Luke, Chapter 16 Modern Greek

01 Έλεγε δε και προς τους μαθητάς αυτού, Ήτο άνθρωπός τις πλούσιος, όστις είχεν οικονόμον και ούτος κατηγορήθη προς αυτόν ως διασκορπίζων τα υπάρχοντα αυτού.
02 Και κράξας αυτόν, είπε προς αυτόν, Τι είναι τούτο το οποίον ακούω περί σου; δος τον λογαριασμόν της οικομομίας σου  διότι δεν θέλεις δυνηθή πλέον να ήσαι οικονόμος.
03 Είπε δε καθ' εαυτόν ο οικονόμος, Τι να κάμω, επειδή ο κύριος μου αφαιρεί απ' εμού την οικονομίαν; να σκάπτω δεν δύναμαι, να ζητώ εντρέπομαι
04 ενόησα τι πρέπει να κάμω, δια να με δεχθώσιν εις τους οίκους αυτών, όταν αποβληθώ της οικονομίας.
05 Και προσκαλέσας ενα έκαστον των χρεωφειλετών του κυρίου αυτού, είπε προς τον πρώτον, Πόσον χρεωστείς εις τον κύριόν μου;
06 Ο δε είπεν, Εκατόν μέτρα ελαίου. Και είπε προς αυτόν, Λάβε το έγραφόν σου, και καθίσας ταχέως γράψον πεντήκοντα.
07 Έπειτα είπε προς άλλον, Συ δε πόσον χρεωστείς; Ο δε είπεν, Εκατόν μόδια σίτου. Και λέγει προς αυτόν, Λάβε το έγγραφόν σου, και γράψον ογδοήκοντα.
08 Και επήνεσε ο κύριος τον άδικον οικονόμον, ότι φρονίμως έπραξε διότι οι υιοί του αιώνος τούτου είναι φρονιμώτεροι εις την εαυτών γενεάν, παρά τους υιούς του φωτός.
09 Και εγώ σας λέγω, Κάμετε εις εαυτούς φίλους εκ του μαμωνά της αδικίας, δια να σας δεχθώσιν εις τας αιωνίους σκηνάς, όταν εκλείψητε.
10 Ο εν τω ελαχίστω πιστός, και εν τω πολλώ πιστός είναι και ο εν τω ελαχίστω άδικος, και εν τω πολλώ άδικος είναι.
11 Εαν λοιπόν εις τον άδικον μαμωνά δεν εφάνητε πιστοί, τον αληθινόν πλούτον τις θέλει σας εμπιστευθή;
12 Και εαν εις το Ξένον δεν εφάνητε πιστοί, τις θέλει σας δώσει το ιδικόν σας;
13 Ουδείς δούλος δύναται να δουλεύη δύο κυρίους  διότι ή τον ένα θέλει μισήσει, και τον άλλον θέλει αγαπήσει  ή εις τον ένα θέλει προσκολληθή, και τον άλλον θέλει καταφρονήσει. Δεν δύνασθε να δουλεύητε Θεόν και μαμωνά.
14  Ήκουον δε ταύτα πάντα και οι Φαρισαίοι, φιλάργυροι όντες και περιεγέλων αυτόν.
15 Και είπε προς αυτού, Σεις είσθε οι δικαιόνοντες εαυτούς ενώπιον των ανθρώπων  ο Θεός όμως γνωρίζει τας καρδίας σας διότι εκείνο το οποίον μεταξύ των ανθρώπων είναι υψηλόν, βδέλυγμα είναι ενώπιον του Θεού.
16 Ο νόμος και οι προφήται εως Ιωάννου υπάρχον  απο τότε η βασιλεία του Θεού ευαγγελίζεται, και πας τις βιάζεται να εισέλθη εις αυτήν.
17 Ευκολώτερον δε είναι ο ουρανός και η γη να παρέλθωσι, παρά μία κεραία του νόμου να πέση.
18 Πας όστις χωρίζεται την γυναίκα αυτού και νυμφεύεται άλλην, μοιχεύει  και πας όστις νυμφεύεται κεχωρισμένην απο ανδρός, μοιχεύει.
19  Ήτο δε άνθρωπός τις πλούσιος, και ενεδύετο πορφύραν και στολήν βυσσίνην, ευφραινόμενος καθ' ημέραν μεγαλοπρεπώς.
20  Ήτο δε πτωχός τις ονομαζόμενος Λάζαρος, όστις έκειτο πεπληγωμένος πλησίον της πύλης αυτού,
21 και επεθύμει να χορτασθή απο των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης του πλουσίου  αλλα και οι κύνες ερχόμενοι έγλειφον τας πληγάς αυτού.
22 Απέθανε δε ο πτωχός, και εφέρθη υπο των αγγέλων εις τον κόλπον του Αβραάμ. Απέθανε δε και ο πλούσιος και ετάφη.
23 Και εν τω άδη υψώσας τους οφθαλμούς αυτού ενώ ήτο εν βασάνοις, βλέπει τον άβραάμ απο μακρόθεν, και τον Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού
24 και αυτός φωνάξξας είπε, Πάτερ άβραάμ, ελέησόν με, και πέμψον τον Λάζαρον, δια να βάψη τον άκρον του δακτύλου αυτού εις ύδωρ,και να καταδροσίση την γλώσσαν μου  διότι βασανίζομαι εν τη φλογί ταύτη.
25 Είπε δε ο Αβραάμ, Τέκνον, ενθυμήθητι ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου, και ο Λάζαρος ομοίως τα κακά  τώρα ούτος μεν περηγορείται,συ δε βασανίζεσαι
26 Και εκτός τούτων πάντων, μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα είναι εστηριγμένον, ώστε οι θέλοντες να διαβώσιν εντεύθεν προς εσας, να μη δύνωνται, μηδέ οι εκείθεν να διαπερώσι προς ημάς.
27 Είπε δε, Παρακαλώ σε λοιπόν, πάτερ, να πέμψης αυτόν εις τον οίκον του πατρός μου
28 διότι έχω πέντε αδελφούς  δια να μαρτυρήση εις αυτούς, ώστε να μη έλθωσι και αυτοί εις τον τόπον τούτον της βασάνου.
29 Λέγει προς αυτόν ο Αβραάμ,  Έχουσι τον Μωύσήν και τους προφήτας  ας ακούσωσιν αυτούς.
30 Ο δε είπεν, Ουχί, πάτερ Αβραάμ  αλλ' εαν τις απο νεκρών υπάγη προς αυτούς, θέλουσι μετανοήσει.
31 Είπε δε προς αυτόν, Εαν τον Μωύσήν και τους προφήτας δεν ακούωσιν ουδέ εαν τις αναστηθή εκ νεκρών θέλουσι πεισθή.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Luke, Chapter 16 Demotic Greek

1. Έλεγε επίσης και στους μαθητές του: «Ήταν κάποιος πλούσιος, που είχε έναν διαχειριστή, τον οποίο κατηγόρησαν σ' αυτόν, σαν άνθρωπο που κατασπαταλάει την περιουσία του.
2. Τον φώναξε τότε και του είπε: Τι είν' αυτό που ακούω για σένα; Παράδωσε τα λογιστικά βιβλία της διαχείρισής σου, γιατί δεν μπορείς πια να παραμένεις διαχειριστής.
3. Σκέφτηκε τότε ο διαχειριστής και είπε μέσα του: Τι θα κάνω τώρα που ο κύριός μου με απολύει από τη διαχείριση; Να σκάβω, δεν μπορώ. Να ζητιανεύω, ντρέπομαι.
4. Το βρήκα τι θα κάνω, ώστε, όταν απομακρυνθώ από τη θέση του διαχειριστή, να με δεχτούν οι άνθρωποι στα σπίτια τους.
5. Έτσι, αφού κάλεσε έναν έναν τους χρεοφειλέτες του κυρίου του, είπε στον πρώτο: Πόσα χρωστάς στον κύριό μου; Κι εκείνος απάντησε: Εκατό δοχεία λάδι.
6. Του είπε τότε: Πάρε το γραμμάτιό σου και κάθισε γρήγορα και γράψε πενήντα.
7. Έπειτα είπε σε άλλον: Κι εσύ; Πόσα χρωστάς; Κι εκείνος απάντησε: Εκατό σακιά σιτάρι. Λέγει και σ' αυτόν: Πάρε το γραμμάτιό σου και γράψε ογδόντα.
8. Κι επαίνεσε ο κύριός του το διαχειριστή που έκανε την αδικία σε βάρος του, ότι ενέργησε μυαλωμένα, γιατί οι άνθρωποι του κόσμου αυτού είναι πιο γνωστικοί στη διαγωγή τους ανάμεσα στους ομοίους τους από τους ανθρώπους του φωτός.
9. Γι' αυτό κι εγώ σας συμβουλεύω να κάνετε φίλους με τη σωστή χρησιμοποίηση του άδικου υλικού πλούτου, ώστε, όταν φύγετε από τη ζωή αυτή, να σας δεχτούν στις αιώνιες κατοικίες.
10. Ο δίκαιος στο ελάχιστο, και στο πολύ είναι δίκαιος. Και ο άδικος στο ελάχιστο, και στο πολύ είναι άδικος.
11. Αν λοιπόν, στη διαχείριση του άδικου πλούτου δε σταθήκατε δίκαιοι, το αληθινό ποιος θα σας το εμπιστευτεί;
12. Και αν στη διαχείριση της ξένης περιουσίας δεν υπήρξατε δίκαιοι, το δικό σας ποιος θα σας το δώσει;
13. Κανένας υπηρέτης δεν μπορεί να υπηρετεί δυο κυρίους, γιατί ή θα μισήσει τον ένα και θ' αγαπήσει τον άλλο ή θα προσηλωθεί στον ένα και θα καταφρονήσει τον άλλο. Δεν μπορείτε να υπηρετείτε το Θεό και παράλληλα το χρήμα».
14. Όλα αυτά τα άκουγαν και οι Φαρισαίοι, οι οποίοι ήταν άνθρωποι φιλοχρήματοι, και τον περιγελούσαν.
15. Μα ο Ιησούς τους είπε: «Εσείς παριστάνετε τους δίκαιους μπροστά στους ανθρώπους, αλλά ο Θεός γνωρίζει τις καρδιές σας· καθότι εκείνο που είναι ανώτερο για τους ανθρώπους, για το Θεό είναι σιχαμερό.
16. Ο νόμος και οι προφήτες αποκάλυψαν το θέλημα του Θεού ως τον Ιωάννη. Από τότε κηρύττεται το καλό άγγελμα της βασιλείας του Θεού κι ο καθένας λαχταρά γι' αυτήν.
17. Κι είναι ευκολότερο να εξαφανιστούν ο ουρανός και η γη παρά να καταργηθεί έστω και μια οξεία από το νόμο.
18. »Ο καθένας που χωρίζει τη γυναίκα του και παντρεύεται άλλη, διαπράττει μοιχεία, και ο καθένας που παντρεύεται με γυναίκα χωρισμένη από τον άντρα της, διαπράττει μοιχεία».
19. «Υπήρχε κάποτε ένας πλούσιος, που ντυνόταν με πορφύρα και λινά ρούχα, απολαμβάνοντας κάθε μέρα τη ζωή του μεγαλόπρεπα.
20. Υπήρχε κι ένας φτωχός που ονομαζόταν Λάζαρος, ο οποίος ήταν εγκαταλειμμένος κοντά στην αυλόπορτα του πλουσίου, με το σώμα του γεμάτο πληγές,
21. και λαχταρούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Παράλληλα έρχονταν και τα σκυλιά και έγλειφαν τις πληγές του.
22. Κάποτε, λοιπόν, πέθανε ο φτωχός και τον μετέφεραν οι άγγελοι στην αγκαλιά του Αβραάμ. Πέθανε επίσης κι ο πλούσιος και τον έθαψαν.
23. Και στον άδη, καθώς βασανιζόταν, σήκωσε τα μάτια του και βλέπει τον Αβραάμ από μακριά και στην αγκαλιά του το Λάζαρο!
24. Φώναξε τότε και είπε: Πατέρα μου Αβραάμ, σπλαχνίσου με και στείλε το Λάζαρο να βρέξει την άκρη του δαχτύλου του στο νερό και να δροσίσει τη γλώσσα μου, γιατί υποφέρω μέσα σ' αυτή τη φλόγα!
25. Κι ο Αβραάμ απάντησε: Παιδί μου, θυμήσου ότι απόλαυσες εσύ τα αγαθά σου στη ζωή σου και παρόμοια ο Λάζαρος τα κακά. Τώρα, λοιπόν, αυτός ανακουφίζεται εδώ κι εσύ υποφέρεις.
26. Και εκτός απ' όλα αυτά, ανάμεσα σε μας και σε σας υπάρχει μεγάλο χάσμα, έτσι που όσοι θέλουν να περάσουν από εδώ σε σας, να μην μπορούν, κι ούτε οι από εκεί μπορούν να περάσουν σε μας.
27. Κι εκείνος είπε: Τότε, σε παρακαλώ, πατέρα, να τον στείλεις στο πατρικό μου σπίτι,
28. γιατί έχω πέντε αδέλφια, για να τους προειδοποιήσει, ώστε να μην έρθουν κι αυτοί στον τόπο αυτόν του βασανισμού.
29. Του λέει ο Αβραάμ: Έχουν το Μωυσή και τους προφήτες. Ας ακούσουν αυτούς.
30. Κι εκείνος είπε: Όχι, πατέρα Αβραάμ, αλλά αν πάει σ' αυτούς κάποιος από τους νεκρούς, θα μετανοήσουν.
31. Τότε ο Αβραάμ του είπε: Αν το Μωυσή και τους προφήτες δεν ακούνε, ούτε κι αν αναστηθεί κάποιος από τους νεκρούς δεν πρόκειται να πειστούνε».
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Matthew 1

Luke, Chapter 16 Ancient Greek

1. Ἔλεγε δὲ καὶ πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ· ἄνθρωπός τις ἦν πλούσιος, ὃς εἶχεν οἰκονόμον, καὶ οὗτος διεβλήθη αὐτῷ ὡς διασκορπίζων τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ.

2. καὶ φωνήσας αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· τί τοῦτο ἀκούω περὶ σοῦ; ἀπόδος τὸν λόγον τῆς οἰκονομίας σου· οὐ γὰρ δύνῃ ἔτι οἰκονομεῖν.

3. εἶπε δὲ ἐν ἑαυτῷ ὁ οἰκονόμος· τί ποιήσω, ὅτι ὁ κύριός μου ἀφαιρεῖται τὴν οἰκονομίαν ἀπ' ἐμοῦ; σκάπτειν οὐκ ἰσχύω, ἐπαιτεῖν αἰσχύνομαι·

4. ἔγνων τί ποιήσω, ἵνα, ὅταν μετασταθῶ ἐκ τῆς οἰκονομίας, δέξωνταί με εἰς τοὺς οἴκους ἑαυτῶν.

5. καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα ἕκαστον τῶν χρεωφειλετῶν τοῦ κυρίου ἑαυτοῦ ἔλεγε τῷ πρώτῳ· πόσον ὀφείλεις σὺ τῷ κυρίῳ μου; ὁ δὲ εἶπεν· ἑκατὸν βάτους ἐλαίου.

6. καὶ εἶπεν αὐτῷ· δέξαι σου τὸ γράμμα καὶ καθίσας ταχέως γράψον πεντήκοντα.

7. ἔπειτα ἑτέρῳ εἶπε· σὺ δὲ πόσον ὀφείλεις; ὁ δὲ εἶπεν· ἑκατὸν κόρους σίτου. καὶ λέγει αὐτῷ· δέξαι σου τὸ γράμμα καὶ γράψον ὀγδοήκοντα.

8. καὶ ἐπῄνεσεν ὁ κύριος τὸν οἰκονόμον τῆς ἀδικίας, ὅτι φρονίμως ἐποίησεν· ὅτι οἱ υἱοὶ τοῦ αἰῶνος τούτου φρονιμώτεροι ὑπὲρ τοὺς υἱοὺς τοῦ φωτὸς εἰς τὴν γενεὰν τὴν ἑαυτῶν εἰσι.

9. κἀγὼ ὑμῖν λέγω· ποιήσατε ἑαυτοῖς φίλους ἐκ τοῦ μαμωνᾶ τῆς ἀδικίας, ἵνα, ὅταν ἐκλίπητε, δέξωνται ὑμᾶς εἰς τὰς αἰωνίους σκηνάς.

10. ὁ πιστὸς ἐν ἐλαχίστῳ καὶ ἐν πολλῷ πιστός ἐστι, καὶ ὁ ἐν ἐλαχίστῳ ἄδικος καὶ ἐν πολλῷ ἄδικός ἐστιν.

11. εἰ οὖν ἐν τῷ ἀδίκῳ μαμωνᾷ πιστοὶ οὐκ ἐγένεσθε, τὸ ἀληθινὸν τίς ὑμῖν πιστεύσει;

12. καὶ εἰ ἐν τῷ ἀλλοτρίῳ πιστοὶ οὐκ ἐγένεσθε, τὸ ὑμέτερον τίς ὑμῖν δώσει;

13. Οὐδεὶς οἰκέτης δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ.

14. Ἤκουον δὲ ταῦτα πάντα καὶ οἱ Φαρισαῖοι φιλάργυροι ὑπάρχοντες, καὶ ἐξεμυκτήριζον αὐτόν.

15. καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὑμεῖς ἐστε οἱ δικαιοῦντες ἑαυτοὺς ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων, ὁ δὲ Θεὸς γινώσκει τὰς καρδίας ὑμῶν· ὅτι τὸ ἐν ἀνθρώποις ὑψηλὸν βδέλυγμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

16. Ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται ἔως Ἰωάννου· ἀπὸ τότε ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εὐαγγελίζεται, καὶ πᾶς εἰς αὐτὴν βιάζεται.

17. εὐκοπώτερον δέ ἐστι τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν παρελθεῖν ἢ τοῦ νόμου μίαν κεραίαν πεσεῖν.

18. Πᾶς ὁ ἀπολύων τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ γαμῶν ἑτέραν μοιχεύει, καὶ πᾶς ὁ ἀπολελυμένην ἀπὸ ἀνδρὸς γαμῶν μοιχεύει.

19. Ἄνθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ' ἡμέραν λαμπρῶς.

20. πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος

21. καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ.

22. ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον Ἀβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη.

23. καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ.

24. καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ.

25. εἶπε δὲ Ἀβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι·

26. καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν.

27. εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου·

28. ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου.

29. λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ· ἔχουσι Μωϋσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν.

30. ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ' ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν.

31. εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωϋσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Luke, Chapter 16 (KJV)

1. And he said also unto his disciples, There was a certain rich man, which had a steward; and the same was accused unto him that he had wasted his goods.
2. And he called him, and said unto him, How is it that I hear this of thee? give an account of thy stewardship; for thou mayest be no longer steward.
3. Then the steward said within himself, What shall I do? for my lord taketh away from me the stewardship: I cannot dig; to beg I am ashamed.
4. I am resolved what to do, that, when I am put out of the stewardship, they may receive me into their houses.
5. So he called every one of his lord's debtors unto him , and said unto the first, How much owest thou unto my lord?
6. And he said, An hundred measures of oil. And he said unto him, Take thy bill, and sit down quickly, and write fifty.
7. Then said he to another, And how much owest thou? And he said, An hundred measures of wheat. And he said unto him, Take thy bill, and write fourscore.
8. And the lord commended the unjust steward, because he had done wisely: for the children of this world are in their generation wiser than the children of light.
9. And I say unto you, Make to yourselves friends of the mammon of unrighteousness; that, when ye fail, they may receive you into everlasting habitations.
10. He that is faithful in that which is least is faithful also in much: and he that is unjust in the least is unjust also in much.
11. If therefore ye have not been faithful in the unrighteous mammon, who will commit to your trust the true riches ?
12. And if ye have not been faithful in that which is another man's, who shall give you that which is your own?
13. No servant can serve two masters: for either he will hate the one, and love the other; or else he will hold to the one, and despise the other. Ye cannot serve God and mammon.
14. And the Pharisees also, who were covetous, heard all these things: and they derided him.
15. And he said unto them, Ye are they which justify yourselves before men; but God knoweth your hearts: for that which is highly esteemed among men is abomination in the sight of God.
16. The law and the prophets were until John: since that time the kingdom of God is preached, and every man presseth into it.
17. And it is easier for heaven and earth to pass, than one tittle of the law to fail.
18. Whosoever putteth away his wife, and marrieth another, committeth adultery: and whosoever marrieth her that is put away from her husband committeth adultery.
19.  There was a certain rich man, which was clothed in purple and fine linen, and fared sumptuously every day:
20. And there was a certain beggar named Lazarus, which was laid at his gate, full of sores,
21. And desiring to be fed with the crumbs which fell from the rich man's table: moreover the dogs came and licked his sores.
22. And it came to pass, that the beggar died, and was carried by the angels into Abraham's bosom: the rich man also died, and was buried;
23. And in hell he lift up his eyes, being in torments, and seeth Abraham afar off, and Lazarus in his bosom.
24. And he cried and said, Father Abraham, have mercy on me, and send Lazarus, that he may dip the tip of his finger in water, and cool my tongue; for I am tormented in this flame.
25. But Abraham said, Son, remember that thou in thy lifetime receivedst thy good things, and likewise Lazarus evil things: but now he is comforted, and thou art tormented.
26. And beside all this, between us and you there is a great gulf fixed: so that they which would pass from hence to you cannot; neither can they pass to us, that would come from thence.
27. Then he said, I pray thee therefore, father, that thou wouldest send him to my father's house:
28. For I have five brethren; that he may testify unto them, lest they also come into this place of torment.
29. Abraham saith unto him, They have Moses and the prophets; let them hear them.
30. And he said, Nay, father Abraham: but if one went unto them from the dead, they will repent.
31. And he said unto him, If they hear not Moses and the prophets, neither will they be persuaded, though one rose from the dead.