Luke, Chapter 2 Modern Greek

01 ΕΝ εκείναις δε ταις ημέραις εξήλθε διάταγμα παρά του Καίσαρος Αυγούστου να απογραφθή πάσα η οικουμένη.
02 Αύτη η απογραφή έγεινε πρώτη ότε ηγεμόνευε της Συρίας ο Κυρήνιος.,
03 Και ήρχοντο πάντες να απογράφωνται  έκαστος εις την εαυτού πόλιν.
04 Ανέβη δε και Ιωσήφ από της Γαλιλαίας, εκ της πόλεως Ναζαρέτ, εις την Ιουδαίαν, εις την πόλιν του Δαβίδ, ήτις καλείται Βηθλεέμ, (επειδή αυτός ήτο εκ του οίκου και της πατριάς του Δαβίδ,)
05 δια να απογραφθή μετά της Μαριάμ της ηρραβωνισμένης με αυτόν εις γυναίκα, ήτις ήτο έγκυος.
06 Και ενώ ήσαν εκεί, επληρώθησαν αι ημέραι του να γεννήση
07 και εγέννησε τον υιόν αυτής τον πρωτότοκον, και εσπαργάνωσεν αυτόν, και κατέκλινεν αυτόν εν τη φάτνη  διότι δεν ήτο τόπος δι' αυτούς εν τω καταλύματι.
08 Και ποιμένες ήσαν κατά το αυτό μέρος διανυκτερεύοντες εν τοίς αγροίς, και φυλάττοντες φυλακάς της νυκτός επί το ποίμνιον αυτών.
09 Και ιδού, άγγελος Κυρίου εξαίφνης εφάνη εις αυτούς, και δόξα Κυρίου έλαμψε περί αυτούς, και εφοβήθησαν φόβον μέγαν.
10 Και είπε προς αυτούς ο άγγελος, Μη φοβείσθε  διότι ιδού, ευαγγελίζομαι εις εσάς χαράν μεγάλην, ήτις θέλει είσθαι εις πάντα τον λαόν
11 διότι σήμερον εγεννήθη εις εσάς εν πόλει Δαβίδ σωτήρ, όστις είναι Χριστός Κύριος.
12 Και τούτο θέλει είσθαι το σημείον εις εσάς, Θέλετε ευρεί βρέφος εσπαργανωμένον κείμενον εν τη φάτνη.
13 Και εξαίφνης μετά του αγγέλου εφάνη πλήθος στρατιάς ουρανίου, υμνούντων τον Θεόν, και λεγόντων,
14 Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γής ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία.
15 Και καθώς οι άγγελοι ανεχώρησαν απ' αυτών εις τον ουρανόν, οι άνθρωποι οι ποιμένες είπον προς αλλήλους, Ας υπάγωμεν λοιπόν έως Βηθλεέμ, και ας ίδωμεν το πράγμα τούτο το γεγονός, το οποίον ο Κύριος εφανέρωσεν εις ημάς.
16 Και ήλθον μετά σπουδής, και εύρον την τε Μαριάμ και τον Ιωσήφ, και το βρέφος κείμενον εν τη φάτνη.
17 Και ιδόντες, διεκήρυξαν τον λόγον τον λαληθέντα προς αυτούς περί του παιδίου τούτου.
18 Και πάντες οι ακούσαντες εθαύμασαν περί των λαληθέντων υπό των ποιμένων προς αυτούς.
19 Η δε Μαριάμ εφύλαττε πάντας τους λόγους τούτους, διαλογιζομένη περί αυτών εν τη καρδία αυτής.
20 Και επέστρεψαν οι ποιμένες, δοξάζοντες και υμνούντες τον Θεόν, διά πάντα όσα ήκουσαν και είδον, καθώς ελαλήθησαν προς αυτούς.
21 Και ότε επληρώθησαν αι οκτώ ημέραι δια να περιτέμωσι το παιδίον, εκλήθη το όνομα αυτού Ιησούς, το ονομασθέν υπό του αγγέλου πριν συλληφθή εν τη κοιλία.
22 Και ότε επληρώθησαν αι ημέραι του καθαρισμού αυτής, κατά τον νόμον του Μωϋσέως ανεβίβασαν αυτόν εις Ιεροσόλυμα, δια να παραστήσωσιν εις τον Κύριον
23 καθός είναι γεγραμμένον εν τω νόμω του Κυρίου,_ Ότι παν αρσενικόν διανοίγον μήτραν, θέλει κληθή άγιον εις τον Κύριον _
24 και δια να προσφέρωσι θυσίαν κατά το ειρημένον εν τω νόμω του Κυρίου,  "Ζεύγος τρυγόνων, ή δύο νεοσσούς περιστερών."
25 Και ιδού, ήτο άνθρωπός τις εν Ιερουσαλήμ, ονομαζόμενος Συμεών  και ο άνθρωπος ούτος ήτο δίκαιος και ευλαβής, προσμένων την παρηγορίαν του Ισραήλ και Πνεύμα  Άγιον ήτο επ' αυτόν.
26 Και ήτο εις αυτόν αποκεκαλυμένον υπό του Πνεύματος του Αγίου, ότι δεν θέλει ιδεί θάνατον πριν ίδη τον Χριστόν του Κυρίου.
27 Και ήλθε δια του Πνεύματος εις το ιερόν  και ότε οι γονείς εισέφεραν το παιδίον Ιησούν, δια να κάμεσι περί αυτού κατά την συνήθειαν του νόμου,
28 αυτός εδέχθη αυτό εις τας αγκάλας αυτού, και ευλόγησε τον Θεόν και είπε,
29 Νυν απολύεις τον δούλόν σου, Δέσποτα, κατά το ρήμά σου, εν ειρήνη
30 διότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου,
31 το οποίον ητοίμασας ενώπιον πάντων των λαών
32 Φως εις φωτισμόν των εθνών, και δόξαν του λαού σου Ισραήλ.
33 Και ο Ιωσήφ και η μήτηρ αυτού εθαύμαζον δια τα λεγόμενα περί αυτού.
34 Και ευλόγησε αυτούς ο Συμεών, και είπε προς Μαριάμ την μητέρα αυτού, Ιδού, ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ, και εις σημείον αντιλεγόμενον
35 (και σου δε αυτής την ψυχήν ρομφαία θέλει διαπεράσει ) δια να ανακαλυφθώσιν οι διαλογισμοί πολλών καρδιών.
36 Και υπήρχέ τις  Άννα προφήτις, θυγάτηρ Φανουήλ, εκ της φυλής Ασήρ  αύτη ήτο πολύ προβεβηκυία εις ηλικίαν, ήτις έζησε μετά του ανδρός αυτής επτά έτη από της παρθενίας αυτής
37 Και αύτη ήτο χήρα ως ετών ογδοήκοντα τεσσάρων, ήτις δεν απεμακρύνετο από του ιερού, νύκτα και ημέραν λατρεύουσα τον Θεόν εν νηστείαις και προσευχαίς.
38 Και αύτη φθάσασα εν αυτή τη ώρα, εδοξολόγει τον Κύριον, και ελάλει περί αυτού προς πάντας τους προσμένοντας λύτρωσιν εν Ιερουσαλήμ.
39 Και αφού ετελείωσαν πάντα τα κατά τον νόμον του Κυρίου, υπέστρεψαν εις την Γαλιλαίαν, εις την πόλιν αυτών Ναζαρέτ.
40 Το δε παιδίον ηύξανε, και εδυναμούτο κατά το πνεύμα, πληρούμενον σοφίας  και χάρις Θεού ήτο επ' αυτό.
41 Επορεύοντο δε οι γονείς αυτού κατ' έτος εις Ιερουσαλήμ εν τη εορτή του πάσχα.
42 Και ότε έγεινεν ετών δώδεκα, αφού ανέβησαν εις Ιερουσαλήμ κατά το έθος της εορτής,
43 και ετελείωσαν τας ημέρας, ενώ αυτοί υπέστρεφον, το παιδίον ο Ιησούς έμεινεν οπίσω εν Ιερουσαλήμ  και δεν ενόησεν ο Ιωσήφ και η μήτηρ αυτού.
44 Νομίσαντες δε ότι αυτός ήτο εν τη συνοδία, ήλθον μιάς ημέρας οδόν  και ανεζήτουν αυτόν μεταξύ των συγγενών και των γνωρίμων.
45 Και μη ευρόντες αυτόν, υπέστρεψαν ει Ιερουσαλήμ ζητούντες αυτόν.
46 Και μετά τρείς ημέρας εύρον αυτόν εν τω ιερώ, καθήμενον εν μέσω των διδασκάλων, και ακούοντα αυτούς, και ερωτώντα αυτούς.
47 Εξίσταντο δε πάντες οι ακούοντες αυτόν, διά την σύνεσιν και τας αποκρίσεις αυτού.
48 Και ιδόντες αυτόν, εξεπλάγησαν  και είπε προς αυτόν η μήτηρ αυτού, Τέκνον, διά τι έπραξας εις ημάς ούτως ; ιδού, ο πατήρ σου και εγώ καταλυπούμενοι σε εζητούμεν.
49 Και είπε προς αυτούς, Διά τι με εζητείτε ; δεν ηξεύρετε ότι πρέπει να ήμαι εις τα του Πατρός μου ;
50 Και αυτοί δεν ενόησαν τον λόγον, τον οποίον ελάλησε προς αυτούς.
51 Και κατέβη μετ' αυτών, καί ήλθεν εις Ναζαρέτ και ήτο υποτασσόμενος εις αυτούς. Η δε μήτηρ αυτού εφύλαττε πάντας τους λόγους τούτους εν τη καρδία αυτής.
52 Και ο Ιησούς προέκοπτεν εις σοφίαν, και ηλικίαν, και χάριν παρά Θεώ καί ανθρώποις.















































































Luke, Chapter 2 Demotic Greek

1. Τις μέρες εκείνες βγήκε διάταγμα από τον Καίσαρα Αύγουστο να γίνει απογραφή σε όλη την οικουμένη.
2. Αυτή ήταν η πρώτη απογραφή που έγινε, όταν κυβερνήτης της Συρίας ήταν ο Κυρήνιος.
3. Έτσι, πήγαιναν όλοι να απογραφούν, ο καθένας στη δική του πόλη.
4. Ανέβηκε, λοιπόν, και ο Ιωσήφ από τη Γαλιλαία, από την πόλη Ναζαρέτ, σε μια πόλη του Δαβίδ, στην Ιουδαία, που ονομάζεται Βηθλεέμ - γιατί καταγόταν από το γένος και την οικογένεια του Δαβίδ -
5. για να απογραφεί μαζί με τη Μαριάμ, την κοπέλα που ήταν αρραβωνιασμένη μαζί του και η οποία ήταν έγκυος.
6. Κι ενώ βρισκόταν εκεί, συμπληρώθηκαν οι μέρες της να γεννήσει.
7. Γέννησε λοιπόν το γιο της τον πρωτότοκο και τον σπαργάνωσε και τον ξάπλωσε στη φάτνη, γιατί δεν υπήρχε τόπος γι' αυτούς στο πανδοχείο.
8. Στην ίδια εκείνη περιοχή υπήρχαν και μερικοί βοσκοί που διανυκτέρευαν στην ύπαιθρο και φύλαγαν βάρδιες στο κοπάδι τους.
9. Και να! Παρουσιάστηκε ξαφνικά σ' αυτούς   ένας άγγελος Κυρίου και δόξα Κυρίου έλαμψε ολόγυρά τους και κυριεύτηκαν από μεγάλο φόβο.
10. Μα ο άγγελος τους είπε: «Μη φοβάστε, γιατί σας φέρνω τώρα το καλό άγγελμα μεγάλης χαράς για όλο το λαό:
11. Ότι σήμερα γεννήθηκε στην πόλη του Δαβίδ Σωτήρας για σας, που είναι ο Χριστός, ο Κύριος.
12. Και το σημάδι αναγνώρισής του για σας είναι τούτο: Θα βρείτε ένα σπαργανωμένο βρέφος, ξαπλωμένο μέσα σε μια φάτνη».
13. Ξαφνικά τότε, ο άγγελος πλαισιώθηκε από πλήθος αγγελικής στρατιάς, που υμνούσαν το Θεό κι έλεγαν:
14. »Δόξα στον Ύψιστο Θεό και στη γη ειρήνη, εκδήλωση εύνοιας στους ανθρώπους»!
15. Κι αμέσως μόλις τους άφησαν οι άγγελοι κι έφυγαν στον ουρανό, είπαν οι βοσκοί μεταξύ τους: «Ας ξεκινήσουμε τώρα κιόλας ως τη Βηθλεέμ να δούμε το γεγονός αυτό που πληροφορηθήκαμε και που μας το έκανε γνωστό ο Κύριος».
16. Ήρθαν λοιπόν τρέχοντας και βρήκαν τη Μαριάμ και τον Ιωσήφ καθώς και το βρέφος ξαπλωμένο στη φάτνη.
17. Και μόλις τους είδαν τους διηγήθηκαν λεπτομερώς την πληροφορία που τους είπε ο άγγελος για το παιδί αυτό.
18. Κι όλοι όσοι τους άκουσαν, έμειναν έκπληκτοι για όσα τους είπαν οι βοσκοί.
19. Η Μαριάμ όμως φύλαγε όλα αυτά τα λόγια μέσα στην καρδιά της και τα συλλογιζόταν.
20. Επέστρεψαν κατόπιν οι βοσκοί δοξάζοντας και υμνώντας το Θεό για όλα όσα άκουσαν και είδαν, όπως ακριβώς είχε ειπωθεί σ' αυτούς.
21. Και όταν συμπληρώθηκαν οι οχτώ μέρες που απαιτούνταν για να περιτμηθεί το παιδί, τον ονόμασαν Ιησού, όπως είχε ονομαστεί από τον άγγελο προτού συλληφθεί στη μήτρα.
22. Όταν επίσης συμπληρώθηκαν οι μέρες για τον καθαρισμό τους - σύμφωνα με το μωσαϊκό νόμο - τον πήγαν στα Ιεροσόλυμα για να τον αφιερώσουν στον Κύριο,
23. (όπως είναι γραμμένο στο νόμο του Κυρίου, ότι «κάθε αρσενικό που πρωτοανοίγει μήτρα, άγιο θα θεωρηθεί για τον Κύριο»)
24. και για να προσφέρουν θυσία ένα ζευγάρι τρυγόνια ή δύο νεογέννητα περιστέρια όπως απαιτεί ο νόμος του Κυρίου.
25. Εκείνη ακριβώς την εποχή υπήρχε στα Ιεροσόλυμα ένας άνθρωπος που λεγόταν Συμεών. Κι ο άνθρωπος αυτός ήταν δίκαιος και ευσεβής, που προσδοκούσε την παρηγοριά του Ισραήλ και το Πνεύμα το Άγιο ήταν επάνω του.
26. Σ' αυτόν, λοιπόν, είχε αποκαλυφθεί από το Άγιο Πνεύμα ότι δε θα πεθάνει πριν δει τον Χριστό του Κυρίου.
27. Έτσι, με την καθοδήγηση του Πνεύματος ήρθε στο ναό, και μόλις οι γονείς έφεραν μέσα το παιδάκι, τον Ιησού, για να κάνουν γι' αυτόν ό,τι συνηθίζεται σύμφωνα με το νόμο,
28. το πήρε στην αγκαλιά του και δοξολόγησε το Θεό και είπε:
29. «Τώρα πια αξιώνεις το δούλο σου, Κύριε, να πεθάνει ειρηνικά σύμφωνα με την υπόσχεσή σου.
30. Γιατί τα μάτια μου είδαν το μέσο της σωτηρίας σου
31. που ετοίμασες κατάντικρυ όλων των λαών.
32. Φως που θ' αποτελέσει αποκάλυψη για τα έθνη και δόξα για το λαό σου τον Ισραήλ».
33. Κι απορούσαν ο Ιωσήφ και η μητέρα του παιδιού γι' αυτά που λέγονταν γι' αυτό.
34. Ακόμα ο Συμεών τους ευλόγησε και είπε στη Μαριάμ, τη μητέρα του παιδιού: «Να! Αυτός είναι προορισμένος να γίνει η αιτία για την πτώση ή την ανόρθωση πολλών στο Ισραήλ και σημείο αντιλεγόμενο.
35. Μάλιστα ακόμα και τη δική σου προσωπικά την ψυχή ρομφαία θα τη διαπεράσει, έτσι που να αποκαλυφτούν οι διαλογισμοί πολλών καρδιών».
36. Υπήρχε επίσης η προφήτισσα Άννα, κόρη του Φανουήλ, από τη φυλή του Ασήρ. Αυτή ήταν γριά, πολύ περασμένης ηλικίας, που είχε ζήσει εφτά χρόνια με τον άντρα της από την ημέρα του γάμου της.
37. Και τώρα χήρα πια, περίπου ογδόντα τεσσάρων χρόνων, δεν απομακρυνόταν από το ναό, όπου λάτρευε το Θεό νύχτα και μέρα με νηστείες και προσευχές.
38. Την ώρα εκείνη λοιπόν, παρουσιάστηκε κι αυτή και ευχαριστούσε τον Κύριο και μιλούσε γι' αυτόν σε όλους εκείνους που πρόσμεναν λύτρωση στα Ιεροσόλυμα.
39. Κι όταν τέλειωσαν όλα εκείνα που ήταν καθορισμένα να κάνουν σύμφωνα με το νόμο του Κυρίου, επέστρεψαν στην πόλη τους τη Ναζαρέτ στη Γαλιλαία.
40. Στο μεταξύ το παιδί μεγάλωνε και δυνάμωνε στο πνεύμα και γέμιζε με σοφία, ενώ το κάλυπτε η χάρη του Θεού.
41. Και κάθε χρόνο, κατά τη γιορτή του Πάσχα, οι γονείς του πήγαιναν στην Ιερουσαλήμ.
42. Όταν λοιπόν έγινε δώδεκα χρόνων, ανέβηκαν στα Ιεροσόλυμα, όπως το συνήθιζαν στη γιορτή.
43. Κι όταν πέρασαν οι μέρες και επέστρεφαν πίσω, το παιδί, ο Ιησούς, παρέμεινε στα Ιεροσόλυμα χωρίς να το αντιληφτούν ο Ιωσήφ και η μητέρα του.
44. Εκείνοι όμως νομίζοντας πως βρίσκεται μέσα στην ομάδα των συνοδοιπόρων τους, διάνυσαν μιας ημέρας δρόμο αναζητώντας τον ανάμεσα στους συγγενείς και γνωστούς.
45. Κι επειδή δεν τον βρήκαν, γύρισαν πίσω στην Ιερουσαλήμ γυρεύοντάς τον.
46. Έτσι, ύστερα από τρεις μέρες τον βρήκαν να κάθεται στο ναό ανάμεσα στους δασκάλους και να τους ακούει και να τους υποβάλλει ερωτήσεις.
47. Κι όλοι εκείνοι που τον άκουγαν έμεναν κατάπληκτοι με τη σύνεση και τις απαντήσεις του.
48. Όταν τον είδαν λοιπόν απόρησαν, και του είπε η μητέρα του: «Παιδί μου, γιατί μας το έκανες αυτό; Να κοίτα! Ο πατέρας σου κι εγώ με αγωνία στην ψυχή σε αναζητούσαμε».
49. Κι εκείνος τους απάντησε: «Τι θα πει με αναζητούσατε; Δεν ξέρατε ότι στα έργα του Πατέρα μου πρέπει να μετέχω;».
50. Εκείνοι όμως δεν κατάλαβαν αυτό που τους είπε.
51. Κατέβηκε λοιπόν μαζί τους και ήρθε στη Ναζαρέτ και υπάκουε σ' αυτούς, ενώ η μητέρα του φύλαγε όλα αυτά τα πράγματα μέσα στην καρδιά της.
52. Στο μεταξύ ο Ιησούς πρόκοβε σε σοφία και σωματική ανάπτυξη και χάρη μπροστά στο Θεό και στους ανθρώπους.















































































Matthew 1

Luke, Chapter 2 Ancient Greek

1. Ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἐξῆλθε δόγμα παρὰ Καίσαρος Αὐγούστου ἀπογράφεσθαι πᾶσαν τὴν οἰκουμένην.

2. αὕτη ἡ ἀπογραφὴ πρώτη ἐγένετο ἡγεμονεύοντος τῆς Συρίας Κυρηνίου.

3. καὶ ἐπορεύοντο πάντες ἀπογράφεσθαι, ἕκαστος εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν.

4. ἀνέβη δὲ καὶ Ἰωσὴφ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἐκ πόλεως Ναζαρὲτ εἰς τὴν Ἰουδαίαν εἰς πόλιν Δαυΐδ. ἥτις καλεῖται Βηθλεέμ, διὰ τὸ εἶναι αὐτὸν ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαυΐδ,

5. ἀπογράψασθαι σὺν Μαριὰμ τῇ μεμνηστευμένῃ αὐτῷ γυναικί, οὔσῃ ἐγκύῳ.

6. ἐγένετο δὲ ἐν τῷ εἶναι αὐτοὺς ἐκεῖ ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ τεκεῖν αὐτήν,

7. καὶ ἔτεκε τὸν υἱὸν αὐτῆς τὸν πρωτότοκον, καὶ ἐσπαργάνωσεν αὐτὸν καὶ ἀνέκλινεν αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ, διότι οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύματι.

8. Καὶ ποιμένες ἦσαν ἐν τῇ χώρᾳ τῇ αὐτῇ ἀγραυλοῦντες καὶ φυλάσσοντες φυλακὰς τῆς νυκτὸς ἐπὶ τὴν ποίμνην αὐτῶν.

9. καὶ ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου ἐπέστη αὐτοῖς καὶ δόξα Κυρίου περιέλαμψεν αὐτούς, καὶ ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν.

10. καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ ἄγγελος· μὴ φοβεῖσθε· ἰδοὺ γὰρ εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαρὰν μεγάλην, ἥτις ἔσται παντὶ τῷ λαῷ,

11. ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον σωτήρ, ὅς ἐστι Χριστὸς Κύριος, ἐν πόλει Δαυΐδ.

12. καὶ τοῦτο ὑμῖν τὸ σημεῖον· εὑρήσετε βρέφος ἐσπαργανωμένον, κείμενον ἐν φάτνῃ.

13. καὶ ἐξαίφνης ἐγένετο σὺν τῷ ἀγγέλῳ πλῆθος στρατιᾶς οὐρανίου αἰνούντων τὸν Θεὸν καὶ λεγόντων·

14. δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία.

15. καὶ ἐγένετο ὡς ἀπῆλθον ἀπ' αὐτῶν εἰς τὸν οὐρανὸν οἱ ἄγγελοι, καὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ ποιμένες εἶπον πρὸς ἀλλήλους· διέλθωμεν δὴ ἕως Βηθλεὲμ καὶ ἴδωμεν τὸ ῥῆμα τοῦτο τὸ γεγονός, ὃ ὁ Κύριος ἐγνώρισεν ἡμῖν.

16. καὶ ἦλθον σπεύσαντες, καὶ ἀνεῦρον τήν τε Μαριὰμ καὶ τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὸ βρέφος κείμενον ἐν τῇ φάτνῃ.

17. ἰδόντες δὲ διεγνώρισαν περὶ τοῦ ῥήματος τοῦ λαληθέντος αὐτοῖς περὶ τοῦ παιδίου τούτου·

18. καὶ πάντες οἱ ἀκούσαντες ἐθαύμασαν περὶ τῶν λαληθέντων ὑπὸ τῶν ποιμένων πρὸς αὐτούς.

19. ἡ δὲ Μαριὰμ πάντα συνετήρει τὰ ῥήματα ταῦτα συμβάλλουσα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς.

20. καὶ ὑπέστρεψαν οἱ ποιμένες δοξάζοντες καὶ αἰνοῦντες τὸν Θεὸν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἤκουσαν καὶ εἶδον καθὼς ἐλαλήθη πρὸς αὐτούς.

21. Καὶ ὅτε ἐπλήσθησαν ἡμέραι ὀκτὼ τοῦ περιτεμεῖν τὸ παιδίον, καὶ ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦς, τὸ κληθὲν ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου πρὸ τοῦ συλληφθῆναι αὐτὸν ἐν τῇ κοιλίᾳ.

22. Καὶ ὅτε ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τοῦ καθαρισμοῦ αὐτῶν κατὰ τὸν νόμον Μωϋσέως, ἀνήγαγον αὐτὸν εἰς Ἱεροσόλυμα παραστῆσαι τῷ Κυρίῳ,

23. καθὼς γέγραπται ἐν νόμῳ Κυρίου ὅτι πᾶν ἄρσεν διανοῖγον μήτραν ἅγιον τῷ Κυρίῳ κληθήσεται,

24. καὶ τοῦ δοῦναι θυσίαν κατὰ τὸ εἰρημένον ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου, ζεῦγος τρυγόνων ἢ δύο νεοσσοὺς περιστερῶν.

25. Καὶ ἰδοὺ ἦν ἄνθρωπος ἐν Ἱεροσολύμοις ᾧ ὄνομα Συμεών, καὶ ὁ ἄνθρωπος οὗτος δίκαιος καὶ εὐλαβής, προσδεχόμενος παράκλησιν τοῦ Ἰσραήλ, καὶ Πνεῦμα ἦν Ἅγιον ἐπ' αὐτόν·

26. καὶ ἦν αὐτῷ κεχρηματισμένον ὑπὸ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου μὴ ἰδεῖν θάνατον πρὶν ἢ ἴδῃ τὸν Χριστὸν Κυρίου.

27. καὶ ἦλθεν ἐν τῷ Πνεύματι εἰς τὸ ἱερόν· καὶ ἐν τῷ εἰσαγαγεῖν τοὺς γονεῖς τὸ παιδίον Ἰησοῦν τοῦ ποιῆσαι αὐτοὺς κατὰ τὸ εἰθισμένον τοῦ νόμου περὶ αὐτοῦ,

28. καὶ αὐτὸς ἐδέξατο αὐτὸν εἰς τὰς ἀγκάλας αὐτοῦ καὶ εὐλόγησε τὸν Θεὸν καὶ εἶπε·

29. νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά σου ἐν εἰρήνῃ,

30. ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου,

31. ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν,

32. φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ.

33. καὶ ἦν Ἰωσὴφ καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ θαυμάζοντες ἐπὶ τοῖς λαλουμένοις περὶ αὐτοῦ.

34. καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς Συμεὼν καὶ εἶπε πρὸς Μαριὰμ τὴν μητέρα αὐτοῦ· ἰδοὺ οὗτος κεῖται εἰς πτῶσιν καὶ ἀνάστασιν πολλῶν ἐν τῷ Ἰσραὴλ καὶ εἰς σημεῖον ἀντιλεγόμενον.

35. καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ῥομφαία, ὅπως ἂν ἀποκαλυφθῶσιν ἐκ πολλῶν καρδιῶν διαλογισμοί.

36. Καὶ ἦν Ἄννα προφῆτις, θυγάτηρ Φανουήλ, ἐκ φυλῆς Ἀσήρ· αὕτη προβεβηκυῖα ἐν ἡμέραις πολλαῖς, ζήσασα ἔτη μετὰ ἀνδρὸς ἑπτὰ ἀπὸ τῆς παρθενίας αὐτῆς,

37. καὶ αὐτὴ χήρα ὡς ἐτῶν ὀγδοήκοντα τεσσάρων, ἣ οὐκ ἀφίστατο ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ νηστείαις καὶ δεήσεσι λατρεύουσα νύκτα καὶ ἡμέραν·

38. καὶ αὕτη αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ἐπιστᾶσα ἀνθωμολογεῖτο τῷ Κυρίῳ καὶ ἐλάλει περὶ αὐτοῦ πᾶσι τοῖς προσδεχομένοις λύτρωσιν ἐν Ἱερουσαλήμ.

39. Καὶ ὡς ἐτέλεσαν ἅπαντα τὰ κατὰ τὸν νόμον Κυρίου, ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἰς τὴν πόλιν ἑαυτῶν Ναζαρέτ.

40. Τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, καὶ χάρις Θεοῦ ἦν ἐπ' αὐτό.

41. Καὶ ἐπορεύοντο οἱ γονεῖς αὐτοῦ κατ' ἔτος εἰς Ἱερουσαλὴμ τῇ ἑορτῇ τοῦ πάσχα.

42. καὶ ὅτε ἐγένετο ἐτῶν δώδεκα, ἀναβάντων αὐτῶν εἰς Ἱεροσόλυμα κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἑορτῆς

43. καὶ τελειωσάντων τὰς ἡμέρας, ἐν τῷ ὑποστρέφειν αὐτοὺς ὑπέμεινεν Ἰησοῦς ὁ παῖς ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ οὐκ ἔγνω Ἰωσὴφ καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ.

44. νομίσαντες δὲ αὐτὸν ἐν τῇ συνοδίᾳ εἶναι ἦλθον ἡμέρας ὁδὸν καὶ ἀνεζήτουν αὐτὸν ἐν ἐν τοῖς συγγενέσι καὶ τοῖς γνωστοῖς·

45. καὶ μὴ εὑρόντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ ζητοῦντες αὐτόν.

46. καὶ ἐγένετο μεθ' ἡμέρας τρεῖς εὗρον αὐτὸν ἐν τῷ ἱερῷ καθεζόμενον ἐν μέσῳ τῶν διδασκάλων καὶ ἀκούοντα αὐτῶν καὶ ἐπερωτῶντα αὐτούς·

47. ἐξίσταντο δὲ πάντες οἱ ἀκούοντες αὐτοῦ ἐπὶ τῇ συνέσει καὶ ταῖς ἀποκρίσεσιν αὐτοῦ.

48. καὶ ἰδόντες αὐτὸν ἐξεπλάγησαν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἡ μήτηρ αὐτοῦ εἶπε· τέκνον, τί ἐποίησας ἡμῖν οὕτως; ἰδοὺ ὁ πατήρ σου κἀγὼ ὀδυνώμενοι ἐζητοῦμέν σε.

49. καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· τί ὅτι ἐζητεῖτέ με; οὐκ ᾔδειτε ὅτι ἐν τοῖς τοῦ πατρός μου δεῖ εἶναί με;

50. καὶ αὐτοὶ οὐ συνῆκαν τὸ ῥῆμα ὃ ἐλάλησεν αὐτοῖς.

51. καὶ κατέβη μετ' αὐτῶν καὶ ἦλθεν εἰς Ναζαρέτ, καὶ ἦν ὑποτασσόμενος αὐτοῖς. καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ διετήρει πάντα τὰ ῥήματα ταῦτα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς.

52. Καὶ Ἰησοῦς προέκοπτε σοφίᾳ καὶ ἡλικίᾳ καὶ χάριτι παρὰ Θεῷ καὶ ἀνθρώποις.

 

















































































Luke, Chapter 2 (KJV)

1. And it came to pass in those days, that there went out a decree from Caesar Augustus, that all the world should be taxed.
2. ( And this taxing was first made when Cyrenius was governor of Syria.)
3. And all went to be taxed, every one into his own city.
4. And Joseph also went up from Galilee, out of the city of Nazareth, into Judaea, unto the city of David, which is called Bethlehem; (because he was of the house and lineage of David:)
5. To be taxed with Mary his espoused wife, being great with child.
6. And so it was, that, while they were there, the days were accomplished that she should be delivered.
7. And she brought forth her firstborn son, and wrapped him in swaddling clothes, and laid him in a manger; because there was no room for them in the inn.
8. And there were in the same country shepherds abiding in the field, keeping watch over their flock by night.
9. And, lo, the angel of the Lord came upon them, and the glory of the Lord shone round about them: and they were sore afraid.
10. And the angel said unto them, Fear not: for, behold, I bring you good tidings of great joy, which shall be to all people.
11. For unto you is born this day in the city of David a Saviour, which is Christ the Lord.
12. And this shall be a sign unto you; Ye shall find the babe wrapped in swaddling clothes, lying in a manger.
13. And suddenly there was with the angel a multitude of the heavenly host praising God, and saying,
14. Glory to God in the highest, and on earth peace, good will toward men.
15. And it came to pass, as the angels were gone away from them into heaven, the shepherds said one to another, Let us now go even unto Bethlehem, and see this thing which is come to pass, which the Lord hath made known unto us.
16. And they came with haste, and found Mary, and Joseph, and the babe lying in a manger.
17. And when they had seen it , they made known abroad the saying which was told them concerning this child.
18. And all they that heard it wondered at those things which were told them by the shepherds.
19. But Mary kept all these things, and pondered them in her heart.
20. And the shepherds returned, glorifying and praising God for all the things that they had heard and seen, as it was told unto them.
21. And when eight days were accomplished for the circumcising of the child, his name was called JESUS, which was so named of the angel before he was conceived in the womb.
22. And when the days of her purification according to the law of Moses were accomplished, they brought him to Jerusalem, to present him to the Lord;
23. (As it is written in the law of the Lord, Every male that openeth the womb shall be called holy to the Lord;)
24. And to offer a sacrifice according to that which is said in the law of the Lord, A pair of turtledoves, or two young pigeons.
25. And, behold, there was a man in Jerusalem, whose name was Simeon; and the same man was just and devout, waiting for the consolation of Israel: and the Holy Ghost was upon him.
26. And it was revealed unto him by the Holy Ghost, that he should not see death, before he had seen the Lord's Christ.
27. And he came by the Spirit into the temple: and when the parents brought in the child Jesus, to do for him after the custom of the law,
28. Then took he him up in his arms, and blessed God, and said,
29. Lord, now lettest thou thy servant depart in peace, according to thy word:
30. For mine eyes have seen thy salvation,
31. Which thou hast prepared before the face of all people;
32. A light to lighten the Gentiles, and the glory of thy people Israel.
33. And Joseph and his mother marvelled at those things which were spoken of him.
34. And Simeon blessed them, and said unto Mary his mother, Behold, this child is set for the fall and rising again of many in Israel; and for a sign which shall be spoken against;
35. (Yea, a sword shall pierce through thy own soul also,) that the thoughts of many hearts may be revealed.
36. And there was one Anna, a prophetess, the daughter of Phanuel, of the tribe of Aser: she was of a great age, and had lived with an husband seven years from her virginity;
37. And she was a widow of about fourscore and four years, which departed not from the temple, but served God with fastings and prayers night and day.
38. And she coming in that instant gave thanks likewise unto the Lord, and spake of him to all them that looked for redemption in Jerusalem.
39. And when they had performed all things according to the law of the Lord, they returned into Galilee, to their own city Nazareth.
40. And the child grew, and waxed strong in spirit, filled with wisdom: and the grace of God was upon him.
41. Now his parents went to Jerusalem every year at the feast of the passover.
42. And when he was twelve years old, they went up to Jerusalem after the custom of the feast.
43. And when they had fulfilled the days, as they returned, the child Jesus tarried behind in Jerusalem; and Joseph and his mother knew not of it .
44. But they, supposing him to have been in the company, went a day's journey; and they sought him among their  kinsfolk and acquaintance.
45. And when they found him not, they turned back again to Jerusalem, seeking him.
46. And it came to pass, that after three days they found him in the temple, sitting in the midst of the doctors, both hearing them, and asking them questions.
47. And all that heard him were astonished at his understanding and answers.
48. And when they saw him, they were amazed: and his mother said unto him, Son, why hast thou thus dealt with us? behold, thy father and I have sought thee sorrowing.
49. And he said unto them, How is it that ye sought me? wist ye not that I must be about my Father's business?
50. And they understood not the saying which he spake unto them.
51. And he went down with them, and came to Nazareth, and was subject unto them: but his mother kept all these sayings in her heart.
52. And Jesus increased in wisdom and stature, and in favour with God and man.