Luke, Chapter 7 Modern Greek

01 ΑΦΟΥ δε ετελείωσε πάντας τους λόγους αυτού εις τας ακοάς του λαού, εισήλθεν εις Καπερναούμ.
02 Εκατοντάρχου δε τινος δούλος, όστις ήτο πολύτιμος εις αυτόν, κακώς έχων έμελλε να αποθάνη.
03 Και ακούσας περί του Ιησού, απέστειλε προς αυτόν πρεσβυτέρους των Ιουδαίων, παρακαλών αυτόν να έλθη να διασώση τον δούλον αυτού.
04 Οι δε ελθόντες προς τον Ιησούν, παρεκάλουν αυτόν επιμόνως, λέγοντες,  Ότι είναι άξιος εκείνος εις τον οποίον θέλεις κάμει τούτο
05 διότι αγαπά το έθνος ημών, και την συναγωγήν αυτός ωκοδόμησεν εις ημάς.
06 Ο δε Ιησούς επορεύετο μετ' αυτών. Ενώ δε απείχεν ήδη ου μακράν από της οικίας έπεμψε προς αυτόν ο εκατόνταρχος
φίλους, λέγων προς αυτόν, Κύριε, μη ενοχλείσαι  διότι δεν είμαι άξιος να εισέλθης υπό την στέγην μου
07 όθεν ουδέ εμαυτόν έκρινα άξιον να έλθω προς σε  αλλά ειπέ λόγον, και θέλει ιατρευθή ο δούλός μου.
08 Διότι και εγώ είμαι άνθρωπος υποκείμενος εις εξουσίαν, έχων υπ' εμαυτόν στρατιώτας  και λέγω προς τούτον,  Ύπαγε, και υπάγει  και προς άλλον,  Έρχου, και έρχεται  και προς τον δούλόν μου, Κάμε τούτο, και κάμνει.
09 Ακούσας δε ταύτα ο Ιησούς, εθαύμασεν αυτόν, και στραφείς προς τον όχλον τον ακολουθούντα αυτόν είπε, Σας λέγω, Ουδέ εν τω Ισραήλ εύρον τοσαύτην πίστιν.
10 Και υποστρέψαντες οι απεσταλμένοι εις οίκον, εύρον τον ασθενή δούλον υγιαίνοντα.
11 Την δε ακόλουθον ημέραν επορεύετο ο Ιησούς εις πόλιν ονομαζομένην Ναϊν  και συνεπορεύοντο μετ' αυτού ικανοί εκ των μαθητών αυτού, και όχλος πολύς.
12 Ως δε επλησίασεν εις την πύλην της πόλεως, ιδού, εφέρετο έξω νεκρός, υιός μονογενής της μητρός αυτού, και αύτη ήτο χήρα  και όχλος πολύς της πόλεως ήτο μετ' αυτής.
13 Και ιδών αυτήν ο Κύριος εσπλαγχνίσθη δι' αυτήν και είπε προς αυτήν, Μη κλαίε.
14 Και πλησιάσας ήγγισε το νεκροκράββατον  οι δε βαστάζοντες εστάθησαν  και είπε Νεανίσκε, προς σε λέγω, σηκώθητι.
15 Και ανεκάθισεν ο νεκρός, και ήρχισε να λαλή  και έδωκεν αυτόν εις την μητέρα αυτού.
16 Κατέλαβε δε άπαντας φόβος, και εδόξαζον τον Θεόν, λέγοντες,  Ότι και προφήτης μέγας ηγέρθη εν ημίν, και ότι επεσκέφθη ο Θεός τον λαόν αυτού.
17 Και εξήλθεν ο λόγος ούτος περί αυτού εν όλη τη Ιουδαία, και εν πάσι τοις περιχώροις.
18 Και απήγγειλαν προς τον Ιωάννην οι μαθηταί αυτού περί πάντων τούτων.
19 Και προσκαλέσας ο Ιωάννης δύο τινάς των μαθητών αυτού, έπεμψε προς τον Ιησούν λέγων, Συ είσαι ο ερχόμενος, ή άλλον προσδοκώμεν;
20 Και ελθόντες προς αυτόν οι άνθρωποι, είπον, Ιωάννης ο Βαπτιστής απέστειλεν ημάς προς σε, λέγων, Συ είσαι ο ερχόμενος, ή άλλον προσδοκώμεν;
21 Εν αυτή δε τη ώρα εθεράπευσε πολλούς από νόσων και μαστίγων, και πνευμάτων πονηρών, και εις τυφλούς πολλούς εχάρισε το βλέπειν.
22 Και αποκριθείς ο Ιησούς είπε προς αυτούς, Υπάγετε και απαγγείλατε προς τον Ιωάννην όσα είδετε και ηκούσατε, ότι τυφλοί αναβλέπουσι, χωλοί περιπατούσι, λεπροί καθαρίζονται, κωφοί ακούουσι, νεκροί εγείρονται, πτωχοί ευαγγελίζονται
23 και μακάριος είναι όστις δεν σκανδαλισθή εν εμοί.
24 Αφού δε αναχώρησαν οι απεσταλμένοι του Ιωάννου, ήρχισε να λέγη προς τους όχλους περί του Ιωάννου, Τι εξήλθετε εις την έρημον να ίδητε; κάλαμον υπό ανέμου σαλευόμενον;
25 Αλλά τι εξήλθετε να ίδητε; άνθρωπον ενδεδυμένον μαλακά ιμάτια; ιδού, οι λαμπρώς ενδεδυμένοι και τρυφώντες, ευρίσκονται εν τοις βασιλικοίς παλατίοις.
26 Αλλά τι εξήλθετε να ίδητε; προφήτην; Ναί, σας λέγω, και περισσότερον προφήτου
27 Ούτος είναι περί του οποίου είναι γεγραμμένον,  "Ιδού, εγώ αποστέλλω τον άγγελόν μου προ προσώπου σου, όστις θέλει κατασκευάσει την οδόν σου έμπροσθεν σου."
28 διότι σας λέγω μεταξύ των γεννηθέντων εκ γυναικών, ουδείς προφήτης είναι μεγαλήτερος Ιωάννου του Βαπτιστού πλήν ο μικρότερος εν τη βασιλεία του Θεού, είναι μεγαλήτερος αυτού.
29 Και πας ο λαός ακούσας, και οι τελώναι, εδικαίωσαν τον Θεόν, βαπτισθέντες το βάπτισμα  του Ιωάννου.
30 Οι δε Φαρισαίοι και οι νομικοί ηθέτησαν εις εαυτούς την βουλήν του Θεού, μη βαπτισθέντες υπ' αυτού.
31 Και είπεν ο Κύριος, Με τι λοιπόν να ομοιώσω τους ανθρώπους της γενεάς ταύτης; και με τι είναι όμοιοι;
32 Είναι όμοιοι με παιδία καθήμενα εν τη  αγορά και φωνάζοντα προς άλληλα, και λέγοντα, Αυλόν σας επαίξαμεν, και δεν εχορεύσατε  σας εθρηνωδήσαμεν, και δεν εκλαύσατε.
33 Διότι ήλθεν Ιωάννης ο Βαπτιστής μήτε άρτον τρώγων,  μήτε οίνον πίνων, και λέγετε Δαιμόνιον έχει.
34 Ήλθεν ο Υιός του ανθρώπου τρώγων και πίνων, και λέγετε, Ιδού άνθρωπος φάγος και οινοπότης, φίλος τελωνών και αμαρτωλών.
35 Και εδικαιώθη η σοφία απο πάντων των τέκνων αυτής.
36 Παρεκάλει δε αυτόν εις εκ των Φαρισαίων να φάγη μετ' αυτού  και εισελθών εις την οικίαν του Φαρισαίου, εκάθισεν εις την τράπεζαν.
37 Και ιδού, γυνή τις εν τη πόλει, ήτις ήτο  αμαρτωλή, μαθούσα ότι κάθηται εις την τράπεζαν εν τη οικία του Φαρισαίου, έφερεν αλάβαστρον μύρου
38  και σταθείσα πλησίον των ποδών αυτού οπίσω κλαίουσα, ήρχισε να βρέχη τους πόδας αυτού με τα δάκρυα, και εσπόγγιζε με τας τρίχας της κεφαλής αυτής, και κατεφίλει τους πόδας αυτού, και ήλειφε με το μύρον.
39 Ιδών δε ο Φαρισαίος ο καλέσας αυτόν, είπε καθ' εαυτόν, λέγων, Ούτος, εάν ήτο προφήτης, ήθελε γνωρίζει τις και οποία είναι η γυνή, ήτις εγγίζει αυτόν, ότι είναι αμαρτωλή.
40 Και αποκριθείς ο Ιησούς είπε προς αυτόν, Σίμων, έχων να σοι είπω τι. Ο δε λέγει, Διδάσκαλε, ειπέ.
41 Είχέ τις δανειστής δύο χρεωφειλέτας  ο εις εχρεώστει δηνάρια πεντακόσια, ο δε άλλος πεντήκοντα.
42 Και επειδή δεν είχον να αποδώσωσιν, εχάρισεν αυτά εις αμφοτέρους. Τις λοιπόν εξ αυτών, ειπέ, θέλει αγαπήσει αυτόν περισσότερον;
43  Αποκριθείς δε ο Σίμων είπε, Νομίζω ότι εκείνος εις τον οποίον εχάρισε το περισσότερον. Ο δε είπε προς αυτόν, Ορθώς έκρινας.
44 Και στραφείς προς την γυναίκα, είπε προς τον Σίμωνα, Βλέπεις ταύτην την γυναίκα; Εισήλθον εις την οικίαν σου, ύδωρ διά τους πόδας μου δεν έδωκας  αύτη δε με τα δάκρυα έβρεξε τους πόδας μου, και με τας τρίχας της κεφαλής αυτής εσπόγγισε
45  Φίλημα δεν μοι έδωκας  αύτη δε, αφ' ης εισήλθον, δεν έπαυσε καταφιλούσα τους πόδας μου.
46  Με έλαιον την κεφαλήν μου δεν ήλειψας  αύτη δε με μύρον ήλειψε τους πόδας μου
47  Διά τούτο, σοι λέγω, συγκεχωρημέναι είναι αι αμαρτίαι αυτής αι πολλαί  διότι ηγάπησε πολύ  εις όντινα δε συγχωρείται ολίγον, ολίγον αγαπά.
48  Και είπε προς αυτήν, Συγκεχωρημέναι είναι αι αμαρτίαι σου.
49  Και ήρχισαν οι συγκαθήμενοι εις την τράπεζαν να λέγωσι καθ' εαυτούς, Τις είναι ούτος όστις και αμαρτίας συγχωρεί;
50  Είπε δε προς την γυναίκα, Η πίστις σου σε έσωσεν  ύπαγε εις ειρήνην.















































































Luke, Chapter 7 Demotic Greek

1. Κι αφού πια τελείωσε ο Ιησούς όλη τη διδαχή του στο λαό που τον άκουγε, μπήκε στην Καπερναούμ.
2. Στο μεταξύ εκεί βρισκόταν άρρωστος και ετοιμοθάνατος ο δούλος ενός εκατόνταρχου, που ήταν πολύ αγαπητός στον κύριό του.
3. Σαν άκουσε, λοιπόν, ο εκατόνταρχος για τον Ιησού, του έστειλε μερικούς από τους πρεσβυτέρους των Ιουδαίων παρακαλώντας τον να έρθει και να σώσει το δούλο του.
4. Κι εκείνοι, όταν έφτασαν κοντά στον Ιησού, τον παρακαλούσαν θερμά, λέγοντας πως «είναι άξιος εκείνος για τον οποίο θα προσφέρεις την εξυπηρέτηση αυτή».
5. «Γιατί αγαπάει το έθνος μας», του είπαν, «και τη συναγωγή μας αυτός μας την έχτισε».
6. Στο μεταξύ ο Ιησούς προχωρούσε μαζί τους. Κι ενώ δεν απείχε πια μακριά από το σπίτι, του έστειλε ο εκατόνταρχος φίλους του, λέγοντάς του: «Κύριε, μην υποβάλλεσαι στον κόπο, γιατί δεν είμαι άξιος να μπεις στο σπίτι μου.
7. Γι' αυτό άλλωστε ούτε και τον εαυτό μου θεώρησα άξιο να έρθω σε σένα. Μα ένα λόγο πες μονάχα και θα γιατρευτεί ο γιος μου.
8. Γιατί κι εγώ είμαι άνθρωπος που βρίσκομαι κάτω από εξουσία κι έχω επίσης στρατιώτες στις διαταγές μου, και λέω στον έναν: Πήγαινε, και πηγαίνει. Και στον άλλον: Έλα, κι έρχεται. Και στο δούλο μου: Κάνε τούτο, και το κάνει».
9. Και σαν τ' άκουσε αυτά ο Ιησούς τον θαύμασε, κι αφού στράφηκε στο πλήθος που τον ακολουθούσε, είπε: «Σας λέω πως ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες δε βρήκα τόση πίστη».
10. Κι όταν οι απεσταλμένοι γύρισαν στο σπίτι, βρήκαν τον άρρωστο δούλο θεραπευμένο.
11. Ύστερα απ' αυτό ξεκίνησε για μια πόλη που λέγεται Ναΐν. Μαζί του πήγαιναν και αρκετοί από τους μαθητές του και κόσμος πολύς.
12. Τότε, την ώρα ακριβώς που πλησίαζαν την πύλη της πόλης, συνάντησαν μια νεκροπομπή. Ο νεκρός ήταν μοναχογιός της μητέρας του, κι αυτή ήταν χήρα. Μαζί της ήταν επίσης και αρκετός κόσμος από την πόλη.
13. Και σαν την είδε ο Κύριος, την σπλαχνίστηκε και της είπε: «Μην κλαις»!
14. Πλησίασε κατόπιν και άγγιξε τη σορό, κι εκείνοι που κουβαλούσαν το φέρετρο σταμάτησαν. Τότε είπε: «Νεαρέ, σε σένα λέω: Σήκω»!
15. Κι ο νεκρός ανακάθισε κι άρχισε να μιλάει! Και τον παρέδωσε ο Ιησούς στη μητέρα του.
16. Όλους τότε τους κυρίευσε φόβος και δόξαζαν το Θεό λέγοντας: «Μεγάλος προφήτης εμφανίστηκε ανάμεσά μας!». Κι επίσης: «Ο Θεός επισκέφθηκε το λαό του!».
17. Και διαδόθηκε η φήμη αυτή για τον Ιησού σ' ολόκληρη την Ιουδαία και σε όλα τα περίχωρα.
18. Για όλα αυτά πληροφόρησαν και τον Ιωάννη οι μαθητές του.
19. Φώναξε τότε ο Ιωάννης δύο από τους μαθητές του και τους έστειλε στον Ιησού με το ερώτημα: «Εσύ είσαι ο Μεσσίας που είναι να έρθει ή περιμένουμε άλλον;».
20. Ήρθαν λοιπόν σ' αυτόν οι άντρες και του είπαν: «Ο Ιωάννης ο Βαφτιστής μας έχει στείλει σε σένα, και ρωτάει: Εσύ είσαι ο Μεσσίας, που είναι να έρθει, ή περιμένουμε άλλον;».
21. Τότε ο Ιησούς, την ίδια εκείνη ώρα, θεράπευσε πολλούς από αρρώστιες και δεινά και δαιμονικά πνεύματα και σε πολλούς τυφλούς χάρισε το φως τους.
22. Αποκρίθηκε κατόπιν ο Ιησούς και τους είπε: «Πηγαίνετε και διηγηθείτε στον Ιωάννη αυτά που είδατε και ακούσατε: Τυφλοί ξαναβλέπουν, κουτσοί περπατάνε, λεπροί καθαρίζονται, κουφοί ακούνε, νεκροί ανασταίνονται, φτωχοί ακούν χαρμόσυνο μήνυμα.
23. Και μακάριος είναι εκείνος που η πίστη του σε μένα δε θα κλονιστεί από αμφιβολία».
24. Κι όταν πια έφυγαν οι απεσταλμένοι του Ιωάννη, άρχισε να λέει στον κόσμο για τον Ιωάννη: «Τι βγήκατε να δείτε στην έρημο;
25. Καλάμι που σαλεύεται από τον άνεμο; Αλλά τι βγήκατε τότε να δείτε; Άνθρωπο ντυμένο με ρούχα αριστοκρατικά; Μα να! Αυτοί που λαμπροντύνονται και ζούν αρχοντικά, στα βασιλικά παλάτια βρίσκονται.
26. Αλλά τότε; Τι βγήκατε να δείτε; Προφήτη; Ναί, σας λέω, και μάλιστα πολύ ανώτερον από προφήτη!
27. Αυτός είναι εκείνος, για τον οποίο έχει γραφτεί: Δες! Εγώ στέλνω τον αγγελιαφόρο μου πριν από σένα κι αυτός θα προετοιμάσει το δρόμο που 'ναι να διαβείς.
28. Γιατί σας βεβαιώνω πως ανάμεσα σε όλους τους προφήτες που γέννησαν οι γυναίκες, μεγαλύτερος από τον Ιωάννη το Βαφτιστή δεν υπάρχει κανένας. Κι όμως ο μικρότερος στη βασιλεία του Θεού είναι μεγαλύτερος απ' αυτόν».
29. Και όλος ο λαός καθώς και οι τελώνες βαφτίστηκαν από τον Ιωάννη, όταν τον άκουσαν, αναγνωρίζοντας έτσι το Θεό.
30. Όμως οι Φαρισαίοι και οι νομοδιδάσκαλοι με το να μη βαφτιστούν απ' αυτόν, παράβηκαν το θέλημα του Θεού.
31. Με ποιον, λοιπόν, να παρομοιάσω τους ανθρώπους της γενιάς αυτής; Και με ποιον μοιάζουν;
32. Μοιάζουν με παιδιά που κάθονται κατά ομάδες σ' έναν δημόσιο χώρο και φωνάζουν η μια ομάδα στην άλλη και λένε: Φλογέρα σας παίξαμε και δε χορέψατε. Σας μοιρολογήσαμε και δεν κλάψατε.
33. Γιατί, ήρθε ο Ιωάννης ο Βαφτιστής χωρίς ούτε ψωμί να τρώει ούτε κρασί να πίνει και λέτε: Δαιμονισμένος είναι.
34. Ήρθε ο Γιος του Ανθρώπου, που και τρώει και πίνει, και λέτε: Να ένας άνθρωπος καλοφαγάς και κρασοπότης, φίλος τελωνών και αμαρτωλών.
35. Και δικαιώθηκε έτσι η σοφία απ' όλα τα παιδιά της».
36. Κάποτε πάλι, ένας από τους Φαρισαίους τον προσκαλούσε να φάει μαζί του. Μπήκε, λοιπόν, στο σπίτι του Φαρισαίου και κάθισε στο τραπέζι.
37. Σ' αυτή την πόλη υπήρχε και μια γυναίκα που ήταν αμαρτωλή, και η οποία μόλις έμαθε πως ο Ιησούς τρώει στο σπίτι του Φαρισαίου, έφερε ένα αλαβάστρινο δοχείο με μύρο,
38. κι αφού στάθηκε πίσω, κοντά στα πόδια του, κλαίγοντας, άρχισε με τα δάκρυά της να βρέχει τα πόδια του και με τα μαλλιά της τα σφούγγιζε. Και καταφιλούσε τα πόδια του και τα άλειφε με το μύρο.
39. Και σαν το είδε αυτό ο Φαρισαίος που τον είχε καλέσει, έκανε μέσα του τη σκέψη: «Αν αυτός ήταν προφήτης, θα ήξερε ποια και τι είδους γυναίκα είναι αυτή που τον αγγίζει, γιατί είναι αμαρτωλή».
40. Του μίλησε τότε ο Ιησούς και του είπε: «Σίμωνα, έχω κάτι να σου πω». Κι εκείνος του λέει: «Δάσκαλε, πες μου».
41. «Δύο άνθρωποι χρωστούσαν σ' ένα δανειστή τους. Ο ένας χρωστούσε πεντακόσια δηνάρια κι ο άλλος πενήντα.
42. Επειδή όμως δεν είχαν να τα εξοφλήσουν, τα χάρισε και στους δύο. Για πες μου, λοιπόν, ποιος από τους δύο θα τον αγαπήσει περισσότερο;».
43. Κι αποκρίθηκε ο Σίμων και είπε: «Υποθέτω, εκείνος στον οποίο χάρισε τα περισσότερα». Κι ο Ιησούς του είπε: «Ορθά έκρινες».
44. Κατόπιν, αφού στράφηκε στη γυναίκα, είπε στο Σίμωνα: «Βλέπεις αυτή τη γυναίκα; Στο σπίτι σου μπήκα, και νερό για το πλύσιμο των ποδιών μου δε μου έδωσες. Αυτή όμως με τα δάκρυά της έβρεξε τα πόδια μου και με τα μαλλιά του κεφαλιού της τα σφούγγισε.
45. Ένα φίλημα δε μου έδωσες, αυτή όμως από την ώρα που μπήκα, δεν έπαψε να μου καταφιλάει τα πόδια. Με λάδι το κεφάλι μου δεν το άλειψες,
46. αυτή όμως με μύρο άλειψε τα πόδια μου.
47. Γι' αυτό σου λέω πως έχουν συγχωρεθεί οι αμαρτίες της οι πολλές, γιατί αγάπησε πολύ. Σε όποιον όμως συγχωρείται λίγο, λίγο αγαπάει».
48. Κατόπιν είπε στη γυναίκα: «Οι αμαρτίες σου έχουν συγχωρεθεί».
49. Άρχισαν τότε εκείνοι που έτρωγαν μαζί του να λένε μεταξύ τους: «Ποιος τάχα είναι αυτός, που ακόμα και αμαρτίες συγχωρεί;»
50. Είπε ακόμα στη γυναίκα: «Η πίστη σου σε έσωσε. Πήγαινε και έχε ειρήνη».















































































Matthew 1

Luke, Chapter 7 Ancient Greek

1. Ἐπεὶ δὲ ἐπλήρωσε πάντα τὰ ῥήματα αὐτοῦ εἰς τὰς ἀκοὰς τοῦ λαοῦ, εἰσῆλθεν εἰς Καπερναούμ.

2. Ἑκατοντάρχου δέ τινος δοῦλος κακῶς ἔχων ἤμελλε τελευτᾶν, ὃς ἦν αὐτῷ ἔντιμος.

3. ἀκούσας δὲ περὶ τοῦ Ἰησοῦ ἀπέστειλε πρὸς αὐτὸν πρεσβυτέρους τῶν Ἰουδαίων ἐρωτῶν αὐτὸν ὅπως ἐλθὼν διασώσῃ τὸν δοῦλον αὐτοῦ.

4. οἱ δὲ παραγενόμενοι πρὸς τὸν Ἰησοῦν παρεκάλουν αὐτὸν σπουδαίως, λέγοντες ὅτι ἄξιός ἐστιν ᾧ παρέξει τοῦτο.

5. ἀγαπᾷ γὰρ τὸ ἔθνος ἡμῶν, καὶ τὴν συναγωγὴν αὐτὸς ᾠκοδόμησεν ἡμῖν.

6. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐπορεύετο σὺν αὐτοῖς. ἤδη δὲ αὐτοῦ οὐ μακρὰν ἀπέχοντος ἀπὸ τῆς οἰκίας ἔπεμψε πρὸς αὐτὸν ὁ ἑκατόνταρχος φίλους λέγων αὐτῷ· Κύριε, μὴ σκύλλου· οὐ γάρ εἰμι ἱκανὸς ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην μου εἰσέλθῃς·

7. διὸ οὐδὲ ἐμαυτὸν ἠξίωσα πρός σε ἐλθεῖν· ἀλλὰ εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου.

8. καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν τασσόμενος, ἔχων ὑπ' ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ.

9. ἀκούσας δὲ ταῦτα ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασεν αὐτόν, καὶ στραφεὶς τῷ ἀκολουθοῦντι αὐτῷ ὄχλῳ εἶπε· λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον.

10. καὶ ὑποστρέψαντες οἱ πεμφθέντες εἰς τὸν οἶκον εὗρον τὸν ἀσθενοῦντα δοῦλον ὑγιαίνοντα.

11. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἑξῆς ἐπορεύετο εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν· καὶ συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολύς.

12. ὡς δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρὶ αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ.

13. καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ' αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· μὴ κλαῖε.

14. καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς σοροῦ, οἱ δὲ βαστάζοντες ἔστησαν, καὶ εἶπε· νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι.

15. καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν, καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ μητρὶ αὐτοῦ.

16. ἔλαβε δὲ φόβος πάντας καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεόν, λέγοντες ὅτι προφήτης μέγας ἐγήγερται ἐν ἡμῖν, καὶ ὅτι ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ.

17. καὶ ἐξῆλθεν ὁ λόγος οὗτος ἐν ὅλῃ τῇ Ἰουδαίᾳ περὶ αὐτοῦ καὶ ἐν πάσῃ τῇ περιχώρῳ.

18. Καὶ ἀπήγγειλαν Ἰωάννῃ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ περὶ πάντων τούτων

19. καὶ προσκαλεσάμενος δύο τινὰς τῶν μαθητῶν αὐτοῦ ὁ Ἰωάννης ἔπεμψε πρὸς τὸν Ἰησοῦν λέγων· σὺ εἶ ὁ ἐρχόμενος ἢ ἕτερον προσδοκῶμεν;

20. παραγενόμενοι δὲ πρὸς αὐτὸν οἱ ἄνδρες εἶπον· Ἰωάννης ὁ βαπτιστὴς ἀπέσταλκεν ἡμᾶς πρός σε λέγων· σὺ εἶ ὁ ἐρχόμενος ἢ ἕτερον προσδοκῶμεν;

21. ἐν αὐτῇ δὲ τῇ ὥρᾳ ἐθεράπευσε πολλοὺς ἀπὸ νόσων καὶ μαστίγων καὶ πνευμάτων πονηρῶν, καὶ τυφλοῖς πολλοῖς ἐχαρίσατο τὸ βλέπειν.

22. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἀπαγγείλατε Ἰωάννῃ ἃ εἴδετε καὶ ἠκούσατε· τυφλοὶ ἀναβλέπουσι καὶ χωλοὶ περιπατοῦσι, λεπροὶ καθαρίζονται, κωφοὶ ἀκούουσι, νεκροὶ ἐγείρονται, πτωχοὶ εὐαγγελίζονται·

23. καὶ μακάριός ἐστιν ὃς ἐὰν μὴ σκανδαλισθῇ ἐν ἐμοί.

24. ἀπελθόντων δὲ τῶν μαθητῶν Ἰωάννου ἤρξατο λέγειν πρὸς τοὺς ὄχλους περὶ Ἰωάννου· τί ἐξεληλύθατε εἰς τὴν ἔρημον θεάσασθαι; κάλαμον ὑπὸ ἀνέμου σαλευόμενον;

25. ἀλλὰ τί ἐξεληλύθατε ἰδεῖν; ἄνθρωπον ἐν μαλακοῖς ἱματίοις ἠμφιεσμένον; ἰδοὺ οἱ ἐν ἱματισμῷ ἐνδόξῳ καὶ τρυφῇ ὑπάρχοντες ἐν τοῖς βασιλείοις εἰσίν.

26. ἀλλὰ τί ἐξεληλύθατε ἰδεῖν; προφήτην; ναὶ λέγω ὑμῖν, καὶ περισσότερον προφήτου.

27. οὗτός ἐστι περὶ οὗ γέγραπται, ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου.

28. λέγω γὰρ ὑμῖν, μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικῶν προφήτης Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ οὐδείς ἐστιν· ὁ δὲ μικρότερος ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ μείζων αὐτοῦ ἐστι.

29. καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἀκούσας καὶ οἱ τελῶναι ἐδικαίωσαν τὸν Θεόν, βαπτισθέντες τὸ βάπτισμα Ἰωάννου·

30. οἱ δὲ Φαρισαῖοι καὶ οἱ νομικοὶ τὴν βουλὴν τοῦ Θεοῦ ἠθέτησαν εἰς ἑαυτούς, μὴ βαπτισθέντες ὑπ' αὐτοῦ.

31. Τίνι οὖν ὁμοιώσω τοὺς ἀνθρώπους τῆς γενεᾶς ταύτης, καὶ τίνι εἰσὶν ὅμοιοι;

32. ὅμοιοί εἰσι παιδίοις τοῖς ἐν ἀγορᾷ καθημένοις καὶ προσφωνοῦσιν ἀλλήλοις καὶ λέγουσιν· ηὐλήσαμεν ὑμῖν, καὶ οὐκ ὠρχήσασθε, ἐθρηνήσαμεν ὑμῖν, καὶ οὐκ ἐκλαύσατε.

33. ἐλήλυθε γὰρ Ἰωάννης ὁ βαπτιστὴς μήτε ἄρτον ἐσθίων μήτε οἶνον πίνων, καὶ λέγετε· δαιμόνιον ἔχει.

34. ἐλήλυθεν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐσθίων καὶ πίνων, καὶ λέγετε· ἰδοὺ ἄνθρωπος φάγος καὶ οἰνοπότης, φίλος τελωνῶν καὶ ἁμαρτωλῶν.

35. καὶ ἐδικαιώθη ἡ σοφία ἀπὸ τῶν τέκνων αὐτῆς πάντων

36. Ἠρώτα δέ τις αὐτὸν τῶν Φαρισαίων ἵνα φάγῃ μετ' αὐτοῦ· καὶ εἰσελθὼν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ Φαρισαίου ἀνεκλίθη.

37. καὶ ἰδοὺ γυνὴ ἐν τῇ πόλει ἥτις ἦν ἁμαρτωλός, καὶ ἐπιγνοῦσα ὅτι ἀνάκειται ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Φαρισαίου, κομίσασα ἀλάβαστρον μύρου

38. καὶ στᾶσα ὀπίσω παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ κλαίουσα, ἤρξατο βρέχειν τοὺς πόδας αὐτοῦ τοῖς δάκρυσι καὶ ταῖς θριξὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς ἐξέμασσε, καὶ κατεφίλει τοὺς πόδας αὐτοῦ καὶ ἤλειφε τῷ μύρῳ.

39. ἰδὼν δὲ ὁ Φαρισαῖος ὁ καλέσας αὐτὸν εἶπεν ἐν ἑαυτῷ λέγων· οὗτος εἰ ἦν προφήτης, ἐγίνωσκεν ἂν τίς καὶ ποταπὴ ἡ γυνὴ ἥτις ἅπτεται αὐτοῦ, ὅτι ἁμαρτωλός ἐστι.

40. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς αὐτόν· Σίμων, ἔχω σοί τι εἰπεῖν. ὁ δέ φησι· διδάσκαλε, εἰπέ.

41. δύο χρεωφειλέται ἦσαν δανιστῇ τινι· ὁ εἷς ὤφειλε δηνάρια πεντακόσια, ὁ δὲ ἕτερος πεντήκοντα.

42. μὴ ἐχόντων δὲ αὐτῶν ἀποδοῦναι, ἀμφοτέροις ἐχαρίσατο. τίς οὖν αὐτῶν, εἰπέ, πλεῖον αὐτὸν ἀγαπήσει;

43. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Σίμων εἶπεν· ὑπολαμβάνω ὅτι ᾧ τὸ πλεῖον ἐχαρίσατο. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· ὀρθῶς ἔκρινας.

44. καὶ στραφεὶς πρὸς τὴν γυναῖκα τῷ Σίμωνι ἔφη· βλέπεις ταύτην τὴν γυναῖκα; εἰσῆλθόν σου εἰς τὴν οἰκίαν, ὕδωρ ἐπὶ τοὺς πόδας μου οὐκ ἔδωκας· αὕτη δὲ τοῖς δάκρυσιν ἔβρεξέ μου τοὺς πόδας καὶ ταῖς θριξὶ τῆς κεφαλῆς αὐτῆς ἐξέμαξε.

45. φίλημά μοι οὐκ ἔδωκας· αὕτη δὲ ἀφ' ἧς εἰσῆλθεν οὐ διέλιπε καταφιλοῦσα μου τοὺς πόδας. ἐλαίῳ τὴν κεφαλήν μου οὐκ ἤλειψας·

46. αὕτη δὲ μύρῳ ἤλειψέ μου τοὺς πόδας.

47. οὗ χάριν λέγω σοι, ἀφέωνται αἱ ἁμαρτίαι αὐτῆς αἱ πολλαί, ὅτι ἠγάπησε πολύ· ᾧ δὲ ὀλίγον ἀφίεται, ὀλίγον ἀγαπᾷ.

48. εἶπε δὲ αὐτῇ· ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι.

49. καὶ ἤρξαντο οἱ συνανακείμενοι λέγειν ἐν ἑαυτοῖς· τίς οὗτός ἐστιν ὃς καὶ ἁμαρτίας ἀφίησιν;

50. εἶπε δὲ πρὸς τὴν γυναῖκα· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην.

 

















































































Luke, Chapter 7 (KJV)

01 Now when he had ended all his sayings in the audience
of the people, he entered into Capernaum.
02 And a certain centurion's servant, who was dear unto
him, was sick, and ready to die.
03 And when he heard of Jesus, he sent unto him the elders
of the Jews, beseeching him that he would come and heal his
servant.
04 And when they came to Jesus, they besought him
instantly, saying, That he was worthy for whom he should do
this:
05 For he loveth our nation, and he hath built us a
synagogue.
06 Then Jesus went with them. And when he was now not far
from the house, the centurion sent friends to him, saying
unto him, Lord, trouble not thyself: for I am not worthy
that thou shouldest enter under my roof:
07 Wherefore neither thought I myself worthy to come unto
thee: but say in a word, and my servant shall be healed.
08 For I also am a man set under authority, having under
me soldiers, and I say unto one, Go, and he goeth; and to
another, Come, and he cometh; and to my servant, Do this,
and he doeth it.
09 When Jesus heard these things, he marvelled at him, and
turned him about, and said unto the people that followed
him, I say unto you, I have not found so great faith, no,
not in Israel.
10 And they that were sent, returning to the house, found
the servant whole that had been sick.
11 And it came to pass the day after, that he went into a
city called Nain; and many of his disciples went with him,
and much people.
12 Now when he came nigh to the gate of the city, behold,
there was a dead man carried out, the only son of his
mother, and she was a widow: and much people of the city
was with her.
13 And when the Lord saw her, he had compassion on her,
and said unto her, Weep not.
14 And he came and touched the bier: and they that bare
him stood still. And he said, Young man, I say unto thee,
Arise.
15 And he that was dead sat up, and began to speak. And he
delivered him to his mother.
16 And there came a fear on all: and they glorified God,
saying, That a great prophet is risen up among us; and,
That God hath visited his people.
17 And this rumour of him went forth throughout all
Judaea, and throughout all the region round about.
18 And the disciples of John showed him of all these
things.
19 And John calling unto him two of his disciples sent
them to Jesus, saying, Art thou he that should come? or
look we for another?
20 When the men were come unto him, they said, John
Baptist hath sent us unto thee, saying, Art thou he that
should come? or look we for another?
21 And in that same hour he cured many of their
infirmities and plagues, and of evil spirits; and unto many
that were blind he gave sight.
22 Then Jesus answering said unto them, Go your way, and
tell John what things ye have seen and heard; how that the
blind see, the lame walk, the lepers are cleansed, the deaf
hear, the dead are raised, to the poor the gospel is
preached.
23 And blessed is he, whosoever shall not be offended in
me.
24 And when the messengers of John were departed, he began
to speak unto the people concerning John, What went ye out
into the wilderness for to see? A reed shaken with the
wind?
25 But what went ye out for to see? A man clothed in soft
raiment? Behold, they which are gorgeously apparelled, and
live delicately, are in kings' courts.
26 But what went ye out for to see? A prophet? Yea, I say
unto you, and much more than a prophet.
27 This is he, of whom it is written, Behold, I send my
messenger before thy face, which shall prepare thy way
before thee.
28 For I say unto you, Among those that are born of women
there is not a greater prophet than John the Baptist: but
he that is least in the kingdom of God is greater than he.
29 And all the people that heard him, and the publicans,
justified God, being baptized with the baptism of John.
30 But the Pharisees and lawyers rejected the counsel of
God against themselves, being not baptized of him.
31 And the Lord said, Whereunto then shall I liken the men
of this generation? and to what are they like?
32 They are like unto children sitting in the marketplace,
and calling one to another, and saying, We have piped unto
you, and ye have not danced; we have mourned to you, and ye
have not wept.
33 For John the Baptist came neither eating bread nor
drinking wine; and ye say, He hath a devil.
34 The Son of man is come eating and drinking; and ye say,
Behold a gluttonous man, and a winebibber, a friend of
publicans and sinners!
35 But wisdom is justified of all her children.
36 And one of the Pharisees desired him that he would eat
with him. And he went into the Pharisee's house, and sat
down to meat.
37 And, behold, a woman in the city, which was a sinner,
when she knew that Jesus sat at meat in the Pharisee's
house, brought an alabaster box of ointment,
38 And stood at his feet behind him weeping, and began
to wash his feet with tears, and did wipe them with the
hairs of her head, and kissed his feet, and anointed them
with the ointment.
39 Now when the Pharisee which had bidden him saw it, he
spake within himself, saying, This man, if he were a
prophet, would have known who and what manner of woman
this is that toucheth him: for she is a sinner.
40 And Jesus answering said unto him, Simon, I have
somewhat to say unto thee. And he saith, Master, say on.
41 There was a certain creditor which had two debtors: the
one owed five hundred pence, and the other fifty.
42 And when they had nothing to pay, he frankly forgave
them both. Tell me therefore, which of them will love him
most?
43 Simon answered and said, I suppose that he, to whom
he forgave most. And he said unto him, Thou hast rightly
judged.
44 And he turned to the woman, and said unto Simon, Seest
thou this woman? I entered into thine house, thou gavest me
no water for my feet: but she hath washed my feet with
tears, and wiped them with the hairs of her head.
45 Thou gavest me no kiss: but this woman since the time I
came in hath not ceased to kiss my feet.
46 My head with oil thou didst not anoint: but this woman
hath anointed my feet with ointment.
47 Wherefore I say unto thee, Her sins, which are many,
are forgiven; for she loved much: but to whom little is
forgiven, the same loveth little.
48 And he said unto her, Thy sins are forgiven.
49 And they that sat at meat with him began to say within
themselves, Who is this that forgiveth sins also?
50 And he said to the woman, Thy faith hath saved thee; go
in peace.