Mark, Chapter 12 Modern Greek

01 ΚΑΙ ήρχισε να λέγη προς αυτούς δια παραβολών, Άνθρωπος τις εφύτευσεν αμπελώνα, και περιέβαλεν εις αυτόν φραγμόν, και έσκαψεν υπολήνιον, και ωκοδόμησε πύργον, και εμίσθωσεν αυτόν εις γεωργούς, και απεδήμησε.
02 Και εν τω καιρώ των καρπών απέστειλε προς τους γεωργούς δούλον, δια να λάβη παρά των γεωργών από του καρπού του αμπελώνος
03 εκείνοι δε πιάσαντες αυτόν, έδειραν και απέπεμψαν κενόν.
04 Και πάλιν απέστειλε προς αυτούς άλλον δούλον  και εκείνον λιθοβολήσαντες, επλήγωσαν την κεφαλήν αυτού, και απέπεμψαν ητιμωμένον.
05 Και πάλιν απέστειλεν άλλον  και εκείνον εφόνευσαν  και πολλούς άλλους, τους μεν έδειραν, τους δε εφόνευσαν.
06 Έτι λοιπόν έχων ένα υιόν αγαπητόν αυτού, απέστειλε και αυτόν προς αυτούς έσχατον, λέγων,  Ότι θέλουσιν εντραπή τον υιόν μου.
07 Εκείνοι δε οι γεωργοί είπον προς αλλήλους,  Ότι ούτος είναι ο κληρονόμος  έλθετε, ας φονεύσωμεν αυτόν, και θέλει είσθαι ημών η κληρονομία.
08 Και πιάσαντες αυτόν, εφόνευσαν, και έρριψαν έξω του αμπελώνος.
09 Τι λοιπόν θέλει κάμει ο κύριος του αμπελώνος;  Θέλει ελθεί και απολέσει τους γεωργούς, και θέλει δώσει τον αμπελώνα εις άλλους.
10 Ουδέ την γραφήν ταύτην δεν ανεγνώσατε,  «Ο λίθος τον οποίον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος έγεινε κεφαλή γωνίας
11 παρά Κυρίου έγεινεν αύτη, και είναι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών»;
12 Και εζήτουν να πιάσωσιν αυτόν  και εφοβήθησαν τον όχλον επειδή ενόησαν ότι πρός αυτούς είπε την παραβολήν  και αφήσαντες αυτόν, ανεχώρησαν.
13 ΚΑΙ αποστέλλουσι προς αυτόν τινάς των Φαρισσαίων και των Ηρωδιανών, δια να παγιδεύσωσιν αυτόν εις λόγον
14 και εκείνοι ελθόντες,  λέγουσι προς αυτόν,  Διδάσκαλε, εξεύρομεν ότι είσαι αληθής και δεν σε μέλει περί ουδενός διότι δεν βλέπεις εις πρόσωπον ανθρώπων, αλλ' επ' αληθείας την οδόν του Θεού διδάσκεις  είναι συγχεχωρημένον να δώσωμεν δασμόν εις τον Καίσαρα, ή ουχί; να δώσωμεν, ή να μη δώσωμεν;
15 Ο δε γνωρίσας την υπόκρισιν αυτών, είπε προς αυτούς, Τι με πειράζετε; φέρετέ μοι δηνάριον, δια να ίδω.
16 Και εκείνοι έφεραν. Και λέγει προς αυτούς, Τίνος είναι η εικών αύτη και η επιγραφή; Οι δε είπον προς αυτόν, Του Καίσαρος.
17 Και αποκριθείς ο Ιησούς είπε προς αυτούς, Απόδοτε τα του Καίσαρος εις τον Καίσαρα, και τα του Θεού εισ τον Θεόν. Καί εθαύμασαν δι'  αυτόν.
18 Και έρχονται προς αυτόν Σαδδουκαίοι,  οίτινες λέγουσιν ότι δεν είναι ανάστασις  και ηρώτησαν αυτόν, λέγοντες,
19 Διδάσκαλε, ο Μωϋσής μας έγραψεν, ότι εάν αποθάνη τινός ο αδελφός, και αφήση γυναίκα, και τέκνα δεν αφήση, να λάβη ο αδελφός αυτού την γυναίκα αυτού, και να εξαναστήση σπέρμα εις τον αδελφόν αυτού.
20  Ήσαν λοιπόν επτά αδελφοί  και ο πρώτος έλαβε γυναίκα, και αποθνήσκων δεν αφήκε σπέρμα
21 και έλαβον αυτήν οι επτά, και δεν αφήκαν σπέρμα τελευταία πάντων απέθανε και η γυνή.
23 Εν τη αναστάσει λοιπόν, όταν αναστηθώσι, τίνος αυτών θέλει είσθαι γυνή; διότι και οι επτά έλαβον αυτήν γυναίκα.
24 Και αποκριθείς ο Ιησούς, είπε προς αυτούς, Δεν πλανάσθε δια τούτο, μη γνωρίζοντες τας γραφάς, μηδέ την δύναμιν του Θεού;
25 Διότι όταν αναστηθώσιν εκ νεκρών, ούτε νυμφεύουσιν, ούτε νυμφεύουσιν, ούτε νυμφεύονται  αλλ' είναι ως άγγελοι οι εν τοις οιρανοίς.
26 Περί δε των νεκρών, ότι ανίστανται, δεν ανεγνώσατε εν τη βίβλω του Μωϋσέως, πως είπε προς αυτόν ο Θεός επί της βάτου, λέγων, «Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ, και ο Θεός του Ισαάκ, και ο Θεός του Ιακώβ»;
27 Δεν είναι ο Θεός νεκρών, αλλά Θεός ζώντων  σεις λοιπόν πλανάσθε πολύ.
28 Και προσελθών εις των γραμματέων, Όστις ήκουσεν αυτούς συζητούντας , γνωρίζων ότι καλώς απεκρίθη προς αυτούς, ηρώτησεν αυτόν, Πιοία εντολή είναι πρώτη πασών;
29 Ο δε Ιησούς απεκρίθη προς αυτόν,  Ότι πρώτη πασών των εντολών είναι,  «Άκουε Ισραήλ  Κύριος ο Θεός ημών είναι εις Κύριος.
30 Και θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου, και εξ όλης της ψυχής σου, και εξ όλης της διανοίας σου, και εξ όλης της δυνάμεώς σου » αύτη είναι η πρώτη εντολή.
31 Και δευτέρα ομοία αύτη « Θέλεις αγαπά τον πλησίον σου ως σεαυτόν.»  Μεγαλητέρα τούτων άλλη εντολή δεν είναι.
32 Και είπε προς αυτόν ο γραμματεύς, Καλώς, Διδάσκαλε, αληθώς είπας, ότι είναι εις Θεός, και δεν είναι άλλος εκτός αυτού
33 και το να αγαπά τις αυτόν εξ όλης της καρδίας, και εξ όλης της συνέσεως, και εξ όλης της ψυχής, και εξ όλης της δυνάμεως, και το να αγαπά τον πλησίον ως εαυτόν, είναι πλειότερον πάντων των ολοκαυτωμάτων και των θυσιών.
34 Και ο Ιησούς ιδών αυτόν, Ότι φρονίμως απεκρίθη, είπε προς αυτόν, Δεν είσαι μακράν από της βασιλείας του Θεού. Και ουδείς πλέον ετόλμα να ερωτήση αυτόν.
35 Και αποκριθείς ο Ιησούς έλεγε, διδάσκων εν τω ιερώ, Πως λέγουσιν οι γραμματείς ότι ο Χριστός είναι υιός του Δαβίδ;
36 Διότι αυτός ο Δαβίδ είπε δια του Πνεύματος του Αγίου, «Είπεν ο Kύριος προς τον Κύριόν μου, Κάθου εκ δεξιών μου, εωσού θέσω τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου.»
37 Αυτός λοιπόν ο Δαβίδ λέγει αυτόν Κύριον  και πόθεν είναι υιός αυτού;  Και ο πολύς όχλος ήκουεν αυτόν ευχαρίστως.
38 Και έλεγε προς αυτούς εν τη διδαχή αυτού, Προσέχετε από των γραμματέων, οίτινες θέλουσι να περιπατώσιν εστολισμένοι, και αγαπώσι τους ασπασμούς εν ταις αγοραίς,
39 και πρωτοκαθεδρίας εν ταις συναγωγαίς, και τους πρώτους τόπους εν τοις δείπνοις
40 οίτινες κατατρώγουσι τας οικίας των χηρών,  και τούτο επί προφάσει ότι κάμνουσι μακράς προσευχάς  ούτοι θέλουσι λάβει μεγαλητέραν καταδίκην.
41 Και καθίσας ο Ιησούς απέναντι του γαζοφυλακίου εθεώρει πως ο όχλος έβαλλε χαλκόν εις το γαζοφυλάκιον  και πολλοί πλούσιοι έβαλλον πολλά.
42 Και ελθούσα μιά χήρα πτωχή, έβαλε δύο λεπτά, τουτέστιν ένα κοδράντην.
43 Και προσκαλέσας τους μαθητάς αυτού, λέγει προς αυτούς, Αληθώς σας λέγω, ότι η χήρα αύτη η πτωχή έβαλε περισσότερον πάντων όσοι έβαλον εις το γαζοφυλάκιον.
44 Διότι πάντες εκ του περισσεύοντος εις αυτούς έβαλον αύτη όμως εκ του υστερήματος αυτής έβαλον πάντα όσα είχεν, όλην την περιουσίαν αυτής.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Mark, Chapter 12 Demotic Greek

1. Άρχισε τότε να τους λέει με παραβολές: «Ένας άνθρωπος φύτεψε αμπέλι και το περίφραξε κι έσκαψε λάκκο κάτω από το πατητήρι, κι έχτισε πύργο. Έπειτα το ανάθεσε στη φροντίδα γεωργών κι έφυγε σε άλλη χώρα.
2. Κι όταν έφτασε ο καιρός, έστειλε στους γεωργούς ένα δούλο για να πάρει απ' αυτούς καρπό από το αμπέλι του.
3. Εκείνοι όμως τον έπιασαν, τον έδειραν και τον έστειλαν πίσω με άδεια χέρια.
4. Τους ξανάστειλε τότε άλλον δούλο αλλά κι εκείνον, αφού τον πετροβόλησαν και τον τραυμάτισαν στο κεφάλι, τον έστειλαν πίσω καταφρονημένο.
5. Κατόπιν ξανάστειλε άλλον, μα κι εκείνον τον σκότωσαν. Και πολλούς άλλους, τους οποίους είτε έδειραν είτε σκότωσαν.
6. Έναν λοιπόν είχε ακόμα, το γιο του τον αγαπημένο. Τον έστειλε κι αυτόν τελευταίο λέγοντας: Θα σεβαστούν το γιο μου.
7. Αλλ' οι γεωργοί εκείνοι είπαν μεταξύ τους: Αυτός είναι ο κληρονόμος. Ελάτε να τον σκοτώσουμε και δική μας θα γίνει η κληρονομιά!
8. Τον έπιασαν λοιπόν και τον σκότωσαν και τον πέταξαν έξω από το αμπέλι.
9. Τι θα κάνει λοιπόν, ο ιδιοκτήτης του αμπελιού; Θα έρθει και θα αφανίσει τους γεωργούς και το αμπέλι θα το δώσει σε άλλους.
10. Ούτε την περικοπή τούτη της Γραφής δε διαβάσατε; Η πέτρα που απέρριψαν οι οικοδόμοι, αυτή έγινε το αγκωνάρι!
11. Από τον Κύριο έγινε τούτο κι είναι αξιοθαύμαστο στα μάτια μας»!
12. Εκείνοι λοιπόν ζητούσαν τρόπο να τον συλλάβουν, γιατί κατάλαβαν πως γι' αυτούς την είπε την παραβολή, μα φοβήθηκαν το λαό κι έτσι τον άφησαν κι έφυγαν.
13. Κατόπιν του στέλνουν μερικούς από τους Φαρισαίους και τους Ηρωδιανούς για να τον παγιδέψουν με λόγια.
14. Ήρθαν λοιπόν εκείνοι και του λένε: «Δάσκαλε, ξέρουμε πως είσαι ειλικρινής και δε σε μέλλει τι θα πει ο καθένας, γιατί δεν κοιτάς να κολακέψεις ανθρώπους αλλά διδάσκεις το θέλημα του Θεού χωρίς παρεκκλίσεις από την αλήθεια. Πες μας λοιπόν, επιτρέπεται να δίνει κανείς φόρο στον Καίσαρα ή όχι; Να δώσουμε ή να μη δώσουμε;».
15. Εκείνος όμως, επειδή γνώριζε την υποκρισία τους, τους είπε: «Γιατί προσπαθείτε να με παγιδέψετε; Φέρτε μου ένα δηνάριο να το δω».
16. Του έφεραν λοιπόν εκείνοι κι αυτός τους λέει; «Τίνος είναι η εικόνα αυτή και η επιγραφή;». Εκείνοι του απάντησαν: «Του Καίσαρα».
17. Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και τους είπε: «Αποδώστε στον Καίσαρα ό,τι ανήκει στον Καίσαρα, και στο Θεό ό,τι ανήκει στο Θεό». Κι έμειναν κατάπληκτοι μαζί του.
18. Έρχονται σ' αυτόν και Σαδδουκαίοι, οι οποίοι λένε πως δεν υπάρχει ανάσταση, και οι οποίοι του υπέβαλλαν ερωτήματα λέγοντας:
19. «Δάσκαλε, ο Μωυσής μας άφησε γραπτή εντολή, που λέει: Αν κάποιου ο αδελφός πεθάνει και αφήσει γυναίκα χωρίς παιδιά, τη γυναίκα αυτή να την παντρευτεί ο αδελφός του και να κάνει απογόνους για τον αδελφό του.
20. Υπήρχαν λοιπόν εφτά αδέλφια και ο πρώτος παντρεύτηκε μια γυναίκα αλλά πέθανε χωρίς να αφήσει απογόνους.
21. Την παντρεύτηκε και ο δεύτερος, μα πέθανε κι αυτός χωρίς να αφήσει απογόνους. Το ίδιο και ο τρίτος.
22. Έτσι την παντρεύτηκαν και οι εφτά αλλά δεν άφησαν απογόνους. Τελευταία απ' όλους πέθανε και η γυναίκα.
23. Στην ανάσταση λοιπόν, όταν αναστηθούνε, ποιος απ' αυτούς θα την έχει γυναίκα; Γιατί και οι εφτά την είχαν παντρευτεί».
24. Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και τους είπε: «Μήπως αυτός ακριβώς δεν είναι ο λόγος που βρίσκεστε σε πλάνη, το ότι δηλαδή δε γνωρίζετε τις Γραφές μήτε τη δύναμη του Θεού;
25. Γιατί, όταν οι άνθρωποι αναστηθούν από τους νεκρούς δεν παντρεύονται πια ούτε οι άντρες ούτε οι γυναίκες αλλά είναι σαν τους αγγέλους στον ουρανό.
26. Κι όσο για τους νεκρούς, ότι ανασταίνονται, δε διαβάσατε στο βιβλίο του Μωυσή, εκεί που γράφει για τη βάτο, πως του είπε ο Θεός: Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ, και ο Θεός του Ισαάκ, και ο Θεός του Ιακώβ;
27. Ο Θεός δεν είναι Θεός νεκρών, αλλά ζωντανών. Εσείς, επομένως, βρίσκεστε σε μεγάλη πλάνη».
28. Πλησίασε τότε ένας από τους νομοδιδασκάλους, ο οποίος άκουσε τη συζήτησή τους και είδε ότι σωστά τους αποκρίθηκε, και τον ρώτησε: «Ποια απ' όλες τις εντολές είναι η σπουδαιότερη;».
29. Κι ο Ιησούς του αποκρίθηκε: «Πρώτη απ' όλες τις εντολές είναι: Άκου Ισραήλ, ο Κύριος ο Θεός μας είναι ο μόνος Κύριος.
30. Και: Θ' αγαπήσεις τον Κύριο το Θεό σου με όλη την καρδιά σου, και με όλη την ψυχή σου, και με όλη τη διάνοιά σου, και με όλη τη δύναμή σου. Αυτή είναι η πρώτη εντολή.
31. Και δεύτερη, όμοια μ' αυτή είναι: Θ' αγαπήσεις τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Μεγαλύτερη απ' αυτές δεν υπάρχει άλλη εντολή». Του είπε τότε ο νομοδιδάσκαλος:
32. «Σωστά, Δάσκαλε. Την αλήθεια είπες ότι Ένας είναι ο Θεός και δεν υπάρχει άλλος εκτός απ' αυτόν.
33. Και ότι, το να τον αγαπάει κανείς με όλη την καρδιά του και με όλη τη διάνοιά του και με όλη την ψυχή του και με όλη τη δύναμή του, και το ν' αγαπάει τον πλησίον του όπως τον εαυτό του είναι σπουδαιότερο απ' όλα τα ολοκαυτώματα και τις θυσίες».
34. Και όταν είδε ο Ιησούς ότι απάντησε με φρόνηση, του είπε: «Δε βρίσκεσαι μακριά από τη βασιλεία του Θεού». Και κανένας δεν τολμούσε πια να του κάνει ερωτήσεις.
35. Πήρε τότε το λόγο ο Ιησούς κι έλεγε διδάσκοντας μέσα στο ναό: «Πώς γίνεται και λένε οι νομοδιδάσκαλοι ότι ο Χριστός είναι γιος του Δαβίδ,
36. αφού ο ίδιος ο Δαβίδ είπε με έμπνευση του Αγίου Πνεύματος: Είπε ο Κύριος στον Κύριό μου, στα δεξιά μου να κάθεσαι, ωσότου θέσω τους εχθρούς σου κάτω από τα πόδια σου;
37. Επομένως ο ίδιος ο Δαβίδ τον αποκαλεί Κύριο, πώς γίνεται λοιπόν να είναι γιος του;». Και ο περισσότερος κόσμος τον άκουγε με ευχαρίστηση.
38. Τους έλεγε επίσης στη διδαχή του: «Να φυλάγεστε από τους νομοδιδασκάλους, που θέλουν να περιφέρονται με επίσημες στολές και να αποσπούν υποκλίσεις στους δημόσιους χώρους
39. και να έχουν τα πρωτεία στις συναγωγές και τις πιο τιμητικές θέσεις στα δείπνα.
40. Αυτοί που κατατρώνε το βιος των χηρών και για τα μάτια του κόσμου κάνουν μεγάλες προσευχές! Αυτοί θα επισύρουν βαρύτερη καταδίκη πάνω τους».
41. Κάθισε έπειτα ο Ιησούς απέναντι από το θησαυροφυλάκιο του ναού και παρατηρούσε τον τρόπο που ο κόσμος έριχνε νομίσματα σ' αυτό. Και πολλοί πλούσιοι έριχναν πολλά.
42. Ήρθε όμως και μια φτωχή χήρα και έριξε δύο λεπτά, δηλαδή έναν κοδράντη.
43. Κάλεσε τότε τους μαθητές του και τους είπε: «Πραγματικά, σας λέω, η χήρα αυτή η φτωχιά έριξε περισσότερα απ' όλους εκείνους που ρίχνουν στο θησαυροφυλάκιο.
44. Γιατί όλοι έριξαν από το περίσσευμά τους, αυτή όμως έριξε από το υστέρημά της όλα όσα είχε, ολόκληρο το βιος της»!
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Mark

Mark, Chapter 12 Ancient Greek

1. Καὶ ἤρξατο αὐτοῖς ἐν παραβολαῖς λέγειν· ἀμπελῶνα ἐφύτευσεν ἄνθρωπος καὶ περιέθηκε φραγμὸν καὶ ὤρυξεν ὑπολήνιον καὶ ᾠκοδόμησε πύργον, καὶ ἐξέδοτο αὐτὸν γεωργοῖς καὶ ἀπεδήμησε.

2. καὶ ἀπέστειλε πρὸς τοὺς γεωργοὺς τῷ καιρῷ δοῦλον, ἵνα παρὰ τῶν γεωργῶν λάβῃ ἀπὸ τοῦ καρποῦ τοῦ ἀμπελῶνος.

3. καὶ λαβόντες αὐτὸν ἔδειραν καὶ ἀπέστειλαν κενόν.

4. καὶ πάλιν ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς ἄλλον δοῦλον· κἀκεῖνον λιθοβολήσαντες ἐκεφαλαίωσαν καὶ ἀπέστειλαν ἠτιμωμένον.

5. καὶ πάλιν ἄλλον ἀπέστειλε· κἀκεῖνον ἀπέκτειναν, καὶ πολλοὺς ἄλλους, οὓς μὲν δέροντες, οὓς δὲ ἀποκτέννοντες.

6. ἔτι οὖν ἕνα υἱὸν ἔχων, ἀγαπητὸν αὐτοῦ, ἀπέστειλε καὶ αὐτὸν ἔσχατον πρὸς αὐτοὺς λέγων ὅτι ἐντραπήσονται τὸν υἱόν μου.

7. ἐκεῖνοι δὲ οἱ γεωργοί, θεασάμενοι αὐτὸν ἐρχόμενον, πρὸς ἑαυτοὺς εἶπον ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ κληρονόμος· δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτόν, καὶ ἡμῶν ἔσται ἡ κληρονομία.

8. καὶ λαβόντες ἀπέκτειναν αὐτὸν καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος.

9. τί οὖν ποιήσει ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος; ἐλεύσεται καὶ ἀπολέσει τοὺς γεωργοὺς τούτους, καὶ δώσει τὸν ἀμπελῶνα ἄλλοις.

10. οὐδὲ τὴν γραφὴν ταύτην ἀνέγνωτε, λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας·

11. παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν;

12. Καὶ ἐζήτουν αὐτὸν κρατῆσαι, καὶ ἐφοβήθησαν τὸν ὄχλον· ἔγνωσαν γὰρ ὅτι πρὸς αὐτοὺς τὴν παραβολὴν εἶπε. καὶ ἀφέντες αὐτὸν ἀπῆλθον.

13. Καὶ ἀποστέλλουσι πρὸς αὐτόν τινας τῶν Φαρισαίων καὶ τῶν Ἡρῳδιανῶν ἵνα αὐτὸν ἀγρεύσωσι λόγῳ.

14. οἱ δὲ ἐλθόντες λέγουσιν αὐτῷ· διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς εἶ καὶ οὐ μέλει σοι περὶ οὐδενός· οὐ γὰρ βλέπεις εἰς πρόσωπον ἀνθρώπων, ἀλλ' ἐπ' ἀληθείας τὴν ὁδὸν τοῦ Θεοῦ διδάσκεις. εἶπον οὖν ἡμῖν· ἔξεστι δοῦναι κῆνσον Καίσαρι ἢ οὔ; δῶμεν ἢ μὴ δῶμεν;

15. ὁ δὲ εἰδὼς αὐτῶν τὴν ὑπόκρισιν εἶπεν αὐτοῖς· τί με πειράζετε; φέρετέ μοι δηνάριον ἵνα ἴδω.

16. οἱ δὲ ἤνεγκαν. καὶ λέγει αὐτοῖς· τίνος ἡ εἰκὼν αὕτη καὶ ἡ ἐπιγραφή; οἱ δὲ εἶπον· Καίσαρος.

17. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἀπόδοτε τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ. καὶ ἐθαύμασαν ἐπ' αὐτῷ.

18. Καὶ ἔρχονται Σαδδουκαῖοι πρὸς αὐτόν, οἵτινες λέγουσιν ἀνάστασιν μὴ εἶναι, καὶ ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες·

19. διδάσκαλε, Μωϋσῆς ἔγραψεν ἡμῖν ὅτι ἐάν τινος ἀδελφὸς ἀποθάνῃ καὶ καταλίπῃ γυναῖκα, καὶ τέκνα μὴ ἀφῇ, ἵνα λάβῃ ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ ἐξαναστήσῃ σπέρμα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ.

20. ἑπτὰ οὖν ἀδελφοὶ ἦσαν. καὶ ὁ πρῶτος ἔλαβε γυναῖκα, καὶ ἀποθνήσκων οὐκ ἀφῆκε σπέρμα.

21. καὶ ὁ δεύτερος ἔλαβεν αὐτήν, καὶ ἀπέθανε, καὶ οὐδὲ αὐτὸς ἀφῆκε σπέρμα. καὶ ὁ τρίτος ὡσαύτως.

22. καὶ ἐλαβον αὐτὴν οἱ ἑπτά, καὶ οὐκ ἀφῆκαν σπέρμα. ἐσχάτη πάντων ἀπέθανε καὶ ἡ γυνή.

23. ἐν τῇ οὖν ἀναστάσει, ὅταν ἀναστῶσι, τίνος αὐτῶν ἔσται γυνή; οἱ γὰρ ἑπτὰ ἔσχον αὐτὴν γυναῖκα.

24. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐ διὰ τοῦτο πλανᾶσθε, μὴ εἰδότες τὰς γραφὰς μηδὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ;

25. ὅταν γὰρ ἐκ νεκρῶν ἀναστῶσιν, οὔτε γαμοῦσιν οὔτε γαμίζονται, ἀλλ' εἰσὶν ὡς ἄγγελοι οἱ ἐν τοῖς οὐρανοῖς.

26. περὶ δὲ τῶν νεκρῶν ὅτι ἐγείρονται, οὐκ ἀνέγνωτε ἐν τῇ βίβλῳ Μωϋσέως, ἐπὶ τοῦ βάτου πῶς εἶπεν αὐτῷ ὁ Θεὸς λέγων, ἐγὼ ὁ Θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ὁ Θεὸς Ἰακώβ;

27. οὐκ ἔστιν ὁ Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων· ὑμεῖς οὖν πολὺ πλανᾶσθε.

28. Καὶ προσελθὼν εἷς τῶν γραμματέων, ἀκούσας αὐτῶν συζητούντων, ἰδὼν ὅτι καλῶς αὐτοῖς ἀπεκρίθη, ἐπηρώτησεν αὐτόν· ποία ἐστὶ πρώτη πάντων ἐντολή;

29. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίθη αὐτῷ ὅτι πρώτη πάντων ἐντολή· ἄκουε, Ἰσραήλ, Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν Κύριος εἷς ἐστι·

30. καὶ ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου. αὕτη πρώτη ἐντολή.

31. καὶ δευτέρα ὁμοίᾳ, αὕτη· ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν. μείζων τούτων ἄλλη ἐντολὴ οὐκ ἔστι.

32. καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ γραμματεύς· καλῶς, διδάσκαλε, ἐπ' ἀληθείας εἶπας ὅτι εἷς ἐστι καὶ οὐκ ἔστιν ἄλλος πλὴν αὐτοῦ·

33. καὶ τὸ ἀγαπᾶν αὐτὸν ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καὶ ἐξ ὅλης τῆς συνέσεως καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος, καὶ τὸ ἀγαπᾶν τὸν πλησίον ὡς ἑαυτὸν πλεῖόν ἐστι πάντων τῶν ὁλοκαυτωμάτων καὶ θυσιῶν.

34. καὶ ὁ Ἰησοῦς ἰδὼν ὅτι νουνεχῶς ἀπεκρίθη, εἶπεν αὐτῷ· οὐ μακρὰν εἶ ἀπὸ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. καὶ οὐδεὶς οὐκέτι ἐτόλμα αὐτὸν ἐπερωτῆσαι.

35. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς ἔλεγε διδάσκων ἐν τῷ ἱερῷ· πῶς λέγουσιν οἱ γραμματεῖς ὅτι ὁ Χριστὸς υἱὸς Δαυΐδ ἐστιν;

36. αὐτὸς γὰρ Δαυῒδ εἶπεν ἐν τῷ Πνεύματι τῷ Ἁγίῳ· λέγει ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου, κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου.

37. αὐτὸς οὖν Δαυῒδ λέγει αὐτὸν Κύριον· καὶ πόθεν υἱὸς αὐτοῦ ἐστι; καὶ ὁ πολὺς ὄχλος ἤκουεν αὐτοῦ ἡδέως.

38. Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ἐν τῇ διδαχῇ αὐτοῦ· βλέπετε ἀπὸ τῶν γραμματέων τῶν θελόντων ἐν στολαῖς περιπατεῖν καὶ ἀσπασμοὺς ἐν ταῖς ἀγοραῖς

39. καὶ πρωτοκαθεδρίας ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ πρωτοκλισίας ἐν τοῖς δείπνοις.

40. οἱ κατεσθίοντες τὰς οἰκίας τῶν χηρῶν καὶ προφάσει μακρὰ προσευχόμενοι οὗτοι λήψονται περισσότερον κρῖμα.

41. Καὶ καθίσας ὁ Ἰησοῦς κατέναντι τοῦ γαζοφυλακίου ἐθεώρει πῶς ὁ ὄχλος βάλλει χαλκὸν εἰς τὸ γαζοφυλάκιον.

42. καὶ πολλοὶ πλούσιοι ἔβαλλον πολλά· καὶ ἐλθοῦσα μία χήρα πτωχὴ ἔβαλε λεπτὰ δύο, ὅ ἐστι κοδράντης.

43. καὶ προσκαλεσάμενος τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἡ χήρα ἡ πτωχὴ αὕτη πλεῖον πάντων ἔβαλε τῶν βαλλόντων εἰς τὸ γαζοφυλάκιον·

44. πάντες γὰρ ἐκ τοῦ περισσεύοντος αὐτοῖς ἔβαλον· αὕτη δὲ ἐκ τῆς ὑστερήσεως αὐτῆς πάντα ὅσα εἶχεν ἔβαλεν, ὅλον τὸν βίον αὐτῆς.

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Mark, Chapter 12 (KJV)

1. And he began to speak unto them by parables. A certain man planted a vineyard, and set an hedge about it , and digged a place for the winefat, and built a tower, and let it out to husbandmen, and went into a far country.
2. And at the season he sent to the husbandmen a servant, that he might receive from the husbandmen of the fruit of the vineyard.
3. And they caught him , and beat him, and sent him away empty.
4. And again he sent unto them another servant; and at him they cast stones, and wounded him in the head, and sent him away shamefully handled.
5. And again he sent another; and him they killed, and many others; beating some, and killing some.
6. Having yet therefore one son, his wellbeloved, he sent him also last unto them, saying, They will reverence my son.
7. But those husbandmen said among themselves, This is the heir; come, let us kill him, and the inheritance shall be ours.
8. And they took him, and killed him , and cast him out of the vineyard.
9. What shall therefore the lord of the vineyard do? he will come and destroy the husbandmen, and will give the vineyard unto others.
10. And have ye not read this scripture; The stone which the builders rejected is become the head of the corner:
11. This was the Lord's doing, and it is marvellous in our eyes?
12. And they sought to lay hold on him, but feared the people: for they knew that he had spoken the parable against them: and they left him, and went their way.
13. And they send unto him certain of the Pharisees and of the Herodians, to catch him in his words.
14. And when they were come, they say unto him, Master, we know that thou art true, and carest for no man: for thou regardest not the person of men, but teachest the way of God in truth: Is it lawful to give tribute to Caesar, or not?
15. Shall we give, or shall we not give? But he, knowing their hypocrisy, said unto them, Why tempt ye me? bring me a penny, that I may see it.
16. And they brought it . And he saith unto them, Whose is this image and superscription? And they said unto him, Caesar's.
17. And Jesus answering said unto them, Render to Caesar the things that are Caesar's, and to God the things that are God's. And they marvelled at him.
18. Then come unto him the Sadducees, which say there is no resurrection; and they asked him, saying,
19. Master, Moses wrote unto us, If a man's brother die, and leave his wife behind him , and leave no children, that his brother should take his wife, and raise up seed unto his brother.
20. Now there were seven brethren: and the first took a wife, and dying left no seed.
21. And the second took her, and died, neither left he any seed: and the third likewise.
22. And the seven had her, and left no seed: last of all the woman died also.
23. In the resurrection therefore, when they shall rise, whose wife shall she be of them? for the seven had her to wife.
24. And Jesus answering said unto them, Do ye not therefore err, because ye know not the scriptures, neither the power of God?
25. For when they shall rise from the dead, they neither marry, nor are given in marriage; but are as the angels which are in heaven.
26. And as touching the dead, that they rise: have ye not read in the book of Moses, how in the bush God spake unto him, saying, I am the God of Abraham, and the God of Isaac, and the God of Jacob?
27. He is not the God of the dead, but the God of the living: ye therefore do greatly err.
28. And one of the scribes came, and having heard them reasoning together, and perceiving that he had answered them well, asked him, Which is the first commandment of all?
29. And Jesus answered him, The first of all the commandments is , Hear, O Israel; The Lord our God is one Lord:
30. And thou shalt love the Lord thy God with all thy heart, and with all thy soul, and with all thy mind, and with all thy strength: this is the first commandment.
31. And the second is like, namely this, Thou shalt love thy neighbour as thyself. There is none other commandment greater than these.
32. And the scribe said unto him, Well, Master, thou hast said the truth: for there is one God; and there is none other but he:
33. And to love him with all the heart, and with all the understanding, and with all the soul, and with all the strength, and to love his neighbour as himself, is more than all whole burnt offerings and sacrifices.
34. And when Jesus saw that he answered discreetly, he said unto him, Thou art not far from the kingdom of God. And no man after that durst ask him any question .
35. And Jesus answered and said, while he taught in the temple, How say the scribes that Christ is the Son of David?
36. For David himself said by the Holy Ghost, The LORD said to my Lord, Sit thou on my right hand, till I make thine enemies thy footstool.
37. David therefore himself calleth him Lord; and whence is he then his son? And the common people heard him gladly.
38. And he said unto them in his doctrine, Beware of the scribes, which love to go in long clothing, and  love salutations in the marketplaces,
39. And the chief seats in the synagogues, and the uppermost rooms at feasts:
40. Which devour widows' houses, and for a pretence make long prayers: these shall receive greater damnation.
41. And Jesus sat over against the treasury, and beheld how the people cast money into the treasury: and many that were rich cast in much.
42. And there came a certain poor widow, and she threw in two mites, which make a farthing.
43. And he called unto him his disciples, and saith unto them, Verily I say unto you, That this poor widow hath cast more in, than all they which have cast into the treasury:
44. For all they did cast in of their abundance; but she of her want did cast in all that she had, even all her living.