Luke, Chapter 23 Modern Greek

01 Τότε εσηκώθη άπαν το πλήθος αυτών, και έφεραν αυτόν προς τον Πιλάτον.
02 Και ήρχισαν να κατηγορώσιν αυτόν, λέγοντες, Τούτον εύρομεν διαστρέφοντα το έθνος, και εμποδίζοντα το να δίδωσι φόρους εις τον Καίσαρα, λέγοντα εαυτόν ότι είναι Χριστός βασιλεύς.
03 Ο δε Πιλάτος ηρώτησεν αυτόν, λέγων, Συ είσαι ο βασιλεύς των Ιουδαίων; Ο δε αποκριθείς προς αυτόν είπε, Συ λέγεις.
04 Και ο Πιλάτος είπε προς τους αρχιερείς και τους όχλους, Ουδεν έγκλημα ευρίσκω εν τω ανθρώπω τούτω.
05 Οι δε επέμενον, λέγοντες,  Ότι ταράττει τον λαόν, διδάσκων καθ' όλην την Ιουδαίαν, αρχίσας απο της Γαλιλαίας έως εδώ.
06 Ο δε Πιλάτος ακούσας Γαλιλαίαν ηρώτησεν αν ο άνθρωπος είναι Γαλιλαίος.
07 Και μαθών ότι είναι εκ της επικρατείας του Ηρώδου, έπεμψεν αυτόν προς τον Ηρώδην, όστις ήτο και αυτός εν
Ιεροσολύμοις εν ταύταις ταις ημέραις.
08 Ο δε Ηρώδης ιδών τον Ιησούν εχάρη πολύ  διότι ήθελε προ πολλού να ίδη αυτόν, επειδή ήκουε πολλά περί αυτού  και ήλπιζε να ίδη τι θαύμα γινόμενον υπ' αυτού.
09 Ηρώτα δε αυτόν με λόγους πολλούς  πλην αυτός δεν επεκρίθη προς αυτόν ουδέν.
10  Ίσταντο δε οι αρχιερείς και οι γραμματείς κατηγορούντες αυτόν εντόνως.
11 Αφού δε ο Ηρώδης μετά των στρατευμάτων αυτού εξουθένησεν αυτόν, και ενέπαιξεν ενέδυσεν αυτόν λαμπρόν ιμάτιον, και έπεμψεν αυτόν πάλιν προς τον Πιλάτον.
12 Εν αυτή δε τη ημέρα ο Πιλάτος και ο Ηρώδης έγειναν φίλοι μετ' αλλήλων  διότι πρότερον ήσαν εις έχθραν προς αλλήλους.
13 Ο δε Πιλάτος συγκαλέσας τους αρχιερείς και τους άρχοντας και τον λαόν,
14 είπε προς αυτούς, Εφέρατε προς εμέ τον άνθρωπον τούτον, ως στασιάζοντα τον λαόν  και ιδού, εγώ ενώπιόν σας ανακρίνας, δεν εύρον εν τω ανθρώπω τούτο ουδέν έγλημα εξ όσων κατηγορείτε κατ' αυτού
15 αλλ'ουδέ ο Ηρώδης  διότι σας έπεμψα προς αυτόν  και ιδού, ουδέν άξιον θανάτου είναι πεπραγμένον υπ' αυτού.
16 Αφού λοιπόν παιδεύσω αυτόν, θέλω απολύσει
17  Έπρεπε δε αναγκαίως να απολύη εις αυτούς ένα εν τη εορτή.
18 Πάντες δε ομού ανέκραξαν, λέγοντες, Σήκωσον τούτον, απόλυσον δε εις ημάς τον Βαραββάν
19 όστις διά στάσιν τινά γενομένην εν τη πόλει και δια φόνον ήτο βεβλημένος εις φυλακήν.
20 Πάλιν λοιπόν ο Πιλάτος ελάλησε προς αυτούς, θέλων να απολύση τον Ιησούν.
21 Οι δε εφώναζον, λέγοντες, Σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν.
22 Ο δε και τρίτην φοράν είπε προς αυτούς, Και τι κακόν έπραξεν ούτος ; ουδεμίαν αιτίαν θανάτου εύρον εν αυτώ  αφού λοιπόν παιδεύσω αυτόν, θέλω απολύσει.
23 Αλλ' εκείνοι επέμενον με φωνάς μεγάλας, ζητούντες να σταυρωθή. Και αι φωναί αυτών και των αρχιερέων υπερίσχουν.
24 Και ο Πιλάτος απεφάσισε να γείνη το ζήτημα αυτών.
25 Και απέλυσεν εις αυτούς τον δια στάσιν και φόνον βεβλημένον εις την φυλακήν, τον οποίον εζήτουν, τον δε Ιησούν παρέδωκεν εις το θέλημα αυτών.
26 Και καθώς έφεραν αυτόν έξω, επίασαν Σίμωνα τινά Κυρηναίον, ερχόμενον απο του αγρού, και έθεσαν επάνω αυτού τον σταυρόν, διά να φέρη αυτόν όπισθεν του Ιησού.
27 Ηκολούθει δε αυτόν πολύ πλήθος του λαού, και γυναικών, αίτινες και ωδύροντο και εθρήνουν αυτόν.
28 Στραφείς δε προς αυτάς ο Ιησούς είπε, Θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, μη κλαίετε δι' εμέ, αλλά δι' εαυτάς κλαίετε και διά τα τέκνα σας.
29 Διότι ιδού, έρχονται ημέραι, καθ' ας θέλουσιν ειπεί, Μακάριαι αι στείραι, και οι μαστοί οίτινες δεν εθήλασαν.
30 Τότε θέλουσιν αρχίσει να λέγωσιν εις τα όρη, Πέσετε εφ' ημάς  και εις τα βουνά, Σκεπάσατε ημάς.
31 Διότι, αν εις το υγρόν ξύλον πράττωσι ταύτα, τι θέλει γείνει εις το ξηρόν ;
32 Εφέροντο δε και άλλοι δύο μετ'αυτού,οίτινες ήσαν κακούργοι,δια να θανατωθώσι. Ματθ.κζ'.38, Ησαΐα νγ.12, Ιωάν.ιθ'.18
33 Και ότε ήλθον εις τον τόπον τον ονομαζόμενον Κρανίον, εκεί εσταύρωσαν αυτόν, και τους κακούργους, τον μεν εκ δεξιών, τον δε εξ αριστερών.Ψαλμ. κβ'. 16
34 Ο δε Ιησούς έλεγε, Πάτερ, συγχώρησον αυτούς  διότι δεν εξεύρουσι τι πράττουσι Διαμεριζόμενοι δε τα ιμάτια αυτού, έβαλον κλήρον.
35 Και ίστατο ο λαός θεωρών. Ενέπαιζον δε και οι άρχοντες μετ' αυτών, λέγοντες,  Άλλους έσωσεν  ας σώση εαυτόν, εάν ούτος ήναι ο Χριστός, ο εκλεκτός του Θεού.
36 Ενέπαζον δε αυτόν και οι στρατιώται, πλησιάζοντες και προσφέροντες όξος εις αυτόν,
37 και λέγοντες, Εάν συ ήσαι ο βασιλεύς των Ιουδαίων, σώσον σεαυτόν.
38  Ήτο δε και επιγραφή γεγραμμένη επάνωθεν αυτού με γράμματα Ελληνικά και Ρωμαϊκά και Εβραϊκά, ΟΥΤΟΣ ΕΣΤΙΝ Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΙΟΥΔΑΙΩΝ.
39 Εις δε των κρεμασθέντων κακούργων εβλασφήμει αυτόν, λέγων, Εαν συ ήσαι ο Χριστός σώσον σεαυτόν και ημάς.
40 Αποκριθείς δε ο άλλος επέπληττεν αυτόν, λέγων, Ουδέ τον Θεόν δεν φοβείσαι συ, όστις είσαι εν τη αυτή καταδίκη ;
41 και ημείς μεν δικαίως  διότι άξια των όσα επράξαμεν απολαμβάνομεν  ούτος όμως ουδέν άτοπον έπραξε.
42 Και έλεγε προς τον Ιησούν, Μνήσθητίμου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου.
43 Και είπε προς αυτόν ο Ιησούς, Αληθώς σοι λέγω, σήμερον θέλεις είσθαι μετ'εμού εν τω παραδείσω.
44  Ήτο δε ως έκτη ώρα, και έγεινε σκότος εφ' όλην την γήν έως ώρας εννάτης.
45 Και εσκοτίσθη ο ήλιος  και εσχίσθη εις το μέσον το καταπέτασμα του ναού.
46 Και φωνάξας με φωνήν μεγάλην ο Ιησούς είπε, Πάτερ, εις χείράς σου παραδιδω το πνεύμά μου. Και ταύτα ειπών εξέπνευσεν.
47 Ιδων δε ο εκατόνταρχος το γενόμενον εδόξασε τον Θεόν, λέγων,  Όντως ο άνθρωπος ούτος ήτο δίκαιος.
48 Και πάντες οι όχλοι οι συνελκόντες εις την θεωρίαν ταύτην, βλέποντες τα γενόμενα, υπέστρεψον τύπτοντες τα στήθη αυτών.
49  Ίσταντο δε μακρόθεν πάντες οι γνωστοί αυτού, και αι γυναίκες αίτινες συνηκολούθησαν αυτόν απο της Γαλιλαίας, και έβλεπον ταύτα.
50 Και ιδού, ανήρ τις Ιωσήφ το όνομα, όστις ήτο βουλευτής, ανήρ αγαθός και δίκαιος,
51 (ούτος δεν ήτο σύμφωνος με την βουλήν και την πράξιν αυτών,) απο Αριμαθαίας πόλεως των Ιουδαίων, όστις και αυτός περιέμενε την βασιλείαν του Θεού
52 ούτος ελθών προς τον Πιλάτον εζήτησε το σώμα του Ιησού.
53 Και καταβιβάσας αυτό ετύλιξεν αυτό με σινδόνα, και έθεσεν αυτό εν μνημείω λελατομημένω όπου ουδείς έτι είχεν ενταφιασθή.
54 Και ήτο ημέρα παρασκευή, και εξημέρονε σάββατον.
55 Ηκολούθησαν δε και γυναίκες, αίτινες είχον ελθεί μετ' αυτού απο της Γαλιλαίας και είδον το μνημείον, και πως ετέθη το σώμα αυτού.
56 Και αφού υπέστρεψαν, ητοίμασαν αρώματα και μύρα  και το μεν σάββατον ησύχασαν κατά την εντολήν.















































































Luke, Chapter 23 Demotic Greek

1. Τότε σηκώθηκαν σύσσωμα όλοι εκείνοι που αποτελούσαν το πρεσβυτέριο και τον οδήγησαν στον Πιλάτο
2. και άρχισαν να τον κατηγορούν λέγοντας: «Διαπιστώσαμε πως τούτος εδώ διαστρέφει το φρόνημα του λαού και τους εμποδίζει να πληρώνουν φόρο στον Καίσαρα ισχυριζόμενος για τον εαυτό του πως είναι ο Χριστός κι είναι ο ίδιος βασιλιάς»!
3. Τον ρώτησε λοιπόν ο Πιλάτος: «Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;». Κι εκείνος απάντησε: «Μόνος σου το λες».
4. Τότε ο Πιλάτος είπε στους αρχιερείς και στον όχλο: «Δε βρίσκω καμιά ενοχή σε τούτον τον άνθρωπο».
5. Εκείνοι όμως επέμειναν περισσότερο λέγοντας πως με τη διδαχή του εξεγείρει το λαό σε ολόκληρη την Ιουδαία, αρχίζοντας από τη Γαλιλαία και φτάνοντας ως εδώ.
6. Ο Πιλάτος, μόλις άκουσε «Γαλιλαία», ρώτησε να μάθει αν ο άνθρωπος αυτός είναι Γαλιλαίος.
7. Κι έτσι, αφού διαπίστωσε πως ήταν από την περιοχή που υπαγόταν στην εξουσία του Ηρώδη, τον παρέπεμψε στον Ηρώδη, που τις μέρες εκείνες βρισκόταν κι αυτός στα Ιεροσόλυμα.
8. Όταν ο Ηρώδης είδε τον Ιησού, χάρηκε πάρα πολύ, γιατί ήθελε από αρκετό καιρό να τον δει, επειδή άκουγε πολλά γι' αυτόν κι έλπιζε να τον δει να κάνει κανένα θαύμα.
9. Του έκανε λοιπόν αρκετές ερωτήσεις, αλλ' αυτός δεν του έδωσε καμιά απάντηση.
10. Εκεί στέκονταν επίσης οι αρχιερείς και οι νομοδιδάσκαλοι και τον κατηγορούσαν με πάθος.
11. Τότε ο Ηρώδης μαζί με τους στρατιώτες του, αφού του συμπεριφέρθηκε με περιφρόνηση και τον περιέπαιξε, τον έντυσε με ένα εντυπωσιακό ρούχο και τον έστειλε πίσω στον Πιλάτο.
12. Κι έγινε αφορμή αυτό να γίνουν φίλοι την ημέρα εκείνη μεταξύ τους ο Ηρώδης και ο Πιλάτος, γιατί ως τότε είχαν εχθρικά αισθήματα ο ένας προς τον άλλον.
13. Τότε ο Πιλάτος, αφού συγκάλεσε τους αρχιερείς και τους άρχοντες καθώς και το λαό,
14. τους είπε: «Μου φέρατε τον άνθρωπο αυτόν με την κατηγορία πως τάχα ξεσηκώνει το λαό, μα να που εγώ, ενώ τον ανέκρινα μπροστά σας, δε βρήκα να είναι ένοχος ο άνθρωπος αυτός για τίποτα απ' όσα τον κατηγορείτε.
15. Αλλ' ούτε κι ο Ηρώδης βρήκε, αφού σας έστειλα και σ' εκείνον. Βλέπετε λοιπόν, ότι δεν έχει κάνει τίποτε άξιο καταδίκης του σε θάνατο.
16. Γι' αυτό λοιπόν, αφού τον παιδέψω πρώτα, θα τον αφήσω ελεύθερο.
17. (Είχε άλλωστε την εθιμική υποχρέωση, κάθε χρόνο στη γιορτή, να τους ελευθερώνει έναν κρατούμενο).
18. Τότε, εκείνοι που αποτελούσαν το πλήθος κραύγασαν όλοι μαζί λέγοντας: «Κράτα τον αυτόν και ελευθέρωσέ μας τον Βαραββά»!
19. (Αυτός ήταν φυλακισμένος για συμμετοχή του σε κάποια επανάσταση, που είχε γίνει στην πόλη και για φόνο).
20. Μα ο Πιλάτος τους μίλησε πάλι θέλοντας να ελευθερώσει τον Ιησού.
21. Αλλ' εκείνοι κραύγαζαν πιο δυνατά: «Σταύρωσέ τον! Σταύρωσέ τον!».
22. Τότε ο Πιλάτος τους είπε για τρίτη φορά: «Μα τι κακό έκανε αυτός επιτέλους; Καμιά ενοχή για καταδίκη του σε θάνατο δεν του βρήκα. Θα τον παιδέψω λοιπόν και θα τον αφήσω ελεύθερο».
23. Εκείνοι όμως ασκούσαν εντονότερη πίεση πάνω του με δυνατές φωνές ζητώντας αυτός να σταυρωθεί. Και οι φωνές αυτών και των αρχιερέων δεν άφηναν τίποτε άλλο ν' ακουστεί.
24. Τότε ο Πιλάτος έδωσε την έγκρισή του να ικανοποιηθεί το αίτημά τους.
25. Έτσι, ελευθέρωσε το φυλακισμένο για ανταρσία και φόνο, που ζητούσαν, και τον Ιησού τον παρέδωσε στη διάθεσή τους.
26. Και μόλις τον παρέλαβαν, έπιασαν το Σίμωνα, έναν Κυρηναίο, που ερχόταν από την εξοχή, και του φόρτωσαν το σταυρό να τον κουβαλάει ακολουθώντας τον Ιησού.
27. Τον ακολουθούσε επίσης μεγάλο πλήθος λαού, καθώς και γυναίκες που στηθοκοπιούνταν και θρηνούσαν γι' αυτόν.
28. Στράφηκε τότε ο Ιησούς σ' αυτές και είπε: «Θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, μην κλαίτε για μένα αλλά για σας τις ίδιες να κλαίτε και για τα παιδιά σας,
29. γιατί, στ' αλήθεια έρχονται μέρες κατά τις οποίες θα πουν: Μακάριες οι στείρες και οι μητέρες που δε γέννησαν και οι μαστοί που δε θήλασαν!
30. Τότε θα αρχίσουν να λένε στα βουνά: Πέστε πάνω μας! και στους λόφους: Σκεπάστε μας!
31. Γιατί, αν αυτά τα κάνουν στο δέντρο το χλωρό, τι θα συμβεί στο ξερό;».
32. Ταυτόχρονα μ' αυτόν οδηγούνταν κι άλλοι δύο, κακούργοι αυτοί, για να σταυρωθούν μαζί του.
33. Έτσι, όταν έφτασαν στην τοποθεσία που ονομάζεται Κρανίον, σταύρωσαν εκεί αυτόν και τους κακούργους - τον έναν στα δεξιά του και τον άλλο στ' αριστερά.
34. Κι έλεγε ο Ιησούς: «Πατέρα, συγχώρησέ τους, γιατί δεν ξέρουν τι κάνουν». Στο μεταξύ εκείνοι για να μοιραστούν τα ρούχα του τα έβαλαν σε κλήρο,
35. ενώ ο λαός στεκόταν και κοιτούσε. Μαζί μ' αυτούς τον χλεύαζαν και οι άρχοντες λέγοντας: «Άλλους έσωσε, ας σώσει τώρα τον εαυτό του, αν είναι αυτός ο Χριστός, ο εκλεκτός του Θεού»!
36. Τον περιέπαιζαν επίσης και οι στρατιώτες πλησιάζοντάς τον και προσφέροντάς του ξίδι
37. και λέγοντας: «Αν είσαι εσύ ο βασιλιάς των Ιουδαίων, σώσε τον εαυτό σου».
38. Υπήρχε μάλιστα και μια επιγραφή από πάνω του, γραμμένη με γράμματα ελληνικά, ρωμαϊκά και εβραϊκά: «ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΩΝ ΙΟΥΔΑΙΩΝ».
39. Ακόμα κι από τους κακούργους που είχαν κρεμαστεί, ο ένας τον ειρωνευόταν λέγοντάς του: «Αν είσαι εσύ ο Χριστός, σώσε τον εαυτό σου κι εμάς».
40. Στράφηκε τότε ο άλλος και τον επέπληξε λέγοντάς του: «Ούτε το Θεό δε φοβάσαι εσύ, όταν μάλιστα βρίσκεσαι κάτω από την ίδια καταδίκη;
41. Κι όσο για μας, βέβαια, δίκαια καταδικαστήκαμε, γιατί ανταμειβόμαστε ανάλογα μ' αυτά που πράξαμε. Αυτός όμως δεν έκανε κανένα αδίκημα».
42. Κι έλεγε στον Ιησού: «Θυμήσου με, Κύριε, όταν έρθεις στη βασιλεία σου».
43. Τότε ο Ιησούς του είπε: «Πραγματικά, σου λέω, σήμερα θα είσαι μαζί μου στον Παράδεισο».
44. Κι ενώ η ώρα ήταν περίπου δώδεκα το μεσημέρι, σκοτάδι απλώθηκε πάνω σ' όλη τη γη ως τις τρεις το απόγευμα,
45. γιατί ο ήλιος χάθηκε! Επίσης το παραπέτασμα του ναού σκίστηκε στη μέση!
46. Τότε ο Ιησούς είπε με δυνατή φωνή: «Πατέρα, στα χέρια σου εναποθέτω το πνεύμα μου». Και μόλις είπε τα λόγια αυτά, εξέπνευσε.
47. Κι ο εκατόνταρχος βλέποντας αυτό που έγινε, δόξασε το Θεό λέγοντας: «Πραγματικά ο άνθρωπος αυτός ήταν δίκαιος!».
48. Επίσης, όλοι εκείνοι, που είχαν συγκεντρωθεί εκεί για να δουν το θέαμα, βλέποντας αυτά που έγιναν, επέστρεφαν χτυπώντας τα στήθια τους.
49. Στο μεταξύ όλοι οι γνωστοί του και οι γυναίκες που τον είχαν ακολουθήσει από τη Γαλιλαία, στέκονταν και τα παρακαλουθούσαν από μακριά.
50. Υπήρχε κι ένα μέλος του μεγάλου συνεδρίου, που λεγόταν Ιωσήφ, άνθρωπος καλός και δίκαιος -
51. αυτός δεν ήταν σύμφωνος με την απόφαση και την εκτέλεση της απόφασης που πήραν αυτοί - ο οποίος καταγόταν από την Αριμαθαία, πόλη της Ιουδαίας και προσδοκούσε κι αυτός τη βασιλεία του Θεού.
52. Αυτός, λοιπόν, πήγε στον Πιλάτο και ζήτησε το σώμα του Ιησού.
53. Έτσι, αφού το κατέβασε από το σταυρό, το περιτύλιξε με σεντόνι και το απόθεσε σ' ένα λαξεμένο μνήμα, στο οποίο ποτέ ως τότε δεν είχε τεθεί κανένας.
54. Ήταν ημέρα Παρασκευή και χάραζε Σάββατο.
55. Στο μεταξύ, από κοντά τον ακολούθησαν και οι γυναίκες, που είχαν έρθει με τον Ιησού από τη Γαλιλαία, και είδαν το μνήμα και ότι τοποθετήθηκε εκεί το σώμα του.
56. Επέστρεψαν τότε και ετοίμασαν αρώματα και μύρα. Και το Σάββατο, βέβαια, δεν έκαναν τίποτε, όπως ορίζει ο νόμος.














































































Matthew 1

Luke, Chapter 23 Ancient Greek

1. Καὶ ἀναστὰν ἅπαν τὸ πλῆθος αὐτῶν ἤγαγον αὐτὸν ἐπὶ τὸν Πιλᾶτον.

2. ἤρξαντο δὲ κατηγορεῖν αὐτοῦ λέγοντες· τοῦτον εὕρομεν διαστρέφοντα τὸ ἔθνος καὶ κωλύοντα Καίσαρι φόρους διδόναι, λέγοντα ἑαυτὸν Χριστὸν βασιλέα εἶναι.

3. ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐπηρώτησεν αὐτὸν λέγων· σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; ὁ δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ ἔφη· σὺ λέγεις.

4. ὁ δὲ Πιλᾶτος εἶπε πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ὄχλους ὅτι οὐδὲν εὑρίσκω αἴτιον ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ.

5. οἱ δὲ ἐπίσχυον λέγοντες ὅτι ἀνασείει τὸν λαὸν διδάσκων καθ' ὅλης τῆς Ἰουδαίας, ἀρξάμενος ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἕως ὧδε.

6. Πιλᾶτος δὲ ἀκούσας Γαλιλαίαν ἐπηρώτησεν εἰ ὁ ἄνθρωπος Γαλιλαῖός ἐστι,

7. καὶ ἐπιγνοὺς ὅτι ἐκ τῆς ἐξουσίας Ἡρῴδου ἐστίν, ἀνέπεμψεν αὐτὸν πρὸς Ἡρῴδην, ὄντα καὶ αὐτὸν ἐν Ἱεροσολύμοις ἐν ταύταις ταῖς ἡμέραις.

8. ὁ δὲ Ἡρῴδης ἰδὼν τὸν Ἰησοῦν ἐχάρη λίαν· ἦν γὰρ ἐξ ἱκανοῦ θέλων ἰδεῖν αὐτὸν διὰ τὸ ἀκούειν αὐτὸν πολλὰ περὶ αὐτοῦ, καὶ ἤλπιζέ τι σημεῖον ἰδεῖν ὑπ' αὐτοῦ γινόμενον.

9. ἐπηρώτα δὲ αὐτὸν ἐν λόγοις ἱκανοῖς· αὐτὸς δὲ οὐδὲν ἀπεκρίνατο αὐτῷ.

10. εἱστήκεισαν δὲ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ ἀρχιερεῖς εὐτόνως κατηγοροῦντες αὐτοῦ.

11. ἐξουθενήσας δὲ αὐτὸν ὁ Ἡρῴδης σὺν τοῖς στρατεύμασιν αὐτοῦ καὶ ἐμπαίξας, περιβαλὼν αὐτὸν ἐσθῆτα λαμπρὰν ἀνέπεμψεν αὐτὸν τῷ Πιλάτῳ.

12. ἐγένοντο δὲ φίλοι ὅ τε Ἡρῴδης καὶ ὁ Πιλᾶτος ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ μετ' ἀλλήλων· προϋπῆρχον γὰρ ἐν ἔχθρᾳ ὄντες πρὸς ἑαυτούς.

13. Πιλᾶτος δὲ συγκαλεσάμενος τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς ἄρχοντας καὶ τὸν λαὸν

14. εἶπε πρὸς αὐτούς· προσηνέγκατέ μοι τὸν ἄνθρωπον τοῦτον ὡς ἀποστρέφοντα τὸν λαόν, καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἐνώπιον ὑμῶν ἀνακρίνας οὐδὲν εὗρον ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ αἴτιον ὧν κατηγορεῖτε κατ' αὐτοῦ.

15. ἀλλ' οὐδὲ Ἡρῴδης· ἀνέπεμψα γὰρ ὑμᾶς πρὸς αὐτόν· καὶ ἰδοὺ οὐδὲν ἄξιον θανάτου ἐστὶ πεπραγμένον αὐτῷ.

16. παιδεύσας οὖν αὐτὸν ἀπολύσω.

17. ἀνάγκην δὲ εἶχεν ἀπολύειν αὐτοῖς κατὰ ἑορτὴν ἕνα.

18. ἀνέκραξαν δὲ παμπληθεὶ λέγοντες· αἶρε τοῦτον, ἀπόλυσον δὲ ἡμῖν Βαραββᾶν·

19. ὅστις ἦν διὰ στάσιν τινὰ γενομένην ἐν τῇ πόλει καὶ φόνον βεβλημένος εἰς τὴν φυλακήν.

20. πάλιν οὖν ὁ Πιλᾶτος προσεφώνησε, θέλων ἀπολῦσαι τὸν Ἰησοῦν.

21. οἱ δὲ ἐπεφώνουν λέγοντες· σταύρωσον σταύρωσον αὐτόν.

22. ὁ δὲ τρίτον εἶπε πρὸς αὐτούς· τί γὰρ κακὸν ἐποίησεν οὗτος; οὐδὲν ἄξιον θανάτου εὗρον ἐν αὐτῷ· παιδεύσας οὖν αὐτὸν ἀπολύσω.

23. οἱ δὲ ἐπέκειντο φωναῖς μεγάλαις αἰτούμενοι αὐτὸν σταυρωθῆναι, καὶ κατίσχυον αἱ φωναὶ αὐτῶν καὶ τῶν ἀρχιερέων.

24. ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐπέκρινε γενέσθαι τὸ αἴτημα αὐτῶν,

25. ἀπέλυσε δὲ αὐτοῖς τὸν Βαραββᾶν τὸν διὰ στάσιν καὶ φόνον βεβλημένον εἰς τὴν φυλακήν, ὃν ᾐτοῦντο, τὸν δὲ Ἰησοῦν παρέδωκε τῷ θελήματι αὐτῶν.

26. Καὶ ὡς ἀπήγαγον αὐτόν, ἐπιλαβόμενοι Σίμωνός τινος Κυρηναίου, ἐρχομένου ἀπ' ἀγροῦ, ἐπέθηκαν αὐτῷ τὸν σταυρὸν φέρειν ὀπίσω τοῦ Ἰησοῦ.

27. ἠκολούθει δὲ αὐτῷ πολὺ πλῆθος τοῦ λαοῦ καὶ γυναικῶν, αἳ καὶ ἐκόπτοντο καὶ ἐθρήνουν αὐτόν.

28. στραφεὶς δὲ πρὸς αὐτὰς ὁ Ἰησοῦς εἶπε· θυγατέρες Ἱερουσαλήμ, μὴ κλαίετε ἐπ' ἐμέ, πλὴν ἐφ' ἑαυτὰς κλαίετε καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ὑμῶν.

29. ὅτι ἰδοὺ ἔρχονται ἡμέραι ἐν αἷς ἐροῦσι· μακάριαι αἱ στεῖραι καὶ κοιλίαι αἳ οὐκ ἐγέννησαν, καὶ μαστοὶ οἳ οὐκ ἐθήλασαν.

30. τότε ἄρξονται λέγειν τοῖς ὄρεσι, πέσετε ἐφ' ἡμᾶς, καὶ τοῖς βουνοῖς, καλύψατε ἡμᾶς·

31. ὅτι εἰ ἐν τῷ ὑγρῷ ξύλῳ ταῦτα ποιοῦσιν, ἐν τῷ ξηρῷ τί γένηται;

32. Ἤγοντο δὲ καὶ ἕτεροι δύο κακοῦργοι σὺν αὐτῷ ἀναιρεθῆναι.

33. Καὶ ὅτε ἀπῆλθον ἐπὶ τὸν τόπον τὸν καλούμενον Κρανίον, ἐκεῖ ἐσταύρωσαν αὐτὸν καὶ τοὺς κακούργους, ὃν μὲν ἐκ δεξιῶν ὃν δὲ ἐξ ἀριστερῶν.

34. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔλεγε· πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι. διαμεριζόμενοι δὲ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ ἔβαλον κλῆρον.

35. καὶ εἱστήκει ὁ λαὸς θεωρῶν. ἐξεμυκτήριζον δὲ καὶ οἱ ἄρχοντες σὺν αὐτοῖς λέγοντες· ἄλλους ἔσωσε, σωσάτω ἑαυτόν, εἰ οὗτός ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ τοῦ Θεοῦ ἐκλεκτός.

36. ἐνέπαιζον δὲ αὐτῷ καὶ οἱ στρατιῶται προσερχόμενοι καὶ ὄξος προσφέροντες αὐτῷ

37. καὶ λέγοντες· εἰ σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων, σῶσον σεαυτόν.

38. Ἦν δὲ καὶ ἐπιγραφὴ γεγραμμένη ἐπ' αὐτῷ γράμμασιν Ἑλληνικοῖς καὶ Ῥωμαϊκοῖς καὶ Ἑβραϊκοῖς· οὗτός ἐστιν ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων.

39. Εἷς δὲ τῶν κρεμασθέντων κακούργων ἐβλασφήμει αὐτὸν λέγων· εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός, σῶσον σεαυτὸν καὶ ἡμᾶς.

40. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἕτερος ἐπετίμα αὐτῷ λέγων· οὐδὲ φοβῇ σὺ τὸν Θεόν, ὅτι ἐν τῷ αὐτῷ κρίματι εἶ;

41. καὶ ἡμεῖς μὲν δικαίως· ἄξια γὰρ ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμβάνομεν· οὗτος δὲ οὐδὲν ἄτοπον ἔπραξε.

42. καὶ ἔλεγε τῷ Ἰησοῦ· μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.

43. καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἀμὴν λέγω σοι, σήμερον μετ' ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ.

44. Ἦν δὲ ὡσεὶ ὥρα ἕκτη καὶ σκότος ἐγένετο ἐφ' ὅλην τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης,

45. τοῦ ἡλίου ἐκλείποντος, καὶ ἐσχίσθη τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ μέσον·

46. καὶ φωνήσας φωνῇ μεγάλῃ ὁ Ἰησοῦς εἶπε· πάτερ, εἰς χεῖράς σου παρατίθεμαι τὸ πνεῦμά μου· καὶ ταῦτα εἰπὼν ἐξέπνευσεν.

47. ἰδὼν δὲ ὁ ἑκατόνταρχος τὸ γενόμενον ἐδόξασε τὸν Θεὸν λέγων· ὄντως ὁ ἄνθρωπος οὗτος δίκαιος ἦν.

48. καὶ πάντες οἱ συμπαραγενόμενοι ὄχλοι ἐπὶ τὴν θεωρίαν ταύτην, θεωροῦντες τὰ γενόμενα, τύπτοντες ἑαυτῶν τὰ στήθη ὑπέστρεφον.

49. εἱστήκεισαν δὲ πάντες οἱ γνωστοὶ αὐτοῦ ἀπὸ μακρόθεν, καὶ γυναῖκες αἱ συνακολουθήσασαι αὐτῷ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας, ὁρῶσαι ταῦτα.

50. Καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι Ἰωσήφ, βουλευτὴς ὑπάρχων καὶ ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ δίκαιος

51. --οὗτος οὐκ ἦν συγκατατεθειμένος τῇ βουλῇ καὶ τῇ πράξει αὐτῶν-- ἀπὸ Ἀριμαθαίας πόλεως τῶν Ἰουδαίων, ὃς προσεδέχετο καὶ αὐτὸς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ,

52. οὗτος προσελθὼν τῷ Πιλάτῳ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ,

53. καὶ καθελὼν αὐτὸ ἐνετύλιξε σινδόνι καὶ ἔθηκεν αὐτὸ ἐν μνήματι λαξευτῷ, οὗ οὐκ ἦν οὐδεὶς οὐδέπω κείμενος· καὶ ἡμέρα ἦν παρασκευή,

54. σάββατον ἐπέφωσκε.

55. Κατακολουθήσασαι δὲ αἱ γυναῖκες, αἵτινες ἦσαν συνεληλυθυῖαι αὐτῷ ἐκ τῆς Γαλιλαίας, ἐθεάσαντο τὸ μνημεῖον καὶ ὡς ἐτέθη τὸ σῶμα αὐτοῦ,

56. ὑποστρέψασαι δὲ ἡτοίμασαν ἀρώματα καὶ μύρα. καὶ τὸ μὲν σάββατον ἡσύχασαν κατὰ τὴν ἐντολήν.

 

















































































Luke, Chapter 23 (KJV)

1. And the whole multitude of them arose, and led him unto Pilate.
2. And they began to accuse him, saying, We found this fellow perverting the nation, and forbidding to give tribute to Caesar, saying that he himself is Christ a King.
3. And Pilate asked him, saying, Art thou the King of the Jews? And he answered him and said, Thou sayest it.
4. Then said Pilate to the chief priests and to the people, I find no fault in this man.
5. And they were the more fierce, saying, He stirreth up the people, teaching throughout all Jewry, beginning from Galilee to this place.
6. When Pilate heard of Galilee, he asked whether the man were a Galilaean.
7. And as soon as he knew that he belonged unto Herod's jurisdiction, he sent him to Herod, who himself also was at Jerusalem at that time.
8. And when Herod saw Jesus, he was exceeding glad: for he was desirous to see him of a long season , because he had heard many things of him; and he hoped to have seen some miracle done by him.
9. Then he questioned with him in many words; but he answered him nothing.
10. And the chief priests and scribes stood and vehemently accused him.
11. And Herod with his men of war set him at nought, and mocked him , and arrayed him in a gorgeous robe, and sent him again to Pilate.
12. And the same day Pilate and Herod were made friends together: for before they were at enmity between themselves.
13. And Pilate, when he had called together the chief priests and the rulers and the people,
14. Said unto them, Ye have brought this man unto me, as one that perverteth the people: and, behold, I, having examined him before you, have found no fault in this man touching those things whereof ye accuse him:
15. No, nor yet Herod: for I sent you to him; and, lo, nothing worthy of death is done unto him.
16. I will therefore chastise him, and release him .
17. (For of necessity he must release one unto them at the feast.)
18. And they cried out all at once, saying, Away with this man , and release unto us Barabbas:
19. (Who for a certain sedition made in the city, and for murder, was cast into prison.)
20. Pilate therefore, willing to release Jesus, spake again to them.
21. But they cried, saying, Crucify him , crucify him.
22. And he said unto them the third time, Why, what evil hath he done? I have found no cause of death in him: I will therefore chastise him, and let him go.
23. And they were instant with loud voices, requiring that he might be crucified. And the voices of them and of the chief priests prevailed.
24. And Pilate gave sentence that it should be as they required.
25. And he released unto them him that for sedition and murder was cast into prison, whom they had desired; but he delivered Jesus to their will.
26. And as they led him away, they laid hold upon one Simon, a Cyrenian, coming out of the country, and on him they laid the cross, that he might bear it after Jesus.
27. And there followed him a great company of people, and of women, which also bewailed and lamented him.
28. But Jesus turning unto them said, Daughters of Jerusalem, weep not for me, but weep for yourselves, and for your children.
29. For, behold, the days are coming, in the which they shall say, Blessed are the barren, and the wombs that never bare, and the paps which never gave suck.
30. Then shall they begin to say to the mountains, Fall on us; and to the hills, Cover us.
31. For if they do these things in a green tree, what shall be done in the dry?
32. And there were also two other, malefactors, led with him to be put to death.
33. And when they were come to the place, which is called Calvary, there they crucified him, and the malefactors, one on the right hand, and the other on the left.
34. Then said Jesus, Father, forgive them; for they know not what they do. And they parted his raiment, and cast lots.
35. And the people stood beholding. And the rulers also with them derided him , saying, He saved others; let him save himself, if he be Christ, the chosen of God.
36. And the soldiers also mocked him, coming to him, and offering him vinegar,
37. And saying, If thou be the king of the Jews, save thyself.
38. And a superscription also was written over him in letters of Greek, and Latin, and Hebrew, THIS IS THE KING OF THE JEWS.
39. And one of the malefactors which were hanged railed on him, saying, If thou be Christ, save thyself and us.
40. But the other answering rebuked him, saying, Dost not thou fear God, seeing thou art in the same condemnation?
41. And we indeed justly; for we receive the due reward of our deeds: but this man hath done nothing amiss.
42. And he said unto Jesus, Lord, remember me when thou comest into thy kingdom.
43. And Jesus said unto him, Verily I say unto thee, To day shalt thou be with me in paradise.
44. And it was about the sixth hour, and there was a darkness over all the earth until the ninth hour.
45. And the sun was darkened, and the veil of the temple was rent in the midst.
46. And when Jesus had cried with a loud voice, he said, Father, into thy hands I commend my spirit: and having said thus, he gave up the ghost.
47. Now when the centurion saw what was done, he glorified God, saying, Certainly this was a righteous man.
48. And all the people that came together to that sight, beholding the things which were done, smote their breasts, and returned.
49. And all his acquaintance, and the women that followed him from Galilee, stood afar off, beholding these things.
50. And, behold, there was a man named Joseph, a counsellor; and he was a good man, and a just:
51. (The same had not consented to the counsel and deed of them;) he was of Arimathaea, a city of the Jews: who also himself waited for the kingdom of God.
52. This man went unto Pilate, and begged the body of Jesus.
53. And he took it down, and wrapped it in linen, and laid it in a sepulchre that was hewn in stone, wherein never man before was laid.
54. And that day was the preparation, and the sabbath drew on.
55. And the women also, which came with him from Galilee, followed after, and beheld the sepulchre, and how his body was laid.
56. And they returned, and prepared spices and ointments; and rested the sabbath day according to the commandment.