Luke, Chapter 12 Modern Greek

Luke: 12,--Modern Greek.
01 Εν τω μεταξύ αφού συνηθροίσθησαν αι μυριάδες του όχλου, ώστε κατεπάτουν αλλήλους, ήρχισε να λέγη προς τους μαθητάς αυτού, Πρώτον προσέχετε εις εαυτούς από της ζύμης των Φαρισαίων, ήτις είναι υπόκρισις.
02 Αλλά δεν είναι ουδέν κεκαλυμμένον, το οποίον δεν θέλει ανακαλυφθή  και κρυπτόν, το οποίον δεν θέλει γνωρισθή.
03 Όθεν όσα είπετε εν τω σκότει,εν τω φωτί θέλουσιν ακουσθή  και ό, τι ελαλήσατε προς το ωτίον εν τοίς ταμείοις, θέλει κηρυχθή επί των δωμάτων.
04 Λέγω δε προς εσάς τους φίλους μου, Μη φοβηθήτε απο των αποκτεινόντων το σώμα, και μετά ταύτα μη δυναμένων περισσότερόν τι να πράξωσι.
05 Θέλω δε σας δείξει ποίον να φοβηθήτε  Φοβήθητε εκείνον όστις αφού αποκτείνη, έχει εξουσίαν να ρίψη εις την γέενναν  ναί, σας λέγω, τούτον φοβήθητε.
06 Δεν πελούνται πέντε στρουθία διά δύο ασσάρια ; και εν εξ αυτών δεν είναι λελησμονημένον ενώπιον του Θεού
07 αλλά και αι τρίχες της κεφαλής υμών είναι πάσαι ηριθμημέναι. Μη φοβείσθε λοιπόν  από πολλών στρουθίων διαφέρετε.
08 Σας λέγω δε, Πας όστις με ομολογήση έμπροσθεν των ανθρώπων, και ο Υιός του ανθρώπου θέλει ομολογήσει αυτόν έμπροσθεν των αγγέλων του Θεού.
09 Όστις δε με αρνηθή ενώπιον των ανθρώπων, και ο Υιός του ανθρώπου θέλει αρνηθή αυτόν ενώπιον των αγγέλων του Θεού.
10 Και πας όστις θέλει ειπεί λόγον κατά του Υιού του ανθρώπου, θέλει συγχωρηθή εις αυτόν  όστις όμως βλασφημήση κατά του Αγίου Πνεύματος, εις αυτόν δεν θέλει συγχωρηθή.
11 Όταν δε σας φέρωσιν εις τας συναγωγάς και τας αρχάς και τας εξουσίας, μη μεριμνάτε πως, ή τι να απολογηθήτε, ή τι να είπητε.
12  Διότι το  Άγιον Πνεύμα θέλει σας διδάξει εν αυτή τη ώρα τι πρέπει να είπητε.
13 Είπε δε τις προς αυτόν εκ του όχλου, Διδάσκαλε, ειπέ προς τον αδελφόν μου να μοιρασθή μετ' εμού την κληρονομίαν.
14 Ο δε είπε προς αυτόν,  Άνθρωπε, τις με κατέστησε δικαστήν ή μεριστήν εφ' υμάς ;
15 Και είπε προς αυτούς, Προσέχετε και φυλάττεσθε από της πλεονεξίας  διότι εάν τις έχη περισσά, η ζωή αυτού δεν συνίσταται εκ των υπαρχόντων αυτού.
16 Είπε δε προς αυτούς παραβολήν, λέγων, Ανθρώπου  τινός πλουσίου ευτύχησον τα χωράφια
17 και διελογίζετο εν εαυτώ, λέγων, Τι να κάμω ; διότι δεν έχω που να συνάξω τους καρπούς μου.
18 Και είπε,Τούτο θέλω κάμει  θέλω χαλάσει τας αποθήκας μου,και θέλω οικοδομήσει μεγαλητέρας, και συνάξει εκεί πάντα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου
19 και θέλω ειπεί προς την ψυχήν μου, Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά εναποτεταμιευμένα δι' έτη πολλά  αναπαύου, φάγε, πίε, ευφραίνου.
20 Είπε δε προς αυτόν ο Θεός,  Άφρον, ταύτην την νύκτα την ψυχήν σου απαιτούσιν από σού  όσα δε ητοίμασας, τινος θέλουσιν είσθαι;
21 Ούτω θέλει είσθε όστις θησαυρίζει εις εαυτόν, και δεν πλουτεί εις Θεόν.
22  Είπε δε πρός τους μαθητάς αυτού, Διατούτο λέγω προς εσας, Μη μεριμνάτε δια την ζωήν σας, τι να φάγητε  μηδέ δια το σώμα, τι να ενδυθήτε.
23 Η ζωή είναι τιμιώτερον της τροφής, και το σώμα του ενδύματος.
24 Παρατηρήσατε τους κόρακας, ότι δεν σπείρουσιν, ουδέ θερίζουσιν  οίτινες δεν έχουσι ταμείον, ουδέ αποθήκην, και ο Θεός τρέφει αυτούς  πόσω μάλλον σεις διαφέρετε των πτηνών;
25 Και τις εξ υμών μεριμνών δύναται να προσθέση εις το ανάστημα αυτού μιαν πήχυν
26 Εαν λοιπόν ουδέ το ελάχιστον δύνασθε, τι μεριμνάτε περί των λοιπών;
27 Παρατηρήσατε τα κρίνα, πως αυξάνουσι  δεν κοπιάζουσιν, ουδέ κλώθουσι σας λέγω όμως, ουδέ ο Σολομών εν πάση τη δόξη αυτού ενεδύθη ως εν τούτων.
28 Αλλ' εαν τον χόρτον, όστις σήμερον είναι εν τω αγρώ, και αύριον ρίπτεται εις κλίβανον, ο Θεός ενδύη ούτω, πόσω μάλλον εσας, ολιγόπιστοι;
29 Και σεις μη ζητείτε τι να φάγητε, ή τι να πίητε  και μη ήσθε μετέωροι.
30 Διότι ταύτα πάντα ζητούσι τα έθνη του κόσμου  υμών δε ο Πατήρ εξεύρει ότι έχετε χρείαν τούτον.
31 Πλην ζητείτε την βασιλείαν του Θεού, και ταύτα πάντα θέλουσι σας προστεθή.
32 Μη φοβού, μικρόν ποίμνιον  διότι ο Πατήρ σας ευδόκησε να σας δώση την βασιλείαν.
33 Πωλήσατε τα υπάρχοντά σας, και δότε ελεημοσύνην. Κάμετε εις εαυτούς βαλάντια τα οποία δεν παλαιούνται, θησαυρόν εν τοις ουρανοίς όστις δεν εκλείπει, όπου κλέπτης δεν πλησιάζει, ουδέ σκώληξ διαφθείρει.
34 Διότι όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θέλει είσθαι και η καρδία σας.
35 Ας ήναι αι οσφύες σας περιεζωσμέναι, και οι λύχνοι καιόμενοι
36 και σεις, όμοιοι με ανθρώπους οίτινες προσμένουσι τον κύριον αυτών,πότε θέλει επιστρέψει εκ των γάμων, δια να ανοίξωσιν ευθύς εις αυτόν, όταν έλθη και κρούση.
37 Μακάριοι οι δούλοι εκείνοι, τους οποίους ελθών ο κύριος θέλει ευρεί αγρυπνούντας  αληθώς σας λέγω ότι θέλει περιζωσθή, και καθίσει αυτούς εις την τράπεζαν, και ελθών εις το μέσον θέλει υπηρετήσει αυτούς.
38 Και εαν έλθη εν τη δευτέρα φυλακή, και εν τη τρίτη φυλακή έλθη, και εύρη ούτω μακάριοι είναι οι δούλοι εκείνοι.
39 Τούτο δε γινώσκετε, ότι, εαν ήξευρεν ο οικοδεσπότης ποίαν ώραν ο κλέπτης έρχεται, ήθελεν αγρυπνήσει, και δεν ήθελεν αφήσει να διορυχθή ο οίκος αυτού.
40 Και σεις λοιπόν γίνεσθε έτοιμοι  διότι καθ' ην ώραν δεν στοχάζεσθε, έρχεται ο Υιός του ανθρώπου.
41 Είπε δε προς αυτόν ο Πέτρος, Κύριε, προς ημάς λέγεις την παραβολήν ταύτη, ή και προς πάντας;
42 Και ο Κύριος είπε, Τις λοιπόν είναι ο πιστός οικονόμος και φρόνιμος, τον οποίον θέλει καταστήσει ο κύριος αυτού επι των υπηρετών αυτού, δια να δίδη εν καιρώ την διωρισμένην τροφήν;
43 Μακάριος ο δούλος εκείνος τον οποίον ελθών ο κύριος αυτού θέλει ευρεί πράττοντα ούτως.
44 Αληθως σας λέγω, ότι θέλει καταστήσει αυτόν επι πάντων των υπαρχόντων αυτού.
45 Εαν δε είπη ο δούλος εκείνος εν τη καρδία αυτού, Βραδύνει να έλθη ο κύριός μου  και αρχίση να δέρη τους δούλους και τας δούλας, και να τρώγη και να πίνη και να μεθύη
46 θέλει ελθεί ο κύριος του δούλου εκείνου καθ' ήν ημέραν δεν προσμένει,και καθ' ήν ώραν δεν εξεύρει  και θέλει αποχωρίσει αυτόν, και το μέρος αυτού θέλει θέσει μετά των απίστων .
47 Εκείνος δε ο δούλος όστις γνωρίσας το θέλημα του κυρίου αυτού, δεν ητοίμασεν, ουδέ έκαμε κατά το θέλημα αυτού, θέλει δαρθή πολύ.
48 Όστις όμως μη γνωρίσας έπραξεν άξια δαρμών, θέλει δαρθή ολίγον. είς πάντα δε εις τον οποίον εδόθη πολύ, πολύ θέλει ζητηθή παρ' αυτού  και εις όντινα ενεπιστεύθη πολύ, περισσότερον θέλουσιν απαιτήσει παρ' αυτού.
49 Πυρ ήλθον να βάλω εις την γην  και τι θέλω, εαν ήδη ανήφθη;
50 Βάπτισμα δε έχω να βαπτισθώ, και πως στενοχωρούμαι εωσού εκτελεσθή;
51 Νομίζετε ότι ήλθον να δώσω ειρήνην εν τη γη; ουχί, σας λέγω, αλλά διαχωρισμόν
52 Διότι απο του νυν θέλουσιν είσθαι πέντε εν οίκω ενί διακεχωρισμένοι, οι τρείς κατά των δύο, και οι δύο κατά των τριών.
53 Θέλει διαχωρισθή πατήρ κατά υιού, και υιός κατά πατρός μήτηρ κατά θυγατρός, και θυγάτηρ κατά μητρός  πενθερά κατά της νύμφης αυτής, και νύμφη κατά της πενθεράς αυτής.
54  Έλεγε και προς τους όχλους, Όταν ίδητε την νεφέλην ανυψουμένην απο δυσμών, ευθύς λέγετε, Βροχή έρχεται  και γίνεται ούτω
55 και όταν νότον πνέοντα, λέγετε,  Ότι καύσων θέλει είσθαι  και γίνεται.
56 Υποκριταί, το πρόσωπον της γης και του ουρανού εξεύρετε να διακρίνητε  τον δε καιρόν τούτον πως δεν διακρίνετε;
57 Δια τι δε και αφ' εαυτών δεν κρίνετε το δίκαιον;
58 Ενω λοιπόν υπάγεις μετά του αντιδίκου σου προς τον άρχοντα, προσπάθησον καθ' οδόν να απαλλαχθής απ' αυτού, μηποτε σε σύρη προς τον κριτήν, και ο κριτής σε παραδώση εις τον υπηρέτην, και ο υπηρέτης σε βάλη εις φυλακήν.
59 Σοι λέγε, Δεν θέλεις εξέλθει εκείθεν, εωσού αποδώσης και το έσχατον λεπτόν.















































































Luke, Chapter 12 Demotic Greek

1. Στο μεταξύ, καθώς μαζεύτηκε αναρίθμητο πλήθος κόσμου, τόσο που να πατούν ο ένας τον άλλο, άρχισε ο Ιησούς να λέει στους μαθητές του πρώτα: «Να φυλάγεστε από το προζύμι των Φαρισαίων, που είναι η υποκρισία.
2. Άλλωστε δεν υπάρχει τίποτε το συγκαλυμμένο, που δε θα φανερωθεί, και τίποτε κρυφό που δε θα μαθευτεί.
3. Απεναντίας, όσα είπατε στο σκοτάδι, θ' ακουστούν στο φως κι εκείνο ακόμα που μέσα στα ιδιαίτερα δωμάτια ψιθυρίσατε στο αυτί, από τις ταράτσες θα διαλαληθεί»!
4. «Μα σε σας τους φίλους μου λέω: Μη φοβηθείτε αυτούς που σκοτώνουν το σώμα και πέρα απ' αυτό δεν έχουν τη δυνατότητα να κάνουν τίποτε περισσότερο.
5. Θα σας πω όμως ποιον να φοβηθείτε. Να φοβηθείτε εκείνον, που αφού θανατώσει, έχει την εξουσία να ρίξει τον άνθρωπο στην κόλαση. Ναι, σας λέω, αυτόν να φοβηθείτε!
6. Δεν πουλιούνται πέντε σπουργίτια για δυο ασσάρια; Και όμως ούτε ένα απ' αυτά δεν είναι ξεχασμένο από το Θεό.
7. Απεναντίας, ακόμα και οι τρίχες του κεφαλιού σας είναι όλες μετρημένες. Μη φοβάστε, λοιπόν, γιατί από πολλά σπουργίτια είστε εσείς υπέρτεροι.
8. »Σας λέω ακόμα πως όποιος ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους ότι είναι δικός μου, το ίδιο και ο Γιος του Ανθρώπου θα ομολογήσει γι' αυτόν μπροστά στους αγγέλους του Θεού ότι είναι δικός του.
9. Μα όποιος με αρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, αυτόν θα τον αρνηθεί ο Γιος του Ανθρώπου μπροστά στους αγγέλους του Θεού.
10. Επίσης, καθένας που θα πει κάτι εναντίον του Γιου του Ανθρώπου, θα συγχωρεθεί. Μα όποιος έχει βλαστημήσει το Άγιο Πνεύμα, δε θα συγχωρεθεί.
11. Κι όταν σας σύρουν στις συναγωγές και στις αρχές και στις εξουσίες, μην αγωνιάτε για το πώς και τι θα απολογηθείτε ή τι θα πείτε.
12. Γιατί το Άγιο Πνεύμα θα σας φωτίσει την ώρα εκείνη να πείτε εκείνα που πρέπει να πείτε».
13. Στο μεταξύ κάποιος από το πλήθος του είπε: «Δάσκαλε, πες στον αδελφό μου να μοιραστεί μαζί μου την κληρονομιά».
14. Κι εκείνος του απάντησε: «Άνθρωπε, ποιος με όρισε δικαστή ή διανομέα μεταξύ σας;».
15. Κατόπιν τους είπε: «Να προσέχετε και να φυλάγεστε από κάθε είδους πλεονεξία, γιατί η ζωή του ανθρώπου δεν εξαρτάται από τα υπάρχοντά του, όσα παραπανίσια πλούτη κι αν αποκτήσει».
16. Και συνέχισε με μια παραβολή λέγοντάς τους: «Κάποιου πλούσιου ανθρώπου τα χωράφια έδωσαν άφθονη σοδειά.
17. Σκεφτόταν λοιπόν ο άνθρωπος αυτός κι έλεγε από μέσα του: Τι θα κάνω τώρα που δεν έχω πού να αποθηκέψω τα γεννήματά μου; Είπε λοιπόν:
18. Να, τι θα κάνω. Θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα χτίσω μεγαλύτερες, κι εκεί θα συνάξω όλα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου.
19. Έπειτα θα πω στην ψυχή μου: Ψυχή έχεις πολλά αγαθά αποθηκευμένα που αρκούν για χρόνια πολλά. Ξεκουράσου, τρώγε, πίνε, απολάμβανε!
20. Αλλά ο Θεός του είπε: Άμυαλε! Τούτη τη νύχτα την ψυχή σου απαιτούν από σένα. Όσα λοιπόν ετοίμασες, τίνος θα είναι;
21. Το ίδιο άφρονας είναι όποιος συγκεντρώνει πλούτη για τον εαυτό του και δεν πλουτίζει για το Θεό».
22. Είπε κατόπιν στους μαθητές του: «Γι' αυτό σας λέω, μην ανησυχείτε για τη ζωή σας, τι θα φάτε ούτε για το σώμα σας, τι θα ντυθείτε.
23. Η ζωή είναι πολυτιμότερη από την τροφή και το σώμα από τα ρούχα.
24. Παρατηρήστε τα κοράκια, που ούτε σπέρνουν ούτε θερίζουν και τα οποία δεν έχουν ούτε κελάρι ούτε αποθήκη, μα ο Θεός τα θρέφει. Πόσο περισσότερο διαφέρετε εσείς από τα πουλιά!
25. Εξάλλου, ποιος από σας, με το να ανησυχεί, μπορεί να προσθέσει έστω και λίγα εκατοστά στη διάρκεια της ζωής του;
26. Άν λοιπόν, ούτε το πιο λίγο δεν μπορείτε να κατορθώσετε, γιατί ανησυχείτε για τα υπόλοιπα;
27. Παρατηρήστε τα κρίνα πώς μεγαλώνουν. Δεν κοπιάζουν ούτε γνέθουν. Σας λέω όμως πως ούτε ο Σολομών, μέσα σε όλη τη δόξα του, δεν ντυνόταν σαν ένα απ' αυτά!
28. Κι αν το χορτάρι της εξοχής, που σήμερα υπάρχει και αύριο το ρίχνουν στο φούρνο, ο Θεός το ντύνει έτσι, πόσο περισσότερο εσάς, ολιγόπιστοι;
29. Επομένως μην προβληματίζεστε για το τι θα φάτε και τι θα πιείτε και μην αφήνεστε να σας κυριεύσει η αβεβαιότητα.
30. Όλα αυτά τα επιζητούν οι άνθρωποι του κόσμου. Ο Πατέρας, όμως, ο δικός σας ξέρει ότι όλα αυτά τα χρειάζεστε.
31. Να ζητάτε λοιπόν τη βασιλεία του Θεού, κι όλα αυτά θα σας προστεθούν.
32. »Μη φοβάσαι εσύ μικρό μου ποίμνιο, γιατί ο Πατέρας σας είχε την ευχαρίστηση να σας δώσει τη βασιλεία.
33. Πουλήστε τα υπάρχοντά σας και δώστε ελεημοσύνη. Φτιάξτε για τους εαυτούς σας πορτοφόλια που δεν παλιώνουν, θησαυρό ανεξάντλητο στους ουρανούς, όπου κλέφτης δεν πλησιάζει κι ούτε σκόρος καταστρέφει.
34. Γιατί όπου είναι ο θησαυρός σας εκεί θα είναι και η καρδιά σας».
35. «Να 'ναι η μέση σας πάντα ζωσμένη και τα λυχνάρια σας αναμμένα.
36. Κι έτσι να είστε όμοιοι με ανθρώπους που καρτερούν τον κύριό τους πότε θα τελειώσει από τη γαμήλια τελετή, ώστε μόλις έρθει και χτυπήσει την πόρτα, να του ανοίξουν αμέσως.
37. Μακάριοι οι δούλοι εκείνοι, που σαν έρθει ο κύριός τους θα τους βρει άγρυπνους. Σας βεβαιώνω πως θα ζωστεί την ποδιά του, θα τους βάλει να καθίσουν σε τραπέζι και περνώντας από δίπλα τους θα τους περιποιηθεί.
38. Σε όποια βάρδια της νύχτας κι αν έρθει - τη δεύτερη ή την τρίτη - και τους βρει έτσι, είναι μακάριοι οι δούλοι εκείνοι!
39. Και να ξέρετε καλά τούτο: Πως αν ήξερε ο σπιτονοικοκύρης ποια ώρα θα έρθει ο κλέφτης, θα αγρυπνούσε και δε θα άφηνε να διαρρηχτεί το σπίτι του.
40. Γι' αυτό λοιπόν εσείς να είστε έτοιμοι, γιατί ο Γιος του Ανθρώπου έρχεται την ώρα που δεν το περιμένετε».
41. Του είπε τότε ο Πέτρος: «Κύριε, την παραβολή αυτή τη λες για μας ή για όλους; Κι ο Κύριος απάντησε:
42. «Ποιος, λοιπόν, είναι ο πιστός και φρόνιμος διαχειριστής, που ο κύριός του θα τον βάλει υπεύθυνο πάνω στο υπηρετικό προσωπικό του, για να τους παρέχει τη σωστή αναλογία τροφής που χρειάζονται στις κατάλληλες ώρες;
43. Μακάριος ο δούλος εκείνος, τον οποίο όταν έρθει ο κύριός του θα τον βρει έτσι να κάνει.
44. Σας λέω ότι πράγματι θα τον βάλει υπεύθυνο πάνω σ' όλα τα υπάρχοντά του.
45. Αν όμως πει ο δούλος εκείνος μέσα στην καρδιά του: Αργεί να έρθει ο κύριός μου κι αρχίσει να χτυπάει τους υπηρέτες και τις υπηρέτριες και να τρώει και να πίνει και να μεθάει,
46. θα επιστρέψει ο κύριος του δούλου εκείνου κάποια μέρα που δεν το περιμένει, και μια ώρα που δεν το ξέρει, και θα τον αποκόψει από τους δικούς του και τη θέση του θα την ορίσει ανάμεσα στους απίστους.
47. Έτσι, ο δούλος εκείνος που ήξερε το θέλημα του κυρίου του, μα δεν έκανε τις ανάλογες προετοιμασίες και δεν ενέργησε σύμφωνα με το θέλημά του, θα τιμωρηθεί αυστηρά.
48. Εκείνος όμως, που χωρίς να το ξέρει έκανε πράξεις αξιόποινες, θα τιμωρηθεί ελαφρότερα. Κι από τον καθένα στον οποίο δόθηκε πολύ, πολύ θα απαιτηθεί απ' αυτόν. Και σε όποιον παραχώρησαν πολύ, περισσότερο θα απαιτήσουν απ' αυτόν».
49. «Φωτιά ήρθα να βάλω πάνω στη γη, και τι άλλο θέλω αφού έχει κιόλας ανάψει;
50. Έχω όμως ένα βάφτισμα να βαφτιστώ, και πόσο στεναχωρούμαι ωσότου πραγματοποιηθεί!
51. Νομίζετε πως ήρθα να φέρω ειρήνη στη γη; Όχι, σας λέω, αλλά μάλλον διχασμό.
52. Γιατί από τώρα κι ύστερα πέντε μέλη μιας οικογένειας θα είναι διχασμένα. Οι τρεις θα είναι εναντίον των δύο και οι δύο εναντίον των τριών.
53. Θα διχαστούν πατέρας εναντίον γιου και γιος εναντίον του πατέρα του, μητέρα εναντίον κόρης και κόρη εναντίον της μητέρας της, πεθερά εναντίον της νύφης της και νύφη εναντίον της πεθεράς της».
54. Έλεγε επίσης και στα πλήθη: «Όταν δείτε τα σύννεφα να αναφαίνονται από τη δύση, αμέσως λέτε: Έρχεται βροχή, κι έτσι γίνεται.
55. Κι όταν φυσάει νοτιάς, λέτε πως θα γίνει καύσωνας, και γίνεται.
56. Υποκριτές! Τα χαρακτηριστικά σημάδια της γης και του ουρανού ξέρετε να εξετάζετε, πώς γίνεται λοιπόν και δεν εξετάζετε και τα σημάδια του καιρού τούτου;»
57. «Και γιατί τάχα δεν κρίνετε και από μόνοι σας ποιο είναι το δίκαιο;
58. Καθώς πηγαίνεις, για παράδειγμα, με τον αντίδικό σου στο δικαστή, κατάβαλε κάθε προσπάθεια να τακτοποιηθείς μαζί του όσο ακόμα βρίσκεσαι στο δρόμο, μη τυχόν και σε πάει στο δικαστή, και ο δικαστής σε παραδώσει στο δεσμοφύλακα και ο δεσμοφύλακας σε ρίξει στη φυλακή.
59. Σου το λέω πως σίγουρα δε θα βγεις από εκεί, ωσότου αποπληρώσεις και την τελευταία δεκάρα».















































































Matthew 1

Luke, Chapter 12 Ancient Greek

1. Ἐν οἷς ἐπισυναχθεισῶν τῶν μυριάδων τοῦ ὄχλου ὥς καταπατεῖν ἀλλήλους, ἤρξατο λέγειν πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ πρῶτον· προσέχετε ἑαυτοῖς ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων, ἥτις ἐστὶν ὑπόκρισις.

2. οὐδὲν δὲ συγκεκαλυμμένον ἐστὶν ὃ οὐκ ἀποκαλυφθήσεται, καὶ κρυπτὸν ὃ οὐ γνωσθήσεται·

3. ἀνθ' ὧν ὅσα ἐν τῇ σκοτίᾳ εἴπατε, ἐν τῷ φωτὶ ἀκουσθήσεται, καὶ ὃ πρὸς τὸ οὖς ἐλαλήσατε ἐν τοῖς ταμείοις, κηρυχθήσεται ἐπὶ τῶν δωμάτων.

4. Λέγω δὲ ὑμῖν τοῖς φίλοις μου· μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, καὶ μετὰ ταῦτα μὴ ἐχόντων περισσότερόν τι ποιῆσαι.

5. ὑποδείξω δὲ ὑμῖν τίνα φοβηθῆτε· φοβήθητε τὸν μετὰ τὸ ἀποκτεῖναι ἔχοντα ἐξουσίαν ἐμβαλεῖν εἰς τὴν γέενναν· ναί, λέγω ὑμῖν, τοῦτον φοβήθητε.

6. οὐχὶ πέντε στρουθία πωλεῖται ἀσσαρίων δύο; καὶ ἓν ἐξ αὐτῶν οὐκ ἔστιν ἐπιλελησμένον ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ·

7. ἀλλὰ καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς ὑμῶν πᾶσαι ἠρίθμηνται. μὴ οὖν φοβεῖσθε· πολλῶν στρουθίων διαφέρετε.

8. Λέγω δὲ ὑμῖν· πᾶς ὃς ἂν ὁμολογήσῃ ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁμολογήσει ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ·

9. ὁ δὲ ἀρνησάμενός με ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων ἀπαρνηθήσεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ.

10. καὶ πᾶς ὃς ἐρεῖ λόγον εἰς τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, ἀφεθήσεται αὐτῷ· τῷ δὲ εἰς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα βλασφημήσαντι οὐκ ἀφεθήσεται.

11. ὅταν δὲ προσφέρωσιν ὑμᾶς ἐπὶ τὰς συναγωγὰς καὶ τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἐξουσίας, μὴ μεριμνᾶτε πῶς ἢ τί ἀπολογήσησθε, ἢ τί εἴπητε·

12. τὸ γὰρ Ἅγιον Πνεῦμα διδάξει ὑμᾶς ἐν αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἃ δεῖ εἰπεῖν.

13. Εἶπε δέ τις αὐτῷ ἐκ τοῦ ὄχλου· διδάσκαλε, εἰπὲ τῷ ἀδελφῷ μου μερίσασθαι τὴν κληρονομίαν μετ' ἐμοῦ.

14. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· ἄνθρωπε, τίς με κατέστησε δικαστὴν ἢ μεριστὴν ἐφ' ὑμᾶς;

15. εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· ὁρᾶτε καὶ φυλάσσεσθε ἀπὸ πάσης πλεονεξίας· ὅτι οὐκ ἐν τῷ περισσεύειν τινὶ ἡ ζωὴ αὐτοῦ ἐστιν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐτοῦ.

16. Εἶπε δὲ παραβολὴν πρὸς αὐτοὺς λέγων· ἀνθρώπου τινὸς πλουσίου εὐφόρησεν ἡ χώρα·

17. καὶ διελογίζετο ἐν ἑαυτῷ λέγων· τί ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου;

18. καὶ εἶπε· τοῦτο ποιήσω· καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω, καὶ συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ γενήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου,

19. καὶ ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου· ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου.

20. εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεός· ἄφρων, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται;

21. οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ, καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλουτῶν.

22. Εἶπε δὲ πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ· διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε.

23. οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος;

24. κατανοήσατε τοὺς κόρακας, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν, οἷς οὐκ ἔστι ταμεῖον οὐδὲ ἀποθήκη, καὶ ὁ Θεὸς τρέφει αὐτούς· πόσῳ μᾶλλον ὑμεῖς διαφέρετε τῶν πετεινῶν;

25. τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα;

26. εἰ οὖν οὔτε ἐλάχιστον δύνασθε, τί περὶ τῶν λοιπῶν μεριμνᾶτε;

27. κατανοήσατε τὰ κρίνα πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· λέγω δὲ ὑμῖν, οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων.

28. εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσι, πόσῳ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι;

29. καὶ ὑμεῖς μὴ ζητεῖτε τί φάγητε καὶ τί πίητε, καὶ μὴ μετεωρίζεσθε·

30. ταῦτα γὰρ πάντα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου ἐπιζητεῖ· ὑμῶν δὲ ὁ πατὴρ οἶδεν ὅτι χρῄζετε τούτων·

31. πλὴν ζητεῖτε τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.

32. Μὴ φοβοῦ τὸ μικρὸν ποίμνιον· ὅτι εὐδόκησεν ὁ πατὴρ ὑμῶν δοῦναι ὑμῖν τὴν βασιλείαν.

33. πωλήσατε τὰ ὑπάρχοντα ὑμῶν καὶ δότε ἐλεημοσύνην. ποιήσατε ἑαυτοῖς βαλλάντια μὴ παλαιούμενα, θησαυρὸν ἀνέκλειπτον ἐν τοῖς οὐρανοῖς. ὅπου κλέπτης οὐκ ἐγγίζει οὐδὲ σὴς διαφθείρει·

34. ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ καὶ ἡ καρδία ὑμῶν ἔσται.

35. Ἔστωσαν ὑμῶν αἱ ὀσφύες περιεζωσμέναι καὶ οἱ λύχνοι καιόμενοι·

36. καὶ ὑμεῖς ὅμοιοι ἀνθρώποις προσδεχομένοις τὸν κύριον ἑαυτῶν, πότε ἀναλύσει ἐκ τῶν γάμων, ἵνα ἐλθόντος καὶ κρούσαντος εὐθέως ἀνοίξωσιν αὐτῷ.

37. μακάριοι οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι, οὓς ἐλθὼν ὁ κύριος εὑρήσει γρηγοροῦντας. ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι περιζώσεται καὶ ἀνακλινεῖ αὐτούς, καὶ παρελθὼν διακονήσει αὐτοῖς.

38. καὶ ἐὰν ἔλθῃ ἐν τῇ δευτέρᾳ φυλακῇ καὶ ἐν τῇ τρίτῃ φυλακῇ ἔλθῃ καὶ εὕρῃ οὕτω, μακάριοί εἰσιν οἱ δούλοι ἐκεῖνοι.

39. τοῦτο δὲ γινώσκετε ὅτι εἰ ᾔδει ὁ οἰκοδεσπότης ποίᾳ ὥρᾳ ὁ κλέπτης ἔρχεται, ἐγρηγόρησεν ἂν καὶ οὐκ ἂν ἀφῆκε διορυγῆναι τὸν οἶκον αὐτοῦ.

40. καὶ ὑμεῖς οὖν γίνεσθε ἕτοιμοι· ὅτι ᾗ ὥρᾳ οὐ δοκεῖτε ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται.

41. εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Πέτρος· Κύριε, πρὸς ἡμᾶς τὴν παραβολὴν ταύτην λέγεις ἢ καὶ πρὸς πάντας;

42. εἶπε δὲ ὁ Κύριος· τίς ἄρα ἐστὶν ὁ πιστὸς οἰκονόμος καὶ φρόνιμος, ὃν καταστήσει ὁ κύριος ἐπὶ τῆς θεραπείας αὐτοῦ τοῦ διδόναι ἐν καιρῷ τὸ σιτομέτριον;

43. μακάριος ὁ δοῦλος ἐκεῖνος, ὃν ἐλθὼν ὁ κύριος αὐτοῦ εὑρήσει οὕτω ποιοῦντα.

44. ἀληθῶς λέγω ὑμῖν ὅτι ἐπὶ πᾶσι τοῖς ὑπάρχουσιν αὐτοῦ καταστήσει αὐτόν.

45. ἐὰν δὲ εἴπῃ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, χρονίζει ὁ κύριός μου ἔρχεσθαι, καὶ ἄρξηται τύπτειν τοὺς παῖδας καὶ τὰς παιδίσκας, ἐσθίειν τε καὶ πίνειν καὶ μεθύσκεσθαι,

46. ἥξει ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἐν ἡμέρᾳ ᾗ οὐ προσδοκᾷ καὶ ἐν ὥρᾳ ᾗ οὐ γινώσκει, καὶ διχοτομήσει αὐτόν, καὶ τὸ μέρος αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀπίστων θήσει.

47. ἐκεῖνος δὲ ὁ δοῦλος, ὁ γνοὺς τὸ θέλημα τοῦ κυρίου ἑαυτοῦ καὶ μὴ ἑτοιμάσας μηδὲ ποιήσας πρὸς τὸ θέλημα αὐτοῦ, δαρήσεται πολλάς·

48. ὁ δὲ μὴ γνούς, ποιήσας δὲ ἄξια πληγῶν, δαρήσεται ὀλίγας. παντὶ δὲ ᾧ ἐδόθη πολύ, πολὺ ζητηθήσεται παρ' αὐτοῦ, καὶ ᾧ παρέθεντο πολύ, περισσότερον αἰτήσουσιν αὐτόν.

49. Πῦρ ἦλθον βαλεῖν ἐπὶ τὴν γῆν, καὶ τί θέλω εἰ ἤδη ἀνήφθη

50. βάπτισμα δὲ ἔχω βαπτισθῆναι, καὶ πῶς συνέχομαι ἕως οὗ τελεσθῇ

51. δοκεῖτε ὅτι εἰρήνην παρεγενόμην δοῦναι ἐν τῇ γῇ; οὐχί, λέγω ὑμῖν, ἀλλ' ἢ διαμερισμόν.

52. ἔσονται γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν πέντε ἐν οἴκῳ ἑνὶ διαμεμερισμένοι, τρεῖς ἐπὶ δυσὶ καὶ δύο ἐπὶ τρισί,

53. διαμερισθήσονται πατὴρ ἐπὶ υἱῷ καὶ υἱὸς ἐπὶ πατρί, μήτηρ ἐπὶ θυγατρὶ καὶ θυγάτηρ ἐπὶ μητρί, πενθερὰ ἐπὶ τὴν νύμφην αὐτῆς καὶ νύμφη ἐπὶ τὴν πενθερὰν αὐτῆς.

54. Ἔλεγε δὲ καὶ τοῖς ὄχλοις· ὅταν ἴδητε τὴν νεφέλην ἀνατέλλουσαν ἀπὸ δυσμῶν, εὐθέως λέγετε, ὄμβρος ἔρχεται, καὶ γίνεται οὕτω·

55. καὶ ὅταν νότον πνέοντα, λέγετε ὅτι καύσων ἔσται, καὶ γίνεται.

56. ὑποκριταί, τὸ πρόσωπον τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς οἴδατε δοκιμάζειν, τὸν δὲ καιρὸν τοῦτον πῶς οὐ δοκιμάζετε;

57. Τί δὲ καὶ ἀφ' ἑαυτῶν οὐ κρίνετε τὸ δίκαιον;

58. ὡς γὰρ ὑπάγεις μετὰ τοῦ ἀντιδίκου σου ἐπ' ἄρχοντα, ἐν τῇ ὁδῷ δὸς ἐργασίαν ἀπηλλάχθαι ἀπ' αὐτοῦ, μήποτε κατασύρῃ σε πρὸς τὸν κριτήν, καὶ ὁ κριτής σε παραδῶ τῷ πράκτορι, καὶ ὁ πράκτωρ σε βαλεῖ εἰς φυλακήν.

59. λέγω σοι, οὐ μὴ ἐξέλθῃς ἐκεῖθεν ἕως οὗ καὶ τὸ ἔσχατον λεπτὸν ἀποδῷς.

 

















































































Luke, Chapter 12 (KJV)

1. In the mean time, when there were gathered together an innumerable multitude of people, insomuch that they trode one upon another, he began to say unto his disciples first of all, Beware ye of the leaven of the Pharisees, which is hypocrisy.
2. For there is nothing covered, that shall not be revealed; neither hid, that shall not be known.
3. Therefore whatsoever ye have spoken in darkness shall be heard in the light; and that which ye have spoken in the ear in closets shall be proclaimed upon the housetops.
4. And I say unto you my friends, Be not afraid of them that kill the body, and after that have no more that they can do.
5. But I will forewarn you whom ye shall fear: Fear him, which after he hath killed hath power to cast into hell; yea, I say unto you, Fear him.
6. Are not five sparrows sold for two farthings, and not one of them is forgotten before God?
7. But even the very hairs of your head are all numbered. Fear not therefore: ye are of more value than many sparrows.
8. Also I say unto you, Whosoever shall confess me before men, him shall the Son of man also confess before the angels of God:
9. But he that denieth me before men shall be denied before the angels of God.
10. And whosoever shall speak a word against the Son of man, it shall be forgiven him: but unto him that blasphemeth against the Holy Ghost it shall not be forgiven.
11. And when they bring you unto the synagogues, and unto magistrates, and powers, take ye no thought how or what thing ye shall answer, or what ye shall say:
12. For the Holy Ghost shall teach you in the same hour what ye ought to say.
13. And one of the company said unto him, Master, speak to my brother, that he divide the inheritance with me.
14. And he said unto him, Man, who made me a judge or a divider over you?
15. And he said unto them, Take heed, and beware of covetousness: for a man's life consisteth not in the abundance of the things which he possesseth.
16. And he spake a parable unto them, saying, The ground of a certain rich man brought forth plentifully:
17. And he thought within himself, saying, What shall I do, because I have no room where to bestow my fruits?
18. And he said, This will I do: I will pull down my barns, and build greater; and there will I bestow all my fruits and my goods.
19. And I will say to my soul, Soul, thou hast much goods laid up for many years; take thine ease, eat, drink, and be merry.
20. But God said unto him, Thou fool, this night thy soul shall be required of thee: then whose shall those things be, which thou hast provided?
21. So is he that layeth up treasure for himself, and is not rich toward God.
22. And he said unto his disciples, Therefore I say unto you, Take no thought for your life, what ye shall eat; neither for the body, what ye shall put on.
23. The life is more than meat, and the body is more than raiment.
24. Consider the ravens: for they neither sow nor reap; which neither have storehouse nor barn; and God feedeth them: how much more are ye better than the fowls?
25. And which of you with taking thought can add to his stature one cubit?
26. If ye then be not able to do that thing which is least, why take ye thought for the rest?
27. Consider the lilies how they grow: they toil not, they spin not; and yet I say unto you, that Solomon in all his glory was not arrayed like one of these.
28. If then God so clothe the grass, which is to day in the field, and to morrow is cast into the oven; how much more will he clothe you, O ye of little faith?
29. And seek not ye what ye shall eat, or what ye shall drink, neither be ye of doubtful mind.
30. For all these things do the nations of the world seek after: and your Father knoweth that ye have need of these things.
31. But rather seek ye the kingdom of God; and all these things shall be added unto you.
32. Fear not, little flock; for it is your Father's good pleasure to give you the kingdom.
33. Sell that ye have, and give alms; provide yourselves bags which wax not old, a treasure in the heavens that faileth not, where no thief approacheth, neither moth corrupteth.
34. For where your treasure is, there will your heart be also.
35. Let your loins be girded about, and your lights burning;
36. And ye yourselves like unto men that wait for their lord, when he will return from the wedding; that when he cometh and knocketh, they may open unto him immediately.
37. Blessed are those servants, whom the lord when he cometh shall find watching: verily I say unto you, that he shall gird himself, and make them to sit down to meat, and will come forth and serve them.
38. And if he shall come in the second watch, or come in the third watch, and find them so, blessed are those servants.
39. And this know, that if the goodman of the house had known what hour the thief would come, he would have watched, and not have suffered his house to be broken through.
40. Be ye therefore ready also: for the Son of man cometh at an hour when ye think not.
41. Then Peter said unto him, Lord, speakest thou this parable unto us, or even to all?
42. And the Lord said, Who then is that faithful and wise steward, whom his lord shall make ruler over his household, to give them their portion of meat in due season?
43. Blessed is that servant, whom his lord when he cometh shall find so doing.
44. Of a truth I say unto you, that he will make him ruler over all that he hath.
45. But and if that servant say in his heart, My lord delayeth his coming; and shall begin to beat the menservants and maidens, and to eat and drink, and to be drunken;
46. The lord of that servant will come in a day when he looketh not for him , and at an hour when he is not aware, and will cut him in sunder, and will appoint him his portion with the unbelievers.
47. And that servant, which knew his lord's will, and prepared not himself , neither did according to his will, shall be beaten with many stripes .
48. But he that knew not, and did commit things worthy of stripes, shall be beaten with few stripes . For unto whomsoever much is given, of him shall be much required: and to whom men have committed much, of him they will ask the more.
49. I am come to send fire on the earth; and what will I, if it be already kindled?
50. But I have a baptism to be baptized with; and how am I straitened till it be accomplished!
51. Suppose ye that I am come to give peace on earth? I tell you, Nay; but rather division:
52. For from henceforth there shall be five in one house divided, three against two, and two against three.
53. The father shall be divided against the son, and the son against the father; the mother against the daughter, and the daughter against the mother; the mother in law against her daughter in law, and the daughter in law against her mother in law.
54. And he said also to the people, When ye see a cloud rise out of the west, straightway ye say, There cometh a shower; and so it is.
55. And when ye see the south wind blow, ye say, There will be heat; and it cometh to pass.
56.  Ye hypocrites, ye can discern the face of the sky and of the earth; but how is it that ye do not discern this time?
57. Yea, and why even of yourselves judge ye not what is right?
58. When thou goest with thine adversary to the magistrate, as thou art in the way, give diligence that thou mayest be delivered from him; lest he hale thee to the judge, and the judge deliver thee to the officer, and the officer cast thee into prison.
59. I tell thee, thou shalt not depart thence, till thou hast paid the very last mite.