Luke, Chapter 24 Modern Greek

01 ΤΗΝ δε πρώτην ημέραν της εβδομάδος ενω ήτο όρθρος βαθύς, ήλθον εις το μνήμα, φέρουσαι τα οποία ητοίμασαν αρώματα και άλλοι τινές μετ' αυτών.
02 Εύρον δε τον λίθον αποκεκυλισμένον απο του μνημείου.
03 Και εισελθούσαι δεν εύρον το σώμα του Κυρίου Ιησού.
04 Και ενω ήσαν εν απορία περί τούτου, ιδού, δύο άνδρες εστάθθησαν έμπροσθεν αυτών με ιμάτια αστράπτοντα,
05 Καθώς δε αύται εφοβήθησαν, και έκλινον το πρόσωπον εις την γην, είπον προς αυτάς, Τι ζητείτε τον ζώντα μετά των νεκρών;
06 Δεν είναι εδώ, αλλ' ανέστη. Ενθυμήθητε πως ελάλησε προς εσας, ενω ήτο έτι εν τη Γαλιλαία,
07 λέγων,  Ότι πρέπει ο Υιός του ανθρώπου να παραδοθή εις χείρας ανθρώπων αμαρτωλών, και να σταυρωθή, και την τρίτην ημέραν να αναστηθή.
08 Και ενεθυμήθησαν τους λόγους αυτού.
09 Και αφού υπέστρεψαν απο του μνημείου, απήγειλαν ταύτα πάντα προς τους ένδεκα και πάντας τους λοιπούς.
10  Ήσαν δε η Μαγδαληνή Μαρία και Ιωάννα και Μαρία η μήτηρ του Ιακώβου, και αι λοιπαί μετ' αυτών, αίτινες έλεγον ταύτα προς τους αποστόλους.
11 Και οι λόγοι αυτών εφάνησαν ενώπιον αυτών ως φλυαρία, και δεν επίστευον εις αυτάς.
12 Ο δε Πέτρος σηκωθείς έδραμεν εις το μνημείον, και παρακύψας βλέπει τα σαβανα κείμενα μόνα  και ανεχώρησε θαυμάζων καθ' εαυτόν το γεγονός.
13 Και ιδού, δύο εξ αυτών επορεύοντο εν αυτή τη ημέρα εις κώμην ονομαζομένην Εμμαούς, απέχουσαν εξήκοντα στάδια απο Ιερουσαλήμ
14 και αυτοί ωμίλουν προς αλλήλους περι πάντων των συμβεβηκότων τούτων.
15 Και ενω ωμίλουν και συνδιελέγοντο,πλησιάσας και αυτός ο Ιησούς επορεύετο μετ' αυτών.
16 Αλλ' οι οφθαλμοί αυτών εκρατούντο δια να μη γνωρίσωσιν αυτόν.
17 Είπε δε προς αυτούς,Τίνες είναι οι λόγοι ούτοι, τους οποίους συνομιλείτε πρός αλλήλους περιπατούντες, και είσθε σκυθρωποί;
18 Αποκριθείς δε ο εις,ονομαζόμενος Κλεόπας, είπε προς αυτόν, Συ μόνος παροικείς εν Ιερουσαλήμ, και δεν έμαθες τα γενόμενα εν αυτή εν ταις ημέραις ταύταις;
19 Και είπε προς αυτούς, Ποία; Οι δε είπον προς αυτόν,Τα περί Ιησού του Ναζωραίου Οστις εστάθη ανήρ προφήτης, δυνατός εν έργω και λόγω ενώπιον του Θεού και παντός του λαού
20 και πως παρέδωκαν αυτόν οι αρχιερείς και οι άρχοντες ημών εις καταδίκην θανάτου, και εσταύρωσαν αυτόν
21 ημείς δε ηλπίζομεν ότι αυτός είναι ο μέλλων να λυτρώση τον Ισραήλ.Αλλά και προς τούτοις πάσι, ρίτη ημέρα είναι σήμερον αύτη, αφού έγειναν ταύτα
22 αλλά και γυναίκές τινες εξ ημών εξέπληξαν ημάς, αίτινες υπήγον την αυγήν εις το μνημείον
23 και μη ευρούσαι το σώμα αυτού, ήλθον, λέγουσαι ότι είδον και οπτασίαν αγγέλων οίτινες λέγουσιν ότι αυτός ζη
24 και τινές των ημετέρων υπήγον εις το μνημείον, και εύρον ούτω, καθώς και αι γυναίκες είπον  αυτόν όμως δεν είδον.
25 Και αυτός είπε προς αυτούς, Ω ανόητοι και βραδείς την καρδίαν εις το να πιστεύητε εις πάντα όσα ελάλησαν οι προφήται
26 δεν έπρεπε να πάθη ταύτα ο Χριστός, και να εισέλθη, εις την δόξαν αυτού;
27 Και αρχίσας απο Μωύσέως και απο πάντων των προφητών, διηρμήνευον εις αυτούς τα περί εαυτού γεγραμμένα εν πάσαις ταις γραφαίς.
28 Και επλησίασαν εις την κώμην όπου επορεύοντο  και αυτός προσεποιείτο ότι υπάγει μακρότερα.
29 Και παρεβίασαν αυτόν, λέγοντες, Μείνον μεθ' ημών, διότι πλησιάζει η εσπέρα, και έκλινεν η ημέρα. Και εισήλθε δια να μείνη μετ' αυτών.
30 Και αφού εκάθισε μετ' αυτών εις την τράπεζαν, λαβών τον άρτον ευλόγησε, και κόψας έδιδεν εις αυτούς.
31 Αυτών δε διηνοίχθησαν οι οφθαλμοί, και εγνώρισαν αυτόν και αυτός έγεινεν άφαντος απ' αυτών.
32 Και είπον προς αλλήλους, Δεν εκαίετο εν ημίν η καρδία ημών, ότε ελάλει προς ημας καθ' οδόν, και μας εξήγει τας γραφάς;
33 Και σηκωθέντες τη αυτή ώρα, υπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ, και εύρον συνηθροισμένους τους ένδεκα, και τους μετ' αυτών,
34 οίτινες έλεγον, Ότι όντως ανέστη ο Κύριος, και εφάνη εις τον Σίμωνα.
35 Και αυτοί διηγούντο τα εν τη οδώ, και πως εγνωρίσθη εις αυτούς ενώ έκοπτε τον άρτον.
36 Ενω δε ελάλουν ταύτα, αυτός ο Ιησούς εστάθη εν μέσω αυτών, και λέγει προς αυτούς, Ειρήνη υμίν.
37 Εκείνοι δε εκπλαγέντες και έμφοβοι γενόμενοι, ενόμιζον ότι έβλεπον πνεύμα.
38 Και είπε προς αυτούς, Δια τι είσθε τεταραγμένοι; και δια τι αναβαίνουσιν εις τας καρδίας σας διαλογισμοί;
39 ιδέτε τας χείράς μου και τους πόδας μου, ότι αυτός εγώ είμαι  ψηλαφήσατέ με και ιδέτε  διότι πνεύμα σάρκα και οστέα δεν έχει, καθώς εμέ θεωρείτε έχοντα.
40 Και τούτο ειπών, έδειξεν εις αυτούς τας χείρας και τους πόδας.
41 Ενώ δε αυτοί ηπίστουν έτι απο της χαρας και εθαύμαζον, είπε προς αυτούς, ' Εχετέ τι φαγώσιμον ενταύθα;
42 οι δε έδωκαν εις αυτόν μέρος οπτού ιχθύος, και απο κηρήθραν μέλιτος.
43 Και λαβών ενώπιον αυτών έφαγεν.
44 Είπε δε προς αυτούς, Ούτοι είναι οι λογοι τους οποίους αλάλησα προς υμάς, ότε ήμην έτι μεθ' υμών, οτι πρέπει να πληρωθώσι πάντα τα γεγραμμένα εν τω νόμω του Μωύσέως και προφήταις και ψαλμοίς περί εμου.
45 Τότε διήνοιξεν αυτών τον νούν, δια να καταλάβωσι τας γραφάς.
46 Και είπε προς αυτούς, Ότι ούτως είναι γεγραμμένον, και ούτως έπρεπε να πάθη ο Χριστός, και να αναστηθή εκ νεκρών τη τρίτη ημέρα,
47 και να κηρυχθή εν τω ονόματι αυτού μετάνοια και άφεσις αμαρτιών εις πάντα τα έθνη, γινομένης αρχής απο Ιερουσαλήμ.
48 Σεις δε είσθε μάρτυρες τούτων.
49 και ιδού, εγώ αποστέλλω την επαγγελίαν του Πατρός μου εφ' υμάς  σεις δε καθίσατε εν τη πόλει Ιερουσαλήμ, εωσού ενδυθήτε δύναμιν εξ ύψους.
50 Και έφερεν αυτούς έξω εως εις Βηθανίαν  και υψώσας τας χείρας αυτού,ευλόγησεν αυτούς.
51 Και ενώ ευλόγει αυτούς, απεχωρίσθη απ' αυτών, και ανεφέρετο εις τον ουρανόν.
52 Και αυτοί προσκυνήσαντες αυτόν, υπέστρεψαν εις Ιερουσαλήμ μετά χαράς μεγάλης.
53 Και ήσαν διαπαντός εν τω ιερώ, αινούντες και ευλογούντες τον Θεόν. Αμην.















































































Luke, Chapter 24 Demotic Greek

1. Την Κυριακή όμως, από τα βαθιά κιόλας χαράματα, ήρθαν στο μνήμα μαζί και με μερικές άλλες, έχοντας μαζί τους τα αρώματα που είχαν ετοιμάσει.
2. Εκεί βρήκαν την πέτρα μετατοπισμένη από το μνήμα,
3. κι όταν μπήκαν μέσα, δε βρήκαν το σώμα του Κυρίου!
4. Κι ενώ έμεναν εκεί απορώντας γι' αυτό, παρουσιάστηκαν ξαφνικά μπροστά τους δύο άντρες με ρούχα που λαμποκοπούσαν!
5. Τότε, καθώς αυτές κατατρομοκρατημένες από το θέαμα στέκονταν με τα πρόσωπά τους σκυμμένα στη γη, είπαν σ' αυτές οι δύο άντρες: «Τι αναζητάτε τον ζωντανό ανάμεσα στους νεκρούς;
6. Δεν είναι εδώ. Αναστήθηκε! Θυμηθείτε πώς σας μίλησε γι' αυτό, όταν ακόμα ήταν στη Γαλιλαία,
7. λέγοντάς σας ότι πρέπει ο Γιος του Ανθρώπου να παραδοθεί στα χέρια αμαρτωλών ανθρώπων και να σταυρωθεί, και την τρίτη μέρα ν' αναστηθεί!».
8. Τότε θυμήθηκαν τα λόγια του.
9. Έτσι, επέστρεψαν από το μνήμα και τα διηγήθηκαν όλα αυτά στους ένδεκα μαθητές και σε όλους τους υπόλοιπους.
10. Κι αυτές που τα έλεγαν αυτά στους αποστόλους ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή, η Ιωάννα, η Μαρία η μητέρα του Ιακώβου και οι άλλες που ήταν μαζί τους.
11. Σ' εκείνους όμως τα λόγια αυτά φάνηκαν σαν ανοησίες και δυσπιστούσαν σ' αυτές.
12. Ο Πέτρος μάλιστα σηκώθηκε και πήγε τρέχοντας στο μνήμα, κι αφού έσκυψε, βλέπει να είναι εκεί μόνο τα σάβανα. Γύρισε τότε πίσω γεμάτος απορία για το γεγονός.
13. Την ίδια εκείνη μέρα, δύο απ' αυτούς πήγαιναν σ' ένα χωριό που ονομάζεται Εμμαούς, και το οποίο απέχει ένδεκα χιλιόμετρα από την Ιερουσαλήμ.
14. Αυτοί, λοιπόν, μιλούσαν μεταξύ τους για όλα αυτά που συνέβησαν.
15. Μα καθώς αυτοί μιλούσαν και αντάλλαζαν σκέψεις, τους πλησίασε κι ο Ιησούς ο ίδιος και βάδιζε μαζί τους.
16. Τα μάτια τους όμως εμποδίζονταν, έτσι που να μην μπορούν να τον αναγνωρίσουν!
17. Τους ρώτησε λοιπόν: «Τι θέματα συζητάτε μεταξύ σας περπατώντας και είστε σκυθρωποί;».
18. Αποκρίθηκε τότε ο ένας, που τον έλεγαν Κλεόπα και του είπε: «Είσαι μήπως ο μόνος κάτοικος της Ιερουσαλήμ εσύ και δεν έμαθες αυτά που συνέβησαν σ' αυτήν τις μέρες αυτές;».
19. Τους ρώτησε: «Ποια;». Κι εκείνοι του είπαν: «Τα γεγονότα τα σχετικά με τον Ιησού από τη Ναζαρέτ, που υπήρξε ένας δυνατός προφήτης τόσο με τα έργα όσο και με τα λόγια του, μπροστά στο Θεό και σε όλο το λαό,
20. και με τι τρόπο τον παράδωσαν οι αρχιερείς και οι άρχοντές μας να καταδικαστεί σε θάνατο και πώς τον σταύρωσαν!
21. Εμείς, πάλι, ελπίζαμε πως είναι αυτός που επρόκειτο να λυτρώσει το λαό Ισραήλ. Επιπλέον κοντά σ' όλα αυτά - κι είναι σήμερα η τρίτη κιόλας μέρα από τότε που συνέβησαν -
22. μας αναστάτωσαν και μερικές γυναίκες του κύκλου μας, οι οποίες πήγαν χαράματα στο μνήμα
23. και μη βρίσκοντας εκεί το σώμα του, ήρθαν ισχυριζόμενες πως είδαν ακόμα και εμφάνιση αγγέλων, οι οποίοι είπαν ότι αυτός ζει!
24. Έτσι λοιπόν μερικοί από τους δικούς μας πήγαν στο μνήμα και το βρήκαν ακριβώς όπως το είπαν και οι γυναίκες. Αυτόν όμως δεν τον είδαν».
25. Τότε αυτός τους είπε: «Ω, ανόητοι, που το μυαλό σας είναι τόσο αργοκίνητο στο να πιστέψετε σε όλα όσα είπαν οι προφήτες!
26. Δεν είναι τάχα αυτά ακριβώς που έπρεπε να πάθει ο Χριστός και να μπει στη δόξα του;».
27. Κατόπιν, αρχίζοντας από το Μωυσή κι απ' όλους τους προφήτες, τους εξηγούσε εκείνα που αναφέρονταν γι' αυτόν σε όλες τις προφητείες της Γραφής.
28. Τελικά πλησίασαν στο χωριό που πήγαιναν, κι αυτός προσποιόταν πως πηγαίνει τάχα πιο μακριά.
29. Τότε εκείνοι τον πίεσαν λέγοντάς του: «Μείνε μαζί μας, γιατί πήρε κιόλας να βραδιάζει και η ημέρα έφτασε στο τέρμα της». Έτσι, μπήκε να μείνει μαζί τους.
30. Κι όταν κάθισε στο τραπέζι να φάει μαζί τους, πήρε το ψωμί και το ευλόγησε. Έπειτα το έκοψε σε κομμάτια και τους το πρόσφερε.
31. τότε ανοίχτηκαν τα μάτια τους και τον αναγνώρισαν. Μα αυτός εξαφανίστηκε από ανάμεσά τους!
32. Είπαν τότε μεταξύ τους: «Μήπως δε φλεγόταν η καρδιά μας μέσα μας, καθώς μας μιλούσε στο δρόμο και μας εξηγούσε τις προφητείες των Γραφών;».
33. Σηκώθηκαν λοιπόν την ίδια εκείνη ώρα και επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ, όπου βρήκαν συγκεντρωμένους τους ένδεκα κι εκείνους που ήταν μαζί τους,
34. οι οποίοι έλεγαν ότι αναστήθηκε πραγματικά ο Κύριος και φανερώθηκε στο Σίμωνα.
35. Αυτοί πάλι, τους διηγούνταν λεπτομερώς αυτά που συνέβησαν στο δρόμο και πώς τους έκανε να τον αναγνωρίσουν καθώς έκοβε το ψωμί.
36. Στο μεταξύ, την ώρα που τα έλεγαν αυτά, ο ίδιος ο Ιησούς στάθηκε ανάμεσά τους και τους λέει: «Ειρήνη σε σας»!
37. Μα εκείνοι από την ταραχή και το φόβο που τους κυρίευσε, νόμιζαν πως βλέπουν κάποιο φάντασμα!
38. Τότε τους είπε: «Γιατί είστε κατατρομαγμένοι; Και γιατί γεννιούνται αμφιβολίες στις καρδιές σας;
39. Κοιτάξτε τα χέρια μου και τα πόδια μου για να δείτε ότι είμαι εγώ ο ίδιος. Ψηλαφίστε με και δείτε, γιατί ένα φάντασμα δεν έχει σάρκα και οστά, όπως βλέπετε να έχω εγώ».
40. Κι αφού τους είπε αυτό το πράγμα, τους έδειξε τα χέρια του και τα πόδια του.
41. Κι επειδή ακόμα δυσπιστούσαν από τη χαρά τους και συνέχιζαν ν' απορούν, τους είπε: «Έχετε τίποτε φαγώσιμο εδώ;».
42. Τότε εκείνοι του έδωσαν ένα κομμάτι ψητό ψάρι και μέλι κηρύθρας.
43. Τα πήρε λοιπόν εκείνος και τα έφαγε μπροστά τους.
44. Κατόπιν τους είπε: «Αυτά ακριβώς είναι εκείνα για τα οποία σας μίλησα κατά την παρουσία μου μεταξύ σας, ότι δηλαδή πρέπει να εκπληρωθούν όλα τα γραμμένα για μένα στο νόμο του Μωυσή και στους προφήτες και στους Ψαλμούς».
45. Τότε φώτισε το νου τους να καταλαβαίνουν τις Γραφές
46. και τους είπε: «Έτσι έχει γραφτεί κι έτσι έπρεπε να πάθει ο Χριστός και ν' αναστηθεί από τους νεκρούς την τρίτη μέρα,
47. και να κηρυχτεί στ' όνομά του μετάνοια και άφεση αμαρτιών σ' όλα τα έθνη, αρχίζοντας από την Ιερουσαλήμ.
48. Και μάρτυρες όλων αυτών είστε εσείς.
49. Και τώρα πλέον εγώ θα σας στείλω αυτό που σας υποσχέθηκε ο Πατέρας μου. Καθίστε λοιπόν εσείς στην πόλη, στην Ιερουσαλήμ, ώσπου να περιβληθείτε δύναμη από ψηλά».
50. Τους πήγε, τότε, έξω, ως τη Βηθανία, και σηκώνοντας τα χέρια του τους ευλόγησε.
51. Και καθώς τους ευλογούσε, αποχωρίστηκε απ' αυτούς και ανέβαινε στον ουρανό.
52. Τότε αυτοί, αφού τον προσκύνησαν, επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ με χαρά μεγάλη,
53. και έμεναν συνεχώς μέσα στο ναό εξυμνώντας και δοξολογώντας το Θεό. Αμήν.







































































Matthew 1

Luke, Chapter 24 Ancient Greek

1. Τῇ δὲ μιᾷ τῶν σαββάτων ὄρθρου βαθέως ἦλθον ἐπὶ τὸ μνῆμα φέρουσαι ἃ ἡτοίμασαν ἀρώματα, καί τινες σὺν αὐταῖς.

2. εὗρον δὲ τὸν λίθον ἀποκεκυλισμένον ἀπὸ τοῦ μνημείου,

3. καὶ εἰσελθοῦσαι οὐχ εὗρον τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ.

4. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ διαπορεῖσθαι αὐτὰς περὶ τούτου καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο ἐπέστησαν αὐταῖς ἐν ἐσθήσεσιν ἀστραπτούσαις.

5. ἐμφόβων δὲ γενομένων αὐτῶν καὶ κλινουσῶν τὸ πρόσωπον εἰς τὴν γῆν εἶπον πρὸς αὐτάς· τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν;

6. οὐκ ἔστιν ὧδε, ἀλλ' ἠγέρθη· μνήσθητε ὡς ἐλάλησεν ὑμῖν ἔτι ὢν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ,

7. λέγων ὅτι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδοθῆναι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ἁμαρτωλῶν καὶ σταυρωθῆναι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστῆναι.

8. καὶ ἐμνήσθησαν τῶν ῥημάτων αὐτοῦ,

9. καὶ ὑποστρέψασαι ἀπὸ τοῦ μνημείου ἀπήγγειλαν ταῦτα πάντα τοῖς ἕνδεκα καὶ πᾶσι τοῖς λοιποῖς.

10. ἦσαν δὲ ἡ Μαγδαληνὴ Μαρία καὶ Ἰωάννα καὶ Μαρία Ἰακώβου καὶ αἱ λοιπαὶ σὺν αὐταῖς, αἳ ἔλεγον πρὸς τοὺς ἀποστόλους ταῦτα.

11. καὶ ἐφάνησαν ἐνώπιον αὐτῶν ὡσεὶ λῆρος τὰ ῥήματα αὐτῶν, καὶ ἠπίστουν αὐταῖς.

12. ὁ δὲ Πέτρος ἀναστὰς ἔδραμεν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ παρακύψας βλέπει τὰ ὀθόνια κείμενα μόνα, καὶ ἀπῆλθε πρὸς ἑαυτόν, θαυμάζων τὸ γεγονός.

13. Καὶ ἰδοὺ δύο ἐξ αὐτῶν ἦσαν πορευόμενοι ἐν αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ εἰς κώμην ἀπέχουσαν σταδίους ἑξήκοντα ἀπὸ Ἱερουσαλήμ, ᾗ ὄνομα Ἐμμαούς,

14. καὶ αὐτοὶ ὡμίλουν πρὸς ἀλλήλους περὶ πάντων τῶν συμβεβηκότων τούτων.

15. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὁμιλεῖν αὐτοὺς καὶ συζητεῖν καὶ αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἐγγίσας συνεπορεύετο αὐτοῖς·

16. οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν ἐκρατοῦντο τοῦ μὴ ἐπιγνῶναι αὐτόν.

17. εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· τίνες οἱ λόγοι οὗτοι οὓς ἀντιβάλλετε πρὸς ἀλλήλους περιπατοῦντες καί ἐστε σκυθρωποί;

18. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ εἷς, ᾧ ὄνομα Κλεόπας, εἶπε πρὸς αὐτόν· σὺ μόνος παροικεῖς ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ οὐκ ἔγνως τὰ γενόμενα ἐν αὐτῇ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις;

19. καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ποῖα; οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· τὰ περὶ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου, ὃς ἐγένετο ἀνὴρ προφήτης δυνατὸς ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καὶ παντὸς τοῦ λαοῦ,

20. ὅπως τε παρέδωκαν αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ἄρχοντες ἡμῶν εἰς κρῖμα θανάτου καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν.

21. ἡμεῖς δὲ ἠλπίζομεν ὅτι αὐτός ἐστιν ὁ μέλλων λυτροῦσθαι τὸν Ἰσραήλ· ἀλλά γε καὶ σὺν πᾶσι τούτοις τρίτην ταύτην ἡμέραν ἄγει σήμερον ἀφ' οὗ ταῦτα ἐγένετο.

22. ἀλλὰ καὶ γυναῖκές τινες ἐξ ἡμῶν ἐξέστησαν ἡμᾶς γενόμεναι ὄρθριαι ἐπὶ τὸ μνημεῖον,

23. καὶ μὴ εὑροῦσαι τὸ σῶμα αὐτοῦ ἦλθον λέγουσαι καὶ ὀπτασίαν ἀγγέλων ἑωρακέναι, οἳ λέγουσιν αὐτὸν ζῆν.

24. καὶ ἀπῆλθόν τινες τῶν σὺν ἡμῖν ἐπὶ τὸ μνημεῖον, καὶ εὗρον οὕτω καθὼς καὶ αἱ γυναῖκες εἶπον, αὐτὸν δὲ οὐκ εἶδον.

25. καὶ αὐτὸς εἶπε πρὸς αὐτούς· ὦ ἀνόητοι καὶ βραδεῖς τῇ καρδίᾳ τοῦ πιστεύειν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἐλάλησαν οἱ προφῆται

26. οὐχὶ ταῦτα ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ εἰσελθεῖν εἰς τὴν δόξαν αὐτοῦ;

27. καὶ ἀρξάμενος ἀπὸ Μωϋσέως καὶ ἀπὸ πάντων τῶν προφητῶν διηρμήνευεν αὐτοῖς ἐν πάσαις ταῖς γραφαῖς τὰ περὶ ἑαυτοῦ.

28. Καὶ ἤγγισαν εἰς τὴν κώμην οὗ ἐπορεύοντο, καὶ αὐτὸς προσεποιεῖτο πορρωτέρω πορεύεσθαι·

29. καὶ παρεβιάσαντο αὐτὸν λέγοντες· μεῖνον μεθ' ἡμῶν, ὅτι πρὸς ἑσπέραν ἐστὶ καὶ κέκλικεν ἡ ἡμέρα. καὶ εἰσῆλθε τοῦ μεῖναι σὺν αὐτοῖς.

30. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κατακλιθῆναι αὐτὸν μετ' αὐτῶν λαβὼν τὸν ἄρτον εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἐπεδίδου αὐτοῖς.

31. αὐτῶν δὲ διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἐπέγνωσαν αὐτόν· καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ' αὐτῶν.

32. καὶ εἶπον πρὸς ἀλλήλους· οὐχὶ ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν, ὡς ἐλάλει ἡμῖν ἐν τῇ ὁδῷ καὶ ὡς διήνοιγεν ἡμῖν τὰς γραφάς;

33. Καὶ ἀναστάντες αὐτῇ τῇ ὥρᾳ ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ, καὶ εὗρον συνηθροισμένους τοὺς ἕνδεκα καὶ τοὺς σὺν αὐτοῖς,

34. λέγοντας ὅτι ἠγέρθη ὁ Κύριος ὄντως καὶ ὤφθη Σίμωνι.

35. καὶ αὐτοὶ ἐξηγοῦντο τὰ ἐν τῇ ὁδῷ καὶ ὡς ἐγνώσθη αὐτοῖς ἐν τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου.

36. Ταῦτα δὲ αὐτῶν λαλούντων αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἔστη ἐν μέσῳ αὐτῶν καὶ λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν.

37. πτοηθέντες δὲ καὶ ἔμφοβοι γενόμενοι ἐδόκουν πνεῦμα θεωρεῖν.

38. καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τί τεταραγμένοι ἐστέ, καὶ διατί διαλογισμοὶ ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;

39. ἴδετε τὰς χεῖράς μου καὶ τοὺς πόδας μου, ὅτι αὐτὸς ἐγώ εἰμι· ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε, ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα.

40. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐπέδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας

41. ἔτι δὲ ἀπιστούντων αὐτῶν ἀπὸ τῆς χαρᾶς καὶ θαυμαζόντων εἶπεν αὐτοῖς· ἔχετέ τι βρώσιμον ἐνθάδε;

42. οἱ δὲ ἐπέδωκαν αὐτῷ ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος καὶ ἀπὸ μελησσίου κηρίου,

43. καὶ λαβὼν ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγεν.

44. εἶπε δὲ αὐτοῖς· οὗτοι οἱ λόγοι οὓς ἐλάλησα πρὸς ὑμᾶς ἔτι ὢν σὺν ὑμῖν, ὅτι δεῖ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ Μωϋσέως καὶ προφήταις καὶ ψαλμοῖς περὶ ἐμοῦ.

45. τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς·

46. καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὅτι οὕτω γέγραπται καὶ οὕτως ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ,

47. καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλήμ.

48. ὑμεῖς δέ ἐστε μάρτυρες τούτων.

49. καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ' ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλὴμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους.

50. Ἐξήγαγε δὲ αὐτοὺς ἔξω ἕως εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς.

51. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ' αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν.

52. καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης,

53. καὶ ἦσαν διὰ παντὸς ἐν τῷ ἱερῷ αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν. ἀμήν.

 
















































































Luke, Chapter 24 (KJV)

1. Now upon the first day of the week, very early in the morning, they came unto the sepulchre, bringing the spices which they had prepared, and certain others with them.
2. And they found the stone rolled away from the sepulchre.
3. And they entered in, and found not the body of the Lord Jesus.
4. And it came to pass, as they were much perplexed thereabout, behold, two men stood by them in shining garments:
5. And as they were afraid, and bowed down their faces to the earth, they said unto them, Why seek ye the living among the dead?
6. He is not here, but is risen: remember how he spake unto you when he was yet in Galilee,
7. Saying, The Son of man must be delivered into the hands of sinful men, and be crucified, and the third day rise again.
8. And they remembered his words,
9. And returned from the sepulchre, and told all these things unto the eleven, and to all the rest.
10.  It was Mary Magdalene, and Joanna, and Mary the mother of James, and other women that were  with them, which told these things unto the apostles.
11. And their words seemed to them as idle tales, and they believed them not.
12. Then arose Peter, and ran unto the sepulchre; and stooping down, he beheld the linen clothes laid by themselves, and departed, wondering in himself at that which was come to pass.
13. And, behold, two of them went that same day to a village called Emmaus, which was from Jerusalem about threescore furlongs.
14. And they talked together of all these things which had happened.
15. And it came to pass, that, while they communed together and reasoned, Jesus himself drew near, and went with them.
16. But their eyes were holden that they should not know him.
17. And he said unto them, What manner of communications are these that ye have one to another, as ye walk, and are sad?
18. And the one of them, whose name was Cleopas, answering said unto him, Art thou only a stranger in Jerusalem, and hast not known the things which are come to pass there in these days?
19. And he said unto them, What things? And they said unto him, Concerning Jesus of Nazareth, which was a prophet mighty in deed and word before God and all the people:
20. And how the chief priests and our rulers delivered him to be condemned to death, and have crucified him.
21. But we trusted that it had been he which should have redeemed Israel: and beside all this, to day is the third day since these things were done.
22. Yea, and certain women also of our company made us astonished, which were early at the sepulchre;
23. And when they found not his body, they came, saying, that they had also seen a vision of angels, which said that he was alive.
24. And certain of them which were with us went to the sepulchre, and found it even so as the women had said: but him they saw not.
25. Then he said unto them, O fools, and slow of heart to believe all that the prophets have spoken:
26. Ought not Christ to have suffered these things, and to enter into his glory?
27. And beginning at Moses and all the prophets, he expounded unto them in all the scriptures the things concerning himself.
28. And they drew nigh unto the village, whither they went: and he made as though he would have gone further.
29. But they constrained him, saying, Abide with us: for it is toward evening, and the day is far spent. And he went in to tarry with them.
30. And it came to pass, as he sat at meat with them, he took bread, and blessed it , and brake, and gave to them.
31. And their eyes were opened, and they knew him; and he vanished out of their sight.
32. And they said one to another, Did not our heart burn within us, while he talked with us by the way, and while he opened to us the scriptures?
33. And they rose up the same hour, and returned to Jerusalem, and found the eleven gathered together, and them that were with them,
34. Saying, The Lord is risen indeed, and hath appeared to Simon.
35. And they told what things were done in the way, and how he was known of them in breaking of bread.
36. And as they thus spake, Jesus himself stood in the midst of them, and saith unto them, Peace be unto you.
37. But they were terrified and affrighted, and supposed that they had seen a spirit.
38. And he said unto them, Why are ye troubled? and why do thoughts arise in your hearts?
39. Behold my hands and my feet, that it is I myself: handle me, and see; for a spirit hath not flesh and bones, as ye see me have.
40. And when he had thus spoken, he shewed them his hands and his feet.
41. And while they yet believed not for joy, and wondered, he said unto them, Have ye here any meat?
42. And they gave him a piece of a broiled fish, and of an honeycomb.
43. And he took it , and did eat before them.
44. And he said unto them, These are the words which I spake unto you, while I was yet with you, that all things must be fulfilled, which were written in the law of Moses, and in  the prophets, and in the psalms, concerning me.
45. Then opened he their understanding, that they might understand the scriptures,
46. And said unto them, Thus it is written, and thus it behoved Christ to suffer, and to rise from the dead the third day:
47. And that repentance and remission of sins should be preached in his name among all nations, beginning at Jerusalem.
48. And ye are witnesses of these things.
49. And, behold, I send the promise of my Father upon you: but tarry ye in the city of Jerusalem, until ye be endued with power from on high.
50. And he led them out as far as to Bethany, and he lifted up his hands, and blessed them.
51. And it came to pass, while he blessed them, he was parted from them, and carried up into heaven.
52. And they worshipped him, and returned to Jerusalem with great joy:
53. And were continually in the temple, praising and blessing God. Amen.