Luke, Chapter 22 Modern Greek

01 ΕΠΛΗΣΙΑΖΕ δε η εορτή των αζύμων, η λεγομένη Πάσχα.
02 Και εζήτουν οι αρχιερείς και οι γραμματείς το πως να θανατώσωσιν αυτόν  διότι εφοβούντο τον λαόν.
03 Εισήλθε δε ο Σατανάς εις τον Ιούδαν τον επονομαζόμενον Ισκαριώτην, όντα εκ του αριθμού των δώδεκα
04 και υπήγε και συνελάλησε μετα των αρχιερέων και των στρατηγών το πως να παραδώση αυτόν εις αυτούς.
05 Και εχάρησαν, και συνεφώνησαν να δώσωσιν εις αυτόν αργύριον.
06 Και έδωκεν υπόσχεσιν  και εζήτει εικαιρίαν να παραδώση αυτόν εις αυτούς χωρίς θορύβου.
07  Ήλθε δε η ημέρα των αζύμων, καθ' ήν έπρεπε να θυσιάσωσι το πάσχα
08 και απέστειλε τον Πέτρον και Ιωάννην, ειπών Ύπάγετε και ετοιμάσατε εις ημάς το πάσχα, δια να φάγωμεν.
09 Οι δε είπον προς αυτόν, Που θέλεις να ετοιμάσωμεν;
10 Ο δε είπε προς αυτούς, ιδού, όταν εισέλθητε εις την πόλιν, θέλει σας συναπαντήσει άνθρωπος βαστάζων σταμνίον ύδατος  ακολουθήσατε αυτόν εις την οικίαν όπου εισέρχεται
11 και θέλετε ειπεί προς τον οικοδεσπότην της οικίας, Ο διδάσκαλος σοι λέγει  Που είναι το κατάλυμα, όπου θέλω φάγει το πάσχα μετά των μαθητών μου;
12 Και εκείνος θέλει σας δείξει ανώγεον μέγα εστρωμένον εκεί ετοιμάσατε.
13 Αφού δε υπήγον, εύρον καθώς είπε προς αυτούς  και ητοίμασαν το πάσχα.
14 Και ότε ήλθεν η ώρα, εκάθισεν εις την τράπεζαν, και οι δώδεκα απόστολοι μετ' αυτού.
15 Και είπε προς αυτούς, Πολύ επεθύμησα να φάγω το πάσχα τούτο με σας προτού να πάθω
16 διότι σας λέγω, ότι δεν θέλω φάγει πλέον εξ αυτού εωσού εκπληρωθή εν τη βασιλεία του Θεού.
17 Και λαβών το ποτήριον, ευχαρίστητε και είπε, Λάβετε τούτο και διαμοιράσατε εις αλλήλους
18 διότι σας λέγω, ότι δεν θέλω πίει απο του γεννήματος της αμπέλου, εωσού έλθη η βασιλεία του Θεού.
19 Και λαβών άρτον, ευχαριστήσας έκοψε, και έδωκεν εις αυτούς, λέγων, Τούτο είναι το σωμά μου, το υπέρ υμών διδόμενον  τούτο κάμνετε εις την ιδικήν μου ανάμνησιν.
20 Ωσαύτως και το ποτήριον, αφού εδείπνησαν, λέγων, Τούτο το ποτήριον είναι η καινή διαθήκη εν τω αίματί μου, το υπέρ υμών εκχυνόμενον.
21 Πλήν ιδού, η χείρ εκείνου όστις με παραδίδει είναι μετ' εμου επί της τραπέζης
22 Και ο μεν Υιός του ανθρώπου υπάγει κατά το ωρισμένον πλήν ουαί εις τον άνθρωπον εκείνον, δι' ου παραδίδεται.
23 Και αυτοί ήρχισαν να συζητώσι προς αλλήλους, το, ποίος τάχα ήτο εξ αυτών όστις έμελλε να κάμη τούτο.
24  Έγεινε δε και φιλονεικία μεταξύ αυτών περί του, τις εξ αυτών νομίζεται ότι είναι μεγαλήτερος.
25 Ο δε είπε προς αυτούς, Οι βασιλείς των εθνών κυριεύουσιν αυτά  και οι εξουσιάζοντες αυτά ονομάζονται ευεργέται.
26 Σεις όμως ουχί ούτως  αλλ' ο μεγαλήτερος μεταξύ σας, ας γείνη ως ο μικρότερος και ο προϊστάμενος ως ο υπηρετών.
27 Διότι τις είναι μεγαλήτερος, ο καθήμενος εις την τράπεζαν, ή ο υπηρετών; ουχί ο καθήμενος; αλλ' εγώ είμαι εν μέσω υμών ως ο υπηρετών.
28 Σεις δε είσθε οι διαμείναντες μετ'εμου εν τοις πειρασμοίς μου
29 όθεν εγώ ετοιμάζω εις εσας βασιλείαν, ως ο Πατήρ μου ητοίμασεν εις εμε,
30 δια να τρώγητε και να πίνητε επι της τραπέζης εν τη βασιλεία μου  και να καθίσητε επι θρόνων, κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ.
31 Είπε δε ο Κύριος, Σίμων, Σίμων, ιδού, ο Σατανάς σας εζήτησε, δια να σας κασκινίση ως τον σίτον.
32 Πλήν εγώ εδεήθην περί σου δια να μη εκλείψη η πίστις σου  και συ, όταν ποτέ επιστρέψης, στήριξον τους αδελφούς σου.
33 Ο δε είπε προς αυτόν, Κύριε, έτοιμος είμαι μετά σου να υπάγω και εις φυλακήν και εις θάνατον.
34 Ο δε είπε, Σοι λέγω, Πέτρε, δεν θέλει φωνάξει σήμερον ο αλέκτωρ, πριν απαρνηθής τρις ότι δεν με γνωρίζεις.
35 Και είπε προς αυτούς, Ότε σας απέςτειλα χωρίς βαλαντίου και σακκίου και υποδημάτων, μήπως εστερήθητε τινός; Οι δε είπον, Ουδενός.
36 Είπε λοιπόν προς αυτούς, Αλλά τώρα, όστις έχει βαλάντιον, ας λάβη αυτό μεθ' εαυτού  ομοίως και σακκίον και όστις δεν έχει, ας πωλήση το ιμάτιον αυτού, και ας αγοράση μάχαιραν.
37 Διότι σας λέγω, ότι έτι τούτο το γεγραμμένον πρέπει να εκτελεσθή εις εμέ, το, «Και μετά ανόμων ελογίσθη,»  διότι τα περί εμού γεγραμμένα λαμβάνουσι τέλος.
38 Οι δε είπον, Κύριε, ιδού εδώ δύο μάχαιραι.Ο δε είπε προς αυτούς, Ικανόν είναι.
39 Και εξελθών υπήγε κατά την συνήθειαν εις το όρος των ελαιών  ηκολούθησαν δε αυτόν και οι μαθηταί αυτού.
40 Αφού δε ήλθεν εις τον τόπον, είπε προς αυτούς, Προσεύχεσθε δια να μη εισέλθητε εις πειρασμόν.
41 Και αυτός εχωρίσθη απ' αυτών ως λίθου βολήν, και γονατίσας προσηύχετο,
42 λέγων, Πάτερ, αν θέλης ν'απομακρύνης το ποτήριον τούτο απ' εμού  πλήν ουχί το θέλημά μου, αλλά το σον ας γείνη.
43 Εφάνη δε εις αυτόν άγγελος απ' ουρανού ενισχύων αυτόν.
44 Και ελθών εις αγωνίαν, προσηύχετο θερμότερον.  Έγεινε δε ο ιδρώς αυτού ως θρόμβοι αίματος καταβαίνοντες εις την γην.
45 Και σηκωθείς απο της προσευχής, ήλθε προς τους μαθητάς αυτού, και εύρεν αυτούς κοιμωμένους απο της λύπης.
46 Και είπε προς αυτούς, Τι κοιμάσθε; σηκώθητε και προσεύχεσθε, δια να μη εισέλθητε εις πειρασμόν.
47 Ενω δε αυτός ελάλει έτι, ιδού όχλος, και ο λεγόμενος Ιούδας, εις των δώδεκα, ήρχετο προ αυτών, και επλησίασεν εις τον Ιησούν δια να φιλήση αυτόν.
48 Ο δε Ιησούς είπε προ αυτόν, Ιούδα, με φίλημα παραδίδεις τον Υιόν του ανθρώπου;
49 Ιδόντες δε οι περί αυτόν τι έμελλε να γείνη, είπον προς αυτόν, Κύριε, να κτυπήσωμεν με την μάχαιραν;
50 Και εκτύπησεν εις εξ αυτών τον δούλον του Αρχιερέως, και απέκοψεν αυτού το ωτίον το δεξιόν.
51 Αποκριθείς δε ο Ιησούς είπεν, Αφήσατε εως τούτου  και πιάσας το ωτίον αυτού, ιάτρευσεν αυτόν.
52 Είπε δε ο Ιησούς προς τους ελθόντας επ' αυτόν αρχιερείς και στρατηγούς του ιερού και πρεσβυτέρους, Ώς επι ληστήν εξήλθετε μετά μαχαιρών και ξύλων;
53 καθ' ημέραν ήμην μεθ'υμών εν τω ιερώ, και δεν ηπλώσατε τας χείρας επ' εμέ  αλλ' αύτη είναι η ώρα σας, και η εξουσία του σκότους.
54 Συλλαβόντες δε αυτόν, έφεραν και εισήγαγον αυτόν εις τον οίκον του αρχιερέως. Ο δε Πέτρος ηκολούθει μακρόθεν.
55 Αφού δε ανάψαντες πύρ εν τω μέσω της αυλής συνεκάθισαν, εκάθητο ο Πέτρος εν μέσω αυτών.
56 Ιδούσα δε αυτόν μια τις δούλη καθήμενον προς το φώς, και ενατενίσασα εις αυτόν, είπε, Και ούτος ήτο μετ' αυτού.
57 Ο δε ηρνήθη αυτόν, λέγων, Γύναι, δεν γνωρίζω αυτόν.
58 Και μετ' ολίγον άλλος τις ιδών αυτόν, είπε, Και συ εξ αυτών είσαι. Ο δε Πέτρος είπεν,  Άνθρωπε, δεν είμαι.
59 Και αφού επέρασεν ως μια ώρα, άλλος τις διϊσχυρίζετο, λέγω, Επ' αληθείας και ούτος μετ' αυτού ήτο  διότι Γαλιλαίος είναι.
60 Είπε δε ο Πέτρος,  Άνθρωπε, δεν εξεύρω τι λέγεις. Και παρευθύς ενω αυτός ελάλει έτι, εφώναξεν ο αλέκτωρ.
61 Και στραφείς ο Κύριος ενέβλεψεν εις τον Πέτρον  και ενεθυμήθη ο Πέτρος τον λόγον του Κυρίου, ότε είπε προς αυτόν,  Ότι πριν φωνάξη ο αλέκτωρ, θέλεις με απαρνηθή τρίς.
62 Και εξελθών έξω ο Πέτρος έκλαυσε πικρώς.
63 Και οι άνδρες οι κρατούντες τον Ιησούν ενέπαιζον αυτόν δέροντες
64 και περικαλύψαντες αυτόν, ερράπιζον το πρόσωπον αυτού, και ηρώτων αυτόν, λέγοντες, Προφήτευσον, τις είναι όστις σε εκτύπησε;
65 Και άλλα πολλά βλασφημούντες έλεγον εις αυτόν.
66 Και καθώς έγεινεν ημέρα, συνήχθη το πρεσβυτέριον του λαού, αρχιερείς τε και γραμματείς, και ανεβίβασαν αυτόν εις το συνέδριον αυτών, λέγοντες,
67 Συ είσαι ο χριστός; ειπέ προς ημάς. Είπε δε προς αυτούς, Εαν σας είπω, δεν θέλετε πιστεύσει
68 εαν δε και ερωτήσω, δεν θέλετε μοι αποκριθή, ουδέ θέλετε με απολύσει.
69 Απο του νυν θέλει είσθαι ο Υιός του ανθρώπου καθήμενος εκ δεξιών της δυνάμεως του Θεού.
70 Είπον δε πάντες, Συ λοιπόν είσαι ο Υιός του Θεού; Ο δε είπε προς αυτούς, Σεις λέγετε ότι εγώ είμαι.
71 Οι δε είπον, Τι χρείαν έχομεν πλέον μαρτυρίας; διότι ημείς αυτοί ηκούσαμεν απο του στόματος αυτού.















































































Luke, Chapter 22 Demotic Greek

1. Στο μεταξύ πλησίαζε η γιορτή των Αζύμων, που ονομάζεται Πάσχα,
2. ενώ οι αρχιερείς μαζί με τους νομοδιδασκάλους αναζητούσαν να βρουν με τι τρόπο θα μπορούσαν να τον σκοτώσουν, γιατί φοβούνταν το λαό.
3. Τότε μπήκε ο Σατανάς στον Ιούδα, τον αποκαλούμενο Ισκαριώτη, που συγκατελεγόταν στον αριθμό των δώδεκα μαθητών.
4. Πήγε λοιπόν και συζήτησε με τους αρχιερείς και τους ανώτατους αξιωματικούς του ναού τον τρόπο με τον οποίο θα τους τον παράδιδε.
5. Χάρηκαν τότε εκείνοι και έταξαν να του δώσουν χρήματα.
6. Αυτός συμφώνησε και ζητούσε ευκαιρία να τους τον παραδώσει κάποια ώρα που θα βρισκόταν μακριά από το λαό.
7. Στο μεταξύ έφτασε η μέρα των Αζύμων, κατά την οποία έπρεπε να γίνει η θυσία του Πάσχα
8. κι έστειλε ο Ιησούς τον Πέτρο και τον Ιωάννη λέγοντάς τους: «Πηγαίνετε και ετοιμάστε μας το πασχαλινό τραπέζι για να φάμε».
9. Εκείνοι τον ρώτησαν: «Πού θέλεις να το ετοιμάσουμε;».
10. Κι εκείνος απάντησε: «Μόλις μπείτε στην πόλη, θα σας συναντήσει κάποιος που θα κουβαλάει μια στάμνα με νερό. Ακολουθήστε τον στο σπίτι που θα μπει.
11. Εκεί θα πείτε στον οικοδεσπότη του σπιτιού: Ο Δάσκαλος σε ρωτάει: Πού είναι το κατάλυμα, όπου θα φάω μαζί με τους μαθητές μου το Πάσχα;
12. Εκείνος θα σας δείξει ένα μεγάλο ανώγι, στρωμένο. Εκεί να ετοιμάσετε».
13. Πήγαν, λοιπόν, και τα βρήκαν όπως τους τα είπε και ετοίμασαν το πασχαλινό τραπέζι.
14. Έτσι, όταν ήρθε η ώρα, κάθισε στο τραπέζι και μαζί του κάθισαν και οι δώδεκα απόστολοι.
15. Τότε τους είπε: «Με μεγάλη λαχτάρα επιθύμησα να φάω μαζί σας το Πάσχα αυτό, πριν από τα πάθη μου.
16. Γιατί σας πληροφορώ πως απ' εδώ κι ύστερα, όχι, δε θα ξαναφάω πια άλλο Πάσχα, ώσπου αυτό να εκπληρωθεί στη βασιλεία του Θεού».
17. Έπειτα πήρε ένα ποτήρι κι αφού ευχαρίστησε, είπε: «Πάρτε το αυτό και μοιράστε το μεταξύ σας,
18. γιατί σας πληροφορώ πως ποτέ πια δε θα πιω από το προϊόν αυτό του αμπελιού, ώσπου να έρθει η βασιλεία του Θεού».
19. Πήρε κατόπιν το ψωμί κι αφού ευχαρίστησε, το έκοψε κομμάτια και τους το έδωσε λέγοντας: «Αυτό είναι το σώμα μου, που προσφέρεται για χάρη σας. Να το κάμνετε αυτό σε ανάμνησή μου».
20. Παρόμοια, μετά που δείπνησαν, πήρε και το ποτήρι και είπε: «Το ποτήρι αυτό είναι η Καινούργια Διαθήκη που συνάπτεται με βάση το αίμα μου, το οποίο χύνεται για χάρη σας.
21. Άλλωστε, νάτο κιόλας το χέρι του ανθρώπου που πρόκειται να με παραδώσει, μαζί μου είναι, πάνω στο τραπέζι.
22. Βέβαια ο Γιος του Ανθρώπου βαδίζει το δρόμο του, όπως έχει προκαθοριστεί, μα αλίμονο στον άνθρωπο εκείνο με ενέργεια του οποίου παραδίνεται».
23. Άρχισαν τότε αυτοί να συζητούν μεταξύ τους για το ποιος τέλος πάντων από ανάμεσά τους θα μπορούσε να είναι αυτός που πρόκειται να το κάνει αυτό.
24. Έγινε επίσης και μια φιλονικία μεταξύ τους για το ποιος απ' αυτούς θα πρέπει να θεωρείται ως ο ανώτερος.
25. Αλλ' εκείνος τους είπε: «Οι βασιλιάδες των εθνών επιβάλλουν την κυριαρχία τους σ' αυτά, κι αυτοί που τα εξουσιάζουν αποκαλούνται ευεργέτες!
26. Εσείς, όμως, να μη σκέφτεστε έτσι. Απεναντίας, ο ανώτερος μεταξύ σας να συμπεριφέρεται σαν να είναι ο μικρότερος, και ο πρώτος μεταξύ σας, σαν να είναι ο υπηρέτης.
27. Γιατί, ποιος τάχα είναι ανώτερος; Εκείνος που κάθεται στο τραπέζι ή εκείνος που τον υπηρετεί; Δεν είναι εκείνος που κάθεται στο τραπέζι; Εγώ όμως συμπεριφέρομαι ανάμεσά σας σαν να είμαι ο υπηρέτης.
28. Εσείς πάλι, είστε αυτοί που παραμείνατε σταθερά κοντά μου μέσα στις δοκιμασίες μου.
29. Γι' αυτό, όπως ο Πατέρας μου παραχώρησε σε μένα τη βασιλεία, έτσι κι εγώ σας παραχωρώ το προνόμιο
30. να τρώτε και να πίνετε στο τραπέζι μου κατά τη βασιλεία μου. Κι ακόμη θα καθίσετε πάνω σε θρόνους και θα κρίνετε τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ».
31. Είπε ακόμα ο Κύριος: «Σίμωνα! Σίμωνα! Μάθε, ότι ο Σατανάς ζήτησε την άδεια να σας κοσκινήσει σαν το σιτάρι.
32. Εγώ όμως προσευχήθηκα για σένα, ώστε να μην εξαφανιστεί η πίστη σου. Κι εσύ, όταν τελικά ξαναγυρίσεις στην πίστη σου, στήριξε τους αδελφούς σου».
33. Εκείνος του απάντησε: «Κύριε, είμαι έτοιμος εγώ και στη φυλακή να πορευθώ μαζί σου και στο θάνατο».
34. Τότε ο Ιησούς του είπε: «Σε πληροφορώ, Πέτρο, πως δε θα προλάβει να λαλήσει σήμερα ο πετεινός, πριν με απαρνηθείς τρεις φορές λέγοντας ότι δε με ξέρεις».
35. Τους είπε επίσης: «Όταν σας έστειλα χωρίς χρήματα, χωρίς σακίδιο και χωρίς υποδήματα, στερηθήκατε μήπως τίποτε;». Κι εκείνοι απάντησαν: «Τίποτε απολύτως».
36. Τότε τους είπε: «Τώρα, όμως, όποιος έχει χρήματα, ας τα πάρει, το ίδιο κι όποιος έχει σακίδιο. Και όποιος δεν έχει, ας πουλήσει το πανωφόρι του και ας αγοράσει μαχαίρι.
37. Γιατί σας πληροφορώ πως ακόμη μια προφητεία πρέπει να εκπληρωθεί για μένα. Αυτή που λέει: Και μαζί με τους ανόμους συγκαταλέχτηκε. Γιατί, βέβαια, τα όσα γράφτηκαν για μένα εκπληρώνονται όλα».
38. Εκείνοι τότε του είπαν: «Κύριε, δες, εδώ υπάρχουν δυο μαχαίρια». Κι εκείνος απάντησε: «Φτάνει πια!».
39. Βγήκε κατόπιν και κατευθύνθηκε, όπως το συνήθιζε, προς το Όρος των Ελαιών, όπου τον ακολούθησαν και οι μαθητές του.
40. Κι όταν πια έφτασε στο καθορισμένο μέρος, τους είπε: «Προσεύχεστε να μην μπείτε σε πειρασμό».
41. Έπειτα απομακρύνθηκε ο ίδιος απ' αυτούς σε απόσταση περίπου μιας πετροβολιάς κι αφού έπεσε στα γόνατα, προσευχόταν
42. λέγοντας: «Πατέρα, αν θέλεις απομάκρυνε το ποτήρι αυτό από μένα. Όμως, όχι το δικό μου, αλλά το δικό σου θέλημα ας γίνει».
43. Τότε φανερώθηκε σ' αυτόν ένας άγγελος από τον ουρανό και τον ενίσχυε.
44. Κι επειδή τον κυρίευσε η αγωνία, προσευχόταν θερμότερα, ενώ ο ιδρώτας σαν μεγάλες σταγόνες αίματος έπεφτε στη γη.
45. Κι όταν κατόπιν σηκώθηκε από την προσευχή και ήρθε κοντά στους μαθητές, τους βρήκε να κοιμούνται εξαντλημένοι από τη λύπη,
46. και τους είπε: «Τι κοιμάστε; Σηκωθείτε και προσεύχεστε για να μην μπείτε σε πειρασμό».
47. Κι ενώ ο Ιησούς μιλούσε ακόμα είδαν να εμφανίζεται όχλος. Και αυτός, που ονομαζόταν Ιούδας - ένας από τους δώδεκα - βάδιζε μπροστά από τον όχλο και πλησίασε τον Ιησού για να τον φιλήσει.
48. Τότε ο Ιησούς του είπε: «Ιούδα, με φίλημα προδίνεις το Γιο του Ανθρώπου;».
49. Και όταν αντιλήφθηκαν οι γύρω του τι θα επακολουθούσε, του είπαν: «Κύριε, να τους χτυπήσουμε με μαχαίρια;».
50. Κι ένας απ' αυτούς χτύπησε το δούλο του αρχιερέα και του απέκοψε το δεξί αυτί.
51. Επενέβη τότε ο Ιησούς και είπε: «Φτάνει ως εδώ»! Κι αφού άγγιξε το αυτί του, το γιάτρεψε.
52. Ύστερα ο Ιησούς είπε στους αρχιερείς και στους ανώτατους αξιωματικούς του ναού, που ήρθαν εναντίον του: «Ληστή θαρείτε πως κυνηγάτε και βγήκατε με μαχαίρια και ρόπαλα;
53. Όσο ήμουν μαζί σας στο ναό κάθε μέρα, δεν απλώσατε χέρι πάνω μου. Αλλά τούτη εδώ είναι η ώρα η δική σας και του σκοταδιού η εξουσία»!
54. Τον συλλάβανε τότε και τον έφεραν και τον οδήγησαν μέσα στο σπίτι του αρχιερέα. Στο μεταξύ από μακριά ακολουθούσε ο Πέτρος.
55. Κι όταν άναψαν φωτιά μέσα στην αυλή και κάθισαν όλοι μαζί, ο Πέτρος καθόταν ανάμεσά τους.
56. Βλέποντάς τον, τότε, μια υπηρέτρια να κάθεται κοντά στη φωτιά, τον κοίταξε στο πρόσωπο και είπε: «Κι αυτός ήταν μαζί του!».
57. Εκείνος όμως αρνήθηκε λέγοντας: «Κοπέλα μου, ούτε καν τον ξέρω».
58. Μα ύστερα από λίγο τον είδε κάποιος άλλος και είπε: «Είσαι κι εσύ ένας απ' αυτούς!». Κι ο Πέτρος απάντησε: «Άνθρωπέ μου, δεν είμαι».
59. Κι αφού πέρασε περίπου μια ώρα, ένας άλλος ισχυριζόταν επίμονα λέγοντας: «Πραγματικά ήταν κι αυτός μαζί του, αφού, μάλιστα, είναι και Γαλιλαίος!».
60. Αλλ' ο Πέτρος είπε: «Άνθρωπέ μου, δεν ξέρω για ποιο πράγμα μιλάς»! Κι ενώ ακόμα μιλούσε, λάλησε ο πετεινός.
61. Στράφηκε τότε ο Κύριος και κοίταξε κατάματα τον Πέτρο. Και θυμήθηκε ο Πέτρος αυτό που του είχε πει ο Κύριος: «Πριν λαλήσει ο πετεινός, τρεις φορές θα με απαρνηθείς».
62. Βγήκε τότε έξω ο Πέτρος κι έκλαψε πικρά.
63. Στο μεταξύ, οι άντρες που κρατούσαν τον Ιησού, τον περιέπαιζαν και τον χτυπούσαν.
64. Έτσι, αφού του σκέπασαν τα μάτια, τον χτυπούσαν στο πρόσωπο και τον ρωτούσαν: «Ποιος σε χτύπησε; Μάντεψέ το»!
65. Κι άλλα πολλά του έλεγαν, βλαστημώντας τον.
66. Κι αμέσως μόλις ξημέρωσε, μαζεύτηκαν εκείνοι που αποτελούσαν το πρεσβυτέριο του λαού - αρχιερείς και νομοδιδάσκαλοι μαζί - και τον μετέφεραν στο συνέδριό τους και του έλεγαν:
67. «Αν είσαι εσύ ο Χριστός, πες το μας». Κι απάντησε: «Αν σας το πω, δε θα το πιστέψετε, όχι.
68. Μα κι αν σας ρωτήσω, όχι, δε θα μου απαντήσετε κι ούτε θα μ' αφήσετε ελεύθερο.
69. Από τώρα ο Γιος του Ανθρώπου θα κάθεται στα δεξιά του Παντοδύναμου».
70. Είπαν τότε όλοι: «Εσύ, λοιπόν, είσαι ο Γιος του Θεού;». Κι εκείνος απευθυνόμενος σ' αυτούς, είπε: «Μόνοι σας το λέτε ότι είμαι εγώ».
71. Τότε εκείνοι είπαν: «Τι μας χρειάζεται πια άλλη απόδειξη; Εμείς οι ίδιοι το ακούσαμε από το στόμα του!».















































































Matthew 1

Luke, Chapter 22 Ancient Greek

1. Ἤγγιζε δὲ ἡ ἑορτὴ τῶν ἀζύμων ἡ λεγομένη πάσχα.

2. καὶ ἐζήτουν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς τὸ πῶς ἀνέλωσιν αὐτόν· ἐφοβοῦντο γὰρ τὸν λαόν.

3. Εἰσῆλθε δὲ ὁ σατανᾶς εἰς Ἰούδαν τὸν ἐπικαλούμενον Ἰσκαριώτην, ὄντα ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δώδεκα,

4. καὶ ἀπελθὼν συνελάλησε τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι καὶ στρατηγοῖς τὸ πῶς αὐτὸν παραδῷ αὐτοῖς·

5. καὶ ἐχάρησαν, καὶ συνέθεντο αὐτῷ ἀργύρια δοῦναι.

6. καὶ ἐξωμολόγησε, καὶ ἐζήτει εὐκαιρίαν τοῦ παραδοῦναι αὐτὸν αὐτοῖς ἄτερ ὄχλου.

7. Ἦλθε δὲ ἡ ἡμέρα τῶν ἀζύμων, ἐν ᾗ ἔδει θύεσθαι τὸ πάσχα,

8. καὶ ἀπέστειλε Πέτρον καὶ Ἰωάννην εἰπών· πορευθέντες ἑτοιμάσατε ἡμῖν τὸ πάσχα ἵνα φάγωμεν.

9. οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· ποῦ θέλεις ἑτοιμάσωμεν;

10. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἰδοὺ εἰσελθόντων ὑμῶν εἰς τὴν πόλιν συναντήσει ὑμῖν ἄνθρωπος κεράμιον ὕδατος βαστάζων· ἀκολουθήσατε αὐτῷ εἰς τὴν οἰκίαν οὗ εἰσπορεύεται,

11. καὶ ἐρεῖτε τῷ οἰκοδεσπότῃ τῆς οἰκίας· λέγει σοι ὁ διδάσκαλος, ποῦ ἐστι τὸ κατάλυμα ὅπου τὸ πάσχα μετὰ τῶν μαθητῶν μου φάγω;

12. κἀκεῖνος ὑμῖν δείξει ἀνώγαιον μέγα ἐστρωμένον· ἐκεῖ ἑτοιμάσατε.

13. ἀπελθόντες δὲ εὗρον καθὼς εἴρηκεν αὐτοῖς, καὶ ἡτοίμασαν τὸ πάσχα.

14. Καὶ ὅτε ἐγένετο ἡ ὥρα, ἀνέπεσε, καὶ οἱ δώδεκα ἀπόστολοι σὺν αὐτῷ.

15. καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· ἐπιθυμίᾳ ἐπεθύμησα τοῦτο τὸ πάσχα φαγεῖν μεθ' ὑμῶν πρὸ τοῦ με παθεῖν·

16. λέγω γὰρ ὑμῖν, ὅτι οὐκέτι οὐ μὴ φάγω ἐξ αὐτοῦ ἕως ὅτου πληρωθῇ ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ.

17. καὶ δεξάμενος τὸ ποτήριον εὐχαριστήσας εἶπε· λάβετε τοῦτο καὶ διαμερίσατε ἑαυτοῖς·

18. λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐ μὴ πίω ἀπὸ τοῦ γενήματος τῆς ἀμπέλου ἕως ὅτου ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔλθῃ.

19. καὶ λαβὼν ἄρτον εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων· τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου τὸ ὑπὲρ ὑμῶν διδόμενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν.

20. ὡσαύτως καὶ τὸ ποτήριον μετὰ τὸ δειπνῆσαι λέγων· τοῦτο τὸ ποτήριον ἡ καινὴ διαθήκη ἐν τῷ αἵματί μου, τὸ ὑπὲρ ὑμῶν ἐκχυνόμενον.

21. πλὴν ἰδοὺ ἡ χεὶρ τοῦ παραδιδόντος με μετ' ἐμοῦ ἐπὶ τῆς τραπέζης.

22. καὶ ὁ μὲν υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου πορεύεται κατὰ τὸ ὡρισμένον· πλὴν οὐαὶ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι' οὗ παραδίδοται.

23. καὶ αὐτοὶ ἤρξαντο συζητεῖν πρὸς ἑαυτοὺς τὸ τίς ἄρα εἴη ἐξ αὐτῶν ὁ τοῦτο μέλλων πράσσειν.

24. Ἐγένετο δὲ καὶ φιλονεικία ἐν αὐτοῖς, τὸ τίς αὐτῶν δοκεῖ εἶναι μείζων.

25. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· οἱ βασιλεῖς τῶν ἐθνῶν κυριεύουσιν αὐτῶν, καὶ οἱ ἐξουσιάζοντες αὐτῶν εὐεργέται καλοῦνται·

26. ὑμεῖς δὲ οὐχ οὕτως, ἀλλ' ὁ μείζων ἐν ὑμῖν γινέσθω ὡς ὁ νεώτερος, καὶ ὁ ἡγούμενος ὡς ὁ διακονῶν.

27. τίς γὰρ μείζων, ὁ ἀνακείμενος ἢ ὁ διακονῶν; οὐχὶ ὁ ἀνακείμενος; ἐγὼ δέ εἰμι ἐν μέσῳ ὑμῶν ὡς ὁ διακονῶν.

28. ὑμεῖς δέ ἐστε οἱ διαμεμενηκότες μετ' ἐμοῦ ἐν τοῖς πειρασμοῖς μου·

29. κἀγὼ διατίθεμαι ὑμῖν καθὼς διέθετό μοι ὁ πατήρ μου βασιλείαν,

30. ἵνα ἐσθίητε καὶ πίνητε ἐπὶ τῆς τραπέζης μου ἐν τῇ βασιλείᾳ μου, καὶ καθίσεσθε ἐπὶ θρόνων κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ.

31. Εἶπε δὲ ὁ Κύριος· Σίμων Σίμων, ἰδοὺ ὁ σατανᾶς ἐξῃτήσατο ὑμᾶς τοῦ σινιάσαι ὡς τὸν σῖτον·

32. ἐγὼ δὲ ἐδεήθην περὶ σοῦ ἵνα μὴ ἐκλίπῃ ἡ πίστις σου· καὶ σύ ποτε ἐπιστρέψας στήριξον τοὺς ἀδελφούς σου.

33. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, μετὰ σοῦ ἕτοιμός εἰμι καὶ εἰς φυλακὴν καὶ εἰς θάνατον πορεύεσθαι.

34. ὁ δὲ εἶπε· λέγω σοι, Πέτρε, οὐ φωνήσει σήμερον ἀλέκτωρ πρὶν ἢ τρὶς ἀπαρνήσῃ μὴ εἰδέναι με.

35. Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὅτε ἀπέστειλα ὑμᾶς ἄτερ βαλλαντίου καὶ πήρας καὶ ὑποδημάτων, μή τινος ὑστερήθητε; οἱ δὲ εἶπον· οὐθενός.

36. εἶπεν οὖν αὐτοῖς· ἀλλὰ νῦν ὁ ἔχων βαλλάντιον ἀράτω, ὁμοίως καὶ πήραν, καὶ ὁ μὴ ἔχων πωλήσει τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ καὶ ἀγοράσει μάχαιραν.

37. λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι ἔτι τοῦτο τὸ γεγραμμένον δεῖ τελεσθῆναι ἐν ἐμοί, τὸ καὶ μετὰ ἀνόμων ἐλογίσθη· καὶ γὰρ τὸ περὶ ἐμοῦ τέλος ἔχει.

38. οἱ δὲ εἶπον· Κύριε, ἰδοὺ μάχαιραι ὧδε δύο. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἱκανόν ἐστι.

39. Καὶ ἐξελθὼν ἐπορεύθη κατὰ τὸ ἔθος εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν· ἠκολούθησαν δὲ αὐτῷ καὶ οἱ μαθηταί αὐτοῦ.

40. γενόμενος δὲ ἐπὶ τοῦ τόπου εἶπεν αὐτοῖς· προσεύχεσθε μὴ εἰσελθεῖν εἰς πειρασμόν.

41. καὶ αὐτὸς ἀπεσπάσθη ἀπ' αὐτῶν ὡσεὶ λίθου βολήν, καὶ θεὶς τὰ γόνατα προσηύχετο

42. λέγων· πάτερ, εἰ βούλει παρενεγκεῖν τοῦτο τὸ ποτήριον ἀπ' ἐμοῦ· πλὴν μὴ τὸ θέλημά μου, ἀλλὰ τὸ σὸν γινέσθω.

43. ὤφθη δὲ αὐτῷ ἄγγελος ἀπ' οὐρανοῦ ἐνισχύων αὐτόν.

44. καὶ γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ ἐκτενέστερον προσηύχετο. ἐγένετο δὲ ὁ ἱδρὼς αὐτοῦ ὡσεὶ θρόμβοι αἵματος καταβαίνοντες ἐπὶ τὴν γῆν.

45. καὶ ἀναστὰς ἀπὸ τῆς προσευχῆς, ἐλθὼν πρὸς τοὺς μαθητὰς εὗρεν αὐτοὺς κοιμωμένους ἀπὸ τῆς λύπης,

46. καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τί καθεύδετε; ἀναστάντες προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν.

47. Ἔτι δὲ αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ ὄχλος, καὶ ὁ λεγόμενος Ἰούδας, εἷς τῶν δώδεκα, προῆγεν αὐτούς, καὶ ἤγγισε τῷ Ἰησοῦ φιλῆσαι αὐτόν· τοῦτο γὰρ σημεῖον δεδώκει αὐτοῖς· ὃν ἂν φιλήσω, αὐτός ἐστιν.

48. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· Ἰούδα, φιλήματι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδίδως;

49. ἰδόντες δὲ οἱ περὶ αὐτὸν τὸ ἐσόμενον εἶπον αὐτῷ. Κύριε, εἰ πατάξομεν ἐν μαχαίρᾳ;

50. καὶ ἐπάταξεν εἷς τις ἐξ αὐτῶν τὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως καὶ ἀφεῖλεν αὐτοῦ τὸ οὖς τὸ δεξιόν.

51. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· ἐᾶτε ἕως τούτου· καὶ ἁψάμενος τοῦ ὠτίου αὐτοῦ ἰάσατο αὐτόν.

52. εἶπε δὲ ὁ Ἰησοῦς πρὸς τοὺς παραγενομένους ἐπ' αὐτὸν ἀρχιερεῖς καὶ στρατηγοὺς τοῦ ἱεροῦ καὶ πρεσβυτέρους· ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξεληλύθατε μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων·

53. καθ' ἡμέραν ὄντος μου μεθ' ὑμῶν ἐν τῷ ἱερῷ οὐκ ἐξετείνατε τὰς χεῖρας ἐπ' ἐμέ. ἀλλ' αὕτη ἐστὶν ὑμῶν ἡ ὥρα καὶ ἡ ἐξουσία τοῦ σκότους.

54. Συλλαβόντες δὲ αὐτὸν ἤγαγον καὶ εἰσήγαγον αὐτὸν εἰς τὸν οἴκον τοῦ ἀρχιερέως. ὁ δὲ Πέτρος ἠκολούθει μακρόθεν.

55. ἁψάντων δὲ πυρὰν ἐν μέσῳ τῆς αὐλῆς καὶ συγκαθισάντων αὐτῶν ἐκάθητο ὁ Πέτρος ἐν μέσῳ αὐτῶν.

56. ἰδοῦσα δὲ αὐτὸν παιδίσκη τις καθήμενον πρὸς τὸ φῶς καὶ ἀτενίσασα αὐτῷ εἶπε· καὶ οὗτος σὺν αὐτῷ ἦν.

57. ὁ δὲ ἠρνήσατο λέγων· γύναι, οὐκ οἶδα αὐτόν.

58. καὶ μετὰ βραχὺ ἕτερος ἰδὼν αὐτὸν ἔφη· καὶ σὺ ἐξ αὐτῶν εἶ, ὁ δὲ Πέτρος εἶπεν· ἄνθρωπε, οὐκ εἰμί.

59. καὶ διαστάσης ὡσεὶ ὥρας μιᾶς ἄλλος τις διϊσχυρίζετο λέγων· ἐπ' ἀληθείας καὶ οὗτος μετ' αὐτοῦ ἦν· καὶ γὰρ Γαλιλαῖός ἐστιν·

60. εἶπε δὲ ὁ Πέτρος· ἄνθρωπε, οὐκ οἶδα ὃ λέγεις. καὶ παραχρῆμα, ἔτι λαλοῦντος αὐτοῦ, ἐφώνησεν ἀλέκτωρ.

61. καὶ στραφεὶς ὁ Κύριος ἐνέβλεψε τῷ Πέτρῳ, καὶ ὑπεμνήσθη ὁ Πέτρος τοῦ λόγου τοῦ Κυρίου, ὡς εἶπεν αὐτῷ ὅτι πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι ἀπαρνήσῃ με τρίς.

62. καὶ ἐξελθὼν ἔξω ὁ Πέτρος ἔκλαυσε πικρῶς.

63. Καὶ οἱ ἄνδρες οἱ συνέχοντες τὸν Ἰησοῦν ἐνέπαιζον αὐτῷ δέροντες,

64. καὶ περικαλύψαντες αὐτὸν ἔτυπτον αὐτοῦ τὸ πρόσωπον καὶ ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες· προφήτευσον τίς ἐστιν ὁ παίσας σε;

65. καὶ ἕτερα πολλὰ βλασφημοῦντες ἔλεγον εἰς αὐτόν.

66. Καὶ ὡς ἐγένετο ἡμέρα, συνήχθη τὸ πρεσβυτέριον τοῦ λαοῦ, ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς, καὶ ἀνήγαγον αὐτὸν εἰς τὸ συνέδριον ἑαυτῶν λέγοντες·

67. εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός, εἰπὲ ἡμῖν. εἶπε δὲ αὐτοῖς· ἐὰν ὑμῖν εἴπω, οὐ μὴ πιστεύσητε,

68. ἐὰν δὲ καὶ ἐρωτήσω, οὐ μὴ ἀποκριθῆτέ μοι ἢ ἀπολύσητε·

69. ἀπὸ τοῦ νῦν ἔσται ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου καθήμενος ἐκ δεξιῶν τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ.

70. εἶπον δὲ πάντες, σὺ οὖν εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ; ὁ δὲ πρὸς αὐτοὺς ἔφη· ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐγώ εἰμι.

71. οἱ δὲ εἶπον· τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτυρίας; αὐτοὶ γὰρ ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ στόματος αὐτοῦ.

 

















































































Luke, Chapter 22 (KJV)

1. Now the feast of unleavened bread drew nigh, which is called the Passover.
2. And the chief priests and scribes sought how they might kill him; for they feared the people.
3. Then entered Satan into Judas surnamed Iscariot, being of the number of the twelve.
4. And he went his way, and communed with the chief priests and captains, how he might betray him unto them.
5. And they were glad, and covenanted to give him money.
6. And he promised, and sought opportunity to betray him unto them in the absence of the multitude.
7. Then came the day of unleavened bread, when the passover must be killed.
8. And he sent Peter and John, saying, Go and prepare us the passover, that we may eat.
9. And they said unto him, Where wilt thou that we prepare?
10. And he said unto them, Behold, when ye are entered into the city, there shall a man meet you, bearing a pitcher of water; follow him into the house where he entereth in.
11. And ye shall say unto the goodman of the house, The Master saith unto thee, Where is the guestchamber, where I shall eat the passover with my disciples?
12. And he shall shew you a large upper room furnished: there make ready.
13. And they went, and found as he had said unto them: and they made ready the passover.
14. And when the hour was come, he sat down, and the twelve apostles with him.
15. And he said unto them, With desire I have desired to eat this passover with you before I suffer:
16. For I say unto you, I will not any more eat thereof, until it be fulfilled in the kingdom of God.
17. And he took the cup, and gave thanks, and said, Take this, and divide it among yourselves:
18. For I say unto you, I will not drink of the fruit of the vine, until the kingdom of God shall come.
19. And he took bread, and gave thanks, and brake it , and gave unto them, saying, This is my body which is given for you: this do in remembrance of me.
20. Likewise also the cup after supper, saying, This cup is the new testament in my blood, which is shed for you.
21. But, behold, the hand of him that betrayeth me is with me on the table.
22. And truly the Son of man goeth, as it was determined: but woe unto that man by whom he is betrayed!
23. And they began to enquire among themselves, which of them it was that should do this thing.
24. And there was also a strife among them, which of them should be accounted the greatest.
25. And he said unto them, The kings of the Gentiles exercise lordship over them; and they that exercise authority upon them are called benefactors.
26. But ye shall not be so: but he that is greatest among you, let him be as the younger; and he that is chief, as he that doth serve.
27. For whether is greater, he that sitteth at meat, or he that serveth? is not he that sitteth at meat? but I am among you as he that serveth.
28.  Ye are they which have continued with me in my temptations.
29. And I appoint unto you a kingdom, as my Father hath appointed unto me;
30. That ye may eat and drink at my table in my kingdom, and sit on thrones judging the twelve tribes of Israel.
31. And the Lord said, Simon, Simon, behold, Satan hath desired to have you, that he may sift you as wheat:
32. But I have prayed for thee, that thy faith fail not: and when thou art converted, strengthen thy brethren.
33. And he said unto him, Lord, I am ready to go with thee, both into prison, and to death.
34. And he said, I tell thee, Peter, the cock shall not crow this day, before that thou shalt thrice deny that thou knowest me.
35. And he said unto them, When I sent you without purse, and scrip, and shoes, lacked ye any thing? And they said, Nothing.
36. Then said he unto them, But now, he that hath a purse, let him take it , and likewise his scrip: and he that hath no sword, let him sell his garment, and buy one.
37. For I say unto you, that this that is written must yet be accomplished in me, And he was reckoned among the transgressors: for the things concerning me have an end.
38. And they said, Lord, behold, here are two swords. And he said unto them, It is enough.
39. And he came out, and went, as he was wont, to the mount of Olives; and his disciples also followed him.
40. And when he was at the place, he said unto them, Pray that ye enter not into temptation.
41. And he was withdrawn from them about a stone's cast, and kneeled down, and prayed,
42. Saying, Father, if thou be willing, remove this cup from me: nevertheless not my will, but thine, be done.
43. And there appeared an angel unto him from heaven, strengthening him.
44. And being in an agony he prayed more earnestly: and his sweat was as it were great drops of blood falling down to the ground.
45. And when he rose up from prayer, and was come to his disciples, he found them sleeping for sorrow,
46. And said unto them, Why sleep ye? rise and pray, lest ye enter into temptation.
47. And while he yet spake, behold a multitude, and he that was called Judas, one of the twelve, went before them, and drew near unto Jesus to kiss him.
48. But Jesus said unto him, Judas, betrayest thou the Son of man with a kiss?
49. When they which were about him saw what would follow, they said unto him, Lord, shall we smite with the sword?
50. And one of them smote the servant of the high priest, and cut off his right ear.
51. And Jesus answered and said, Suffer ye thus far. And he touched his ear, and healed him.
52. Then Jesus said unto the chief priests, and captains of the temple, and the elders, which were come to him, Be ye come out, as against a thief, with swords and staves?
53. When I was daily with you in the temple, ye stretched forth no hands against me: but this is your hour, and the power of darkness.
54. Then took they him, and led him , and brought him into the high priest's house. And Peter followed afar off.
55. And when they had kindled a fire in the midst of the hall, and were set down together, Peter sat down among them.
56. But a certain maid beheld him as he sat by the fire, and earnestly looked upon him, and said, This man was also with him.
57. And he denied him, saying, Woman, I know him not.
58. And after a little while another saw him, and said, Thou art also of them. And Peter said, Man, I am not.
59. And about the space of one hour after another confidently affirmed, saying, Of a truth this fellow also was with him: for he is a Galilaean.
60. And Peter said, Man, I know not what thou sayest. And immediately, while he yet spake, the cock crew.
61. And the Lord turned, and looked upon Peter. And Peter remembered the word of the Lord, how he had said unto him, Before the cock crow, thou shalt deny me thrice.
62. And Peter went out, and wept bitterly.
63. And the men that held Jesus mocked him, and smote him .
64. And when they had blindfolded him, they struck him on the face, and asked him, saying, Prophesy, who is it that smote thee?
65. And many other things blasphemously spake they against him.
66. And as soon as it was day, the elders of the people and the chief priests and the scribes came together, and led him into their council, saying,
67.  Art thou the Christ? tell us. And he said unto them, If I tell you, ye will not believe:
68. And if I also ask you , ye will not answer me, nor let me go.
69. Hereafter shall the Son of man sit on the right hand of the power of God.
70. Then said they all, Art thou then the Son of God? And he said unto them, Ye say that I am.
71. And they said, What need we any further witness? for we ourselves have heard of his own mouth.