Luke, Chapter 17 Modern Greek

01 Είπε δε προς τους μαθητάς, Αδύνατον είναι να μη έλθωσι τα σκάνδαλα  πλην ουαί εις εκείνον, δια του οποίου έρχονται.
02 Συμφέρει εις αυτόν να κρεμασθή περί τον τράχηλον αυτού μύλου πέτρα, και να ριφθή εις την θάλασσαν, παρά να σκανδαλίση ένα των μικρών τούτων.
03 προσέχετε εις εαυτούς. Εαν δε ο αδελφός σου αμαρση εις σε, επίπληξον αυτόν  και εαν μετανοήση, συγχώρησον αυτόν.
04 Και εαν επτάκις της ημέρας αμαρτήση εις σε, και επτάκις της ημέρας επιστρέψη προς σε, λέγων, Μετανοώ, θέλεις συγχωρήσει αυτόν.
05 Και είπον οι απόστολοι προς τον Κύριον, Αύξησον εις ημάς την πίστιν.
06 Ο δε Κύριος είπεν, Εαν είχετε πίστιν ως κάκκον σινάπεως, ηθέλετε ειπεί εις την συκάμινον ταύτην, Εκριζώθητι, και φυτεύθητι εις την θάλασσαν  και ήθελε σας υπακούσει.
07 Τις δε απο σας έχων δούλον αροτριώντα, ή ποιμαίνοντα, θέλει ειπεί προς αυτόν, ευθύς αφού έλθη εκ του αγρού, Ύπαγε κάθισον να φάγης;
08 και δεν θέλει ειπεί προς αυτόν, Ετοίμασον τι να δειπνήσω, και περιζωσθείς υπηρέτει με, εωσού φάγω και πίω, και μετά ταύτα θέλεις φάγει και πίει συ;
09 Μήπως γνωρίζει χάριν εις τον δούλον εκείνον, διότι έκαμε τα διαταχθέντα εις αυτόν; Δεν μοι φαίνεται
10 Ούτω και σεις, όταν κάμητε πάντα τα διαταχθέντα εις εσας, λέγετε,  Ότι δούλοι αρχείοι είμεθα  επειδή εκάμαμεν ότι εχρεωστούμεν να κάμωμεν.
11 Και ότε αυτός επορεύετο εις την Ιερουσαλήμ, διέβαινε δια μέσου της Σαμαρείας, και Γαλιλαίας.
12 Και ενώ εισήρχετο εις τινα κώμην,απήντησαν αυτόν δέκα άνθρωποι λεπροί,οίτινες εστάθησαν μακρόθεν
13 και αυτοί ύψωσαν φωνήν, λέγοντες Ιησού επιστάτα, ελέησοι ημάς.
14 Και ιδών είπε προς αυτούς, Υπάγετε και δείξατε εαυτούς εις τους ιερείς  Και ενώ επορεύοντο, εκαθαρίσθησαν.
15 Εις δε εξ αυτών ιδών ότι ιατρεύθη, υπέστρεψε μετά φωνής μεγάλης δοξάζων τον Θεόν.
16 Και έπεσε κατά πρόσωπον εις τους πόδας αυτού, ευχαριστών αυτόν  και αυτός ήτο Σαμαρείτης.
17 Αποκριθείς δε ο Ιησούς είπε, Δεν εκαθαρίσθησαν οι δέκα; οι δε εννέα που είναι;
18 Δεν ευρέθησαν άλλοι να υποστρέψωσι δια να δοξάσωσι τον Θεόν, ειμή ο αλλογενής ούτος;
19 Και είπε προς αυτόν, Σηκωθείς ύπαγε  η πίστις σου σε έσωσεν.
20 Ερωτηθείς δε υπό των Φαρισαίων, πότε έρχεται η βασιλεία του Θεού, απεκρίθη προς αυτούς, και είπε, Δεν έρχεται η βασιλεία του Θεού ούτως,ώστε να παρατηρήται
21 ουδέ θέλουσιν ειπεί, ιδού, εδώ είναι, ή ιδού εκεί  διότι ιδού, η βασιλεία του Θεού είναι εντός υμών.
22 Είπε δε προς τους μαθητάς, θέλουσιν ελθεί ημέραι, ότε θέλετε επιθυμήσει να ίδητε μιαν των ημερών του Υιού του ανθρώπου  και δεν θέλετε ιδεί.
23 Και θέλουσι σας ειπεί, ιδού, εδώ είναι, ή ιδού εκεί  μη υπάγητε, μηδ' ακολουθήσητε.
24 Διότι ως η αστραπή η αστράπτουσα εκ της υπ' ουρανόν λάμπει εις την υπ'ουρανόν ούτω θέλει είσθαι και ο Υιός του ανθρώπου εν τη ημέρα αυτού.
25 Πρώτον όμως πρέπει αυτός να πάθη πολλά, και να καταφρονηθή απο της γενεάς ταύτης.
26 Και καθώς έγεινεν εν ταις ημέραις του Νώε, ούτω θέλει είσθαι και εν ταις ημέραις του Υιού του ανθρώπου
27 έτρωγον, έπινον, ενύμφευον, ενυμφεύοντο, μέχρι της ημέρας καθ' ήν ο Νώε εισήλθεν εις τηϋν κιβωτόν  και ήλθεν ο κατακλυσμός και απώλεσεν άπαντας.
28 Ομοίως και καθώς έγεινεν εν ταις ημέραις του Λώτ έτρωγον, έπινον, ηγόραζον, επώλουν, εφύτευον, ωκοδόμουν
29 καθ' ήν δε ημέραν εξήλθεν ο Λώτ απο Σοδόμων, έβρεξε πυρ και θείον απ' ουρανού και απώλεσεν άπαντας
30 ωσαύτως θέλει είσθαι καθ' ήν ημέραν ο Υιός του ανθρώπου θέλει φανερωθή.
31 Κατ' εκείνην την ημέραν όστις ευρεθή επί του δώματος, και τα σκεύη αυτού εν τη οικία, ας μη καταβή δια να λάβη αυτά  και όστις εν τω αγρώ, ομοίως ας μη επιστρέψη εις τα οπίσω.
32 Ενθυμείσθε την γυναίκα του Λώτ.
33 Όστις ζητήση να σώση την ζωήν αυτού, θέλει απολέσει αυτήν  και όστις απολέση αυτήν, θέλει διαφυλάξει αυτήν.
34 Σας λέγω, Εν τη νυκτί εκείνη θέλουσιν είσθαι δύο επι μιας κλίνης  ο εις παραλαμβάνεται, και ο άλλος αφίνεται.
35 Δύο γυναίκες θέλουσιν αλέθει ομού  η μία παραλαμβάνεται, και η άλλη αφίνεται.
36Δύο θέλουσιν είσθαι εν τω αγρώ  ο εις παραλαμβάνεται, και ο άλλος αφίνεται.
37 Και αποκριθέντες λέγουσι προς αυτόν, Που, Κύριε; Ο δε είπε προς αυτούς, Όπου είναι το σώμα, εκει θέλουσι συναχθή οι αετοί.















































































Luke, Chapter 17 Demotic Greek

1. Είπε επίσης στους μαθητές του: «Αποκλείεται να μην έρθουν τα σκάνδαλα, μα αλίμονο σ' εκείνον που γίνεται το μέσο για να έρθουν.
2. Είναι προτιμότερο γι' αυτόν να περάσει μια μυλόπετρα γύρω από το λαιμό του και να ριχτεί στη θάλασσα, παρά να σκανδαλίσει έναν από τους  απλούς αυτούς ανθρώπους.
3. Να προσέχετε τη συμπεριφορά σας. Κι αν αμαρτήσει σε βάρος σου ο αδελφός σου, επιτίμησέ τον, κι αν μετανοήσει, συγχώρησέ τον.
4. Και εφτά φορές την ημέρα αν αμαρτήσει σε βάρος σου, κι επιστρέψει σε σένα εφτά φορές την ημέρα, λέγοντάς σου: Μετανοώ, θα τον συγχωρήσεις».
5. Τότε οι απόστολοι είπαν στον Κύριο: «Πρόσθεσέ μας πίστη».
6. Κι ο Κύριος τους είπε: «Αν είχατε πίστη ίση με ένα σιναπόσπορο, θα μπορούσατε να πείτε στη συκομουριά τούτη: Ξεριζώσου και φυτέψου στη θάλασσα και θα σας υπάκουε.
7. »Και ποιος τάχα από σας, που έχει κάποιον δούλο ο οποίος οργώνει το χωράφι του ή βόσκει τα ζώα του, θα πει σ' αυτόν μόλις επιστρέψει από το χωράφι: Έλα αμέσως και κάθισε να φας;
8. Δε θα του πει απεναντίας: Ετοίμασε κάτι να δειπνήσω και ζώσου την ποδιά σου για να με υπηρετείς, ώσπου να φάω και να πιω και κατόπιν θα φας και θα πιεις κι εσύ;
9. Μήπως θα του χρωστά χάρη του δούλου εκείνου, επειδή έκανε όσα διατάχτηκε; Δε νομίζω.
10. Έτσι κι εσείς, όταν κάνετε όλα όσα έχετε διαταχτεί, να λέτε: Είμαστε ανάξιοι δούλοι. Κάναμε απλώς εκείνο που χρωστούσαμε να κάνουμε».
11. Συνέβη επίσης ένα περιστατικό καθώς ο Ιησούς κατευθυνόταν προς την Ιερουσαλήμ και περνούσε μέσα από τη Σαμάρεια και τη Γαλιλαία.
12. Καθώς, λοιπόν, έμπαινε σ' ένα χωριό, τον συνάντησαν δέκα λεπροί άντρες, που στάθηκαν σε απόσταση
13. και άρχισαν να φωνάζουν δυνατά: «Ιησού, Κύριε, σπλαχνίσου μας».
14. Κι αφού τους είδε, τους είπε: «Πηγαίνετε να σας δουν οι ιερείς». Και την ώρα που πήγαιναν, καθαρίστηκαν.
15. Τότε ένας απ' αυτούς, μόλις είδε ότι γιατρεύτηκε, γύρισε πίσω δοξολογώντας το Θεό με δυνατή φωνή
16. κι έπεσε μπρούμυτα στα πόδια του Ιησού ευχαριστώντας τον. Κι αυτός ήταν Σαμαρείτης.
17. Του μίλησε τότε ο Ιησούς και του είπε: «Δεν καθαρίστηκαν και οι δέκα; Οι άλλοι εννιά, λοιπόν, πού είναι;
18. Δε βρέθηκαν άλλοι να επιστρέψουν και να δοξάσουν το Θεό, παρά μόνο αυτός ο αλλογενής;».
19. Έπειτα του είπε: «Σήκω και πήγαινε. Η πίστη σου σε έσωσε».
20. Όταν πάλι ρωτήθηκε από τους Φαρισαίους, πότε έρχεται η βασιλεία του Θεού, αποκρίθηκε και τους είπε: «Η βασιλεία του Θεού δεν έρχεται με ορατά εξωτερικά σημεία.
21. Ούτε και θα πουν: Να! Εδώ είναι! ή: Να! Εκεί είναι! Γιατί η βασιλεία του Θεού είναι κιόλας ανάμεσά σας».
22. Είπε κατόπιν στους μαθητές του: «Θα έρθουν μέρες που θα λαχταρήσετε να δείτε μια από τις μέρες του Γιου του Ανθρώπου, μα δε θα τη δείτε.
23. Θα σας πουν τότε: Να! Εδώ είναι, Να! Εκεί είναι. Μην πάτε ούτε να τρέξετε κατόπι τους.
24. Γιατί, ακριβώς όπως λάμπει η αστραπή από τη μια άκρη του ορίζοντα ως την άλλη, όταν αστράφτει, έτσι θα φανεί και ο Γιος του Ανθρώπου την ημέρα της δικής του παρουσίας.
25. Πρώτα, όμως, πρέπει να πάθει πολλά και να αποδοκιμαστεί από τη γενιά τούτη.
26. Και όπως έγινε στις μέρες του Νώε, το ίδιο θα γίνει και στις μέρες του Γιου του Ανθρώπου.
27. Δηλαδή: έτρωγαν, έπιναν, παντρεύονταν άντρες και γυναίκες μέχρι την ημέρα που μπήκε ο Νώε στην κιβωτό και ήρθε ο κατακλυσμός και τους αφάνισε όλους.
28. Επίσης όπως έγινε και στις μέρες του Λωτ: Έτρωγαν, έπιναν, αγόραζαν, πουλούσαν, φύτευαν, έχτιζαν.
29. Μα την ίδια μέρα που βγήκε ο Λωτ από τα Σόδομα, έβρεξε φωτιά και θειάφι από τον ουρανό και τους αφάνισε όλους.
30. Τα ίδια θα γίνονται και την ημέρα εκείνη, που ο Γιος του Ανθρώπου θα φανεί.
31. Την ημέρα εκείνη, αυτός που θα βρίσκεται πάνω στην ταράτσα και τα πράγματά του μέσα στο σπίτι, να μην κατέβει για να τα πάρει. Επίσης κι αυτός που θα είναι στο χωράφι, να μη γυρίσει πίσω.
32. Να θυμάστε τη γυναίκα του Λωτ.
33. Αυτός που θα επιδιώξει να σώσει τη ζωή του θα τη χάσει, μα όποιος τη χάσει, θα τη διατηρήσει.
34. Σας λέω πως τη νύχτα εκείνη θα κοιμούνται δύο μέσα σ' ένα κρεβάτι, ο ένας θα παραληφθεί κι ο άλλος θα εγκαταλειφθεί.
35. Δύο γυναίκες θα αλέθουν στο ίδιο μέρος, η μια θα παραληφθεί και η άλλη θα εγκαταλειφθεί.
36. Δυο άνθρωποι θα βρίσκονται στο χωράφι. Ο ένας θα παραληφθεί κι ο άλλος θα εγκαταλειφθεί».
37. Τότε τον ρώτησαν: «Πού, Κύριε;». Κι εκείνος τους απάντησε: «Όπου είναι το σώμα, εκεί θα μαζευτούν και οι αετοί».















































































Matthew 1

Luke, Chapter 17 Ancient Greek

1. Ἔλεγε δὲ πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ· ἀνένδεκτόν ἐστι τοῦ μὴ ἐλθεῖν τὰ σκάνδαλα· οὐαὶ δὲ δι' οὗ ἔρχεται.

2. λυσιτελεῖ αὐτῷ εἰ λίθος μυλικὸς περίκειται περὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ ἔρριπται εἰς τὴν θάλασσαν, ἢ ἵνα σκανδαλίσῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων.

3. προσέχετε ἑαυτοῖς. ἐὰν δὲ ἁμάρτῃ εἰς σὲ ὁ ἀδελφός σου, ἐπιτίμησον αὐτῷ· καὶ ἐὰν μετανοήσῃ, ἄφες αὐτῷ·

4. καὶ ἐὰν ἑπτάκις τῆς ἡμέρας ἁμάρτῃ εἰς σὲ καὶ ἑπτάκις τῆς ἡμέρας ἐπιστρέψῃ πρός σε λέγων, μετανοῶ, ἀφήσεις αὐτῷ.

5. Καὶ εἶπον οἱ ἀπόστολοι τῷ Κυρίῳ· πρόσθες ἡμῖν πίστιν.

6. εἶπε δὲ ὁ Κύριος· εἰ ἔχετε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐλέγετε ἂν τῇ συκαμίνῳ ταύτῃ, ἐκριζώθητι καὶ φυτεύθητι ἐν τῇ θαλάσσῃ, καὶ ὑπήκουσεν ἂν ὑμῖν.

7. Τίς δὲ ἐξ ὑμῶν δοῦλον ἔχων ἀροτριῶντα ἢ ποιμαίνοντα, ὃς εἰσελθόντι ἐκ τοῦ ἀγροῦ ἐρεῖ, εὐθέως παρελθὼν ἀνάπεσε,

8. ἀλλ' οὐχὶ ἐρεῖ αὐτῷ· ἑτοίμασον τί δειπνήσω, καὶ περιζωσάμενος διακόνει μοι ἕως φάγω καὶ πίω, καὶ μετὰ ταῦτα φάγεσαι καὶ πίεσαι σύ;

9. μὴ χάριν ἔχει τῷ δούλῳ ἐκείνῳ ὅτι ἐποίησε τὰ διαταχθέντα; οὐ δοκῶ.

10. οὕτω καὶ ὑμεῖς, ὅταν ποιήσητε πάντα τὰ διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν, ὅτι ὃ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν.

11. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ πορεύεσθαι αὐτὸν εἰς Ἱερουσαλὴμ καὶ αὐτὸς διήρχετο διὰ μέσου Σαμαρείας καὶ Γαλιλαίας.

12. καὶ εἰσερχομένου αὐτοῦ εἴς τινα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν,

13. καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν λέγοντες· Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς.

14. καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν.

15. εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν,

16. καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαμαρείτης.

17. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ;

18. οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος;

19. καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.

20. Ἐπερωτηθεὶς δὲ ὑπὸ τῶν Φαρισαίων πότε ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἀπεκρίθη αὐτοῖς καὶ εἶπεν· οὐκ ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μετὰ παρατηρήσεως,

21. οὐδὲ ἐροῦσιν· ἰδοὺ ὧδε ἢ ἰδοὺ ἐκεῖ· ἰδοὺ γὰρ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστιν.

22. Εἶπε δὲ πρὸς τοὺς μαθητάς· ἐλεύσονται ἡμέραι ὅτε ἐπιθυμήσετε μίαν τῶν ἡμερῶν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἰδεῖν, καὶ οὐκ ὄψεσθε.

23. καὶ ἐροῦσιν ὑμῖν· ἰδοὺ ὧδε, ἰδοὺ ἐκεῖ· μὴ ἀπέλθητε μηδὲ διώξητε.

24. ὥσπερ γὰρ ἡ ἀστραπὴ ἀστράπτουσα ἐκ τῆς ὑπ' οὐρανὸν εἰς τὴν ὑπ' οὐρανὸν λάμπει, οὕτως ἔσται καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ ἡμέρᾳ αὐτοῦ.

25. πρῶτον δὲ δεῖ αὐτὸν πολλὰ παθεῖν καὶ ἀποδοκιμασθῆναι ἀπὸ τῆς γενεᾶς ταύτης.

26. καὶ καθὼς ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Νῶε, οὕτως ἔσται καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου·

27. ἤσθιον, ἔπινον, ἐγάμουν, ἐξεγαμίζοντο, ἄχρι ἧς ἡμέρας εἰσῆλθε Νῶε εἰς τὴν κιβωτόν, καὶ ἦλθεν ὁ κατακλυσμὸς καὶ ἀπώλεσεν ἅπαντας.

28. ὁμοίως καὶ ὡς ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Λώτ· ἤσθιον, ἔπινον, ἠγόραζον, ἐπώλουν, ἐφύτευον, ᾠκοδόμουν·

29. ᾗ δὲ ἡμέρᾳ ἐξῆλθε Λὼτ ἀπὸ Σοδόμων, ἔβρεξε πῦρ καὶ θεῖον ἀπ' οὐρανοῦ καὶ ἀπώλεσεν ἅπαντας.

30. κατὰ τὰ αὐτὰ ἔσται ᾗ ἡμέρᾳ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀποκαλύπτεται.

31. ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ὃς ἔσται ἐπὶ τοῦ δώματος καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ ἐν τῇ οἰκίᾳ, μὴ καταβάτω ἆραι αὐτά, καὶ ὁ ἐν ἀγρῷ ὁμοίως μὴ ἐπιστρεψάτω εἰς τὰ ὀπίσω.

32. μνημονεύετε τῆς γυναικὸς Λώτ.

33. ὃς ἐὰν ζητήσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὃς ἐὰν ἀπολέσῃ αὐτήν, ζωογονήσει αὐτήν.

34. λέγω ὑμῖν, ταύτῃ τῇ νυκτὶ δύο ἔσονται ἐπὶ κλίνης μιᾶς, εἷς παραληφθήσεται καὶ ὁ ἕτερος ἀφεθήσεται·

35. δύο ἔσονται ἀλήθουσαι ἐπὶ τὸ αὐτό, μία παραληφθήσεται καὶ ἡ ἑτέρα ἀφεθήσεται.

36. δύο ἐν τῷ ἀγρῷ, εἷς παραληφθήσεται καὶ ὁ ἕτερος ἀφεθήσεται.

37. καὶ ἀποκριθέντες λέγουσιν αὐτῷ· ποῦ, Κύριε; ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ὅπου τὸ σῶμα, ἐκεῖ ἐπισυναχθήσονται καὶ οἱ ἀετοί.

 

















































































Luke, Chapter 17 (KJV)

1. Then said he unto the disciples, It is impossible but that offences will come: but woe unto him , through whom they come!
2. It were better for him that a millstone were hanged about his neck, and he cast into the sea, than that he should offend one of these little ones.
3. Take heed to yourselves: If thy brother trespass against thee, rebuke him; and if he repent, forgive him.
4. And if he trespass against thee seven times in a day, and seven times in a day turn again to thee, saying, I repent; thou shalt forgive him.
5. And the apostles said unto the Lord, Increase our faith.
6. And the Lord said, If ye had faith as a grain of mustard seed, ye might say unto this sycamine tree, Be thou plucked up by the root, and be thou planted in the sea; and it should obey you.
7. But which of you, having a servant plowing or feeding cattle, will say unto him by and by, when he is come from the field, Go and sit down to meat?
8. And will not rather say unto him, Make ready wherewith I may sup, and gird thyself, and serve me, till I have eaten and drunken; and afterward thou shalt eat and drink?
9.  Doth he thank that servant because he did the things that were commanded him? I trow not.
10. So likewise ye, when ye shall have done all those things which are commanded you, say, We are unprofitable servants: we have done that which was our duty to do.
11. And it came to pass, as he went to Jerusalem, that he passed through the midst of Samaria and Galilee.
12. And as he entered into a certain village, there met him ten men that were lepers, which stood afar off:
13. And they lifted up their voices, and said, Jesus, Master, have mercy on us.
14. And when he saw them , he said unto them, Go shew yourselves unto the priests. And it came to pass, that, as they went, they were cleansed.
15. And one of them, when he saw that he was healed, turned back, and with a loud voice glorified God,
16. And fell down on his face at his feet, giving him thanks: and he was a Samaritan.
17. And Jesus answering said, Were there not ten cleansed? but where are the nine?
18. There are not found that returned to give glory to God, save this stranger.
19. And he said unto him, Arise, go thy way: thy faith hath made thee whole.
20. And when he was demanded of the Pharisees, when the kingdom of God should come, he answered them and said, The kingdom of God cometh not with observation:
21. Neither shall they say, Lo here! or, lo there! for, behold, the kingdom of God is within you.
22. And he said unto the disciples, The days will come, when ye shall desire to see one of the days of the Son of man, and ye shall not see it .
23. And they shall say to you, See here; or, see there: go not after them , nor follow them .
24. For as the lightning, that lighteneth out of the one part under heaven, shineth unto the other part  under heaven; so shall also the Son of man be in his day.
25. But first must he suffer many things, and be rejected of this generation.
26. And as it was in the days of Noe, so shall it be also in the days of the Son of man.
27. They did eat, they drank, they married wives, they were given in marriage, until the day that Noe entered into the ark, and the flood came, and destroyed them all.
28. Likewise also as it was in the days of Lot; they did eat, they drank, they bought, they sold, they planted, they builded;
29. But the same day that Lot went out of Sodom it rained fire and brimstone from heaven, and destroyed them  all.
30. Even thus shall it be in the day when the Son of man is revealed.
31. In that day, he which shall be upon the housetop, and his stuff in the house, let him not come down to take it away: and he that is in the field, let him likewise not return back.
32. Remember Lot's wife.
33. Whosoever shall seek to save his life shall lose it; and whosoever shall lose his life shall preserve it.
34. I tell you, in that night there shall be two men in one bed; the one shall be taken, and the other shall be left.
35. Two women shall be grinding together; the one shall be taken, and the other left.
36. Two men shall be in the field; the one shall be taken, and the other left.
37. And they answered and said unto him, Where, Lord? And he said unto them, Wheresoever the body is , thither will the eagles be gathered together.