Mark, Chapter 11 Modern Greek

01 ΚΑΙ Ότε πλησιάζουσιν εις Ιερουσαλήμ, εις Βηθφαγή και Βηθανίαν, προς τι όρος των Ελαιών, αποστέλλει δύο των μαθητών αυτού.
02 και λέγει προς αυτούς, Υπάγετε εις την κώμην την κατέναντι υμών  και ευθύς εισερχόμενοι εις αυτήν θέλετε ευρεί πωλάριον δεδεμένον, επί του οποίου ουδείς άνθρωπος εκάθισε  λύσατε αυτό και φέρετε
03 και εάν τις είπη προς εσάς, Δια τι κάμνετε τούτο; είπατε,  Ότι ο Κύριος έχει χρείαν αυτού  και ευθύς θέλει αποστείλει αυτό εδώ.
04 Και υπήγον, και εύρον το πωλάριον δεδεμένον προς την θύραν έξω επί της διόδου και λύουσιν αυτό.
05 Και τινές των εκεί ισταμένων έλεγον προς αυτούς, Τι κάμνετε λύοντες το πωλάριον;
06 Οι δε είπον προς αυτούς καθώς παρήγγειλεν ο Ιησούς  και αφήκαν αυτούς.
07 Και έφεραν το πωλάριον προς τον Ιησούν, και έβαλον επ' αυτού τα ιμάτια αυτών  και εκάθισεν επ'  αυτού.
08 Πολλοί δε έστρωσαν τα ιμάτια αυτών εις την οδόν  άλλοι δε έκοπτον κλάδους από των δένδρων, και έστρωνον εις την οδόν.
09 Και οι προπορευόμενοι και οι ακολουθούντες έκραζον, λέγοντες, Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου
10 ευλογημένη  η ερχομένη βασιλεία εν ονόματι Κυρίου, του πατρός ημών Δαβίδ  Ωσαννά εν τοις υψίστοις.
11 Και εισήλθεν ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα, και εις το ιερόν και αφού περιέβλεψε πάντα, επειδή η ώρα ήτο ήδη προς εσπέραν, εξήλθεν εις Βηθανίαν μετά των δώδεκα.
12 Και τη επαύριον αφού εξήλθον από Βηθανίας, επείνασε.
13 Και ιδών μακρόθεν συκήν έχουσαν φύλλα, ήλθεν αν τυχόν εύρη τι εν αυτή  και ελθών επ' αυτήν, ουδέν εύρεν ειμή φύλλα  διότι δεν ήτο καιρός σύκων.
14 Και αποκριθείς ο Ιησούς, είπε προς αυτήν, Μηδείς πλέον εις τον αιώνα να μη φάγη καρπόν από σου. Και ήκουον τούτο οι μαθηταί αυτού.
15 Και έρχονται εις Ιεροσόλυμα  και εισελθών ο Ιησούς εις το ιερόν, ήρχισε να εκβάλλη τους πωλούντας και αγοράζοντας εν τω ιερώ  και τας τραπέζας των αργυραμοιβών, και τα καθίσματα των πωλούντων τας περιστεράς ανέτρεψε Ματθ.κα'.12, Λουκ.ιθ'.45, Ιωαν.β'.14
16 και δεν άφινε να περάση τις σκεύος δια του ιερού.
17 Και εδίδασκε, λέγων προς αυτούς, Δεν είναι γεγραμμένον, « Ότι ο οίκος μου θέλει ονομάζεσθαι οίκος προσευχής δια πάντα τα έθνη»; σεις δε εκάμετε αυτόν « Σπήλαιον ληστών».
18 Και ήκουσαν οι γραμματείς και οι αρχιερείς, και εζήτουν πως να απολέσωσιν αυτόν  διότι εφοβούντο αυτόν, επειδή πας ο όχλος εξεπλήτεττο εις την διδαχήν αυτού.
19 Και ότε έγεινεν εσπέρα, εξήρχετο έξω της πόλεως.
20 Και το πρωϊ διαβαίνοντες, είδον την συκήν εξηραμμένην εκ ριζών.
21 Και ενθυμηθείς ο Πέτρος, λέγει προς αυτόν, Ραββί, ιδέ, η συκή, την οποίαν κατηράσθης, εξηράνθη.
22 Και αποκριθείς ο Ιησούς, λέγει προς αυτούς, Έχετε πίστιν Θεού.
23 Διότι αληθώς σας λέγω, Ότι όστις είπη προς το όρος τούτο,  Σηκώθητι και ρίφθητι εις την θάλασσαν, και δεν διστάση εν τη καρδία αυτού, αλλά πιστεύση ότι εκείνα τα οποία λέγει γίνονται, θέλει γείνει εις αυτόν ότι εάν είπη.
24 Δια τούτο σας λέγω, Πάντα όσα προσευχόμενοι ζητείτε, πιστεύετε ότι λαμβάνετε, και θέλει γείνει εις εσάς.
25 Και όταν ίστασθε προσευχόμενοι, συγχωρείτε, εάν έχητέ τι κατά τινος, δια να συγχωρήση εις εσάς και ο Πατήρ σας ο εν τοις ουρανοίς τα αμαρτήματά σας.
26 Αλλ' εάν σεις δεν συγχωρήτε, ουδέ ο πατήρ σας ο εν τοις ουρανοίς θέλει συγχωρήσει τα αμαρτήματά σας.
27 Και έρχονται πάλιν εις Ιεροσόλυμα  και ενω περιεπάτει εν τω ιερώ, έρχονται προς αυτόν οι αρχιερείς και οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι,
28 και λέγουσι προς αυτόν, Εν ποία εξουσία πράττεις ταύτα; και τις σοι έδωκε την εξουσίαν ταύτην δια να πράττης ταύτα;
29 Ο δε Ιησούς αποκριθείς είπε προς αυτούς, Θέλω σας ερωτήσει και εγώ ένα λόγον  και αποκρίθητέ μοι, και θέλω σας ειπεί εν ποία εξουσία πράττω ταύτα.
30 Το βάπτισμα του Ιωάννου εξ ουρανού ήτο, ή εξ ανθρώπων; αποκρίθητέ μοι.
31 Και διελογίζοντο καθ' εαυτούς, λέγοντες, Εάν είπωμεν, Εξ οιρανού, θέλει ειπεί Δια τι λοιπόν δεν επιστεύσατε εις αυτόν;
32 Αλλ' εάν είπωμεν, Εξ ανθρώπων, εφοβούντο τον λαόν  διότι πάντες είχον τον Ιωάννην ότι ήτο τωόντι προφήτης
33 Και αποκριθέντες λέγουσι προς τον Ιησούν, Δεν εξεύρομεν. Και ο Ιησούς αποκριθείς λέγει προς αυτούς, Ουδέ εγώ λέγω προς υμάς εν ποία εξουσία πράττω ταύτα.















































































Mark, Chapter 11 Demotic Greek

1. Κι όταν πια πλησιάζαν στην Ιερουσαλήμ, στη Βηθφαγή και στη Βηθανία, κοντά στο Όρος των Ελαιών, έστειλε δύο από τους μαθητές του,
2. λέγοντάς τους: «Πηγαίνετε σ' εκείνο το χωριό απέναντί σας και καθώς θα μπαίνετε σ' αυτό, θα βρείτε αμέσως ένα πουλάρι δεμένο, πάνω στο οποίο δεν έχει καθίσει ακόμα κανένας άνθρωπος. Λύστε το και φέρτε το.
3. Κι αν κανείς σας πει: Γιατί το κάνετε αυτό; Να του πείτε πως ο Κύριος το χρειάζεται κι ύστερα θα το ξαναστείλει αμέσως πίσω εδώ».
4. Πήγαν, λοιπόν, και βρήκαν το πουλάρι δεμένο προς τη μεριά της πόρτας έξω στο δρόμο και άρχισαν να το λύνουν.
5. Και μερικοί απ' αυτούς που στέκονταν εκεί τους ρωτούσαν: «Τι σκοπεύετε να κάνετε και λύνετε το πουλάρι;».
6. Εκείνοι τους απάντησαν όπως τους πρόσταξε ο Ιησούς, οπότε και τους άφησαν.
7. Έφεραν τότε το πουλάρι στον Ιησού και έβαλαν πάνω του τα ρούχα τους και κάθισε ο Ιησούς πάνω σ' αυτό.
8. Επίσης πολλοί έστρωσαν τα ρούχα τους στο δρόμο, ενώ άλλοι έκοβαν κλαδιά από τα δέντρα και τα έστρωναν στο δρόμο.
9. Κι εκείνοι που βάδιζαν μπροστά κι όσοι ακολουθούσαν από πίσω, φώναζαν λέγοντας: «Ψάλτε ύμνο: Ευλογημένος αυτός που έρχεται στο όνομα του Κυρίου!
10. Ευλογημένη η βασιλεία που έρχεται στο όνομα του Κυρίου του πατέρα μας Δαβίδ! Ψάλτε ύμνο οι ύψιστες δυνάμεις»!
11. Έφτασε λοιπόν ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα και μπήκε στο ναό κι αφού έριξε μια ματιά σε όλα τριγύρω, βγήκε στη Βηθανία μαζί με τους δώδεκα, γιατί ήταν κιόλας περασμένη η ώρα το βράδυ.
12. Και την άλλη μέρα, όταν βγήκαν από τη Βηθανία, πείνασε,
13. και βλέποντας από μακριά μια συκιά που είχε φύλλα, την πλησίασε μήπως και βρει τίποτε σ' αυτήν. Μα σαν ήρθε κοντά της, δε βρήκε τίποτε άλλο από φύλλα, γιατί δεν ήταν εποχή σύκων.
14. Απευθύνθηκε τότε σ' αυτήν ο Ιησούς και της είπε: «Ποτέ πια να μη φάει κανείς καρπό από σένα»! Και τον άκουγαν οι μαθητές του.
15. Έρχονται κατόπιν στα Ιεροσόλυμα, όπου μπήκε ο Ιησούς στο ναό κι άρχισε να βγάζει έξω όσους πουλούσαν κι αγόραζαν μέσα στο ναό, και τα τραπέζια των σαράφηδων και τα καθίσματα εκείνων που πουλούσαν τα περιστέρια τα αναποδογύρισε.
16. Και δεν επέτρεπε σε κανέναν να μεταφέρει πράγματα μέσα στο ναό,
17. αλλά τους δίδασκε λέγοντάς τους: «Δε λέει η Γραφή πως ο οίκος μου θα ονομαστεί οίκος προσευχής για όλα τα έθνη; Μα εσείς τον κάνατε λημέρι ληστών»!
18. Τα άκουσαν αυτά οι νομοδιδάσκαλοι και οι αρχιερείς και σκέφτονταν πώς να βρουν κάποιον τρόπο να τον σκοτώσουν, γιατί τον φοβούνταν επειδή όλος ο λαός έμενε έκπληκτος από τη διδαχή του.
19. Και όταν βράδιασε βγήκε έξω από την πόλη.
20. Την άλλη μέρα το πρωί, καθώς περνούσαν δίπλα από τη συκιά, την είδαν ξεραμένη σύρριζα.
21. Τότε θυμήθηκε ο Πέτρος και του λέει: «Δάσκαλε, κοίτα, η συκιά που καταράστηκες έχει ξεραθεί!».
22. Κι αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε: «Να έχετε πίστη στο Θεό.
23. Γιατί πραγματικά, σας λέω, όποιος πει στο βουνό τούτο, Σήκω και ρίξου στη θάλασσα, χωρίς να αμφιταλαντευθεί μέσα στη καρδιά του αλλά πιστέψει πως όσα λέει γίνονται, τότε θα του γίνει εκείνο που θα πει.
24. Γι' αυτό σας λέω, όλα όσα ζητάτε όταν προσεύχεστε, να πιστεύετε ότι τα λαβαίνετε, και θα σας δοθούνε.
25. Κι όταν στέκεστε και προσεύχεστε, να συγχωρείτε αν έχετε κάτι σε βάρος κάποιου, ώστε και ο Πατέρας σας ο ουράνιος να συγχωρήσει σ' εσάς τα δικά σας παραπτώματα.
26. Αν όμως εσείς δε συγχωρείτε, ούτε και ο Πατέρας σας ο ουράνιος θα συγχωρήσει τα παραπτώματά σας».
27. Ξανάρχονται λοιπόν στα Ιεροσόλυμα κι εκεί, καθώς περπατούσε στο ναό, τον πλησιάζουν οι αρχιερείς και οι νομοδιδάσκαλοι και οι πρεσβύτεροι
28. και του λένε: «Με ποια εξουσία τα κάνεις αυτά; Και ποιος σου έδωσε την εξουσία αυτή να τα κάνεις αυτά;».
29. Κι ο Ιησούς τους είπε: «Θα σας ρωτήσω κι εγώ ένα πράγμα κι απαντήστε μου, και τότε θα σας πω με ποια εξουσία τα κάνω αυτά:
30. Το βάφτισμα του Ιωάννη είχε ουράνια προέλευση ή ανθρώπινη; Απαντήστε μου».
31. Εκείνοι λοιπόν σκέφτονταν μεταξύ τους κι έλεγαν: «Αν πούμε ουράνια, θα μας πει: Τότε γιατί δεν τον πιστέψατε;
32. Μα να πούμε πάλι: Ανθρώπινη;» - φοβούνταν το λαό, γιατί όλοι πίστευαν πως ο Ιωάννης ήταν πράγματι προφήτης.
33. Αποκρίθηκαν λοιπόν και λένε στον Ιησού: «Δεν ξέρουμε». Τότε κι ο Ιησούς τους απάντησε: «Ούτε κι εγώ σας λέω με ποια εξουσία τα κάνω αυτά».















































































Mark

Mark, Chapter 11 Ancient Greek

1. Καὶ ὅτε ἐγγίζουσιν εἰς Ἱερουσαλὴμ εἰς Βηθσφαγῆ καὶ Βηθανίαν πρὸς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν, ἀποστέλλει δύο τῶν μαθητῶν αὐτοῦ

2. καὶ λέγει αὐτοῖς· ὑπάγετε εἰς τὴν κώμην τὴν κατέναντι ὑμῶν, καὶ εὐθέως εἰσπορευόμενοι εἰς αὐτὴν εὑρήσετε πῶλον δεδεμένον, ἐφ' ὃν οὐδεὶς ἀνθρώπων κεκάθικε· λύσαντες αὐτὸν ἀγάγετε.

3. καὶ ἐάν τις ὑμῖν εἴπῃ· τί ποιεῖτε τοῦτο; εἴπατε ὅτι ὁ Κύριος αὐτοῦ χρείαν ἔχει, καὶ εὐθέως αὐτὸν ἀποστέλλει πάλιν ὧδε.

4. ἀπῆλθον δὲ καὶ εὗρον τὸν πῶλον δεδεμένον πρὸς τὴν θύραν ἔξω ἐπὶ τοῦ ἀμφόδου, καὶ λύουσιν αὐτόν.

5. καί τινες τῶν ἐκεῖ ἑστηκότων ἔλεγον αὐτοῖς· τί ποιεῖτε λύοντες τὸν πῶλον·

6. οἱ δὲ εἶπον αὐτοῖς καθὼς ἐνετείλατο ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἀφῆκαν αὐτούς.

7. καὶ ἤγαγον τὸν πῶλον πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ ἐπέβαλον αὐτῷ τὰ ἱμάτια αὐτῶν, καὶ ἐκάθισεν ἐπ' αὐτῷ.

8. πολλοὶ δὲ τὰ ἱμάτια αὐτῶν ἔστρωσαν εἰς τὴν ὁδόν, ἄλλοι δὲ στοιβάδας ἔκοπτον ἐκ τῶν δένδρων καὶ ἐστρώννυον εἰς τὴν ὁδόν.

9. καὶ οἱ προάγοντες καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες ἔκραζον λέγοντες· ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου.

10. εὐλογημένη ἡ ἐρχομένη βασιλεία ἐν ὀνόματι Κυρίου τοῦ πατρὸς ἡμῶν Δαυΐδ· ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις.

11. Καὶ εἰσῆλθεν εἰς Ἱεροσόλυμα ὁ Ἰησοῦς καὶ εἰς τὸ ἱερόν· καὶ περιβλεψάμενος πάντα, ὀψίας ἤδη οὔσης τῆς ὥρας, ἐξῆλθεν εἰς Βηθανίαν μετὰ τῶν δώδεκα.

12. Καὶ τῇ ἐπαύριον ἐξελθόντων αὐτῶν ἀπὸ Βηθανίας, ἐπείνασε·

13. καὶ ἰδὼν συκῆν ἀπὸ μακρόθεν ἔχουσαν φύλλα, ἦλθεν εἰ ἄρα τι εὑρήσει ἐν αὐτῇ· καὶ ἐλθὼν ἐπ' αὐτὴν οὐδὲν εὗρεν εἰ μὴ φύλλα· οὐ γὰρ ἦν καιρὸς σύκων.

14. καὶ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῇ· μηκέτι ἐκ σοῦ εἰς τὸν αἰῶνα μηδεὶς καρπὸν φάγοι. καὶ ἤκουον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ.

15. Καὶ ἔρχονται πάλιν εἰς Ἱεροσόλυμα· καὶ εἰσελθὼν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸ ἱερὸν ἤρξατο ἐκβάλλειν τοὺς πωλοῦντας καὶ τοὺς ἀγοράζοντας ἐν τῷ ἱερῷ, καὶ τὰς τραπέζας τῶν κολλυβιστῶν καὶ τὰς καθέδρας τῶν πωλούντων τὰς περιστερὰς κατέστρεψε,

16. καὶ οὐκ ἤφιεν ἵνα τις διενέγκῃ σκεῦος διὰ τοῦ ἱεροῦ,

17. καὶ ἐδίδασκε λέγων αὐτοῖς· οὐ γέγραπται ὅτι ὁ οἶκός μου οἶκος προσευχῆς κληθήσεται πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν; ὑμεῖς δὲ αὐτὸν ἐποιήσατε σπήλαιον λῃστῶν.

18. καὶ ἤκουσαν οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ ἀρχιερεῖς, καὶ ἐζήτουν πῶς αὐτὸν ἀπολέσωσιν· ἐφοβοῦντο γὰρ αὐτόν, ὅτι πᾶς ὁ ὄχλος ἐξεπλήσσετο ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ.

19. καὶ ὅτε ὀψὲ ἐγένετο, ἐξεπορεύετο ἔξω τῆς πόλεως.

20. Καὶ παραπορευόμενοι πρωῒ εἶδον τὴν συκῆν ἐξηραμένην ἐκ ῥιζῶν.

21. καὶ ἀναμνησθεὶς ὁ Πέτρος λέγει αὐτῷ· ῥαββί, ἴδε ἡ συκῆ ἣν κατηράσω ἐξήρανται.

22. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς λέγει αὐτοῖς· ἔχετε πίστιν Θεοῦ.

23. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν ὅτι ὃς ἂν εἴπῃ τῷ ὄρει τούτῳ, ἄρθητι καὶ βλήθητι εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ μὴ διακριθῇ ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, ἀλλὰ πιστεύσῃ ὅτι ἃ λέγει γίνεται, ἔσται αὐτῷ ὅ ἐὰν εἴπῃ.

24. διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, πάντα ὅσα ἂν προσευχόμενοι αἰτεῖσθε, πιστεύετε ὅτι λαμβάνετε, καὶ ἔσται ὑμῖν.

25. καὶ ὅταν στήκετε προσευχόμενοι, ἀφίετε εἴ τι ἔχετε κατά τινος, ἵνα καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς ἀφῇ ὑμῖν τὰ παραπτώματα ὑμῶν.

26. εἰ δὲ ὑμεῖς οὐκ ἀφίετε, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν.

27. Καὶ ἔρχονται πάλιν εἰς Ἱεροσόλυμα· καὶ ἐν τῷ ἱερῷ περιπατοῦντος αὐτοῦ ἔρχονται πρὸς αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι

28. καὶ λέγουσιν αὐτῷ· ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς; ἢ τίς σοι ἔδωκε τὴν ἐξουσίαν ταύτην, ἵνα ταῦτα ποιῇς;

29. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· ἐπερωτήσω ὑμᾶς κἀγὼ ἕνα λόγον, καὶ ἀποκρίθητέ μοι, καὶ ἐρῶ ὑμῖν ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ.

30. τὸ βάπτισμα Ἰωάννου ἐξ οὐρανοῦ ἦν ἢ ἐξ ἀνθρώπων; ἀποκρίθητέ μοι.

31. καὶ ἐλογίζοντο πρὸς ἑαυτοὺς λέγοντες· ἐὰν εἴπωμεν, ἐξ οὐρανοῦ, ἐρεῖ· διατί οὖν οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ;

32. ἀλλὰ εἴπωμεν, ἐξ ἀνθρώπων; --ἐφοβοῦντο τὸν λαόν· ἅπαντες γὰρ εἶχον τὸν Ἰωάννην ὅτι προφήτης ἦν.

33. καὶ ἀποκριθέντες λέγουσι τῷ Ἰησοῦ· οὐκ οἴδαμεν. καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀποκριθεὶς λέγει αὐτοῖς· οὐδὲ ἐγὼ λέγω ὑμῖν ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ.

 

















































































Mark, Chapter 11 (KJV)

1. And when they came nigh to Jerusalem, unto Bethphage and Bethany, at the mount of Olives, he sendeth forth two of his disciples,
2. And saith unto them, Go your way into the village over against you: and as soon as ye be entered into it, ye shall find a colt tied, whereon never man sat; loose him, and bring him.
3. And if any man say unto you, Why do ye this? say ye that the Lord hath need of him; and straightway he will send him hither.
4. And they went their way, and found the colt tied by the door without in a place where two ways met; and they loose him.
5. And certain of them that stood there said unto them, What do ye, loosing the colt?
6. And they said unto them even as Jesus had commanded: and they let them go.
7. And they brought the colt to Jesus, and cast their garments on him; and he sat upon him.
8. And many spread their garments in the way: and others cut down branches off the trees, and strawed them  in the way.
9. And they that went before, and they that followed, cried, saying, Hosanna; Blessed is he that cometh in the name of the Lord:
10. Blessed be the kingdom of our father David, that cometh in the name of the Lord: Hosanna in the highest.
11. And Jesus entered into Jerusalem, and into the temple: and when he had looked round about upon all things, and now the eventide was come, he went out unto Bethany with the twelve.
12. And on the morrow, when they were come from Bethany, he was hungry:
13. And seeing a fig tree afar off having leaves, he came, if haply he might find any thing thereon: and when he came to it, he found nothing but leaves; for the time of figs was not yet .
14. And Jesus answered and said unto it, No man eat fruit of thee hereafter for ever. And his disciples heard it.
15. And they come to Jerusalem: and Jesus went into the temple, and began to cast out them that sold and bought in the temple, and overthrew the tables of the moneychangers, and the seats of them that sold doves;
16. And would not suffer that any man should carry any vessel through the temple.
17. And he taught, saying unto them, Is it not written, My house shall be called of all nations the house of prayer? but ye have made it a den of thieves.
18. And the scribes and chief priests heard it , and sought how they might destroy him: for they feared him, because all the people was astonished at his doctrine.
19. And when even was come, he went out of the city.
20. And in the morning, as they passed by, they saw the fig tree dried up from the roots.
21. And Peter calling to remembrance saith unto him, Master, behold, the fig tree which thou cursedst is withered away.
22. And Jesus answering saith unto them, Have faith in God.
23. For verily I say unto you, That whosoever shall say unto this mountain, Be thou removed, and be thou cast into the sea; and shall not doubt in his heart, but shall believe that those things which he saith shall come to pass; he shall have whatsoever he saith.
24. Therefore I say unto you, What things soever ye desire, when ye pray, believe that ye receive them , and ye shall have them .
25. And when ye stand praying, forgive, if ye have ought against any: that your Father also which is in heaven may forgive you your trespasses.
26. But if ye do not forgive, neither will your Father which is in heaven forgive your trespasses.
27. And they come again to Jerusalem: and as he was walking in the temple, there come to him the chief priests, and the scribes, and the elders,
28. And say unto him, By what authority doest thou these things? and who gave thee this authority to do these things?
29. And Jesus answered and said unto them, I will also ask of you one question, and answer me, and I will tell you by what authority I do these things.
30. The baptism of John, was it from heaven, or of men? answer me.
31. And they reasoned with themselves, saying, If we shall say, From heaven; he will say, Why then did ye not believe him?
32. But if we shall say, Of men; they feared the people: for all men counted John, that he was a prophet indeed.
33. And they answered and said unto Jesus, We cannot tell. And Jesus answering saith unto them, Neither do I tell you by what authority I do these things.