Luke, Chapter 8 Modern Greek

01 Και μετά ταύτα διήρχετο αυτός πάσαν πόλιν και κώμην, κηρύττων και ευαγγελιζόμενος την βασιλείαν του Θεού  και οι δώδεκα ήσαν μετ' αυτού
02 και γυναίκες τινές, αίτινες ήσαν τεθεραπευμέναι από πνευμάτων πονηρών και ασθενειών, Μαρία η καλούμενη Μαγδαληνή, εκ' της οποίας είχον εκβή επτά δαιμόνια,
03 και Ιωάννα η γυνή του Χουζά επιτρόπου του Ηρώδου, και Σουσάννα, και άλλαι πολλαί, αίτινες διηκόνουν αυτόν από των υπαρχόντων αυτών.
04 Επειδή δε συνέτρεχεν όχλος πολύς, και ήρχοντο προς αυτόν απο πάσης πόλεως, είπε δια παραβολής
05 Εξήλθεν ο σπείρων δια να σπείρη τον σπόρον αυτού  και ενώ έσπειρεν, άλλο μεν έπεσε παρά την οδόν, και κατεπατήθη, και τα πετεινά του ουρανού κατέφαγον αυτό
06  Άλλο δε έπεσεν επι την πέτραν, και αναφυέν, εξηράνθη, διότι δεν είχεν ικμάδα.
07 Και άλλο έπεσεν εις το μέσον των ακανθών, και συμφυτρώσασαι αι άκανθαι, απέπνιξαν αυτό.
08 Και άλλο έπεσεν επί την γην την αγαθήν, και αναφυέν, έκαμε καρπόν εκατονταπλασίονα.  Ταύτα λέγων, εφώναζεν, Ο έχων ώτα δια να ακούη, ας ακούη.
09 Ηρώτων δε αυτόν οι μαθηταί αυτού, λέγοντες, Τι σημαίνει η παραβολή αύτη;
10 Ο δε είπεν, Εις εσας εδόθη να γνωρίσητε τα μυστήρια της βασιλείας του θεού  εις δε τους λοιπούς δια παραβολών, δια να μη βλέπωσιν ενώ βλέπουσι, και να μη καταλαμβάνωσιν ενώ ακούουσιν.
11 Αύτη δε είναι η παραβολή, Ο σπόρος είναι ο λόγος του Θεού
12 Οι δε σπειρόμενοι παρά την οδόν είναι οι ακούοντες έπειτα έρχεται ο διάβολος και αφαιρεί τον λόγον απο της καρδίας αυτών, δια να μη πιστεύσωσι και σωθώσιν.
13 Οι δε επι της πέτρας είναι εκείνοι οίτινες όταν ακούσωσι, μετά χαράς δέχονται τον λόγον  και ούτοι ρίζαν δεν έχουσιν  οίτινες προς καιρόν πιστεύουσι, και εν καιρώ πειρασμού αποστατούσι.
14 Το δε πεσόν εις τας ακάνθας, ούτοι είναι εκείνοι οίτινες ήκουσαν, και υπο μεριμνών και πλούτου και ηδονών του βίου, υπάγουσι, και συμπνίγονται, και δεν τελεσφορούσι.
15 Το δε εις την καλήν γην, ούτοι είναι εκείνοι οίτινες ακούσαντες τον λόγον, κρατούσιν εν καρδία καλή και αγαθή, και καρποφορούσιν εν υπομονή.
16 Ουδείς δε λύχνον ανάψας, σκεπάζει αυτόν με σκεύος, ή θέτει υποκάτω κλίνης  αλλα θέτει επι του λυχνοστάτου, δια να βλέπωσι το φως οι εισερχόμενοι.
17 Διότι δεν υπάρχει κρυπτόν, το οποίον δεν θέλει γείνει φανερόν  ουδέ απόκρυφον το οποίον δε θέλει γείνει γνωστόν, και ελθεί εις το φανερόν .
18 Προσέχετε λοιπόν πως ακούετε  διότι όστις έχει θέλει δοθή εις αυτόν  και όστις δεν έχει,και εκείνο το οποίον νομίζει ότι έχει, θέλει αφαιρεθή απ' αυτού.
19  Ήλθον δε προς αυτόν η μήτηρ και οι αδελφοί αυτού, και δεν ηδύναντο δια τον όχλον να πλησιάσωσιν αυτόν.
20 Και απηγγέλθη προς αυτόν υπο τινων, λεγόντων, Η μήτηρ σου και οι αδελφοί σου ίστανται έξω, θέλοντες να σε ίδωσιν.
21 Ο δε αποκριθείς είπε προς αυτούς, Μήτηρ μου και αδελφοί μου είναι ούτοι, οι ακούοντες τον λόγον του θεού και πράττοντες αυτόν.
22  ΚΑΙ εν μια των ημερών εισήλθεν εις πλοίον αυτός και οι μαθηταί αυτού  και είπε προς αυτούς, Ας διέλθωμεν εις το πέραν της λίμνης. Και εσηκώθησαν.
23 Ενω δε έπλεον, απεκοιμήθη. Και κατέβη ανεμοστρόβιλος εις την λίμνην  και εγεμίζετο το πλοίον, και εκινδύνευον.
24 Προσελθόντες δε εξύπνισαν αυτόν, λέγοντες, Επιστάτα, επιστάτα, χανόμεθα. Ο δε σηκωθείς επετίμησε τον άνεμον και την ταραχήν του ύδατος  και έπαυσαν, και έγεινε γαλήνη.
25 Είπε δε προς αυτούς, Που είναι η πίστις σας ;  Και φοβηθέντες εθαύμασαν, λέγοντες προς αλλήλους, Τις λοιπόν είναι ούτος, ότι και τους ανέμους προστάζει και το ύδωρ, και υπακούουσιν εις αυτόν .
26 Και κατέπλευσαν εις την χώραν των Γαδαρηνών, ήτις είναι αντιπέραν της Γαλιλαίας.
27 Και καθώς εξήλθεν επι την γην, υπήντησεν αυτόν άνθρωπος τις εκ της πόλεως, όστις είχε δαιμόνια από χρόνων πολλών, και ιμάτιον δεν ενεδύετο, και εν οικία δεν έμενεν, αλλ' εν τοις μνήμασιν.
28 Ιδών δε τον Ιησούν, ανέκραξε και προσέπεσεν εις αυτόν, και μετά φωνής μεγάλη είπε, Τι είναι μεταξύ εμου και σου, ίησού, Υιέ του Θεού του Υψίστου ; δέομαί σου, μη με βασανίσης.
29 Διότι προσέταξεν εις το πνεύμα το ακάθαρτον να εξέλθη απο του ανθρώπου  επειδή προ πολλών χρόνων είχε συναρπάσει αυτόν, και εδεσμεύετο με αλύσεις, και εφυλάττετο με ποδόδεσμα  και διασπών τα δεσμά εφέρετο υπο του δαίμονος εις τας ερήμους .
30 Και ηρώτησεν αυτόν ο Ιησούς, λέγων, Τι είναι το όνομά σου ; Ο δε είπε, Λεγεών  διότι δαιμόνια πολλα εισήλθον εις αυτόν.
31 Και παρεκάλουν αυτόν να μη προστάξη αυτά να απέλθωσιν εις την άβυσσον.
32  Ήτο δε εκει αγέλη χοίρων πολλών βοσκομένων εν τω όρει και παρεκάλουν αυτόν να επιτρέψη εις αυτά να εισέλθωσιν εις εκείνους  και επέτρεψεν εις αυτά.
33 Εξελθόντα δε τα δαιμόνια απο του ανθρώπου, εισήλθον εις τους χοίρους  και ώρμησεν η αγέλη κατά του κρημνού εις την λίμνην, και απεπνίγη .
34 Ιδόντες δε οι βοσκοί το γενόμενον, έφυγον  και απελθόντες απήγγειλαν εις την πόλιν και εις τους αγρούς.
35 Και εξήλθον δια να ίδωσι το γεγονός  και ήλθον προς τον Ιησούν, και εύρον τον άνθρωπον, εκ του οποίου είχον εξέλθει τα δαιμόνια, καθήμενον παρα τους πόδας του Ιησού, ενδεδυμένον και σωφρονούντα  και εφοβήθησαν.
36 Διηγήθησαν δε προς αυτούς και οι ιδόντες, πως εσώθη ο δαιμονιζόμενος.
37 Και άπαν το πλήθος της περιχώρου των Γαδερηνών παρεκάλεσαν αυτόν να αναχωρήση απ' αυτών, διότι κατείχοντο υπο μεγάλου φόβου  αυτός δε εμβάς εις το πλοίον υπέστρεψεν.
38 Ο δε άνθρωπος, εκ του οποίου είχον εξέλθει τα δαιμόνια, παρεκάλει αυτόν να ήναι μετ' αυτού  ο Ιησούς όμως απέλυσεν αυτόν, λέγων,
39 Επίστρεψον εις τον οίκον σου, και διηγού όσα έκαμεν εις σε ο Θεός.  Και ανεχώρησε κηρύττων καθ' όλην την πόλιν όσα έκαμεν εις αυτόν ο Ιησούς.
40  Ότε δε υπέστρεψεν ο Ιησούς, απεδέχθη αυτόν ο όχλος διότι πάντες ήσαν περιμένοντες αυτόν .
41 Και ίδού, ήλθεν άνθρωπος ονομαζόμενος Ιάειρος, όστις ήτο άρχων της συναγωγής και πεσών εις τους πόδας του Ιησού, παρεκάλει αυτόν να εισέλθη εις τον οίκον αυτού
42 διότι είχε θυγατέρα μονογενή, ως ετών δώδεκα, και αύτη απέθνησκεν. Ενώ δε επορεύετο, οι όχλοι συνέθλιβον αυτόν.
43 Και γυνή τις έχουσα ρύσιν αίματος δώδεκα έτη, ήτις δαπανήσασα εις ιατρούς όλον τον βίον αυτής, δεν ηδυνήθη να θεραπευθή υπ' ουδενός,
44 πλησιάσασα όπισθεν, ήγγισε το άκρον του ιματίου αυτοί και παρευθύς εστάθη η ρύσις του αίματος αυτής .
45 Και είπεν ο Ιησούς, Τις μου ήγγισε ;  Και ενω ηρνούντο παντες, είπεν ο Πέτρος και οι μετ' αυτού, Επιστάτα, οι όχλοι σε συμπιέζουσι, και σε συνθλίβουσι, και λέγεις, Τις μου ήγγισεν;
46 Ο δε Ιησούς είπε, Μου ήγγισέ τις  διότι εγώ ενόησα ότι εξήλθε δύναμις απ' εμού.
47 Ιδούσα δε η γυνή ότι δεν εκρύφθη, ήλθε τρέμουσα, και προσπεσούσα εις αυτόν, απήγγειλε προς αυτον ενώπιον παντός του λαού δια ποίαν αιτίαν ήγγισεν αυτόν, και ότι παρευθύς ιατρεύθη.
48 Ο δε είπε προς αυτήν, Θάρρει, θύγατερ, η πίστις σου σε έσωσεν  ύπαγε εις ειρήνην.
49 Ενώ δε ελαλει έτι, έρχεταί τις παρά του αρχισυναγώγου, λέγων προς αυτόν,  Ότι απέθανεν η θυγάτηρ σου  μη ενόχλει τον διδάσκαλον.
50 Ο δε Ιησούς ακούσας απεκρίθη προς αυτόν, λέγων, Μη φοβού  μόνον πίστευε,και θέλει σωθή.
51 Και ότε εισήλθεν εις την οικίαν, δεν αφήκεν ουδένα να εισέλθη, ειμή τον Πέτρον και Ιάκωβον και Ιωάννην, και τον πατέρα της κόρης και την μητέρα.
52 Έκλαιον δε πάντες, και εθρήνουν αυτήν. Ο δε είπε, Μη κλαίετε  δεν απέθανεν αλλά κοιμάται .
53 Και κατεγέλων αυτόν, εξεύροντες ότι απέθανεν.
54 Αλλ' αυτός εκβαλών έξω πάντας, και πιάσας την χείρα αυτής, εφώναξε, λέγων Κοράσιον, σηκώθητι.
55 Και επέστρεψε το πνεύμα αυτής, και ανέστη παρευθύς  και προσέταξε να δοθή εις αυτήν να φάγη.
56 Και εξεπλάγησαν οι γονείς αυτής  ο δε παρήγγειλεν εις αυτούς, να μη είπωσιν εις μηδένα το γεγονός .















































































Luke, Chapter 8 Demotic Greek

1. Ύστερα απ' αυτά, λοιπόν, ο Ιησούς περιόδευε σε κάθε πόλη και σε κάθε χωριό κηρύττοντας και εξαγγέλλοντας το χαρμόσυνο μήνυμα της βασιλείας του Θεού. Τον συνόδευαν επίσης οι δώδεκα μαθητές του
2. και μερικές γυναίκες που είχαν θεραπευτεί από δαιμονικά πνεύματα και αρρώστιες, όπως η Μαρία, που την έλεγαν Μαγδαληνή, από την οποία είχε βγάλει εφτά δαιμόνια,
3. η Ιωάννα η γυναίκα του Χουζά, που ήταν διαχειριστής του Ηρώδη, η Σουσάννα και πολλές άλλες που τον φρόντιζαν προσφέροντας από τα υπάρχοντά τους.
4. Κάποτε πάλι, όταν άρχισε να συγκεντρώνεται κόσμος πολύς και να καταφθάνουν κοντά του από κάθε πόλη, τους είπε παραβολικά:
5. «Βγήκε ο σπορέας να σπείρει το σπόρο του και καθώς έσπερνε, ένα μέρος από το σπόρο έπεσε δίπλα στο δρόμο και καταπατήθηκε, και τα πουλιά τ' ουρανού το κατέφαγαν.
6. Κι άλλο έπεσε πάνω σε πετρώδες έδαφος και μόλις φύτρωσε ξεράθηκε, γιατί δεν είχε υγρασία.
7. Κι άλλο έπεσε ανάμεσα στ' αγκάθια, τα οποία φύτρωσαν μαζί του και το κατέπνιξαν.
8. Κι άλλο έπεσε στο έδαφος το γόνιμο και φύτρωσε κι απέδωσε καρπό εκατονταπλάσιο». Και καθώς τα έλεγε αυτά, υψώνοντας τη φωνή του, τόνιζε: «Όποιος έχει αυτιά για ν' ακούει, ας τ' ακούει»!
9. Οι μαθητές του λοιπόν, του υπέβαλλαν ερωτήσεις λέγοντάς του: «Τι σημαίνει η παραβολή αυτή;».
10. Κι εκείνος τους είπε: «Σε σας έχει δοθεί το προνόμιο να γνωρίσετε τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού, ενώ στους άλλους αναπτύσσονται με παραβολές, έτσι που, ενώ βλέπουν να μη διακρίνουν κι ενώ ακούν να μην καταλαβαίνουν».
11. «Και είναι τούτη η σημασία της παραβολής: Ο σπόρος είναι ο Λόγος του Θεού.
12. Οι σπόροι που έπεσαν στην άκρη του δρόμου είναι εκείνοι που άκουσαν, αλλ' έρχεται κατόπιν ο διάβολος και αφαιρεί το λόγο από τις καρδιές τους, για να μην πιστέψουν και σωθούνε.
13. Οι σπόροι πάλι, που έπεσαν πάνω στην πέτρα είναι εκείνοι που, όταν ακούσουν, δέχονται με χαρά το λόγο. Αυτοί όμως δεν έχουν ρίζα κι ενώ πιστεύουν προσωρινά, κατόπιν, σε καιρό πειρασμού, απομακρύνονται.
14. Οι σπόροι επίσης που έπεσαν πάνω στα αγκάθια, είναι εκείνοι που άκουσαν, αλλά επειδή ζουν κάτω από μέριμνες και πλούτο και απολαύσεις της ζωής, καταπνίγονται και δεν καρποφορούν.
15. Και οι σπόροι που έπεσαν στο γόνιμο έδαφος είναι εκείνοι που, επειδή με καλή και αγαθή καρδιά άκουσαν το λόγο, τον κρατούν και καρποφορούν υπομονετικά».
16. «Κανένας, πάντως, όταν ανάψει ένα λυχνάρι, δεν το καλύπτει με κάποιο σκεύος κι ούτε το βάζει κάτω από το κρεβάτι, αλλά το τοποθετεί πάνω στο λυχνοστάτη για να βλέπουν το φως εκείνοι που μπαίνουν μέσα.
17. Δεν υπάρχει, άλλωστε, κρυφό πράγμα, που δε θα φανερωθεί, ούτε μυστικό, που δε θα μαθευτεί και δε θα έρθει στο φως. Προσέχετε λοιπόν με τι διάθεση ακούτε,
18. γιατί όποιος έχει θα του δοθεί, αλλ' όποιος δεν έχει, κι εκείνο που πιστεύει πως έχει, θα του αφαιρεθεί».
19. Ήρθαν κάποτε η μητέρα και τ' αδέλφια του Ιησού στο μέρος που βρισκόταν, αλλά δεν μπορούσαν να τον πλησιάσουν εξαιτίας του όχλου.
20. Του το ανάγγειλαν λοιπόν μερικοί λέγοντας: «Η μητέρα σου και τ' αδέλφια σου ήρθαν και στέκονται έξω θέλοντας να σε δούνε». Αποκρίθηκε τότε εκείνος και τους είπε:
21. «Μητέρα μου και αδέλφια μου είναι αυτοί που ακούν το Λόγο του Θεού και τον εφαρμόζουν».
22. Κάποια άλλη μέρα πάλι, ο Ιησούς μπήκε στο πλοίο μαζί με τους μαθητές του και τους είπε: «Ας περάσουμε στην απέναντι όχθη της λίμνης», κι απέπλευσαν.
23. Κι ενώ έπλεαν, ο Ιησούς αποκοιμήθηκε. Ξέσπασε όμως ανεμοθύελλα στη λίμνη και το πλοίο γέμιζε νερά έτσι που κινδύνευαν.
24. Τον πλησίασαν λοιπόν και τον ξύπνησαν λέγοντας: «Δάσκαλε! Δάσκαλε, χανόμαστε!». Σηκώθηκε τότε εκείνος και επιτίμησε τον άνεμο και τη φουρτούνα, κι αυτά σταμάτησαν κι έγινε γαλήνη!
25. Έπειτα τους είπε: «Πού είναι η πίστη σας;». Κι εκείνους τους κυρίευσε φόβος κι απορημένοι έλεγαν μεταξύ τους: «Μα ποιος λοιπόν είναι αυτός, που και τους ανέμους και τα νερά προστάζει και τον υπακούνε;»
26. Έφτασαν τότε με το πλοίο στην περιοχή των Γαδαρηνών, που βρίσκεται απέναντι από τη Γαλιλαία.
27. Και όταν βγήκε στη στεριά, τον συνάντησε ένας άντρας από την πόλη, που κατεχόταν από δαιμόνια για αρκετά χρόνια και δε φορούσε ρούχα ούτε έμενε σε σπίτι, αλλά στα μνήματα.
28. Σαν είδε λοιπόν τον Ιησού κι αφού έβγαλε μια κραυγή, έπεσε μπροστά στα πόδια του και με δυνατή φωνή είπε: «Τι σχέση έχω εγώ μαζί σου, Ιησού, Γιε του Θεού του Υψίστου; Σε παρακαλώ μη με βασανίσεις».
29. (Γιατί είχε προστάξει ο Ιησούς το δαιμονικό πνεύμα να βγει από τον άνθρωπο, τον οποίο είχε θέσει στην εξουσία του από πολλά χρόνια, και τον οποίο, παρόλο που προσπαθούσαν να τον περιορίσουν δένοντάς τον με αλυσίδες και περδούκλες, αυτός έσπαζε τα δεσμά του και παρασερνόταν από το δαιμόνιο στις ερημιές.)
30. Τον ρώτησε τότε ο Ιησούς: «Ποιο είναι τ' όνομά σου;». Κι εκείνος απάντησε: «Λεγεών», γιατί είχαν μπει μέσα του πολλά δαιμόνια.
31. Κι εκείνα τον παρακαλούσαν να μην τα διατάξει να πάνε στην άβυσσο.
32. Στο μεταξύ υπήρχε εκεί κι ένα κοπάδι από πολλούς χοίρους, που έβοσκαν στο βουνό. Τον παρακαλούσαν, λοιπόν, τα δαιμόνια, να τους επιτρέψει να μπούν στους χοίρους, κι εκείνος τους το επέτρεψε.
33. Έτσι, βγήκαν τα δαιμόνια από τον άνθρωπο και μπήκαν στους χοίρους. Όρμησε τότε το κοπάδι στον γκρεμό και πνίγηκε στη λίμνη.
34. Και όταν είδαν οι βοσκοί αυτό που συνέβη, έφυγαν και το αφηγήθηκαν στην πόλη και στη γύρω περιοχή.
35. Βγήκαν τότε οι κάτοικοι να δουν αυτό που έγινε και ήρθαν κοντά στον Ιησού, όπου βρήκαν τον άνθρωπο, από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια, να είναι ντυμένος και να φέρεται λογικά και να κάθεται κοντά στα πόδια του Ιησού, και φοβήθηκαν.
36. Τους αφηγήθηκαν ακόμα οι αυτόπτες μάρτυρες πώς σώθηκε ο δαιμονισμένος.
37. Τότε όλο το πλήθος, που ήταν από την περιοχή των Γαδαρηνών, τον παρακάλεσε να απομακρυνθεί απ' αυτούς, γιατί τους είχε κυριεύσει μεγάλος φόβος. Κι εκείνος μπήκε στο πλοίο και επέστρεψε πίσω.
38. Μα ο άνθρωπος, από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια, τον ικέτευε να μείνει μαζί του. Ο Ιησούς όμως τον έστειλε σπίτι του λέγοντας:
39. «Γύρνα στο σπίτι σου και να διηγείσαι τα όσα σου έκανε ο Θεός». Έφυγε τότε εκείνος διαλαλώντας σε όλη την πόλη αυτά που του έκανε ο Ιησούς.
40. Στο μεταξύ, όταν ο Ιησούς επέστρεψε, τον υποδέχτηκε ο λαός, γιατί όλοι τον καρτερούσαν.
41. Ήρθε τότε κάποιος, που λεγόταν Ιάειρος και ο οποίος ήταν άρχοντας της συναγωγής, κι έπεσε στα πόδια του Ιησού και τον παρακαλούσε να επισκεφτεί το σπίτι του,
42. γιατί είχε μια μοναχοκόρη, ηλικίας δώδεκα χρόνων περίπου, κι αυτή πέθαινε. Και καθώς αυτός προχωρούσε, τον συμπίεζαν τα πλήθη.
43. Και μια γυναίκα, που είχε αιμορραγία δώδεκα χρόνια, και η οποία είχε ξοδέψει όλο το βιος της στους γιατρούς, χωρίς να κατορθώσει να βρει τη γιατρειά της από κανέναν,
44. πλησίασε από πίσω και άγγιξε την άκρη του ρούχου του, κι αμέσως η αιμορραγία της σταμάτησε!
45. Τότε ο Ιησούς είπε: Ποιος είναι αυτός που με άγγιξε;». Κι επειδή όλοι αρνιόνταν, του είπε ο Πέτρος, καθώς κι εκείνοι που ήταν μαζί του: «Δάσκαλε, οι όχλοι σε συμπιέζουν και σε θλίβουν, και ρωτάς: Ποιος είναι αυτός που με άγγιξε;».
46. Αλλ' ο Ιησούς είπε: «Κάποιος με άγγιξε, γιατί το ένιωσα εγώ που βγήκε δύναμη από μένα».
47. Τότε η γυναίκα, σαν είδε ότι δεν έμεινε απαρατήρητη, παρουσιάστηκε τρέμοντας κι αφού έπεσε στα πόδια του, του είπε μπροστά σε όλο το λαό για ποιο λόγο τον άγγιξε και ότι γιατρεύτηκε μεμιάς.
48. Κι εκείνος της είπε: «Θάρρος κόρη μου. Η πίστη σου σε έσωσε. Πήγαινε και έχε ειρήνη».
49. Κι ενώ αυτός συνέχιζε ακόμα να μιλάει, έρχεται κάποιος από το σπίτι του αρχισυνάγωγου και του λέει: «Η κόρη σου πέθανε. Μην ενοχλείς πια το Δάσκαλο».
50. Ο Ιησούς όμως, όταν το άκουσε, του είπε: «Μη φοβάσαι, μόνο πίστευε, και θα σωθεί».
51. Κι όταν έφτασε στο σπίτι, δεν άφησε κανέναν να μπει μέσα παρά μονάχα τον Πέτρο, τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο, καθώς και τον πατέρα του κοριτσιού και τη μητέρα.
52. Κι όλοι έκλαιγαν και οδύρονταν γι' αυτήν, αλλ' ο Ιησούς είπε: «Μην κλαίτε, δεν πέθανε, απλώς κοιμάται».
53. Μα εκείνοι γελούσαν περιφρονητικά σε βάρος του, γιατί το ήξεραν πως πέθανε.
54. Τότε ο Ιησούς, αφού τους έβγαλε όλους έξω, έπιασε το χέρι της και είπε με δυνατή φωνή: «Κοριτσάκι, σήκω»!
55. Κι επέστρεψε το πνεύμα της και σηκώθηκε αμέσως! Κατόπιν διέταξε να της δώσουν να φάει.
56. Κι έμειναν κατάπληκτοι οι γονείς της. Ο Ιησούς τους παράγγειλε ακόμα να μην πουν το γεγονός σε κανέναν.















































































Matthew 1

Luke, Chapter 8 Ancient Greek

1. Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ καθεξῆς καὶ αὐτὸς διώδευε κατὰ πόλιν καὶ κώμην κηρύσσων καὶ εὐαγγελιζόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ δώδεκα σὺν αὐτῷ,

2. καὶ γυναῖκές τινες αἳ ἦσαν τεθεραπευμέναι ἀπὸ νόσων καὶ μαστίγων καὶ πνευμάτων πονηρῶν καὶ ἀσθενειῶν, Μαρία ἡ καλουμένη Μαγδαληνή, ἀφ' ἧς δαιμόνια ἑπτὰ ἐξεληλύθει,

3. καὶ Ἰωάννα γυνὴ Χουζᾶ ἐπιτρόπου Ἡρῴδου, καὶ Σουσάννα καὶ ἕτεραι πολλαί, αἵτινες διηκόνουν αὐτῷ ἀπὸ τῶν ὑπαρχόντων αὐταῖς.

4. Συνιόντος δὲ ὄχλου πολλοῦ καὶ τῶν κατὰ πόλιν ἐπιπορευομένων πρὸς αὐτὸν εἶπε διὰ παραβολῆς·

5. ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ. καὶ ἐν τῷ σπείρειν αὐτὸν ὃ μὲν ἔπεσε παρὰ τὴν ὁδόν, καὶ κατεπατήθη, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατέφαγεν αὐτό·

6. καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐπὶ τὴν πέτραν, καὶ φυὲν ἐξηράνθη διὰ τὸ μὴ ἔχειν ἰκμάδα·

7. καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν, καὶ συμφυεῖσαι αἱ ἄκανθαι ἀπέπνιξαν αὐτό·

8. καὶ ἕτερον ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν τὴν ἀγαθήν, καὶ φυὲν ἐποίησε καρπὸν ἑκατονταπλασίονα. ταῦτα λέγων ἐφώνει· ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.

9. Ἐπηρώτων δὲ αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· τίς εἴη ἡ παραβολή αὕτη.

10. ὁ δὲ εἶπεν· ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τοῖς δὲ λοιποῖς ἐν παραβολαῖς, ἵνα βλέποντες μὴ βλέπωσι καὶ ἀκούοντες μὴ συνιῶσιν.

11. Ἔστι δὲ αὕτη ἡ παραβολή· ὁ σπόρος ἐστὶν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ·

12. οἱ δὲ παρὰ τὴν ὁδόν εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, εἶτα ἔρχεται ὁ διάβολος καὶ αἴρει τὸν λόγον ἀπὸ τῆς καρδίας αὐτῶν, ἵνα μὴ πιστεύσαντες σωθῶσιν.

13. οἱ δὲ ἐπὶ τῆς πέτρας οἳ ὅταν ἀκούσωσι, μετὰ χαρᾶς δέχονται τὸν λόγον, καὶ οὗτοι ῥίζαν οὐκ ἔχουσιν, οἳ πρὸς καιρὸν πιστεύουσι καὶ ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφίστανται.

14. τὸ δὲ εἰς τὰς ἀκάνθας πεσόν, οὗτοί εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, καὶ ὑπὸ μεριμνῶν καὶ πλούτου καὶ ἡδονῶν τοῦ βίου πορευόμενοι συμπνίγονται καὶ οὐ τελεσφοροῦσι.

15. τὸ δὲ ἐν τῇ καλῇ γῇ, οὗτοί εἰσιν οἵτινες ἐν καρδίᾳ καλῇ καὶ ἀγαθῇ ἀκούσαντες τὸν λόγον κατέχουσι καὶ καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ.

16. Οὐδεὶς δὲ λύχνον ἅψας καλύπτει αὐτὸν σκεύει ἢ ὑποκάτω κλίνης τίθησιν, ἀλλ' ἐπὶ λυχνίας ἐπιτίθησιν, ἵνα οἱ εἰσπορευόμενοι βλέπωσι τὸ φῶς.

17. οὐ γάρ ἐστι κρυπτὸν ὃ οὐ φανερὸν γενήσεται, οὐδὲ ἀπόκρυφον ὃ οὐ γνωσθήσεται καὶ εἰς φανερὸν ἔλθῃ.

18. βλέπετε οὖν πῶς ἀκούετε· ὃς γὰρ ἐὰν ἔχῃ, δοθήσεται αὐτῷ, καὶ ὃς ἐὰν μὴ ἔχῃ, καὶ ὃ δοκεῖ ἔχειν ἀρθήσεται ἀπ' αὐτοῦ.

19. Παρεγένοντο δὲ πρὸς αὐτὸν ἡ μήτηρ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἠδύναντο συντυχεῖν αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον.

20. καὶ ἀπηγγέλη αὐτῷ λεγόντων· ἡ μήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἑστήκασιν ἔξω ἰδεῖν σε θέλοντες.

21. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε πρὸς αὐτούς· μήτηρ μου καὶ ἀδελφοί μου οὗτοί εἰσιν οἱ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ἀκούοντες καὶ ποιοῦντες αὐτόν.

22. Καὶ ἐγένετο ἐν μιᾷ τῶν ἡμερῶν καὶ αὐτὸς ἐνέβη εἰς πλοῖον καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· διέλθωμεν εἰς τὸ πέραν τῆς λίμνης· καὶ ἀνήχθησαν.

23. πλεόντων δὲ αὐτῶν ἀφύπνωσε. καὶ κατέβη λαῖλαψ ἀνέμου εἰς τὴν λίμνην, καὶ συνεπληροῦντο καὶ ἐκινδύνευον.

24. προσελθόντες δὲ διήγειραν αὐτὸν λέγοντες· ἐπιστάτα ἐπιστάτα, ἀπολλύμεθα. ὁ δὲ ἐγερθεὶς ἐπετίμησε τῷ ἀνέμῳ καὶ τῷ κλύδωνι τοῦ ὕδατος, καὶ ἐπαύσαντο, καὶ ἐγένετο γαλήνη.

25. εἶπε δὲ αὐτοῖς· ποῦ ἐστιν ἡ πίστις ὑμῶν; φοβηθέντες δὲ ἐθαύμασαν λέγοντες πρὸς ἀλλήλους· τίς ἄρα οὗτός ἐστιν, ὅτι καὶ τοῖς ἀνέμοις ἐπιτάσσει καὶ τῷ ὕδατι, καὶ ὑπακούουσιν αὐτῷ;

26. Καὶ κατέπλευσεν εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν, ἥτις ἐστὶν ἀντίπερα τῆς Γαλιλαίας.

27. ἐξελθόντι δὲ αὐτῷ ἐπὶ τὴν γῆν ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ' ἐν τοῖς μνήμασιν.

28. ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς.

29. παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους.

30. ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· τί σοί ἐστιν ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε· λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν·

31. καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν.

32. ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς.

33. ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη.

34. ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς.

35. ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ' οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν.

36. ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς.

37. καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ' αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο. αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν.

38. ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ' οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων·

39. ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. καὶ ἀπῆλθε καθ' ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς.

40. Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ὑποστρέψαι τὸν Ἰησοῦν ἀπεδέξατο αὐτὸν ὁ ὄχλος· ἦσαν γὰρ πάντες προσδοκῶντες αὐτόν.

41. Καὶ ἰδοὺ ἦλθεν ἀνὴρ ᾧ ὄνομα Ἰάειρος, καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ,

42. ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα, καὶ αὕτη ἀπέθνησκεν. Ἐν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν.

43. καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ' οὐδενὸς θεραπευθῆναι,

44. προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ῥύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς.

45. καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου;

46. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθούσαν ἀπ' ἐμοῦ.

47. ἰδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι' ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα.

48. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην.

49. Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον.

50. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται.

51. ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα.

52. ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. ὁ δὲ εἶπε· μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει.

53. καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν.

54. αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· ἡ παῖς, ἐγείρου.

55. καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν.

56. καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτῆς. ὁ δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός.

 

















































































Luke, Chapter 8 (KJV)

01 And it came to pass afterward, that he went throughout
every city and village, preaching and showing the glad
tidings of the kingdom of God: and the twelve were with
him,
02 And certain women, which had been healed of evil
spirits and infirmities, Mary called Magdalene, out of whom
went seven devils,
03 And Joanna the wife of Chuza Herod's steward, and
Susanna, and many others, which ministered unto him of
their substance.
04 And when much people were gathered together, and were
come to him out of every city, he spake by a parable:
05 A sower went out to sow his seed: and as he sowed, some
fell by the way side; and it was trodden down, and the
fowls of the air devoured it.
06 And some fell upon a rock; and as soon as it was sprung
up, it withered away, because it lacked moisture.
07 And some fell among thorns; and the thorns sprang up
with it, and choked it.
08 And other fell on good ground, and sprang up, and bare
fruit an hundredfold. And when he had said these things, he
cried, He that hath ears to hear, let him hear.
09 And his disciples asked him, saying, What might this
parable be?
10 And he said, Unto you it is given to know the mysteries
of the kingdom of God: but to others in parables; that
seeing they might not see, and hearing they might not
understand.
11 Now the parable is this: The seed is the word of God.
12 Those by the way side are they that hear; then cometh
the devil, and taketh away the word out of their hearts,
lest they should believe and be saved.
13 They on the rock are they, which, when they hear,
receive the word with joy; and these have no root, which
for a while believe, and in time of temptation fall away.
14 And that which fell among thorns are they, which, when
they have heard, go forth, and are choked with cares and
riches and pleasures of this life, and bring no fruit to
perfection.
15 But that on the good ground are they, which in an
honest and good heart, having heard the word, keep it,
and bring forth fruit with patience.
16 No man, when he hath lighted a candle, covereth it with
a vessel, or putteth it under a bed; but setteth it on
a candlestick, that they which enter in may see the light.
17 For nothing is secret, that shall not be made manifest;
neither any thing hid, that shall not be known and come
abroad.
18 Take heed therefore how ye hear: for whosoever hath, to
him shall be given; and whosoever hath not, from him shall
be taken even that which he seemeth to have.
19 Then came to him his mother and his brethren, and
could not come at him for the press.
20 And it was told him by certain which said, Thy mother
and thy brethren stand without, desiring to see thee.
21 And he answered and said unto them, My mother and my
brethren are these which hear the word of God, and do it.
22 Now it came to pass on a certain day, that he went into
a ship with his disciples: and he said unto them, Let us go
over unto the other side of the lake. And they launched
forth.
23 But as they sailed he fell asleep: and there came down
a storm of wind on the lake; and they were filled with
water, and were in jeopardy.
24 And they came to him, and awoke him, saying, Master,
master, we perish. Then he arose, and rebuked the wind and
the raging of the water: and they ceased, and there was a
calm.
25 And he said unto them, Where is your faith? And they
being afraid wondered, saying one to another, What manner
of man is this! for he commandeth even the winds and water,
and they obey him.
26 And they arrived at the country of the Gadarenes, which
is over against Galilee.
27 And when he went forth to land, there met him out of
the city a certain man, which had devils long time, and
ware no clothes, neither abode in any house, but in the
tombs.
28 When he saw Jesus, he cried out, and fell down before
him, and with a loud voice said, What have I to do with
thee, Jesus, thou Son of God most high? I beseech thee,
torment me not.
29 (For he had commanded the unclean spirit to come out of
the man. For oftentimes it had caught him: and he was kept
bound with chains and in fetters; and he brake the bands,
and was driven of the devil into the wilderness.)
30 And Jesus asked him, saying, What is thy name? And he
said, Legion: because many devils were entered into him.
31 And they besought him that he would not command them to
go out into the deep.
32 And there was there an herd of many swine feeding on
the mountain: and they besought him that he would suffer
them to enter into them. And he suffered them.
33 Then went the devils out of the man, and entered into
the swine: and the herd ran violently down a steep place
into the lake, and were choked.
34 When they that fed them saw what was done, they fled,
and went and told it in the city and in the country.
35 Then they went out to see what was done; and came to
Jesus, and found the man, out of whom the devils were
departed, sitting at the feet of Jesus, clothed, and in his
right mind: and they were afraid.
36 They also which saw it told them by what means he
that was possessed of the devils was healed.
37 Then the whole multitude of the country of the
Gadarenes round about besought him to depart from them; for
they were taken with great fear: and he went up into the
ship, and returned back again.
38 Now the man out of whom the devils were departed
besought him that he might be with him: but Jesus sent him
away, saying,
39 Return to thine own house, and show how great things
God hath done unto thee. And he went his way, and published
throughout the whole city how great things Jesus had done
unto him.
40 And it came to pass, that, when Jesus was returned, the
people gladly received him: for they were all waiting for
him.
41 And, behold, there came a man named Jairus, and he was
a ruler of the synagogue: and he fell down at Jesus' feet,
and besought him that he would come into his house:
42 For he had one only daughter, about twelve years of
age, and she lay a dying. But as he went the people
thronged him.
43 And a woman having an issue of blood twelve years,
which had spent all her living upon physicians, neither
could be healed of any,
44 Came behind him, and touched the border of his
garment: and immediately her issue of blood stanched.
45 And Jesus said, Who touched me? When all denied, Peter
and they that were with him said, Master, the multitude
throng thee and press thee, and sayest thou, Who touched
me?
46 And Jesus said, Somebody hath touched me: for I
perceive that virtue is gone out of me.
47 And when the woman saw that she was not hid, she came
trembling, and falling down before him, she declared unto
him before all the people for what cause she had touched
him, and how she was healed immediately.
48 And he said unto her, Daughter, be of good comfort: thy
faith hath made thee whole; go in peace.
49 While he yet spake, there cometh one from the ruler of
the synagogue's house, saying to him, Thy daughter is
dead; trouble not the Master.
50 But when Jesus heard it, he answered him, saying,
Fear not: believe only, and she shall be made whole.
51 And when he came into the house, he suffered no man to
go in, save Peter, and James, and John, and the father and
the mother of the maiden.
52 And all wept, and bewailed her: but he said, Weep not;
she is not dead, but sleepeth.
53 And they laughed him to scorn, knowing that she was
dead.
54 And he put them all out, and took her by the hand, and
called, saying, Maid, arise.
55 And her spirit came again, and she arose straightway:
and he commanded to give her meat.
56 And her parents were astonished: but he charged them
that they should tell no man what was done.