληγάς αυτού, επιχέων έλαιον και οίνον και επιβιβάσας αυτόν επι το κτήνος αυτού, έφερεν αυτόν εις ξενοδοχείον, και επεμελήθη αυτού.
35 Και την επαύριον ότε εξήρχετο, εκβαλών δύο δηνάρια έδωκεν εις τον ξενοδόχον, και είπε προς αυτόν, Επιμελήθητι αυτού  και ότι αν δαπανήσης περιπλέον, εγώ, όταν επανέλθω, θέλω σοι αποδώσει.
36 Τις λοιπόν εκ των τριών τούτων σοι φαίνεται ότι έγεινε πλησίον του εμπεσόντος εις τους ληστάς;
37 Ο δε είπεν, Ο ποιήσας το έλεος εις αυτόν. Είπε λοιπόν προς αυτόν ο Ιησούς, Ύπαγε, και συ κάμνε ομοίως.
38 Ενω δε απήρχοντο, αυτός εισήλθεν εις κώμην τινά  και γυνή τις ονομαζομένη Μάρθα, υπεδέχθη αυτόν εις τον οίκον αυτής.
39 Και αύτη είχεν αδελφήν καλουμένην Μαρίαν, ήτις και καθίσασα παρά τους πόδας του Ιησού, ήκουε τον λόγον αυτού.
40 Η δε Μάρθα ενησχολείτο εις πολλήν υπηρεσίαν  και ελθούσα έμπροσθεν αυτού,είπε Κύριε, δεν σε μέλει ότι η αδελφή μου με αφήκε μόνην να υπηρετώ; ειπέ λοιπόν προς αυτήν να μοι βοηθήση.
41 Αποκριθείς δε ο Ιησούς είπε προς αυτήν, Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και αγωνίζεσαι περί πολλά
42 πλήν ενός είναι χρεία  η Μαρία όμως εξέλεξε την αγαθήν μερίδα, ήτις δεν θέλει αφαιρεθή απ' αυτής.















































































Luke, Chapter 10 Demotic Greek

1. Ύστερα απ' αυτά ο Κύριος διόρισε κι άλλους εβδομήντα και τους έστειλε, να πάνε πριν από τον ίδιο, σε κάθε πόλη και σε κάθε τόπο που επρόκειτο να επισκεφτεί.
2. Σ' αυτούς, λοιπόν, έλεγε: «Ο θερισμός είναι πραγματικά πολύς αλλά είναι λίγοι οι εργάτες. Παρακαλέστε λοιπόν τον Κύριο του θερισμού να στείλει εργάτες για το θερισμό του.
3. Πηγαίνετε. Βλέπετε, σας στέλνω τώρα εγώ σαν πρόβατα ανάμεσα σε λύκους.
4. Μην κουβαλάτε μαζί σας χρήματα ούτε σακίδιο ούτε παπούτσια. Κι όσο βρίσκεστε στο δρόμο, μη χαιρετίσετε κανέναν.
5. Και σε όποιο σπίτι μπαίνετε, πρώτα απ' όλα να λέτε: Ειρήνη φέρνουμε στο σπίτι τούτο.
6. Κι αν υπάρχει εκεί άνθρωπος που αγαπά την ειρήνη, τότε θα στεριώσει σ' αυτόν η ειρήνη σας, διαφορετικά θα ξαναγυρίσει σε σας.
7. Και να μένετε στο ίδιο σπίτι, τρώγοντας και πίνοντας ό,τι σας προσφέρουν, γιατί είναι άξιος ο εργάτης να ανταμειφθεί για τον κόπο του. Μην πηγαίνετε από σπίτι σε σπίτι για να φιλοξενηθείτε.
8. Επίσης σε όποια πόλη μπαίνετε και είστε ευπρόσδεκτοι εκεί, να τρώτε αυτά που σας παραθέτουν.
9. Ακόμα να θεραπεύετε τους αρρώστους που υπάρχουν στην πόλη εκείνη και να τους λέτε: Είναι πολύ κοντά σας η βασιλεία του Θεού.
10. Αντίθετα, σε όποια πόλη μπαίνετε και δεν είστε ευπρόσδεκτοι, να βγείτε στους δημόσιους χώρους της και να πείτε:
11. Ακόμα και τη σκόνη που κάθισε πάνω μας από την πόλη σας την τινάζουμε πίσω σε σας. Αλλά ένα να ξέρετε, ότι είναι πολύ κοντά σας η βασιλεία του Θεού.
12. Και σας βεβαιώνω πως την ημέρα εκείνη θα είναι επιεικέστερη η τιμωρία που θα επιβληθεί στα Σόδομα παρά στην πόλη εκείνη».
13. «Αλίμονό σου, Χοραζίν! Αλίμονό σου Βηθσαϊδά! Γιατί αν τα θαύματα που έγιναν σε σας, γίνονταν στην Τύρο και στη Σιδώνα, από καιρό τώρα θα είχαν μετανοήσει και θα είχαν εκδηλώσει τη συντριβή τους φορώντας πένθιμα ρούχα και ρίχνοντας στάχτη στα κεφάλια τους.
14. Γι' αυτό η Τύρος και η Σιδώνα θα κριθούν επιεικέστερα την Ημέρα της Κρίσης παρά εσείς.
15. Κι εσύ Καπερναούμ, που υψώθηκες ως τα ουράνια, ως τον άδη θα κατέβεις.
16. »Όποιος ακούει εσάς, εμένα ακούει, και όποιος απορρίπτει εσάς, εμένα απορρίπτει. Κι εκείνος που απορρίπτει εμένα, απορρίπτει αυτόν που μ' απέστειλε».
17. Κάποτε, λοιπόν, επέστρεψαν οι εβδομήντα χαρούμενοι, λέγοντας: «Κύριε, στ' όνομά σου υποτάσσονται σ' εμάς ακόμα και τα δαιμόνια»!
18. Κι εκείνος τους είπε: «Παρατηρούσα το Σατανά που έπεσε από τον ουρανό σαν αστραπή.
19. Τώρα λοιπόν βλέπετε, σας δίνω την εξουσία να πατάτε επάνω σε φίδια και σε σκορπιούς και επάνω σε όλη τη δύναμη του εχθρού, κι ασφαλώς εσάς τίποτε απ' αυτά δε θα σας βλάψει.
20. Μα μη χαίρεστε για τούτο, ότι δηλαδή τα πνεύματα υποτάσσονται σε σας, αλλά να χαίρεστε γιατί τα ονόματά σας έχουν γραφτεί στον ουρανό».
21. Εκείνη ακριβώς την στιγμή το πνεύμα του Ιησού γέμισε από αγαλλίαση και είπε: «Σε δοξάξω Πατέρα, Κύριε του ουρανού και της γης, γιατί τ' απέκρυψες αυτά από σοφούς και συνετούς και τα φανέρωσες σε νήπια. Ναι, Πατέρα μου, γιατί έτσι θέλησες εσύ να εκδηλώσεις την εύνοιά σου.
22. Τα πάντα μου έχουν παραδοθεί από τον Πατέρα μου και κανένας δεν κατανοεί ποιος πραγματικά είναι ο Γιος παρά μονάχα ο Πατέρας, και ποιος πραγματικά είναι ο Πατέρας παρά μονάχα ο Γιος, κι εκείνος στον οποίο θα ήθελε ο Γιος να το αποκαλύψει».
23. Κι αφού στράφηκε ιδιαιτέρως στους μαθητές του, είπε: «Μακάριοι εκείνοι, που τα μάτια τους βλέπουν όσα βλέπετε.
24. Γιατί σας το λέω πως πολλοί προφήτες και βασιλιάδες επιθύμησαν να δουν αυτά που εσείς βλέπετε, όμως δεν τα είδαν, και ν' ακούσουν αυτά που εσείς ακούτε, αλλά δεν τα άκουσαν».
25. Σηκώθηκε τότε ξαφνικά ένας νομικός και θέλοντας να τον δοκιμάσει είπε: «Δάσκαλε, τι πρέπει να κάνω για να κληρονομήσω αιώνια ζωή;».
26. Κι ο Ιησούς του είπε: «Στο νόμο τι είναι γραμμένο; Τι διαβάζεις;».
27. Εκείνος αποκρίθηκε: «Ν' αγαπήσεις τον Κύριο το Θεό σου με όλη την καρδιά σου και με όλη την ψυχή σου και με όλη τη διάνοιά σου, κι επίσης τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου».
28. Τότε ο Ιησούς του είπε: «Ορθά αποκρίθηκες. Αυτό να κάνεις και θα ζήσεις».
29. Εκείνος όμως, θέλοντας να δικαιολογήσει τον εαυτό του, είπε στον Ιησού: «Και ποιος είναι ο πλησίον μου;»
30. Πήρε τότε αφορμή απ' αυτό ο Ιησούς και είπε: «Κάποιος κατέβαινε από την Ιερουσαλήμ στην Ιεριχώ. Έπεσε όμως σε χέρια ληστών, οι οποίοι, αφού τον ξεγύμνωσαν και τον καταπλήγωσαν, τον άφησαν μισοπεθαμένο κι έφυγαν.
31. Κατά σύμπτωση από το δρόμο εκείνο κατέβαινε ένας ιερέας, και παρόλο που τον είδε, τον προσπέρασε.
32. Το ίδιο έκανε κι ένας Λευίτης, που παρουσιάστηκε στον τόπο εκείνο. Αφού ήρθε και είδε, συνέχισε το δρόμο του χωρίς να προσφέρει βοήθεια.
33. Όμως ένας Σαμαρείτης ταξιδιώτης έφτασε κι αυτός στον τόπο που ήταν ο πληγωμένος, και μόλις τον είδε τον σπλαχνίστηκε.
34. Πήγε τότε κοντά του και επέδεσε τα τραύματά του χύνοντας πάνω τους λάδι και κρασί. Κατόπιν τον ανέβασε στο δικό του ζώο, τον πήγε σ' ένα πανδοχείο και τον περιποιήθηκε.
35. Και την επόμενη μέρα βγήκε, κι αφού έβγαλε δυο δηνάρια, τα έδωσε στον πανδοχέα και του είπε: Φρόντισέ τον κι ό,τι παραπάνω ξοδέψεις, θα σου τα πληρώσω εγώ στην επιστροφή μου.
36. Ποιος, λοιπόν, από τους τρεις αυτούς, νομίζεις πως έγινε ο πλησίον εκείνου που έπεσε στους ληστές;».
37. Κι εκείνος είπε: «Αυτός που τον περιποιήθηκε με ευσπλαχνία». Τότε ο Ιησούς του είπε: «Πήγαινε και να κάνεις κι εσύ το ίδιο».
38. Κάποτε πάλι, ενώ βρίσκονταν σε οδοιπορία, μπήκε ο Ιησούς σε κάποιο χωριό, όπου μια γυναίκα, που λεγόταν Μάρθα, τον υποδέχτηκε στο σπίτι της.
39. Αυτή είχε και μια αδελφή που την έλεγαν Μαρία, η οποία κάθισε κοντά στα πόδια του Ιησού και άκουγε τη διδαχή του.
40. Η Μάρθα απεναντίας, πνιγόταν στη δουλειά για να τους περιποιηθεί. Έτσι, πλησίασε τον Ιησού και του είπε: «Κύριε, δε σε νοιάζει που η αδελφή μου με άφησε ν' αγωνίζομαι μόνη για να σας υπηρετώ; Πες της λοιπόν να με βοηθήσει».
41. Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και της είπε: «Μάρθα, Μάρθα! Νοιάζεσαι και αγωνίζεσαι για πολλά!
42. Ένα πράγμα, όμως, είναι αναγκαίο. Η Μαρία λοιπόν διάλεξε την καλή αυτή μερίδα, που δε θα της αφαιρεθεί».















































































Matthew 1

Luke, Chapter 10 Ancient Greek

1. Μετὰ δὲ ταῦτα ἀνέδειξεν ὁ Κύριος καὶ ἑτέρους ἑβδομήκοντα, καὶ ἀπέστειλεν αὐτοὺς ἀνὰ δύο πρὸ προσώπου αὐτοῦ εἰς πᾶσαν πόλιν καὶ τόπον οὗ ἤμελλεν αὐτὸς ἔρχεσθαι.

2. ἔλεγεν οὖν πρὸς αὐτούς· ὁ μὲν θερισμὸς πολύς, οἱ δὲ ἐργάται ὀλίγοι· δεήθητε οὖν τοῦ κυρίου τοῦ θερισμοῦ ὅπως ἐκβάλῃ ἐργάτας εἰς τὸν θερισμὸν αὐτοῦ.

3. ὑπάγετε· ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς ἄρνας ἐν μέσῳ λύκων.

4. μὴ βαστάζετε βαλλάντιον, μὴ πήραν, μηδὲ ὑποδήματα, καὶ μηδένα κατὰ τὴν ὁδὸν ἀσπάσησθε.

5. εἰς ἣν δ' ἂν οἰκίαν εἰσέρχησθε, πρῶτον λέγετε· εἰρήνη τῷ οἴκῳ τούτῳ.

6. καὶ ἐὰν ᾖ ἐκεῖ υἱὸς εἰρήνης, ἐπαναπαύσεται ἐπ' αὐτὸν ἡ εἰρήνη ὑμῶν· εἰ δὲ μήγε, ἐφ' ὑμᾶς ἐπανακάμψει.

7. ἐν αὐτῇ δὲ τῇ οἰκίᾳ μένετε ἐσθίοντες καὶ πίνοντες τὰ παρ' αὐτῶν· ἄξιος γὰρ ὁ ἐργάτης τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ ἐστι· μὴ μεταβαίνετε ἐξ οἰκίας εἰς οἰκίαν.

8. καὶ εἰς ἣν ἂν πόλιν εἰσέρχησθε καὶ δέχωνται ὑμᾶς, ἐσθίετε τὰ παρατιθέμενα ὑμῖν,

9. καὶ θεραπεύετε τοὺς ἐν αὐτῇ ἀσθενεῖς, καὶ λέγετε αὐτοῖς· ἤγγικεν ἐφ' ὑμᾶς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

10. εἰς ἣν δ' ἂν πόλιν εἰσέρχησθε καὶ μὴ δέχωνται ὑμᾶς, ἐξελθόντες εἰς τὰς πλατείας αὐτῆς εἴπατε·

11. καὶ τὸν κονιορτὸν τὸν κολληθέντα ἡμῖν ἀπὸ τῆς πόλεως ὑμῶν εἰς τοὺς πόδας ἡμῶν ἀπομασσόμεθα ὑμῖν· πλὴν τοῦτο γινώσκετε, ὅτι ἤγγικεν ἐφ' ἡμᾶς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

12. λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι Σοδόμοις ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀνεκτότερον ἔσται ἢ τῇ πόλει ἐκείνῃ.

13. Οὐαί σοι, Χοραζίν, οὐαί σοι, Βηθσαϊδά· ὅτι εἰ ἐν Τύρῳ καὶ Σιδῶνι ἐγένοντο αἱ δυνάμεις αἱ γενόμεναι ἐν ὑμῖν, πάλαι ἂν ἐν σάκκῳ καὶ σποδῷ καθήμεναι μετενόησαν.

14. πλὴν Τύρῳ καὶ Σιδῶνι ἀνεκτότερον ἔσται ἐν τῇ κρίσει ἢ ὑμῖν.

15. καὶ σύ, Καπερναούμ, ἡ ἕως τοῦ οὐρανοῦ ὑψωθείσα, ἕως ᾅδου καταβιβασθήσῃ.

16. Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμὲ ἀθετεῖ· ὁ δὲ ἐμὲ ἀθετῶν ἀθετεῖ τὸν ἀποστείλαντά με.

17. Ὑπέστρεψαν δὲ οἱ ἑβδομήκοντα μετὰ χαρᾶς λέγοντες· Κύριε, καὶ τὰ δαιμόνια ὑποτάσσεται ἡμῖν ἐν τῷ ὀνόματί σου.

18. Εἶπε δὲ αὐτοῖς· ἐθεώρουν τὸν σατανᾶν ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα.

19. ἰδοὺ δίδωμι ὑμῖν τὴν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καὶ σκορπίων καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τοῦ ἐχθροῦ, καὶ οὐδὲν ὑμᾶς οὐ μὴ ἀδικήσῃ.

20. πλὴν ἐν τούτῳ μὴ χαίρετε, ὅτι τὰ πνεύματα ὑμῖν ὑποτάσσεται· χαίρετε δὲ ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς οὐρανοῖς.

21. Ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἠγαλλιάσατο τῷ πνεύματι ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν· ἐξομολογοῦμαί σοι, πάτερ, κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅτι ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν, καὶ ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις· ναί, ὁ πατήρ, ὅτι οὕτως ἐγένετο εὐδοκία ἔμπροσθέν σου.

22. καὶ στραφεὶς πρὸς τοὺς μαθητὰς εἶπε· πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ πατρός μου· καὶ οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τίς ἐστιν ὁ υἱός, εἰ μὴ ὁ πατήρ, καὶ τίς ἐστιν ὁ πατήρ, εἰ μὴ ὁ υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ υἱὸς ἀποκαλύψαι.

23. Καὶ στραφεὶς πρὸς τοὺς μαθητὰς κατ' ἰδίαν εἶπε· μακάριοι οἱ ὀφθαλμοὶ οἱ βλέποντες ἃ βλέπετε.

24. λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ προφῆται καὶ βασιλεῖς ἠθέλησαν ἰδεῖν ἃ ὑμεῖς βλέπετε, καὶ οὐκ εἶδον, καὶ ἀκοῦσαι ἃ ἀκούετε, καὶ οὐκ ἤκουσαν.

25. Καὶ ἰδοὺ νομικός τις ἀνέστη ἐκπειράζων αὐτὸν καὶ λέγων· διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;

26. ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτόν· ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται; πῶς ἀναγινώσκεις;

27. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν.

28. εἶπε δὲ αὐτῷ· ὀρθῶς ἀπεκρίθης· τοῦτο ποίει καὶ ζήσῃ.

29. ὁ δὲ θέλων δικαιοῦν ἑαυτὸν εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦν· καὶ τίς ἐστί μου πλησίον;

30. ὑπολαβὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· ἄνθρωπός τις κατέβαινεν ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ εἰς Ἱεριχώ, καὶ λῃσταῖς περιέπεσεν· οἳ καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν καὶ πληγὰς ἐπιθέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ τυγχάνοντα.

31. κατὰ συγκυρίαν δὲ ἱερεύς τις κατέβαινεν ἐν τῇ ὁδῷ ἐκείνῃ, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἀντιπαρῆλθεν.

32. ὁμοίως δὲ καὶ Λευΐτης γενόμενος κατὰ τὸν τόπον, ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ἀντιπαρῆλθε.

33. Σαμαρείτης δέ τις ὁδεύων ἦλθε κατ' αὐτόν, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη,

34. καὶ προσελθὼν κατέδησε τὰ τραύματα αὐτοῦ ἐπιχέων ἔλαιον καὶ οἶνον, ἐπιβιβάσας δὲ αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἴδιον κτῆνος ἤγαγεν αὐτὸν εἰς πανδοχεῖον καὶ ἐπεμελήθη αὐτοῦ·

35. καὶ ἐπὶ τὴν αὔριον ἐξελθών, ἐκβαλὼν δύο δηνάρια ἔδωκε τῷ πανδοχεῖ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐπιμελήθητι αὐτοῦ, καὶ ὅ τι ἂν προσδαπανήσῃς, ἐγὼ ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαί με ἀποδώσω σοι.

36. τίς οὖν τούτων τῶν τριῶν πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς;

37. ὁ δὲ εἶπεν· ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ' αὐτοῦ. εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως.

38. Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ πορεύεσθαι αὐτοὺς καὶ αὐτὸς εἰσῆλθεν εἰς κώμην τινά. γυνὴ δέ τις ὀνόματι Μάρθα ὑπεδέξατο αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς.

39. καὶ τῇδε ἦν ἀδελφὴ καλουμένη Μαρία, ἣ καὶ παρακαθίσασα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ ἤκουε τὸν λόγον αὐτοῦ.

40. ἡ δὲ Μάρθα περιεσπᾶτο περὶ πολλὴν διακονίαν· ἐπιστᾶσα δὲ εἶπε· Κύριε, οὐ μέλει σοι ὅτι ἡ ἀδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονεῖν; εἰπὲ οὖν αὐτῇ ἵνα μοι συναντιλάβηται.

41. ἀποκριθεὶς δὲ εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά·

42. ἑνὸς δέ ἐστι χρεία· Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ' αὐτῆς.

 

















































































Luke, Chapter 10 (KJV)

1.  After these things the Lord appointed other seventy also, and sent them two and two before his face into every city and place, whither he himself would come.
2. Therefore said he unto them, The harvest truly is great, but the labourers are few: pray ye therefore the Lord of the harvest, that he would send forth labourers into his harvest.
3. Go your ways: behold, I send you forth as lambs among wolves.
4. Carry neither purse, nor scrip, nor shoes: and salute no man by the way.
5. And into whatsoever house ye enter, first say, Peace be to this house.
6. And if the son of peace be there, your peace shall rest upon it: if not, it shall turn to you again.
7. And in the same house remain, eating and drinking such things as they give: for the labourer is worthy of his hire. Go not from house to house.
8. And into whatsoever city ye enter, and they receive you, eat such things as are set before you:
9. And heal the sick that are therein, and say unto them, The kingdom of God is come nigh unto you.
10. But into whatsoever city ye enter, and they receive you not, go your ways out into the streets of the same, and say,
11. Even the very dust of your city, which cleaveth on us, we do wipe off against you: notwithstanding be ye sure of this, that the kingdom of God is come nigh unto you.
12. But I say unto you, that it shall be more tolerable in that day for Sodom, than for that city.
13. Woe unto thee, Chorazin! woe unto thee, Bethsaida! for if the mighty works had been done in Tyre and Sidon, which have been done in you, they had a great while ago repented, sitting in sackcloth and ashes.
14. But it shall be more tolerable for Tyre and Sidon at the judgment, than for you.
15. And thou, Capernaum, which art exalted to heaven, shalt be thrust down to hell.
16. He that heareth you heareth me; and he that despiseth you despiseth me; and he that despiseth me despiseth him that sent me.
17. And the seventy returned again with joy, saying, Lord, even the devils are subject unto us through thy name.
18. And he said unto them, I beheld Satan as lightning fall from heaven.
19. Behold, I give unto you power to tread on serpents and scorpions, and over all the power of the enemy: and nothing shall by any means hurt you.
20. Notwithstanding in this rejoice not, that the spirits are subject unto you; but rather rejoice, because your names are written in heaven.
21. In that hour Jesus rejoiced in spirit, and said, I thank thee, O Father, Lord of heaven and earth, that thou hast hid these things from the wise and prudent, and hast revealed them unto babes: even so, Father; for so it seemed good in thy sight.
22. All things are delivered to me of my Father: and no man knoweth who the Son is, but the Father; and who the Father is, but the Son, and he to whom the Son will reveal him .
23. And he turned him unto his disciples, and said privately, Blessed are the eyes which see the things that ye see:
24. For I tell you, that many prophets and kings have desired to see those things which ye see, and have not seen them ; and to hear those things which ye hear, and have not heard them .
25. And, behold, a certain lawyer stood up, and tempted him, saying, Master, what shall I do to inherit eternal life?
26.  He said unto him, What is written in the law? how readest thou?
27. And he answering said, Thou shalt love the Lord thy God with all thy heart, and with all thy soul, and with all thy strength, and with all thy mind; and thy neighbour as thyself.
28. And he said unto him, Thou hast answered right: this do, and thou shalt live.
29. But he, willing to justify himself, said unto Jesus, And who is my neighbour?
30. And Jesus answering said, A certain man went down from Jerusalem to Jericho, and fell among thieves, which stripped him of his raiment, and wounded him , and departed, leaving him half dead.
31. And by chance there came down a certain priest that way: and when he saw him, he passed by on the other side.
32. And likewise a Levite, when he was at the place, came and looked on him , and passed by on the other side.
33. But a certain Samaritan, as he journeyed, came where he was: and when he saw him, he had compassion on him ,
34. And went to him , and bound up his wounds, pouring in oil and wine, and set him on his own beast, and brought him to an inn, and took care of him.
35. And on the morrow when he departed, he took out two pence, and gave them to the host, and said unto him, Take care of him; and whatsoever thou spendest more, when I come again, I will repay thee.
36. Which now of these three, thinkest thou, was neighbour unto him that fell among the thieves?
37. And he said, He that shewed mercy on him. Then said Jesus unto him, Go, and do thou likewise.
38. Now it came to pass, as they went, that he entered into a certain village: and a certain woman named Martha received him into her house.
39. And she had a sister called Mary, which also sat at Jesus' feet, and heard his word.
40. But Martha was cumbered about much serving, and came to him, and said, Lord, dost thou not care that my sister hath left me to serve alone? bid her therefore that she help me.
41. And Jesus answered and said unto her, Martha, Martha, thou art careful and troubled about many things:
42. But one thing is needful: and Mary hath chosen that good part, which shall not be taken away from her.