Mark, Chapter 10 Modern Greek

01 ΚΑΙ σηκωθείς εκείθεν έρχεται εις τα όρια της Ιουδαίας, δια του πέραν του Ιορδάνου  και συνέρχονται πάλιν όχλοι προς αυτόν  και ως εσυνείθιζε, πάλιν εδίδασκεν αυτούς.
02 Και προσελθόντες οι Φαρισσαίοι ηρώτησαν αυτόν, αν συγχωρήται εις άνδρα να χωρισθή την γυναίκα αυτού πειράζοντες αυτόν.
03 Ο δε αποκριθείς είπε προς αυτούς, Τι προσέταξεν εις εσάς ο Μωϋσής;
04 Οι δε είπον, Ο Μωϋσής συνεχώρησε να γράψη έγγραφον διαζυγίου, και να χωρισθή αυτήν.
05 Και αποκριθείς ο Ιησούς είπε προς αυτούς, Δια την σκληροκαρδίαν σας έγραψεν εις εσάς την εντολήν ταύτην
06 απ' αρχής όμως της κτίσεως, άρσεν και θήλυ εποίησεν αυτούς ο Θεός.
07 « Ένεκεν τούτου θέλει αφήσει άνθρωπος τον πατέρα αυτού και την μητέρα, και θέλει προσκολληθή εις την γυναίκα αυτού,
08 και θέλουσιν είσθαι οι δύο εις σάρκα μίαν.» ώστε δεν είναι πλέον δύο, αλλά μιά σάρξ.
09 Εκείνο λοιπόν το οποίον ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος ας μη χωρίζη.
10 Και εν τη οικία πάλιν οι μαθηταί αυτού ηρώτησαν αυτόν περί του αυτού.
11 Και λέγει προς αυτούς, Όστις χωρισθή την γυναίκα αυτού, και νυμφευθή άλλην, πράττει μοιχείαν εις αυτήν.
12 Και εάν γυνή χωρισθή τον άνδρα αυτής και συζευχθή με άλλον, μοιχεύεται.
13 Και έφερον προς αυτόν παιδία, δια να εγγίση αυτά  οι δε μαθηταί επέπληττον τους φέροντας.
14 Ιδών δε ο Ιησούς ηγανάκτησε, και είπε προς αυτούς, Αφήσατε τα παιδία να έρχωνται προς εμέ, και μη εμποδίζετε αυτά  διότι των τοιούτων είναι η βασιλεία του Θεού.
15 Αληθώς σας λέγω,  Όστις δεν δεχθή την βασιλείαν του Θεού ως παιδίον, δεν θέλει εισέλθει εις αυτήν.
16 Και εναγκαλισθείς αυτά έθετε τας χείρας επ' αυτά, και ηυλόγει αυτά.
17 Ενώ δε εξήρχετο εις την οδόν, έδραμέ τις και γονυπετήσας έμπροσθεν αυτού, ηρώτα αυτόν, Διδάσκαλε αγαθέ, τι να κάμω δια να κληρονομήσω ζωήν αιώνιον;
18 Και ο Ιησούς είπε προς αυτόν, Τι με λέγεις αγαθόν; Ουδείς αγαθός, ειμή εις, ο Θεός.
19 Τας εντολάς εξεύρεις, «Μη μοιχεύσης Μη φονεύσης Μη κλέψης Μη ψευδομαρτυρήσης  Μη αποστερήσης  Τίνα τον πατέρα σου και την μητέρα.»
20 Ο δε αποκριθείς είπε προς αυτόν, Διδάσκαλε, ταύτα πάντα εφύλαξα εκ νεότητός μου.
21 Και ο Ιησούς εμβλέψας εις αυτόν, ηγάπησεν αυτόν, και είπε προς αυτόν, Εν σοι λείπει  ύπαγε, πώλησον όσα έχεις και δος εις τους πτωχούς  και θέλεις έχει θησαυρόν εν ουρανώ  και ελθέ, ακολούθει μοι, σηκώσας τον σταυρόν.
22 Εκείνος όμως σκυθρωπάσας δια τον λόγον, ανεχώρησε λυπούμενος  διότι είχε κτήματα πολλά.
23 Και περιβλέψας ο Ιησούς, λέγει προς τους μαθητάς αυτού, Πόσον δυσκόλως θέλουσιν εισέλθει εις την βασιλείαν του Θεού οι έχοντες τα χρήματα;
24 Οι δε μαθηταί εξεπλήττοντο δια τους λόγους αυτού. Και ο Ιησούς πάλιν αποκριθείς, λέγει προς αυτούς, Τέκνα, πόσον δύσκολον είναι να εισέλθωσιν εις την βασιλείαν του Θεού οι έχοντες το θάρρος αυτών εις τα χρήματα;
25 ευκολώτερον είναι κάμηλος να περάση δια της τρύπης της βελόνης, παρά πλούσιος να εισέλθη εις την βασιλείαν του Θεού.
26 Εκείνοι δε σφόρδα εξεπλήττοντο, λέγοντες προς εαυτούς, Και τις δύναται να σωθή;
27 Εμβλέψας δε εις αυτούς ο Ιησούς, λέγει, Παρά ανθρώποις είναι αδύνατον, αλλ' ουχί παρά τω Θεώ  διότι τα πάντα είναι δυνατά παρά τω Θεώ.
28 Και ήρχισεν ο Πέτρος να λέγη προς αυτόν, Ιδού, ημείς αφήκαμεν πάντα, και σε ηκολουθήσαμεν.
29 Αποκριθείς δε ο Ιησούς είπεν, Αληθώς σας λέγω, δεν είναι ουδείς όστις, αφήσας οικίαν, ή αδελφούς, ή  αδελφάς, ή πατέρα, ή μητέρα, ή γυναίκα, ή τέκνα, ή αγρούς ένεκεν εμού και του ευαγγελίου,
30 δεν θέλει λάβει εκατονταπλασίονα τώρα εν τω καιρώ τούτω, οικίας και αδελφούς και αδελφάς και μητέρας και τέκνα και αγρούς, μετά διωγμών, και εν τω ερχομένω αιώνι ζωήν αιώνιον.
31 Πολλοί όμως πρώτοι θέλουσιν είσθαι έσχατοι, και οι έσχατοι πρώτοι.
32  Ήσαν δε εν τη οδώ αναβαίνοντες εις Ιεροσόλυμα  και ο Ιησούς προεπορεύετο αυτών, και εθαύμαζον, και ακολουθούντες εφοβούντο. Και παραλαβών πάλιν τους δώδεκα, ήρχισε να λέγη προς αυτούς τα μέλλοντα να συμβώσιν εις αυτόν
33 ότι ιδού, αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα, και ο Υιός του ανθρώπου θέλει παραδοθή εις τους αρχιερείς και εις τους γραμματείς, και θέλουσι καταδικάσει αυτόν εις θάνατον, και θέλουσι παραδώσει αυτόν εις τα έθνη
34 Και θέλουσιν εμπαίξει αυτόν, και μαστιγώσει αυτόν, και θέλουσιν εμπτίσει εις αυτόν, και θανατώσει αυτόν  και την τρίτην ημέραν θέλει αναστηθή.
35 Τότε έρχονται προς αυτόν ο Ιάκωβος και Ιωάννης, οι υιοί του Ζεβεδαίου, λέγοντες Διδάσκαλε, θέλομεν να κάμης εις ημάς ότι ζητήσωμεν.
36 Ο δε είπε προς αυτούς, Τι θέλετε να κάμω εις εσάς;
37 Οι δε είπον προς αυτόν, Δος εις ημάς να καθίσωμεν εις εκ δεξιών σου, και εις εξ αριστερών σου εν τη δόξη σου.
38 Ο δε Ιησούς είπε προς αυτούς, Δεν εξεύρετε τι ζητείτε δύνασθε να πίητε το ποτήριον το οποίον εγώ πίνω, και να βαπτισθήτε το βάπτισμα το οποίον εγώ βαπτίζομαι;
39 Οι δε είπον προς αυτόν, Δυνάμεθα . Ο δε Ιησούς είπε προς αυτούς, Το μεν ποτήριον, το οποίον εγώ πίνω, θέλετε πίει και το βάπτισμα, το οποίον εγώ βαπτίζιμαι, θέλετε βαπτισθή
40 το να καθίσητε όμως εκ δεξιών μου και εξ αριστερών μου, δεν είναι εμού να δώσω αλλ' εις όσους είναι ητοιμασμένον.
41 Και ακούσαντες οι δέκα, ήρχισαν να αγανακτώσι περί Ιακώβου και Ιωάννου.
42 Ο δε Ιησούς προσκαλέσας αυτούς, λέγει προς αυτούς, Εξεύρετε ότι οι νομιζόμενοι άρχοντες των εθνών, κατακυριεύουσιν αυτά  και οι μεγάλοι αυτών κατεξουσιάζουσιν αυτά.
43 Ούτως όμως δεν θέλει είσθαι εν υμίν αλλ' όστις θέλει να γείνη μέγας εν υμίν, θέλει είσθαι υπηρέτης υμών
44 και όστις εξ υμών θέλει να γείνη πρώτος, θέλει είσθαι δούλος πάντων
45 διότι ο Υιός του ανθρώπου δεν ήλθε δια να υπηρετηθή, αλλά δια να υπηρετήση και να δώση την ζωήν αυτού λύτρον αντί πολλών.
46 Και έρχονται εις Ιεριχώ  και ενώ εξήρχετο από της Ιεριχώ αυτός και οι μαθηταί αυτού, και όχλος ικανός, ο υιός του Τιμαίου Βαρτίμαιος ο τυφλός εκάθητο παρά την οδόν ζητών
47 και ακούσας ότι είναι Ιησούς ο Ναζωραίος, ήρχισε να κράζη και να λέγη, Υιέ του Δαβίδ, Ιησού, ελέησόν με.
48 Και επέπληττον αυτόν πολλοί, δια να σιωπήση  αλλ' εκείνος πολλώ μάλλον έκραζεν Υιέ του Δαβίδ, ελέησόν με.
49 Και σταθείς ο Ιησούς, είπε να κραχθή  και κράζουσι τον τυφλόν, λέγοντες προς αυτόν, Θάρσει, σηκώθητι  σε κράζει.
50 Και εκείνος απορρίψας το ιμάτιον αυτού, εσηκώθη και ήλθε προς τον Ιησούν.
51 Και αποκριθείς, λέγει προς αυτόν ο Ιησούς, Τι θέλεις να σοι κάμω;  Και ο τυφλός είπε προς αυτόν, Ραββουνί, να αναβλέψω.
52 Ο δε Ιησούς είπε προς αυτόν, Ύπαγε η πίστις σου σε έσωσε. Και ευθύς ανέβλεψε, και ηκολούθει τον Ιησούν εν τη οδώ.















































































Mark, Chapter 10 Demotic Greek

1. Σηκώθηκε κατόπιν από εκεί και βαδίζοντας από την άλλη μεριά του Ιορδάνη, ήρθε στην περιοχή της Ιουδαίας. Ξανασυρρέουν λοιπόν κοντά του πλήθη κόσμου, κι όπως το συνήθιζε, τους δίδασκε και πάλι.
2. Ήρθαν τότε οι Φαρισαίοι και θέλοντας να τον παγιδέψουν τον ρωτούσαν αν επιτρέπεται στον άντρα να χωρίσει τη γυναίκα του.
3. Κι εκείνος τους αποκρίθηκε: «Τι σας πρόσταξε ο Μωυσής;».
4. Εκείνοι του απάντησαν: «Ο Μωυσής επέτρεψε στον άντρα να δίνει γραπτό διαζύγιο και να τη χωρίσει».
5. Τότε ο Ιησούς τους είπε: «Εξαιτίας της σκληροκαρδίας σας ο Μωυσής έγραψε σε σας την εντολή αυτή.
6. Από την αρχή όμως της δημιουργίας ο Θεός τους έπλασε άντρα και γυναίκα:
7. Γι' αυτό και θα εγκαταλείψει ο άντρας τον πατέρα του και τη μητέρα του και θα προσκολληθεί στη γυναίκα του,
8. και θα γίνουν οι δύο μια σάρκα. Επομένως δεν είναι πια δύο, αλλά μια σάρκα.
9. Εκείνο, λοιπόν, που ο Θεός συνένωσε, ο άνθρωπος να μην το χωρίζει».
10. Στο σπίτι, λοιπόν, οι μαθητές τον ρωτούσαν πάλι για το θέμα αυτό.
11. Και τους λέει: «Όποιος χωρίσει τη γυναίκα του και παντρευτεί άλλη, διαπράττει μοιχεία σε βάρος της.
12. Κι αν μια γυναίκα χωρίσει τον άντρα της και παντρευτεί άλλον διαπράττει μοιχεία».
13. Κάποτε του έφεραν παιδάκια για να τ' αγγίξει, αλλά οι μαθητές μάλωναν εκείνους που τα έφεραν.
14. Ο Ιησούς όμως όταν τους είδε αγανάκτησε και τους είπε: «Αφήστε τα παιδιά να 'ρχονται σε μένα και μην τα εμποδίζετε, γιατί σε ανθρώπους σαν κι αυτά ανήκει η βασιλεία του Θεού.
15. Πραγματικά, σας λέω, όποιος δε δεχτεί τη βασιλεία του Θεού σαν παιδί, αυτός ποτέ δε θα μπει σ' αυτήν».
16. Κι αφού τα αγκάλιασε, τα ευλογούσε, βάζοντας τα χέρια του πάνω τους.
17. Και καθώς έβγαινε στο δρόμο, έτρεξε ένας κι αφού γονάτισε μπροστά του, τον ρωτούσε: «Δάσκαλε αγαθέ, τι να κάνω για να κληρονομήσω ζωή αιώνια;».
18. Κι ο Ιησούς του είπε: «Γιατί με λες αγαθό; Κανένας δεν είναι αγαθός παρά μονάχα ένας, ο Θεός.
19. Τις εντολές τις ξέρεις: Μη μοιχέψεις, Μη φονεύσεις, Μην κλέψεις, Μην ψευτομαρτυρήσεις, Μην αποστερήσεις, Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου».
20. Κι εκείνος του αποκρίθηκε: «Δάσκαλε, όλ' αυτά τα τήρησα από τη μικρή μου ηλικία».
21. Τότε ο Ιησούς, αφού τον κοίταξε προσεκτικά, ένιωσε αγάπη γι' αυτόν και του είπε: «Ένα πράγμα σου λείπει: Πήγαινε κι όσα έχεις πούλησέ τα και δώσε τα σε φτωχούς και θα αποκτήσεις θησαυρό στον ουρανό. Κι έλα κατόπιν και ακολούθα με, αφού σηκώσεις το σταυρό».
22. Εκείνος όμως σκυθρώπασε σαν άκουσε τα λόγια αυτά κι έφυγε λυπημένος, γιατί είχε κτήματα πολλά.
23. Τότε ο Ιησούς, αφού κοίταξε ολόγυρα, λέγει στους μαθητές του: «Πόσο δύσκολα θα μπουν στη βασιλεία του Θεού αυτοί που έχουν τα χρήματα!».
24. Κι οι μαθητές καταπλήσσονταν με τα λόγια του. Ο Ιησούς όμως μίλησε ξανά και τους είπε: «Τέκνα, Πόσο δύσκολο είναι για εκείνους που έχουν στηρίξει την εμπιστοσύνη τους στα χρήματα, να μπουν στη βασιλεία του Θεού!
25. Ευκολότερο είναι να περάσει μια καμήλα από την τρύπα μιας βελόνας, παρά να μπει ένας πλούσιος στη βασιλεία του Θεού»!
26. Κι εκείνοι ένιωθαν ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη κι έλεγαν μεταξύ τους: «Τότε ποιος μπορεί να σωθεί;».
27. Μα ο Ιησούς τους κοίταξε κατάματα και τους είπε: «Για τους ανθρώπους είναι αδύνατο αλλά όχι για το Θεό. Γιατί όλα είναι δυνατά για το Θεό».
28. Άρχισε τότε ο Πέτρος να του λέει: «Να, κοίτα! Εμείς τ' αφήσαμε όλα και σε ακολουθήσαμε».
29. Κι αποκρίθηκε ο Ιησούς: «Πραγματικά, σας λέω, δεν υπάρχει κανένας που άφησε σπίτι ή αδελφούς ή αδελφές ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή παιδιά ή χωράφια για χάρη δική μου και για χάρη του Ευαγγελίου,
30. που δε θα πάρει εκατό φορές περισσότερα τώρα, στον κόσμο τούτο, σπίτια και αδελφούς και αδελφές και μητέρες και παιδιά και χωράφια ταυτόχρονα με διωγμούς, και στον ερχόμενο κόσμο, ζωή αιώνια.
31. Όμως, πολλοί πρώτοι θα γίνουν τελευταίοι και οι τελευταίοι πρώτοι».
32. Στο μεταξύ βρίσκονταν στο δρόμο ανεβαίνοντας προς τα Ιεροσόλυμα, κι ο Ιησούς προχωρούσε μπροστά απ' αυτούς. Κι αυτοί ένιωθαν να τα έχουν χαμένα και καθώς τον ακολουθούσαν φοβούνταν. Κι αφού ξαναπήρε μαζί του τους δώδεκα, άρχισε να τους λέει τα όσα επρόκειτο να του συμβούν.
33. Έλεγε: «Βλέπετε τώρα ότι ανεβαίνουμε στα Ιεροσόλυμα. Εκεί λοιπόν ο Γιος του Ανθρώπου θα παραδοθεί στους αρχιερείς και στους νομοδιδασκάλους και θα τον καταδικάσουν σε θάνατο και θα τον παραδώσουν στους ειδωλολάτρες,
34. και θα τον χλευάσουν και θα τον μαστιγώσουν και θα τον φτύσουν και θα τον θανατώσουν, και την τρίτη μέρα θα αναστηθεί».
35. Τον πλησιάζουν τότε ιδιαιτέρως ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, οι γιοί του Ζεβεδαίου, και του λένε: «Δάσκαλε, θέλουμε αυτό που θα σου ζητήσουμε να μας το κάνεις».
36. «Τι θέλετε να σας κάνω;» τους ρώτησε εκείνος.
37. Κι εκείνοι του είπαν: «Δώσε μας το προνόμιο να καθήσουμε ο ένας στα δεξιά σου και ο άλλος στα αριστερά σου στη δόξα σου».
38. Τότε ο Ιησούς τους είπε: «Δεν ξέρετε τι ζητάτε. Μπορείτε να πιείτε το ποτήρι που εγώ πίνω, και το βάφτισμα που εγώ βαφτίζομαι να βαφτιστείτε;».
39. «Μπορούμε», του απάντησαν εκείνοι. Κι ο Ιησούς τους είπε: «Το ποτήρι που εγώ πίνω θα το πιείτε βέβαια και το βάφτισμα που εγώ βαφτίζομαι θα βαφτιστείτε.
40. Το προνόμιο όμως να καθίσετε στα δεξιά μου και στ' αριστερά μου, δεν είμαι εγώ που θα αποφασίσω να σας το δώσω, αλλά θα δοθεί σ' εκείνους για τους οποίους έχει ετοιμαστεί».
41. Και όταν τ' άκουσαν οι δέκα, άρχισαν να αγανακτούν για τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη.
42. Τους κάλεσε τότε ο Ιησούς κοντά του και τους λέει: «Το ξέρετε πως εκείνοι που έχουν την πρόθεση να είναι οι άρχοντες των εθνών επιβάλλουν την κυριαρχία τους πάνω σ' αυτά, και οι μεγάλοι απ' αυτούς, επιβάλλουν πάνω τους την εξουσία τους.
43. Μ' εσάς όμως δε θα είναι το ίδιο, αλλά όποιος θέλει να γίνει μεγάλος ανάμεσά σας, θα είναι υπηρέτης σας.
44. Και όποιος από σας θέλει να είναι πρώτος, θα είναι δούλος όλων.
45. Αφού και ο Γιος του Ανθρώπου δεν ήρθε για να υπηρετηθεί αλλά για να υπηρετήσει και να προσφέρει τη ζωή του λύτρο για χάρη πολλών».
46. Έρχονται κατόπιν στην Ιεριχώ. Και την ώρα που έβγαινε από την Ιεριχώ μαζί με τους μαθητές του και αρκετό κόσμο, στην άκρη του δρόμου καθόταν ζητιανεύοντας ο Βαρτίμαιος, ο γιος του Τιμαίου.
47. Σαν άκουσε λοιπόν, ότι είναι ο Ιησούς ο Ναζαρηνός, άρχισε να κραυγάζει: «Γιε του Δαβίδ, Ιησού, ελέησέ με».
48. Πολλοί όμως τον μάλωναν για να σωπάσει, μα εκείνος φώναζε ακόμα περισσότερο: «Γιε του Δαβίδ, ελέησέ με»!
49. Στάθηκε τότε ο Ιησούς και είπε: «Φωνάξτε τον». Φωνάζουν λοιπόν τον τυφλό λέγοντάς του: «Θάρρος! Σήκω, σε φωνάζει»!
50. Κι εκείνος πετώντας από πάνω του το πανωφόρι του σηκώθηκε και ήρθε κοντά στον Ιησού.
51. Του μίλησε τότε ο Ιησούς και του λέει: «Τι θέλεις να σου κάνω;». Κι ο τυφλός του αποκρίθηκε: «Δάσκαλέ μου, ν' αποκτήσω το φως μου»!
52. Τότε ο Ιησούς του είπε: «Πήγαινε, η πίστη σου σε έσωσε». Και αμέσως απέκτησε το φως του και ακολουθούσε τον Ιησού στο δρόμο.















































































Mark

Mark, Chapter 10 Ancient Greek

1. Καὶ ἐκεῖθεν ἀναστὰς ἔρχεται εἰς τὰ ὅρια τῆς Ἰουδαίας διὰ τοῦ πέραν τοῦ Ἰορδάνου, καὶ συμπορεύονται πάλιν ὄχλοι πρὸς αὐτόν, καὶ ὡς εἰώθει, πάλιν ἐδίδασκεν αὐτούς.

2. καὶ προσελθόντες οἱ Φαρισαῖοι ἐπηρώτων αὐτὸν εἰ ἔξεστιν ἀνδρὶ γυναῖκα ἀπολῦσαι, πειράζοντες αὐτόν.

3. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· τί ὑμῖν ἐνετείλατο Μωϋσῆς;

4. οἱ δὲ εἶπον· ἐπέτρεψε Μωϋσῆς βιβλίον ἀποστασίου γράψαι καὶ ἀπολῦσαι.

5. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· πρὸς τὴν σκληροκαρδίαν ὑμῶν ἔγραψεν ὑμῖν τὴν ἐντολὴν ταύτην·

6. ἀπὸ δὲ ἀρχῆς κτίσεως ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτοὺς ὁ Θεός·

7. ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα αὐτοῦ καὶ τὴν μητέρα, καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν.

8. ὥστε οὐκέτι εἰσὶ δύο, ἀλλὰ μία σάρξ·

9. ὃ οὖν ὁ Θεὸς συνέζευξεν, ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω.

10. καὶ εἰς τὴν οἰκίαν πάλιν οἱ μαθηταὶ περὶ τούτου ἐπηρώτων αὐτόν,

11. καὶ λέγει αὐτοῖς· ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ γαμήσῃ ἄλλην, μοιχᾶται ἐπ' αὐτήν·

12. καὶ ἐὰν γυνὴ ἀπολύσασα τὸν ἄνδρα γαμηθῇ ἄλλῳ, μοιχᾶται.

13. Καὶ προσέφερον αὐτῷ παιδία, ἵνα αὐτῶν ἅψηται· οἱ δὲ μαθηταὶ ἐπετίμων τοῖς προσφέρουσιν.

14. ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ἠγανάκτησε καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἄφετε τὰ παιδία ἔρχεσθαι πρός με, καὶ μὴ κωλύετε αὐτά· τῶν γὰρ τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

15. ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὃς ἐὰν μὴ δέξηται τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ὡς παιδίον, οὐ μὴ εἰσέλθῃ εἰς αὐτήν.

16. καὶ ἐναγκαλισάμενος αὐτὰ κατηυλόγει τιθεὶς τὰς χεῖρας ἐπ' αὐτά.

17. Καὶ ἐκπορευομένου αὐτοῦ εἰς ὁδὸν προσδραμὼν εἷς καὶ γονυπετήσας αὐτὸν ἐπηρώτα αὐτόν· διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσω ἵνα ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;

18. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός.

19. τὰς ἐντολὰς οἶδας· μὴ μοιχεύσῃς, μὴ φονεύσῃς, μὴ κλέψῃς, μὴ ψευδομαρτυρήσῃς, μὴ ἀποστερήσῃς, τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα.

20. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ· διδάσκαλε, ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου.

21. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐμβλέψας αὐτῷ ἠγάπησεν αὐτὸν καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἕν σε ὑστερεῖ· εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε, ὅσα ἔχεις πώλησον καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι, ἄρας τὸν σταυρόν σου.

22. ὁ δὲ στυγνάσας ἐπὶ τῷ λόγῳ ἀπῆλθε λυπούμενος· ἦν γὰρ ἔχων κτήματα πολλά.

23. καὶ περιβλεψάμενος ὁ Ἰησοῦς λέγει τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· πῶς δυσκόλως οἱ τὰ χρήματα ἔχοντες εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελεύσονται

24. οἱ δὲ μαθηταὶ ἐθαμβοῦντο ἐπὶ τοῖς λόγοις αὐτοῦ. ὁ δὲ Ἰησοῦς πάλιν ἀποκριθεὶς λέγει αὐτοῖς· τέκνα, πῶς δύσκολόν ἐστι τοὺς πεποιθότας ἐπὶ χρήμασιν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν·

25. εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ῥαφίδος εἰσελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν.

26. οἱ δὲ περισσῶς ἐξεπλήσσοντο λέγοντες πρὸς ἑαυτούς· καὶ τίς δύναται σωθῆναι;

27. ἐμβλέψας αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγει· παρὰ ἀνθρώποις ἀδύνατον, ἀλλ' οὐ παρὰ Θεῷ· πάντα γὰρ δυνατά ἐστι παρὰ τῷ Θεῷ.

28. Ἤρξατο ὁ Πέτρος λέγειν αὐτῷ· ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι.

29. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδείς ἐστιν ὃς ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ ἕνεκεν τοῦ εὐαγγελίου,

30. ἐὰν μὴ λάβῃ ἑκατονταπλασίονα νῦν ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ οἰκίας καὶ ἀδελφοὺς καὶ ἀδελφὰς καὶ πατέρα καὶ μητέρα καὶ τέκνα καὶ ἀγροὺς μετὰ διωγμῶν, καὶ ἐν τῷ αἰῶνι τῷ ἐρχομένῳ ζωὴν αἰώνιον.

31. πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι.

32. Ἦσαν δὲ ἐν τῇ ὁδῷ ἀναβαίνοντες εἰς Ἱεροσόλυμα· καὶ ἦν προάγων αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐθαμβοῦντο, καὶ ἀκολουθοῦντες ἐφοβοῦντο. καὶ παραλαβὼν πάλιν τοὺς δώδεκα ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλλοντα αὐτῷ συμβαίνειν,

33. ὅτι ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσι,

34. καὶ ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καὶ μαστιγώσουσιν αὐτὸν καὶ ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.

35. Καὶ προσπορεύονται αὐτῷ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης οἱ υἱοὶ Ζεβεδαίου λέγοντες· διδάσκαλε, θέλομεν ἵνα ὃ ἐὰν αἰτήσωμεν ποιήσῃς ἡμῖν.

36. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· τί θέλετε ποιῆσαί με ὑμῖν;

37. οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· δὸς ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου.

38. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι;

39. οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· δυνάμεθα. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· τὸ μὲν ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε·

40. τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ' οἷς ἡτοίμασται.

41. καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἤρξαντο ἀγανακτεῖν περὶ Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου.

42. ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς λέγει αὐτοῖς· οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν·

43. οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ' ὃς ἐὰν θέλη γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος,

44. καὶ ὃς ἂν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος·

45. καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν.

46. Καὶ ἔρχονται εἰς Ἱεριχώ. καὶ ἐκπορευομένου αὐτοῦ ἀπὸ Ἱεριχὼ καὶ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ καὶ ὄχλου ἱκανοῦ, ὁ υἱὸς Τιμαίου Βαρτίμαιος τυφλὸς ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδὸν προσαιτῶν.

47. καὶ ἀκούσας ὅτι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖός ἐστιν, ἤρξατο κράζειν καὶ λέγειν· υἱὲ Δαυῒδ Ἰησοῦ, ἐλέησόν με.

48. καὶ ἐπετίμων αὐτῷ πολλοὶ ἵνα σιωπήσῃ· ὁ δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν· υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με.

49. καὶ στὰς ὁ Ἰησοῦς εἶπε· φωνήσατε αὐτόν· καὶ φωνοῦσι τὸν τυφλὸν λέγοντες αὐτῷ· θάρσει, ἔγειρε· φωνεῖ σε.

50. ὁ δὲ ἀποβαλὼν τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν Ἰησοῦν.

51. καὶ ἀποκριθεὶς λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· τί σοι θέλεις ποιήσω; ὁ δὲ τυφλὸς εἶπεν αὐτῷ· ῥαββουνί, ἵνα ἀναβλέψω.

52. καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. καὶ εὐθέως ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει τῷ Ἰησοῦ ἐν τῇ ὁδῷ.

 

















































































Mark, Chapter 10 (KJV)

1. And he arose from thence, and cometh into the coasts of Judaea by the farther side of Jordan: and the people resort unto him again; and, as he was wont, he taught them again.
2. And the Pharisees came to him, and asked him, Is it lawful for a man to put away his wife? tempting him.
3. And he answered and said unto them, What did Moses command you?
4. And they said, Moses suffered to write a bill of divorcement, and to put her away.
5. And Jesus answered and said unto them, For the hardness of your heart he wrote you this precept.
6. But from the beginning of the creation God made them male and female.
7. For this cause shall a man leave his father and mother, and cleave to his wife;
8. And they twain shall be one flesh: so then they are no more twain, but one flesh.
9. What therefore God hath joined together, let not man put asunder.
10. And in the house his disciples asked him again of the same matter .
11. And he saith unto them, Whosoever shall put away his wife, and marry another, committeth adultery against her.
12. And if a woman shall put away her husband, and be married to another, she committeth adultery.
13. And they brought young children to him, that he should touch them: and his disciples rebuked those that brought them .
14. But when Jesus saw it , he was much displeased, and said unto them, Suffer the little children to come unto me, and forbid them not: for of such is the kingdom of God.
15. Verily I say unto you, Whosoever shall not receive the kingdom of God as a little child, he shall not enter therein.
16. And he took them up in his arms, put his hands upon them, and blessed them.
17. And when he was gone forth into the way, there came one running, and kneeled to him, and asked him, Good Master, what shall I do that I may inherit eternal life?
18. And Jesus said unto him, Why callest thou me good? there is none good but one, that is , God.
19. Thou knowest the commandments, Do not commit adultery, Do not kill, Do not steal, Do not bear false witness, Defraud not, Honour thy father and mother.
20. And he answered and said unto him, Master, all these have I observed from my youth.
21. Then Jesus beholding him loved him, and said unto him, One thing thou lackest: go thy way, sell whatsoever thou hast, and give to the poor, and thou shalt have treasure in heaven: and come, take up the cross, and follow me.
22. And he was sad at that saying, and went away grieved: for he had great possessions.
23. And Jesus looked round about, and saith unto his disciples, How hardly shall they that have riches enter into the kingdom of God!
24. And the disciples were astonished at his words. But Jesus answereth again, and saith unto them, Children, how hard is it for them that trust in riches to enter into the kingdom of God!
25. It is easier for a camel to go through the eye of a needle, than for a rich man to enter into the kingdom of God.
26. And they were astonished out of measure, saying among themselves, Who then can be saved?
27. And Jesus looking upon them saith, With men it is impossible, but not with God: for with God all things are possible.
28. Then Peter began to say unto him, Lo, we have left all, and have followed thee.
29. And Jesus answered and said, Verily I say unto you, There is no man that hath left house, or brethren, or sisters, or father, or mother, or wife, or children, or lands, for my sake, and the gospel's,
30. But he shall receive an hundredfold now in this time, houses, and brethren, and sisters, and mothers, and children, and lands, with persecutions; and in the world to come eternal life.
31. But many that are first shall be last; and the last first.
32. And they were in the way going up to Jerusalem; and Jesus went before them: and they were amazed; and as they followed, they were afraid. And he took again the twelve, and began to tell them what things should happen unto him,
33.  Saying , Behold, we go up to Jerusalem; and the Son of man shall be delivered unto the chief priests, and unto the scribes; and they shall condemn him to death, and shall deliver him to the Gentiles:
34. And they shall mock him, and shall scourge him, and shall spit upon him, and shall kill him: and the third day he shall rise again.
35. And James and John, the sons of Zebedee, come unto him, saying, Master, we would that thou shouldest do for us whatsoever we shall desire.
36. And he said unto them, What would ye that I should do for you?
37.  They said unto him, Grant unto us that we may sit, one on thy right hand, and the other on thy left hand, in thy glory.
38. But Jesus said unto them, Ye know not what ye ask: can ye drink of the cup that I drink of? and be baptized with the baptism that I am baptized with?
39. And they said unto him, We can. And Jesus said unto them, Ye shall indeed drink of the cup that I drink of; and with the baptism that I am baptized withal shall ye be baptized:
40. But to sit on my right hand and on my left hand is not mine to give; but it shall be given to them for whom it is prepared.
41. And when the ten heard it , they began to be much displeased with James and John.
42. But Jesus called them to him , and saith unto them, Ye know that they which are accounted to rule over the Gentiles exercise lordship over them; and their great ones exercise authority upon them.
43. But so shall it not be among you: but whosoever will be great among you, shall be your minister:
44. And whosoever of you will be the chiefest, shall be servant of all.
45. For even the Son of man came not to be ministered unto, but to minister, and to give his life a ransom for many.
46. And they came to Jericho: and as he went out of Jericho with his disciples and a great number of people, blind Bartimaeus, the son of Timaeus, sat by the highway side begging.
47. And when he heard that it was Jesus of Nazareth, he began to cry out, and say, Jesus, thou Son of David, have mercy on me.
48. And many charged him that he should hold his peace: but he cried the more a great deal, Thou  Son of David, have mercy on me.
49. And Jesus stood still, and commanded him to be called. And they call the blind man, saying unto him, Be of good comfort, rise; he calleth thee.
50. And he, casting away his garment, rose, and came to Jesus.
51. And Jesus answered and said unto him, What wilt thou that I should do unto thee? The blind man said unto him, Lord, that I might receive my sight.
52. And Jesus said unto him, Go thy way; thy faith hath made thee whole. And immediately he received his sight, and followed Jesus in the way.