01 ΑΡΧΗ του ευαγγελίου
του Ιησού Χριστού, Υιού τού Θεού
02 καθώς είναι γεγραμμένον εν τοίς
προφήταις, «Ιδού, εγώ αποστέλλω τον άγγελόν μου προ προσώπου σου, όστις θέλει κατασκευάσει την οδόν σου έμπροσθέν σου.»
03 «Φωνή βοώντος εν τη ερήμω, Ετοιμάσατε τήν οδόν τού Κυρίου, ευθείας
κάμετε τας τρίβους αυτού.»
04 Ήτο δε ό Ιωάννης βαπτίζων εν τη ερήμω, και
κηρύττων βάπτισμα ματανοίας εις άφεσιν
αμαρτιών.
05 Και εξήρχοντο πρός
αυτόν όλος ο τόπος της Ιουδαίας, και οι Ιεροσολυμίται,
και εβαπτίζοντο πάντες εν τω Ιορδάνη ποταμώ υπ' αυτού, εξομολογούμενοι τας αμαρτίας αυτών.
06 Ήτο δε ο Ιωάννης ενδεδυμένος τρίχας καμήλου, και έχων ζώνην δερματίνην περί την οσφύν αυτού, και τρώγων ακρίδας και μέλι άγριον.
07 Και εκήρυττε, λέγων, Έρχεται ο
ισχυρότερός μου οπίσω μου, του οποίου δεν είμαι άξιος σκύψας
να λύσω το λωρίον των υποδημάτων αυτού
08 εγώ μεν σας εβάπτισα εν ύδατι αυτός δε θέλει σας
βαπτίσει εν Πνεύματι Αγίω.
09 Και εν εκείναις ταίς ημέραις ήλθεν
ο Ιησούς από Ναζαρέτ της Γαλιλαίας, και εβαπτίσθη υπό
Ιωάννου εις τον Ιορδάνην.
10 Και ευθύς ενώ ανέβαινεν από του ύδατος, είδε
τους ουρανούς σχιζομένους, και το Πνεύμα καταβαίνον ως περιστεράν επ'
αυτόν.
11 Και φωνή έγεινεν εκ των ουρανών, Συ είσαι ο
Υιός μου ο αγαπητός, εις τον οποίον ευηρεστήθην.
12 Και ευθύς το πνεύμα εκβάλλει αυτόν εις την έρημον.
13 Και ήτο εκεί εν τη ερήμω ημέρας τεσσαράκοντα πειραζόμενος υπό του Σατανά και ήτο μετά των θηρίων και οι άγγελοι υπηρέτουν αυτόν.
14 ΑΦΟΥ δε παρεδόθη ο Ιωάννης, ήλθεν
ο Ιησούς εις την Γαλιλαίαν, κηρύττων το ευαγγέλιον της βασιλείας του Θεού,
15 και λέγων, Ότι επληρώθη ο καιρός και επλησίασεν
η βασιλεία του Θεού μετανοείτε,
και πιστεύετε εις το ευαγγέλιον.
16 Περιπατών δε παρά την θάλασσαν της Γαλιλαίας,
είδε τον Σίμωνα και Ανδρέαν τον αδελφόν
αυτού, ρίπτοντας δίκτυον εις την θάλασσαν διότι
ήσαν αλιείς
17 και είπε προς αυτούς ο Ιησούς, Έλθετε οπίσω μου, και
θέλω σας κάμει να γείνητε αλιείς ανθρώπων.
18 Και ευθύς αφήσαντες τα δίκτυα αυτών, ηκολούθησαν αυτόν.
19 Και προχωρήσας εκείθεν ολίγον, είδε Ιάκωβον τον του Ζεβεδαίου, και Ιωάννην
τον αδελφόν αυτού, και αυτούς εν τω πλοίω επισκευάζοντας τα δίκτυα.
20 Και ευθύς εκάλεσεν αυτούς και αφήσαντες τον πατέρα αυτών Ζεβεδαίον
εν τω πλοίω μετά των μισθωτών, υπήγον
οπίσω αυτού.
21 Και εισέρχονται εις Καπερναούμ και ευθύς εν τω σαββάτω εισελθών ο Ιησούς εις την συναγωγήν
εδίδασκε.
22 Και εξεπλήττοντο διά την διδαχήν
αυτού διότι
εδίδασκεν αυτούς ως έχων εξουσίαν,
και ουχί ως οι γραμματείς.
23 Και ήτο εν τη συναγωγή αυτών άνθρωπος έχων πνεύμα ακάθαρτον,
και ανέκραξε,
24 λέγων, Φεύ! τι είναι μεταξύ ημών και σου Ιησού
Ναζαρηνέ; ήλθες να μας απολέσης;
σε γνωρίζω τις είσαι, ο Άγιος του Θεού.
25 Και επετίμησεν αυτό ο Ιησούς, λέγων, Σιώπα, και έξελθε εξ αυτού.
26 Και το πνεύμα το ακάθαρτον, αφού εσπάραξεν αυτόν, και έκραξε μετά φωνής μεγάλης, εξήλθε εξ
αυτού.
27 Και πάντες εξεπλάγησαν, ώστε συνεζήτουν προς
αλλήλους, λέγοντες, Τι είναι τούτο; τις αύτη η νέα διδαχή; διότι μετά εξουσίας
προστάζει και τα ακάθαρτα πνεύματα, και υπακούουσιν εις
αυτόν.
28 Εξήλθε δε η φήμη αυτού ευθύς εις όλην την περίχωρον της Γαλιλαίας.
29 Και ευθύς εξελθόντες εκ της συναγωγής, ήλθον εις την οικίαν Σίμωνος και
Ανδρέου, μετά του Ιακώβου και Ιωάννου.
30 Η δε πενθερά του Σίμωνος ήτο κατάκοιτος πάσχουσα πυρετόν και ευθύς ελάλησαν προς αυτόν περί αυτής.
31 Και πλησιάσας ήγειρεν
αυτήν, πιάσας την χείρα αυτής και αφήκεν αυτήν ο πυρετός ευθύς, και υπηρέτει αυτούς.
32 Αφού δε έγεινεν εσπέρα, ότε
έδυσεν ο ήλιος, έφεραν πρός
αυτόν πάντας τους πάσχοντας και τους δαιμονιζομένους
33 και η πόλις όλη ήτο συνηγμένη έμπροσθεν της θύρας.
34 Και εθεράπευσε πολλούς πάσχοντας διαφόρους αρρωστίας και δαιμόνια πολλά εξέβαλε, και δεν άφινε τα δαιμόνια να λαλώσιν,
επειδή εγνώριζον αυτόν.
35 Και το πρωϊ, ενώ ήτο όρθος
βαθύς, σηκωθείς εξήλθε, και υπήγεν εις έρημον τόπον, και εκεί προσηύχετο.
36 Και έδραμον κατόπιν αυτού ο Σίμων και οι μετ'
αυτού.
37 Και ευρόντες αυτόν, λέγουσι προς αυτόν, Ότι
πάντες σε ζητούσι.
38 Και λέγει προς αυτούς, Ας υπάγωμεν εις τας
πλησίον κωμοπόλεις, διά να κηρύξω και εκεί επειδή διά τούτο εξήλθον.
39 Και εκήρυττεν εν ταίς
συναγωγαίς αυτών, εις όλην
την Γαλιλαίαν, και εξέβαλλε τα δαιμόνια.
40 Και έρχεται προς αυτόν λεπρός, παρακαλών
αυτόν, και γονυπετών έμπροσθεν αυτού και λέγων προς αυτόν, Ότι εάν θέλης, δύνασαι να με καθαρίσης.
41 Ο δε Ιησούς σπλαγχνισθείς εξέτεινε την χείρα,
και ήγγισεν αυτόν, και λέγει προς αυτόν, Θέλω, καθαρίσθητι.
42 Και ως είπε τούτο, ευθύς έφυγεν απ' αυτού η λέπρα, και εκαθαρίσθη.
43 Και προστάξας αυτόν εντόνως, ευθύς απέπεμψεν αυτόν,
44 και λέγει προς αυτόν, Πρόσεχε, μη είπης
προς μηδένα μηδέν αλλ' ύπαγε, δείξον σεαυτόν
εις τον ιερέα, και πρόσφερε περί του καθαρισμού σου όσα προσέταξεν
ο Μωϋσής διά μαρτυρίαν εις
αυτούς.
45 Αλλ' εκείνος εξελθών ήρχισε
να κηρύττη πολλά, και να διαφημίζη
τον λόγον, ώστε πλέον δεν ηδύνατο
αυτός να εισέλθη φανερά εις πόλιν αλλ' ήτο έξω εν ερήμοις τόποις,
και ήρχοντο προς αυτόν πανταχόθεν.
Mark, Chapter 1 Demotic Greek
1. Η αρχή του Ευαγγελίου του Ιησού Χριστού, του Γιου του Θεού,
2. όπως έχει γραφτεί στους προφήτες, είναι τούτη: «Να! Πριν από σένα στέλνω εγώ
τον αγγελιαφόρο μου. Αυτός θα προετοιμάσει το δρόμο που 'ναι να διαβείς.
3. Θάναι κάποιος που θα φωνάζει μέσα στην έρημο:
Ετοιμάστε το δρόμο του Κυρίου! Ίσια κάντε τα μονοπάτια του»!
4. Έτσι, λοιπόν, παρουσιάστηκε ο Ιωάννης, που βάφτιζε στην έρημο και κήρυττε
βάφτισμα μετάνοιας για τη συγχώρηση των αμαρτιών.
5. Κι έβγαινε προς αυτόν ο κόσμος απ' όλη τη χώρα της Ιουδαίας καθώς και οι
κάτοικοι της Ιερουσαλήμ, και βαφτίζονταν απ' αυτόν όλοι στον ποταμό Ιορδάνη,
αφού εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους.
6. Και ήταν ο Ιωάννης ντυμένος με τρίχες καμήλας και φορούσε μια δερμάτινη ζώνη
στη μέση του. Και για φαγητό έτρωγε ακρίδες και μέλι άγριο.
7. Κήρυττε λοιπόν λέγοντας: «Έρχεται κατόπι μου ο δυνατότερός μου, του οποίου
εγώ δεν είμαι άξιος ούτε καν να σκύψω και να λύσω το λουρί των υποδημάτων του.
8. Εγώ, βέβαια, σας βάφτισα με νερό, εκείνος όμως θα σας βαφτίσει με Πνεύμα
Άγιο».
9. Εκείνες τις μέρες λοιπόν, ήρθε ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας και
βαφτίστηκε από τον Ιωάννη στον Ιορδάνη.
10. Και αμέσως μετά, καθώς έβγαινε από το νερό, είδε τους ουρανούς να σκίζονται
και το Πνεύμα να κατεβαίνει σαν περιστέρι πάνω του.
11. Κι ακούστηκε από τους ουρανούς μια φωνή: «Εσύ είσαι ο Γιος μου ο αγαπητός.
Μέσω εσένα εκδήλωσα την εύνοιά μου»!
12. Αμέσως μετά, το Πνεύμα τον βγάζει στην έρημο.
13. Κι ήταν εκεί στην έρημο σαράντα μέρες, στη διάρκεια των οποίων πειραζόταν
από το Σατανά. Κι έμενε με τα θηρία και οι άγγελοι τον υπηρετούσαν.
14. Όμως μετά τη σύλληψη του Ιωάννη, ήρθε ο Ιησούς στη Γαλιλαία κηρύττοντας το
Ευαγγέλιο της βασιλείας του Θεού
15. και λέγοντας: «Συμπληρώθηκε ο καιρός κι έφτασε η βασιλεία του Θεού.
Μετανοείτε και πιστεύετε στο Ευαγγέλιο».
16. Στο μεταξύ, καθώς περπατούσε δίπλα στη λίμνη της Γαλιλαίας, είδε το Σίμωνα
και τον Ανδρέα τον αδελφό του, που έριχναν δίχτυα στη λίμνη, γιατί ήταν
ψαράδες.
17. Και τους είπε ο Ιησούς: «Ακολουθήστε με και θα σας κάνω κατάλληλους να
γίνετε ψαράδες ανθρώπων».
18. Κι εκείνοι χωρίς να χάσουν καιρό παράτησαν τα δίχτυα τους και τον
ακολούθησαν.
19. Έπειτα, αφού προχώρησε λίγο πιο πέρα, είδε τον Ιάκωβο, το γιο του Ζεβεδαίου
και τον Ιωάννη τον αδελφό του, καθώς ετοίμαζαν κι αυτοί τα δίχτυα τους μέσα στο
πλοίο,
20. και τους κάλεσε αμέσως. Κι αυτοί άφησαν τον πατέρα τους το Ζεβεδαίο μαζί με
τους εργάτες στο πλοίο και τον ακολούθησαν.
21. Μπαίνουν κατόπιν στην Καπερναούμ, και το Σάββατο, χωρίς χρονοτριβή μπήκε
στη συναγωγή και άρχισε να τους διδάσκει.
22. Κι έμεναν κατάπληκτοι από τη διδαχή του, γιατί τους δίδασκε με τρόπο που
έδειχνε πως έχει εξουσία και όχι όπως οι νομοδιδάσκαλοι.
23. Στο μεταξύ, εκεί στη συναγωγή τους ήταν ένας άνθρωπος με δαιμονικό πνεύμα,
που φώναξε:
24. «Ε, όχι! Τι σχέση έχουμε εμείς μαζί σου Ιησού Ναζαρηνέ;
Ήρθες να μας εξοντώσεις; Ξέρω ποιος είσαι: Είσαι ο Άγιος του Θεού»!
25. Μα ο Ιησούς το επέπληξε λέγοντας: «Πάψε να μιλάς και βγες απ' αυτόν».
26. Τότε το δαιμονικό πνεύμα, αφού τον τράνταξε κι έβγαλε δυνατή κραυγή, βγήκε
απ' αυτόν.
27. Κι όλοι έμειναν έκθαμβοι, κι άρχισαν να συζητούν μεταξύ τους λέγοντας: «Τι
σημαίνει αυτό; Τι σημαίνει η καινούργια αυτή διδαχή; Γιατί προστάζει με εξουσία
ακόμα και τα δαιμονικά πνεύματα, και τον υπακούνε!».
28. Και διαδόθηκε ταχύτατα η φήμη του σε όλη την περιοχή της Γαλιλαίας.
29. Και όταν βγήκαν από τη συναγωγή πήγαν απευθείας στο σπίτι του Σίμωνα και
του Ανδρέα μαζί με τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη.
30. Στο μεταξύ η πεθερά του Σίμωνα ήταν κρεβατωμένη με πυρετό. Έτσι, χωρίς να
χάσουν καθόλου καιρό του μίλησαν γι' αυτήν.
31. Την πλησίασε τότε και πιάνοντάς την από το χέρι της τη σήκωσε. Κι αμέσως
έπεσε ο πυρετός της και άρχισε να τους υπηρετεί.
32. Κι αργά το απόγευμα, όταν έδυσε ο ήλιος, του έφεραν όλους εκείνους που δεν
ήταν καλά καθώς και τους δαιμονισμένους.
33. Κι όλη η πόλη ήταν συγκεντρωμένη κοντά στην πόρτα.
34. Και θεράπευσε πολλούς που έπασχαν από διάφορες αρρώστιες, κι επίσης έβγαλε
πολλά δαιμόνια, αλλά δεν επέτρεπε στα δαιμόνια να μιλήσουν, γιατί τον είχαν
γνωρίσει ότι είναι ο Χριστός.
35. Νωρίς το άλλο πρωί, πολύ προτού φέξει, σηκώθηκε, βγήκε έξω και πήγε σ' έναν
ερημικό τόπο κι εκεί προσευχόταν.
36. Έσπευσαν όμως σε αναζήτησή του ο Σίμωνας και όσοι ήταν μαζί του
37. και μόλις τον βρήκαν, του λένε: «Όλοι σε αναζητούνε».
38. Τότε τους λέει: «Ας πάμε στις γύρω κωμοπόλεις για να κηρύξω κι εκεί, γιατί
αυτή είναι η αποστολή μου».
39. Κι ήταν συνεχώς απασχολημένος κηρύττοντας στις συναγωγές τους σε όλη τη Γαλιλαία
και βγάζοντας τα δαιμόνια.
40. Στο μεταξύ έρχεται σ' αυτόν ένας λεπρός, που τον παρακαλούσε γονατιστός
λέγοντας: «Αν θέλεις, μπορείς να με καθαρίσεις».
41. Κι ο Ιησούς τον σπλαχνίστηκε κι απλώνοντας το χέρι του τον άγγιξε και του
λέει: «Θέλω, καθαρίσου».
42. Και μόλις το είπε αυτό, αμέσως εξαφανίστηκε η λέπρα από πάνω του και
καθαρίστηκε!
43. Έπειτα τον έβγαλε γρήγορα έξω, αφού προηγουμένως τον πρόσταξε έντονα:
44. «Πρόσεξε μην πεις τίποτε σε κανέναν. Μόνο πήγαινε να σε δει ο ιερέας και
πρόσφερε για τον καθαρισμό σου ό,τι πρόσταξε ο Μωυσής
σαν αποδειχτική μαρτυρία σ' αυτούς».
45. Εκείνος, όμως, σαν βγήκε έξω, άρχισε να το διακηρύττει με έμφαση και να
διαδίδει το γεγονός, με αποτέλεσμα να μην μπορεί πια ο Ιησούς να μπαίνει φανερά
σε πόλη, αλλά έμενε έξω σε ερημικές τοποθεσίες. Κι εκεί έρχονταν κοντά του άνθρωποι από
παντού.
1. Ἀρχὴ τοῦ εὐαγγελίου Ἰησοῦ
Χριστοῦ,υἱοῦ
τοῦ Θεοῦ.
2. Ὡς γέγραπται ἐν τοῖς προφήταις, ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου
σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου·
3. φωνὴ βοῶντος
ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε
τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ,
4. ἐγένετο Ἰωάννης
βαπτίζων ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.
5. καὶ ἐξεπορεύετο
πρὸς αὐτὸν
πᾶσα ἡ Ἰουδαία
χώρα καὶ οἱ Ἱεροσολυμῖται,
καὶ ἐβαπτίζοντο
πάντες ἐν τῷ Ἰορδάνῃ ποταμῷ ὑπ' αὐτοῦ ἐξομολογούμενοι
τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν.
6. ἦν δὲ
ὁ Ἰωάννης ἐνδεδυμένος
τρίχας καμήλου καὶ ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ, καὶ ἐσθίων ἀκρίδας καὶ μέλι ἄγριον.
7. καὶ ἐκήρυσσε
λέγων· ἔρχεται ὁ
ἰσχυρότερός μου ὀπίσω μου, οὗ οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς
κύψας λῦσαι τὸν ἱμάντα τῶν ὑποδημάτων αὐτοῦ.
8. ἐγὼ μὲν ἐβάπτισα ὑμᾶς ἐν ὕδατι, αὐτὸς δὲ βαπτίσει ὑμᾶς ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ.
9. Καὶ ἐγένετο ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις ἦλθεν Ἰησοῦς ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας καὶ ἐβαπτίσθη ὑπὸ Ἰωάννου εἰς τὸν Ἰορδάνην.
10. καὶ εὐθέως
ἀναβαίνων ἀπὸ
τοῦ ὕδατος εἶδε σχιζομένους τοὺς οὐρανοὺς καὶ τὸ Πνεῦμα ὡς περιστερὰν καταβαῖνον
ἐπ' αὐτόν·
11. καὶ φωνὴ
ἐγένετο ἐκ τῶν οὐρανῶν· σὺ εἶ ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν σοὶ εὐδόκησα.
12. Καὶ εὐθέως τὸ Πνεῦμα αὐτὸν ἐκβάλλει εἰς τὴν ἔρημον·
13. καὶ ἦν
ἐκεῖ ἐν τῇ ἐρήμῳ ἡμέρας τεσσαράκοντα πειραζόμενος ὑπὸ τοῦ σατανᾶ, καὶ ἦν μετὰ τῶν θηρίων, καὶ οἱ ἄγγελοι διηκόνουν αὐτῷ.
14. Μετὰ δὲ τὸ παραδοθῆναι Ἰωάννην ἦλθεν ὁ
Ἰησοῦς εἰς
τὴν Γαλιλαίαν κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ
15. καὶ λέγων
ὅτι πεπλήρωται ὁ
καιρὸς καὶ ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ· μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ.
16. Περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε Σίμωνα καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ
τοῦ Σίμωνος, βάλλοντας ἀμφίβληστρον ἐν τῇ θαλάσσῃ· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς.
17. καὶ εἶπεν
αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς·
δεῦτε ὀπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς γενέσθαι ἁλιεῖς ἀνθρώπων.
18. καὶ εὐθέως
ἀφέντες τὰ δίκτυα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ.
19. Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν ὀλίγον εἶδεν Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ,
καὶ αὐτοὺς
ἐν τῷ πλοίῳ καταρτίζοντας τὰ δίκτυα,
20. καὶ εὐθέως
ἐκάλεσεν αὐτούς.
καὶ ἀφέντες τὸν πατέρα αὐτῶν Ζεβεδαῖον ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ τῶν μισθωτῶν ἀπῆλθον
ὀπίσω αὐτοῦ.
21. Καὶ εἰσπορεύονται εἰς Καπερναούμ· καὶ εὐθέως τοῖς σάββασιν εἰσελθὼν εἰς τὴν συναγωγὴν ἐδίδασκε.
22. καὶ ἐξεπλήσσοντο
ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ· ἦν γὰρ διδάσκων αὐτοὺς ὡς ἐξουσίαν ἔχων, καὶ οὐχ ὡς οἱ γραμματεῖς.
23. Καὶ ἦν ἐν τῇ συναγωγῇ αὐτῶν ἄνθρωπος ἐν πνεύματι ἀκαθάρτῳ, καὶ ἀνέκραξε
24. λέγων· ἔα,
τί ἡμῖν καὶ σοί, Ἰησοῦ Ναζαρηνέ; ἦλθες ἀπολέσαι ἡμᾶς; οἶδά σε τίς εἶ,
ὁ Ἅγιος τοῦ
Θεοῦ.
25. καὶ ἐπετίμησεν
αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς
λέγων· φιμώθητι καὶ ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ.
26. καὶ σπαράξαν
αὐτὸν τὸ πνεῦμα τὸ ἀκάθαρτον καὶ κράξαν φωνῇ μεγάλῃ ἐξῆλθεν ἐξ αὐτοῦ.
27. καὶ ἐθαμβήθησαν
πάντες, ὥστε συζητεῖν πρὸς ἑαυτοὺς λέγοντας· τί ἐστι τοῦτο;
τίς ἡ διδαχὴ ἡ
καινὴ αὕτη, ὅτι κατ' ἐξουσίαν καὶ τοῖς πνεύμασι τοῖς ἀκαθάρτοις ἐπιτάσσει, καὶ ὑπακούουσιν αὐτῷ;
28. καὶ ἐξῆλθεν
ἡ ἀκοὴ αὐτοῦ
εὐθὺς εἰς
ὅλην τὴν περίχωρον τῆς Γαλιλαίας.
29. Καὶ εὐθέως ἐκ τῆς συναγωγῆς ἐξελθόντες ἦλθον εἰς τὴν οἰκίαν Σίμωνος καὶ Ἀνδρέου μετὰ Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου.
30. ἡ δὲ πενθερὰ Σίμωνος κατέκειτο πυρέσσουσα. καὶ εὐθέως
λέγουσιν αὐτῷ περὶ αὐτῆς.
31. καὶ προσελθὼν
ἤγειρεν αὐτὴν
κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς, καὶ ἀφῆκεν αὐτὴν ὁ πυρετὸς
εὐθέως, καὶ διηκόνει αὐτοῖς.
32. Ὀψίας δὲ γενομένης, ὅτε ἔδυ ὁ ἥλιος, ἔφερον πρὸς αὐτὸν πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας καὶ τοὺς δαιμονιζομένους·
33. καὶ ἦν
ὅλη ἡ πόλις ἐπισυνηγμένη πρὸς τὴν θύραν·
34. καὶ ἐθεράπευσε
πολλοὺς κακῶς ἔχοντας ποικίλαις νόσοις, καὶ δαιμόνια πολλὰ ἐξέβαλε, καὶ οὐκ ἤφιε λαλεῖν τὰ δαιμόνια, ὅτι ᾔδεισαν αὐτὸν Χριστὸν εἶναι.
35. Καὶ πρωῒ ἔννυχα λίαν ἀναστὰς ἐξῆλθε
καὶ ἀπῆλθεν
εἰς ἔρημον τόπον, κἀκεῖ προσηύχετο.
36. καὶ κατεδίωξαν
αὐτὸν ὁ Σίμων
καὶ οἱ μετ' αὐτοῦ,
37. καὶ εὑρόντες αὐτὸν λέγουσιν αὐτῷ ὅτι πάντες σε ζητοῦσι.
38. καὶ λέγει αὐτοῖς· ἄγωμεν εἰς τὰς ἐχομένας κωμοπόλεις, ἵνα
καὶ ἐκεῖ
κηρύξω· εἰς τοῦτο
γὰρ ἐξελήλυθα.
39. καὶ ἦν κηρύσσων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν εἰς ὅλην τὴν Γαλιλαίαν καὶ τὰ δαιμόνια ἐκβάλλων.
40. Καὶ ἔρχεται πρὸς αὐτὸν λεπρὸς παρακαλῶν αὐτὸν
καὶ γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων
αὐτῷ ὅτι ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με καθαρίσαι.
41. ὁ δὲ Ἰησοῦς σπλαγχνισθείς,
ἐκτείνας τὴν χεῖρα, ἥψατο αὐτοῦ καὶ λέγει
αὐτῷ· θέλω, καθαρίσθητι.
42. καὶ εἰπόντος αὐτοῦ εὐθέως ἀπῆλθεν ἀπ' αὐτοῦ ἡ
λέπρα, καὶ ἐκαθαρίσθη.
43. καὶ ἐμβριμησάμενος αὐτῷ
εὐθέως ἐξέβαλεν
αὐτὸν καὶ
λέγει αὐτῷ·
44. ὅρα μηδενὶ μηδὲν εἴπῃς, ἀλλ' ὕπαγε σεαυτὸν δεῖξον τῷ ἱερεῖ καὶ προσένεγκε περὶ τοῦ καθαρισμοῦ σου ἃ
προσέταξε Μωϋσῆς εἰς μαρτύριον αὐτοῖς.
45. ὁ δὲ ἐξελθὼν ἤρξατο κηρύσσειν πολλὰ καὶ διαφημίζειν τὸν λόγον, ὥστε μηκέτι αὐτὸν δύνασθαι φανερῶς εἰς πόλιν εἰσελθεῖν, ἀλλ' ἔξω ἐν ἐρήμοις τόποις ἦν· καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτὸν
πανταχόθεν.
Mark, Chapter
1 (KJV)
1.
The beginning of the gospel of Jesus Christ, the Son of God;
2. As it is written in the prophets, Behold, I send my messenger before thy face, which shall prepare thy way before thee.
3. The voice of one crying in the wilderness, Prepare ye the way of the Lord,
make his paths straight.
4. John did baptize in the wilderness, and preach the baptism of repentance for
the remission of sins.
5. And there went out unto him all the land of Judaea, and they of Jerusalem,
and were all baptized of him in the river of Jordan, confessing their sins.
6. And John was clothed with camel's hair, and with a girdle of a skin about
his loins; and he did eat locusts and wild honey;
7. And preached, saying, There cometh one mightier than I after me, the latchet
of whose shoes I am not worthy to stoop down and unloose.
8. I indeed have baptized you with water: but he shall baptize you with the
Holy Ghost.
9. And it came to pass in those days, that Jesus came
from Nazareth of Galilee, and was baptized of John in Jordan.
10. And straightway coming up out of the water, he saw the heavens opened, and
the Spirit like a dove descending upon him:
11. And there came a voice from heaven, saying , Thou
art my beloved Son, in whom I am well pleased.
12. And immediately the Spirit driveth him into the
wilderness.
13. And he was there in the wilderness forty days, tempted of Satan; and was
with the wild beasts; and the angels ministered unto him.
14. Now after that John was put in prison, Jesus came into Galilee, preaching
the gospel of the kingdom of God,
15. And saying, The
time is fulfilled, and the kingdom of God is at hand: repent ye, and believe
the gospel.
16. Now as he walked by the sea of Galilee, he saw
Simon and Andrew his brother casting a net into the sea: for they were fishers.
17. And Jesus said unto them, Come
ye after me, and I will make you to become fishers of men.
18. And straightway they forsook their nets, and followed him.
19. And when he had gone a little further thence, he saw James the son of
Zebedee, and John his brother, who also were in the ship mending their nets.
20. And straightway he called them: and they left their father Zebedee in the
ship with the hired servants, and went after him.
21. And they went into Capernaum; and straightway on the sabbath day he entered into the synagogue, and
taught.
22. And they were astonished at his doctrine: for he taught them as one that
had authority, and not as the scribes.
23. And there was in their synagogue a man with an unclean spirit; and he cried
out,
24. Saying, Let us alone; what have we to do with thee, thou Jesus of Nazareth?
art thou come to destroy us? I know thee who thou art, the Holy One of God.
25. And Jesus rebuked him, saying, Hold thy peace, and come out of him.
26. And when the unclean spirit had torn him, and cried with a loud voice, he
came out of him.
27. And they were all amazed, insomuch that they questioned among themselves,
saying, What thing is this? what
new doctrine is this? for with authority commandeth he even the unclean spirits, and they do obey
him.
28. And immediately his fame spread abroad throughout all the
region round about Galilee.
29. And forthwith, when they were come out of the synagogue, they entered into
the house of Simon and Andrew, with James and John.
30. But Simon's wife's mother lay sick of a fever, and anon they tell him of
her.
31. And he came and took her by the hand, and lifted her up; and immediately
the fever left her, and she ministered unto them.
32. And at even, when the sun did set, they brought unto him all that were
diseased, and them that were possessed with devils.
33. And all the city was gathered together at the
door.
34. And he healed many that were sick of divers
diseases, and cast out many devils; and suffered not the devils to speak,
because they knew him.
35. And in the morning, rising up a great while before day, he went out, and
departed into a solitary place, and there prayed.
36. And Simon and they that were with him followed after him.
37. And when they had found him, they said unto him, All
men seek for thee.
38. And he said unto them, Let us go into the next towns, that I
may preach there also: for therefore came I forth.
39. And he preached in their synagogues throughout all Galilee, and cast out devils.
40. And there came a leper to him, beseeching him, and kneeling down to him,
and saying unto him, If thou wilt, thou canst make me clean.
41. And Jesus, moved with compassion, put forth his hand, and touched him, and saith unto him, I will; be thou clean.
42. And as soon as he had spoken, immediately the leprosy departed from him,
and he was cleansed.
43. And he straitly charged him, and forthwith sent
him away;
44. And saith unto him, See thou say nothing to any man: but go
thy way, shew thyself to the priest, and offer for
thy cleansing those things which Moses commanded, for a testimony unto them.
45. But he went out, and began to publish it much, and to blaze abroad the
matter, insomuch that Jesus could no more openly enter into the city, but was
without in desert places: and they came to him from every quarter.