Mark, Chapter 14 Modern Greek

01 ΜΕΤΑ δε δύο ημέρας ήτο το πάσχα και τα άζυμα  και εζήτουν οι αρχιερείς και οι γραμματείς πως να συλλάβωσιν αυτόν με δόλον και να θανατώσωσιν.
02  Έλεγον δε, Μη εν τη εορτή, μήποτε γείνη θόρυβος του λαού.
03 Και ενώ αυτός ήτο εν Βηθανία, εν τη οικία Σίμωνος του λεπρού, και εκάθητο εις την τράπεζαν, ήλθε γυνή έχουσα αλάβαστρον μύρου, νάρδου καθαράς πολυτίμου  και συντρίψασα το αλάβαστρον, έχυσε το μύρον επί της κεφαλής αυτού.
04  Ήσαν δε τινές αγανακτούντες καθ' εαυτούς, και λέγοντες, Δια τι έγεινεν η απώλεια αύτη του μύρου;
05 διότι ηδύνατο τούτο να πωληθή υπέρ τριακόσια δηνάρια, και να δοθώσιν εις τους πτωχούς  και ωργίζοντο κατ' αυτής.
06 Αλλ' ο Ιησούς είπεν, Αφήσατε αυτήν δια τι ενοχλείτε αυτήν; καλόν έργον έπραξεν εις εμέ.
07 Διότι τους πτωχούς πάντοτε έχετε μεθ' εαυτών, και όταν θέλητε, δύνασθε να ευεργετήσητε αυτούς  εμέ όμως πάντοτε δεν έχετε.
08  Ότι ηδύνατο αύτη, έπραξε  προέλαβε να αλείψη με μύρον το σώμά μου δια τον ενταφιασμόν.
09 Αληθώς σας λέγω,  Όπου αν κηρυχθή το ευαγγέλιον τούτο εις όλον τον κόσμον, καί εκείνο το οποίον έπραξεν αύτη, θέλει λαληθή εις μνημόσυνον αυτής.
10 Τότε ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, εις των δώδεκα, υπήγε προς τους αρχιερείς, δια να παραδώση αυτόν εις αυτούς.
11 Εκείνοι δε ακούσαντες εχάρησαν  και ιπεσχέθησαν να δώσωσιν εις αυτόν αργύρια  και εζήτει πως να παραδώση αυτόν εν ευκαιρία.
12 Και τη πρώτη ημέρα των αζύμων, ότε εθυσίαζον το πάσχα, λέγουσι προς αυτόν οι μαθηταί αυτού, Που θέλεις να υπάγωμεν και να ετοιμάσωμεν δια να φάγης το πάσχα;
13 Και αποστέλλει δύο των μαθητών αυτού, και λέγει προς αυτούς, Υπάγετε εις την πόλιν  και θέλει σας απαντήσει άνθρωπος βαστάζων σταμνίον ύδατος  ακολουθήσατε αυτόν,
14 και όπου εισέλθη, είπατε προς τον οικοδεσπότην, Ότι ο διδάσκαλος λέγει, Που είναι το κατάλυμα όπου θέλω φάγει το πάσχα μετά των μαθητών μου;
15 Και αυτός θέλει σας δείξει ανώγεον μέγα εστρωμένον έτοιμον  εκεί ετοιμάσατε εις ημάς.
16 Και εξήλθον οι μαθηταί αυτού και ήλθον εις την πόλιν, και εύρον καθώς είπε προς αυτούς, και ητοίμασαν το πάσχα.
17 Και ότε έγεινεν εσπέρα, έρχεται μετά των δώδεκα
18 και ενώ εκάθηντο εις την τράπεζαν και έτρωγον, είπεν ο Ιησούς, Αληθώς σας λέγω Ότι εις εξ υμών θέλει με παραδώσει, όστις τρώγει μετ' εμού.
19 Οι δε ήρχισαν να λυπώνται, και να λέγωσι προς αυτόν εις έκαστος, Μήπως εγώ; και άλλος, Μήπως εγώ;
20 Ο δε αποκριθείς, είπε προς αυτούς, Εις εκ των δώδεκα, ο εμβάπτων μετ'  εμού εις το πινάκιον την χείρα.
21 Ο μεν Υιός του ανθρώπου υπάγει, καθώς είναι γεγραμμένον περί αυτού  ουαί δε εις τον άνθρωπον εκείνον, δια του οποίου ο Υιός του ανθρώπου παραδίδεται  καλόν ήτο εις τον άνθρωπον εκείνον, αν δεν ήθελε γεννηθή.
22 Και ενώ έτρωγον, λαβών ο Ιησούς άρτον, ευλογήσας, έκοψε, και έδωκεν εις αυτούς και είπε, Λάβετε, φάγετε  τούτο είναι το σώμά μου.
23 Και λαβών το ποτήριον, ευχαρίστησε, και έδωκεν εις αυτούς, και έπιον εξ αυτού πάντες.
24 Και είπε προς αυτούς, Τούτο είναι το αίμά μου το της καινής διαθήκης, το περί πολλών εκχυνόμενον
25 αληθώς σας λέγω, ότι δεν θέλω πίει πλέον εκ του γεννήματος της αμπέλου, έως της ημέρας εκείνης, όταν πίνω αυτό νέον εν τη βασιλεία του Θεού.
26 Και αφού ύμνησαν, εξήλθον εις το όρος των Ελαιών.
27 Και λέγει προς αυτούς ο Ιησούς,  Ότι πάντες θέλετε σκανδαλισθή εν εμοί την νύκτα ταύτην  διότι είναι γεγραμμένον, «Θέλω πατάξει τον ποιμένα, και θέλουσι διασκορπισθή τα πρόβατα.»Ζαχαριας ιγ'.7
28 Αφού όμως αναστηθώ, θέλω υπάγει πρότερον υμών εις την Γαλιλαίαν.
29 Ο δε Πέτρος είπε προς αυτόν, Και εάν πάντες σκανδαλισθώσιν, εγώ όμως ουχί.
30 Και λέγει προς αυτόν ο Ιησούς, Αληθώς σοι λέγω ότι σήμερον την νύκτα ταύτην, πριν ο αλέκτωρ φωνάξη δις, τρις θέλεις με απαρνηθή.
31 Ο δε έτι μάλλον έλεγεν, Εάν γείνη χρεία να συναποθάνω μετά σου, δεν θέλω σε απαρνηθή. Ωσαύτως δε και πάντες έλεγον.
32 Και έρχονται εις χωρίον ονομαζόμενον Γεθσημανή  και λέγει προς τους μαθητάς αυτού, Καθίσατε εδώ, εωσού προσευχηθώ.
33 Και παραλαμβάνει τον Πέτρον και τον Ιάκωβον και Ιωάννην μεθ' εαυτού  και ήρχισε να εκθαμβήται και να αδημονή.
34 Και λέγει προς αυτούς, Περίλυπος είναι η ψυχή μου έως θανάτου  μείνατε εδώ, και αγρυπνείτε.
35 Και προχωρήσας ολίγον, έπεσεν επί της γης, και προσηύχετο, να παρέλθη αν ήναι δυνατόν απ' αυτού η ώρα εκείνη.
36 Και έλεγεν, Αββά, ο Πατήρ, πάντα είναι δυνατά εις σε απομάκρυνον απ' εμού το ποτήριον τούτο  ουχί όμως ότι θέλω εγώ, αλλ' ότι συ.
37 Και έρχεται, και ευρίσκει αυτούς κοιμωμένους  και λέγει προς τον Πέτρον, Σίμων κοιμάσαι; δεν ηδυνήθης μιάν ώραν να αγρυπνήσης;
38 αγρυπνείτε και προσεύχεσθε, δια να μη εισέλθητε εις πειρασμόν  το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σάρξ ασθενής.
39 Και πάλιν υπήγε και προσηυχήθη, ειπών τον αυτόν λόγον.
40 Και επιστρέψας εύρον αυτούς πάλιν κοιμωμένους, διότι οι οφθαλμοί αυτών ήσαν βεβαρημένοι, και δεν ήξευρον τι να αποκριθώσι προς αυτόν.
41 Και έρχεται την τρίτην φοράν και λέγει προς αυτούς, Κοιμάσθε το λοιπόν, και αναπαύεσθε  αρκεί  ήλθεν η ώρα ιδού, παραδίδεται ο Υιός του ανθρώπου εις τας χείρας των αμαρτωλών
42 εγέρθητε, υπάγωμεν  ιδού, ο παραδίδων με επλησίασε.
43 Και ευθύς ενώ ελάλει έτι, έρχεται ο Ιούδας, εις ων των δώδεκα, και μετ' αυτού όχλος πολύς μετά μαχαιρών και ξύλων, παρά των αρχιερέων και των γραμματέων και των πρεσβυτέρων.
44 Ο δε παραδίδων αυτόν είχε δώσει εις αυτούς σημείον, λέγων,  Όντινα φιλήσω, αυτός είναι  πιάσατε αυτόν και φέρετε ασφαλώς.
45 Και ότε ήλθεν, ευθύς πλησιάσας εις αυτόν, λέγει, Ραββί, Ραββί και κατεφίλησεν αυτόν.
46 Και εκείνοι απέβαλον επ' αυτόν τας χείρας αυτών, και επίασαν αυτόν.
47 Εις δε τις των παρεστώτων σύρας την μάχαιραν, εκτύπησε τον δούλον του αρχιερέως, και απέκοψε το ωτίον αυτού.
48 Και αποκριθείς ο Ιησούς, είπε προς αυτούς, Ως επί ληστήν εξήλθετε μετά μαχαιρών και ξύλων να με συλλάβητε;
49 καθ' ημέραν ήμην πλησίον υμών εν τω ιερώ διδάσκων, και δεν με επιάσατε  πλήν τούτο έγεινε δια να πληρωθώσιν αι γραφαί.
50 Και αφήσαντες αυτόν πάντες έφυγον.
51 Και εις τις νεανίσκος ηκολούθει αυτόν, περιτετυλιγμένος σινδόνα εις το γυμνόν σώμα αυτού  και πιάνουσιν αυτόν οι νεανίσκοι.
52 Ο δε αφήσας την σινδόνα, έφυγεν απ' αυτών γυμνός.
53 Και έφεραν τον Ιησούν προς τον αρχιερέα  και συνέρχονται προς αυτόν πάντες οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι και οι γραμματείς.
54 Και ο Πέτρος από μακρόθεν ηκολούθησεν αυτόν έως ένδον της αυλής του αρχιερέως και συνεκάθητο μετά των υπηρετών, και εθερμαίνετο εις το πύρ.
55 Οι δε αρχιερείς και όλον το συνέδριον εζήτουν κατά του Ιησού μαρτυρίαν δια να θανατώσωσιν αυτόν, και δεν εύρισκον.
56 Διότι πολλοί εψευδομαρτύρουν κατ' αυτού  αλλ' αι μαρτυρίαι δεν ήσαν σύμφωνοι.
57 Και τινές σηκωθέντες εψευδομαρτύρουν κατ' αυτού, λέγοντες,
58  Ότι ημείς ηκούσαμεν αυτόν λέγοντα,  Ότι εγώ θέλω χαλάσει τον ναόν τούτον τον χειροποίητον, και δια τριών ημερών άλλον αχειροποίητον θέλω οικοδομήσει.
59 Πλήν ουδέ ούτως ήτο σύμφωνος η μαρτυρία αυτών.
60 Και σηκωθείς ο αρχιερεύς εις το μέσον, ηρώτησε τον Ιησούν, λέγων, Δεν αποκρίνεσαι ουδέν; τι μαρτυρούσιν ούτοι κατά σου;
61 Ο δε εσιώπα, και δεν απεκρίθη ουδέν. πάλιν ο αρχιερεύς ηρώτα αυτόν, λέγων προς αυτόν, Συ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Ευλογητού;
62 Ο δε Ιησούς είπεν, Εγώ είμαι  και θέλετε ιδεί τον Υιόν του ανθρώπου καθήμενον εκ δεξιών της δυνάμεως, και ερχόμενον μετά των νεφελών του ουρανού.
63 Τότε ο αρχιερεύς διασχίσας τα ιμάτια αυτού, λέγει, Τι χρείαν έχομεν πλέον μαρτύρων;
64 ηκούσατε την βλασφημίαν  τι σας φαίνεται; Οι δε πάντες κατέκριναν αυτόν, ότι είναι ένοχος θανάτου.
65 Και ήρχισάν τινες να εμπτύωσιν εις αυτόν, και να περικαλύπτωσι το πρόσωπον αυτού, και να γρονθίζωσιν αυτόν, και να λέγωσι προς αυτόν., Προφήτευσον. Και οι υπηρέται έτυπτον αυτόν με ραπίσματα.
66 Και ενώ ήτο ο Πέτρος εν τη αυλή κάτω, έρχεται μιά των θεραπαινίδων του αρχιερέως
67 και ότε είδε τον Πέτρον θερμαινόμενον, εμβλέψασα εις αυτόν, λέγει, Και συ ήσο μετά του Ναζαρηνού Ιησού.
68 Ο δε ηρνήθη, λέγων, Δεν εξεύρω, ουδέ καταλαμβάνω τι συ λέγεις. Και εξήλθεν έξω εις το προαύλιον  και ο αλέκτωρ εφώναξε.
69 Και η θεράπαινα ιδούσα αυτόν πάλιν, ήρχισε να λέγη προς τούς παρεστώτας, Ότι ούτος εξ αυτών είναι.
70 Ο δε πάλιν ηρνείτο. Και μετ' ολίγον πάλιν οι παρεστώτες έλεγον προς τον Πέτρον, Αληθώς εξ αυτών είσαι διότι Γαλιλαίος είσαι, και η λαλιά σου ομοιάζει.
71 Εκείνος δε ήρχισε να αναθεματίζη και να ομνύη, Ότι δεν εξεύρω τον άνθρωπον τούτον, τον οποίον λέγετε.
72 Και ο αλέκτωρ εφώναξε εκ δευτέρου.  Και ενεθυμήθη ο Πέτρος τον λόγον, τον οποίον είπε προς αυτόν ο Ιησούς, Ότι πρίν ο αλέκτωρ φωνάξη δίς, θέλεις με αρνηθή τρίς.  Και ήρχισε να κλαίη πικρώς.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Mark, Chapter 14 Demotic Greek

1. Κι ενώ υπολείπονταν δυο μέρες για τη γιορτή του Πάσχα και των Αζύμων, οι αρχιερείς και οι νομοδιδάσκαλοι αναζητούσαν τρόπο να τον συλλάβουν με κάποιο πονηρό τέχνασμα και να τον σκοτώσουν.
2. Έλεγαν όμως: «Όχι στη διάρκεια της γιορτής, μήπως και ξεσηκωθεί ο λαός».
3. Στο μεταξύ, ενώ ο Ιησούς βρισκόταν στη Βηθανία, στο σπίτι του Σίμωνα του λεπρού, την ώρα που έτρωγε ήρθε μια γυναίκα κρατώντας ένα δοχείο από αλάβαστρο με γνήσιο, πολύτιμο μύρο από ναρδόσταγμα, και σπάζοντας το αλάβαστρο έχυσε το μύρο στο κεφάλι του.
4. Εκεί όμως υπήρχαν και μερικοί που με αγανάκτηση έλεγαν μεταξύ τους: «Για ποιο λόγο έγινε η σπατάλη αυτή του μύρου;
5. Γιατί μπορούσε το μύρο αυτό να πουληθεί πάνω από τριακόσια δηνάρια και να δοθούν στους φτωχούς». Και της εκδήλωναν έντονα την αγανάκτησή τους.
6. Αλλ' ο Ιησούς είπε: «Αφήστε την. Γιατί την  στεναχωρείτε; Μια καλή πράξη έκανε για μένα.
7. Άλλωστε τους φτωχούς τους έχετε πάντοτε μαζί σας και όποτε θέλετε μπορείτε να τους κάνετε το καλό. Εμένα όμως δε με έχετε πάντοτε.
8. Αυτή έκανε εκείνο που της υπαγόρευσε η καρδιά της. Μύρωσε προκαταβολικά το σώμα μου για τον ενταφιασμό μου.
9. Σας βεβαιώνω πως όπου κι αν κηρυχτεί το Ευαγγέλιο αυτό, σ' όλο τον κόσμο, θα διαλαληθεί κι αυτό που έκανε αυτή για να τη θυμούνται».
10. Τότε, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, ένας από τους δώδεκα, πήγε στους αρχιερείς για να τους καταδώσει τον Ιησού.
11. Χάρηκαν εκείνοι όταν τον άκουσαν και του υποσχέθηκαν να του δώσουν χρήματα. Έτσι λοιπόν, ζητούσε με τι τρόπο να τον παραδώσει σε κατάλληλη ευκαιρία.
12. Την πρώτη μέρα της γιορτής των Αζύμων, τότε που θυσίαζαν το Πάσχα, του λένε οι μαθητές του: «Πού θέλεις να πάμε να σου ετοιμάσουμε για να φας το Πάσχα;».
13. Στέλνει τότε δύο από τους μαθητές του λέγοντάς τους: «Πηγαίνετε στην πόλη και θα σας συναντήσει κάποιος που θα κουβαλάει μια στάμνα με νερό. Ακολουθήστε τον
14. και σε όποιο σπίτι μπει, να πείτε στο σπιτονοικοκύρη πως ο Δάσκαλος ρωτάει: Πού είναι το κατάλυμά μου, όπου θα φάω το Πάσχα μαζί με τους μαθητές μου;
15. Κι αυτός θα σας δείξει ένα μεγάλο ανώγι έτοιμο, στρωμένο. Εκεί να μας ετοιμάσετε».
16. Βγήκαν λοιπόν οι μαθητές του και ήρθαν στην πόλη και τα βρήκαν όπως τους είπε και ετοίμασαν το Πάσχα.
17. Και σαν βράδιασε έρχεται εκεί μαζί με τους δώδεκα.
18. Κι ενώ κάθονταν κι έτρωγαν, είπε ο Ιησούς: «Σας βεβαιώνω πως ένας από σας θα με καταδώσει. Ένας που τρώει μαζί μου!».
19. Τότε εκείνοι άρχισαν να λυπούνται και να τον ρωτούν ένας ένας: «Μήπως εγώ;». Κι άλλος: «Μήπως εγώ;».
20. Κι εκείνος τους είπε: «Ένας από τους δώδεκα! Αυτός που βουτάει μαζί μου το ψωμί στην κούπα!
21. Και ο μεν Γιος του Ανθρώπου πάει βέβαια, όπως έχει προφητευθεί γι' αυτόν, μα αλίμονο στον άνθρωπο εκείνον με ενέργεια του οποίου καταδίνεται ο Γιος του Ανθρώπου. Θα ήταν προτιμότερο γι' αυτόν αν δεν είχε γεννηθεί ο άνθρωπος εκείνος».
22. Και καθώς έτρωγαν, πήρε ο Ιησούς ψωμί κι αφού το ευλόγησε, το έκοψε και τους έδωσε λέγοντας: «Πάρτε, φάτε. Αυτό είναι το σώμα μου».
23. Κατόπιν πήρε το ποτήρι κι αφού ευχαρίστησε, τους το έδωσε και ήπιαν απ' αυτό όλοι.
24. Και τους είπε: «Αυτό είναι το αίμα μου - το αίμα της Καινής Διαθήκης - που χύνεται για χάρη πολλών.
25. Σας πληροφορώ πως απ' εδώ κι ύστερα, δε θα ξαναπιώ ποτέ πια από το προϊόν του αμπελιού μέχρι την ημέρα εκείνη, που θα το πίνω καινούργιο στη βασιλεία του Θεού».
26. Έπειτα, αφού έψαλαν, ξεκίνησαν για το Όρος των Ελαιών.
27. Τους λέει τότε ο Ιησούς: «Όλων σας η σταθερότητα σ' εμένα θα κλονιστεί τη νύχτα αυτή, γιατί έχει προφητευθεί: Θα σκοτώσω το βοσκό και θα διασκορπιστούν τα πρόβατα.
28. Μετά την ανάστασή μου όμως θα πάω πριν από σας στη Γαλιλαία».
29. Του είπε τότε ο Πέτρος: «Κι αν όλων η σταθερότητα σ' εσένα κλονιστεί, η δική μου πάντως όχι».
30. Και του λέει ο Ιησούς: «Πραγματικά, σου λέω, εσύ, σήμερα κιόλας, τούτη τη νύχτα, προτού καν ο πετεινός λαλήσει για δεύτερη φορά, τρεις φορές θα με απαρνηθείς».
31. Εκείνος όμως με περισσότερη επιμονή έλεγε εντονότερα: «Ακόμα κι αν χρειαστεί να πεθάνω μαζί σου, όχι, δε θα σε απαρνηθώ». Το ίδιο επίσης έλεγαν όλοι.
32. Έρχονται έπειτα σ' ένα μέρος που ονομάζεται Γεθσημανή και λέει στους μαθητές του: «Καθίστε εδώ, ώσπου να προσευχηθώ».
33. Παίρνει μετά μαζί του τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη κι άρχισε να ταράζεται και να αγωνιά,
34. και τους λέει: «Περίλυπη είναι η ψυχή μου σε βαθμό που μόνο ο θάνατος μπορεί να την καταπραΰνει. Μείνετε εδώ και αγρυπνείτε».
35. Κατόπιν, αφού προχώρησε λίγο, έπεσε με το πρόσωπο στη γη και προσευχόταν, ώστε, αν είναι δυνατόν, να αποφευχθεί γι' αυτόν η ώρα εκείνη.
36. Έλεγε: «Αββά, Πατέρα μου, όλα είναι δυνατά για σένα. Απομάκρυνε από μένα αυτό το ποτήρι. Να μη γίνει όμως το δικό μου θέλημα αλλά το δικό σου».
37. Έρχεται έπειτα πίσω και τους βρίσκει να κοιμούνται. Λέει τότε στον Πέτρο: «Σίμωνα, κοιμάσαι; Δεν μπόρεσες να αγρυπνήσεις μια ώρα;
38. Αγρυπνείτε και προσεύχεστε για να μην πέσετε σε πειρασμό, γιατί το πνεύμα είναι πρόθυμο βέβαια, μα η σάρκα είναι αδύνατη».
39. Μετά πήγε και προσευχήθηκε πάλι λέγοντας την ίδια προσευχή.
40. Και όταν επέστρεψε τους βρήκε να κοιμούνται πάλι, γιατί τα μάτια τους βάραιναν πολύ από τη νύστα και δεν ήξεραν τι να του απαντήσουν.
41. Έρχεται και για τρίτη φορά και τους λέει: «Κοιμάστε το λοιπόν και αναπαύεστε! Φτάνει πια! Ήρθε η ώρα. Ορίστε, παραδίνεται ο Γιος του Ανθρώπου στα χέρια των αμαρτωλών!
42. Σηκωθείτε, πάμε. Νάτος κιόλας αυτός που με καταδίνει, έφτασε!».
43. Κι ευθύς αμέσως, ενώ ακόμα αυτός μιλούσε, καταφτάνει ο Ιούδας, ένας από τους δώδεκα, και μαζί του - σταλμένος από τους αρχιερείς, τους νομοδιδασκάλους και τους πρεσβυτέρους - όχλος πολύς με μαχαίρια και ρόπαλα.
44. Στο μεταξύ τους είχε δώσει σύνθημα ο καταδότης λέγοντάς τους: «Όποιον φιλήσω, αυτός είναι! Πιάστε τον και μεταφέρτε τον με σιγουριά».
45. Έτσι, μόλις ήρθε κατευθύνθηκε απ' ευθείας σ' αυτόν και του λέει: «Δάσκαλε! Δάσκαλε!». Και τον φίλησε επανειλημμένα.
46. Οι άλλοι τότε άπλωσαν τα χέρια τους πάνω του και τον συνέλαβαν.
47. Ένας όμως από εκείνους που παρευρίσκονταν εκεί, έσυρε το μαχαίρι του και χτύπησε το δούλο του αρχιερέα και απέκοψε το αυτί του.
48. Απευθύνθηκε τότε ο Ιησούς σ' αυτούς και τους είπε: «Ληστή θαρρείτε πως κυνηγούσατε και βγήκατε με μαχαίρια και ρόπαλα να με συλλάβετε;
49. Κάθε μέρα ανάμεσά σας ήμουν στο ναό και δίδασκα, και δε με συλλάβατε. Αλλ' αυτό έγινε για να εκπληρωθούν οι Γραφές».
50. Τότε τον εγκατέλειψαν όλοι οι δικοί του κι έφυγαν.
51. Τον είχε ακολουθήσει κι ένας νεαρός τυλιγμένος μ' ένα σεντόνι στο γυμνό του σώμα, και τον συνέλαβαν αυτόν οι νεαροί.
52. Εκείνος όμως παράτησε το σεντόνι και τους ξέφυγε γυμνός.
53. Έφεραν λοιπόν τον Ιησού στον αρχιερέα, όπου μαζεύτηκαν κι όλοι οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι και οι νομοδιδάσκαλοι.
54. Από μακριά τον ακολούθησε και ο Πέτρος μέχρι και μέσα στην αυλή του αρχιερέα, και καθόταν εκεί μαζί με τους υπηρέτες κοντά στη φωτιά και ζεσταινόταν.
55. Στο μεταξύ οι αρχιερείς και όλο το συνέδριο ζητούσαν κάποια μαρτυρία εναντίον του Ιησού για να τον καταδικάσουν σε θάνατο, αλλά δεν εύρισκαν.
56. Γιατί αν και ψευδομαρτυρούσαν πολλοί εναντίον του, όμως οι μαρτυρίες τους δεν ήταν επαρκείς για καταδίκη σε θάνατο.
57. Σηκώθηκαν και μερικοί και ψευδομαρτυρούσαν εναντίον του λέγοντας:
58. «Εμείς τον ακούσαμε να λέει: Εγώ θα γκρεμίσω το ναό αυτόν, το χειροποίητο, και σε τρεις μέρες θα οικοδομήσω άλλον, που δε θα έχει χτιστεί από ανθρώπους».
59. Μα ούτε κι έτσι ήταν επαρκείς οι μαρτυρίες τους.
60. Τότε σηκώθηκε ο αρχιερέας στη μέση και ρώτησε τον Ιησού: «Δε δίνεις καμιά απάντηση; Τι μαρτυρούν αυτοί εναντίον σου;».
61. Αλλ' εκείνος συνέχιζε να σιωπά και δεν έδινε καμιά απάντηση. Ο αρχιερέας όμως επέμενε να τον ανακρίνει, και τον ρωτάει: «Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Γιος του Ευλογητού;».
62. Τότε ο Ιησούς είπε: «Εγώ είμαι. Και θα δείτε το Γιο του Ανθρώπου να κάθεται στα δεξιά του Παντοδύναμου και να έρχεται ανάμεσα στις νεφέλες τ' ουρανού».
63. Τότε ο αρχιερέας ξέσχισε τα ρούχα του και είπε: «Τι ανάγκη έχουμε πια από μάρτυρες;
64. Την ακούσατε τη βλαστήμια! Ποια είναι η γνώμη σας;». Κι όλοι αποφάνθηκαν πως είναι ένοχος που του αξίζει η θανατική καταδίκη!».
65. Κι άρχισαν μερικοί να τον φτύνουν και σκεπάζοντας το πρόσωπό του να τον γρονθοκοπούν και να του λένε: «Μάντεψε!». Ακόμα και οι υπηρέτες τον χτυπούσαν με ραπίσματα!
66. Στο μεταξύ, ενώ ο Πέτρος βρισκόταν κάτω στην αυλή, έρχεται μια από τις υπηρέτριες του αρχιερέα,
67. και μόλις είδε τον Πέτρο που ζεσταινόταν, τον κοίταξε προσεκτικά και του λέει: «Κι εσύ ήσουν με τον Ιησού τον Ναζαρηνό!».
68. Αλλ' εκείνος το αρνήθηκε λέγοντας: «Δεν ξέρω κι ούτε καταλαβαίνω τι λες εσύ», και βγήκε έξω στο προαύλιο. Τότε λάλησε ο πετεινός.
69. Τον ξανάδε όμως η υπηρέτρια κι άρχισε να λέει σ' εκείνους που παρευρίσκονταν εκεί ότι κι αυτός απ' αυτούς είναι.
70. Μα εκείνος και πάλι το αρνιόταν. Ύστερα από λίγο, έλεγαν ξανά στον Πέτρο εκείνοι που στέκονταν εκεί: «Πραγματικά είσαι απ' αυτούς, γιατί οπωσδήποτε είσαι Γαλιλαίος και η προφορά σου μοιάζει».
71. Αλλ' εκείνος άρχισε να καταριέται και να ορκίζεται λέγοντας: «Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο αυτό, για τον οποίο μιλάτε».
72. Τότε λάλησε ο πετεινός για δεύτερη φορά και θυμήθηκε ο Πέτρος το λόγο του Ιησού, που του είχε πει: «Πριν λαλήσει ο πετεινός για δεύτερη φορά, τρεις φορές θα μ' απαρνηθείς». Ξέσπασε τότε κι άρχισε να κλαίει.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Mark

Mark, Chapter 14 Ancient Greek

1. Ἦν δὲ τὸ πάσχα καὶ τὰ ἄζυμα μετὰ δύο ἡμέρας. καὶ ἐζήτουν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς πῶς αὐτὸν ἐν δόλῳ κρατήσαντες ἀποκτείνωσιν.

2. ἔλεγον δὲ μὴ ἐν τῇ ἑορτῇ, μήποτε θόρυβος ἔσται τοῦ λαοῦ.

3. Καὶ ὄντος αὐτοῦ ἐν Βηθανίᾳ ἐν τῇ οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ, κατακειμένου αὐτοῦ ἦλθε γυνὴ ἔχουσα ἀλάβαστρον μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτελοῦς, καὶ συντρίψασα τὸ ἀλάβαστρον κατέχεεν αὐτοῦ κατὰ τῆς κεφαλῆς.

4. ἦσαν δέ τινες ἀγανακτοῦντες πρὸς ἑαυτοὺς λέγοντες· εἰς τί ἡ ἀπώλεια αὕτη τοῦ μύρου γέγονεν;

5. ἠδύνατο γὰρ τοῦτο τὸ μύρον πραθῆναι ἐπάνω τριακοσίων δηναρίων καὶ δοθῆναι τοῖς πτωχοῖς· καὶ ἐνεβριμῶντο αὐτῇ.

6. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· ἄφετε αὐτήν· τί αὐτῇ κόπους παρέχετε; καλὸν ἔργον εἰργάσατο ἐν ἐμοί.

7. πάντοτε γὰρ τοὺς πτωχοὺς ἔχετε μεθ' ἑαυτῶν, καὶ ὅταν θέλητε δύνασθε αὐτοὺς εὖ ποιῆσαι· ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε.

8. ὃ ἔσχεν αὕτη ἐποίησε· προέλαβε μυρίσαι μου τὸ σῶμα εἰς τὸν ἐνταφιασμόν.

9. ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅπου ἐὰν κηρυχθῇ τὸ εὐαγγέλιον τοῦτο εἰς ὅλον τὸν κόσμον, καὶ ὃ ἐποίησεν αὕτη λαληθήσεται εἰς μνημόσυνον αὐτῆς.

10. Καὶ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, εἷς τῶν δώδεκα, ἀπῆλθε πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς ἵνα παραδῷ αὐτὸν αὐτοῖς.

11. οἱ δὲ ἀκούσαντες ἐχάρησαν, καὶ ἐπηγγείλαντο αὐτῷ ἀργύρια δοῦναι· καὶ ἐζήτει πῶς εὐκαίρως αὐτὸν παραδῷ.

12. Καὶ τῇ πρώτῃ ἡμέρᾳ τῶν ἀζύμων, ὅτε τὸ πάσχα ἔθυον, λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· ποῦ θέλεις ἀπελθόντες ἑτοιμάσωμεν ἵνα φάγῃς τὸ πάσχα;

13. καὶ ἀποστέλλει δύο τῶν μαθητῶν αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτοῖς· ὑπάγετε εἰς τὴν πόλιν, καὶ ἀπαντήσει ὑμῖν ἄνθρωπος κεράμιον ὕδατος βαστάζων· ἀκολουθήσατε αὐτῷ,

14. καὶ ὅπου ἐὰν εἰσέλθῃ, εἴπατε τῷ οἰκοδεσπότῃ ὅτι ὁ διδάσκαλος λέγει· ποῦ ἐστι τὸ κατάλυμά μου ὅπου τὸ πάσχα μετὰ τῶν μαθητῶν μου φάγω;

15. καὶ αὐτὸς ὑμῖν δείξει ἀνώγαιον μέγα ἐστρωμένον ἕτοιμον· ἐκεῖ ἑτοιμάσατε ἡμῖν.

16. καὶ ἐξῆλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ ἦλθον εἰς τὴν πόλιν, καὶ εὗρον καθὼς εἶπεν αὐτοῖς, καὶ ἡτοίμασαν τὸ πάσχα.

17. Καὶ ὀψίας γενομένης ἔρχεται μετὰ τῶν δώδεκα·

18. καὶ ἀνακειμένων αὐτῶν καὶ ἐσθιόντων εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἷς ἐξ ὑμῶν παραδώσει με, ὁ ἐσθίων μετ' ἐμοῦ.

19. οἱ δὲ ἤρξαντο λυπεῖσθαι καὶ λέγειν αὐτῷ εἷς καθ' εἷς· μήτι ἐγώ; καὶ ἄλλος· μήτι ἐγώ;

20. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, ὁ ἐμβαπτόμενος μετ' ἐμοῦ εἰς τὸ τρύβλιον.

21. ὁ μὲν υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὑπάγει καθὼς γέγραπται περὶ αὐτοῦ· οὐαὶ δὲ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ, δι' οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται· καλὸν ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος.

22. Καὶ ἐσθιόντων αὐτῶν λαβὼν ὁ Ἰησοῦς ἄρτον εὐλογήσας ἔκλασε καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς καὶ εἶπε· λάβετε φάγετε· τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου.

23. καὶ λαβὼν τὸ ποτήριον εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς. καὶ ἔπιον ἐξ αὐτοῦ πάντες

24. καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτό ἐστι τὸ αἷμά μου τὸ τῆς καινῆς διαθήκης τὸ περὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον.

25. ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐκέτι οὐ μὴ πίω ἐκ τοῦ γενήματος τῆς ἀμπέλου ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὅταν αὐτὸ πίνω καινὸν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ.

26. Καὶ ὑμνήσαντες ἐξῆλθον εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν.

27. καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ὅτι πάντες σκανδαλισθήσεσθε ἐν ἐμοὶ ἐν τῇ νυκτῖ ταύτῃ· ὅτι γέγραπται, πατάξω τὸν ποιμένα καὶ διασκορπισθήσονται τὰ πρόβατα·

28. ἀλλὰ μετὰ τὸ ἐγερθῆναί με προάξω ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν.

29. ὁ δὲ Πέτρος ἔφη αὐτῷ· καὶ εἰ πάντες σκανδαλισθήσονται, ἀλλ' οὐκ ἐγώ.

30. καὶ λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἀμὴν λέγω σοι ὅτι σὺ σήμερον ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ πρὶν ἢ δὶς ἀλέκτορα φωνῆσαι τρὶς ἀπαρνήσῃ με.

31. ὁ δὲ Πέτρος ἐκ περισσοῦ ἔλεγε μᾶλλον· ἐάν με δέῃ συναποθανεῖν σοι, οὐ μή σε ἀπαρνήσομαι. ὡσαύτως δὲ καὶ πάντες ἔλεγον.

32. Καὶ ἔρχονται εἰς χωρίον οὗ τὸ ὄνομα Γεθσημανῆ, καὶ λέγει τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· καθίσατε ὧδε ἕως προσεύξωμαι.

33. καὶ παραλαμβάνει τὸν Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην μεθ' ἑαυτοῦ, καὶ ἤρξατο ἐκθαμβεῖσθαι καὶ ἀδημονεῖν

34. καὶ λέγει αὐτοῖς· περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου· μείνατε ὧδε καὶ γρηγορεῖτε.

35. καὶ προελθὼν μικρὸν ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ προσηύχετο ἵνα, εἰ δυνατόν ἐστι, παρέλθῃ ἀπ' αὐτοῦ ἡ ὥρα,

36. καὶ ἔλεγεν ἀββᾶ ὁ πατήρ, πάντα δυνατά σοι· παρένεγκε τὸ ποτήριον ἀπ' ἐμοῦ τοῦτο, ἀλλ' οὐ τί ἐγὼ θέλω, ἀλλ' εἴ τι σύ.

37. καὶ ἔρχεται καὶ εὑρίσκει αὐτοὺς καθεύδοντας, καὶ λέγει τῷ Πέτρῳ· Σίμων, καθεύδεις; οὐκ ἰσχύσατε μίαν ὥραν γρηγορῆσαι;

38. γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν· τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής.

39. καὶ πάλιν ἀπελθὼν προσηύξατο τὸν αὐτὸν λόγον εἰπών.

40. καὶ ὑποστρέψας εὗρεν αὐτοὺς πάλιν καθεύδοντας· ἦσαν γὰρ οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν καταβαρυνόμενοι, καὶ οὐκ ᾔδεισαν τί ἀποκριθῶσιν αὐτῷ.

41. καὶ ἔρχεται τὸ τρίτον καὶ λέγει αὐτοῖς· καθεύδετε λοιπὸν καὶ ἀναπαύεσθε. ἀπέχει· ἦλθεν ἡ ὥρα· ἰδοὺ παραδίδοται ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἁμαρτωλῶν.

42. ἐγείρεσθε, ἄγωμεν· ἰδοὺ ὁ παραδιδούς με ἤγγικε.

43. Καὶ εὐθέως, ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος, παραγίνεται Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, εἷς τῶν δώδεκα, καὶ μετ' αὐτοῦ ὄχλος πολὺς μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων, ἀπεσταλμένοι παρὰ τῶν ἀρχιερέων καὶ γραμματέων καὶ τῶν πρεσβυτέρων.

44. δεδώκει δὲ ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν σύσσημον αὐτοῖς λέγων· ὃν ἂν φιλήσω, αὐτός ἐστι· κρατήσατε αὐτὸν καὶ ἀπαγάγετε ἀσφαλῶς.

45. καὶ ἐλθὼν εὐθέως προσελθὼν αὐτῷ λέγει· χαῖρε, ῥαββί, καὶ κατεφίλησεν αὐτόν.

46. οἱ δὲ ἐπέβαλον ἐπ' αὐτὸν τὰς χεῖρας αὐτῶν καὶ ἐκράτησαν αὐτόν.

47. Εἷς δέ τις τῶν παρεστηκότων σπασάμενος τὴν μάχαιραν ἔπαισε τὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως καὶ ἀφεῖλεν αὐτοῦ τὸ ὠτίον.

48. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξήλθετε μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων συλλαβεῖν με·

49. καθ' ἡμέραν πρὸς ὑμᾶς ἤμην ἐν τῷ ἱερῷ διδάσκων, καὶ οὐκ ἐκρατήσατέ με. ἀλλ' ἵνα πληρωθῶσιν αἱ γραφαί.

50. καὶ ἀφέντες αὐτὸν ἔφυγον πάντες.

51. Καὶ εἷς τις νεανίσκος ἠκολούθησεν αὐτῷ, περιβεβλημένος σινδόνα ἐπὶ γυμνοῦ· καὶ κρατοῦσιν αὐτὸν οἱ νεανίσκοι·

52. ὁ δὲ καταλιπὼν τὴν σινδόνα γυμνὸς ἔφυγεν ἀπ' αὐτῶν.

53. Καὶ ἀπήγαγον τὸν Ἰησοῦν πρὸς τὸν ἀρχιερέα· καὶ συνέρχονται αὐτῷ πάντες οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ γραμματεῖς.

54. καὶ ὁ Πέτρος ἀπὸ μακρόθεν ἠκολούθησεν αὐτῷ ἕως ἔσω εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀρχιερέως, καὶ ἦν συγκαθήμενος μετὰ τῶν ὑπηρετῶν καὶ θερμαινόμενος πρὸς τὸ φῶς.

55. Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ ὅλον τὸ συνέδριον ἐζήτουν κατὰ τοῦ Ἰησοῦ μαρτυρίαν εἰς τὸ θανατῶσαι αὐτόν, καὶ οὐχ εὕρισκον·

56. πολλοὶ γὰρ ἐψευδομαρτύρουν κατ' αὐτοῦ, καὶ ἴσαι αἱ μαρτυρίαι οὐκ ἦσαν.

57. καί τινες ἀναστάντες ἐψευδομαρτύρουν κατ' αὐτοῦ λέγοντες

58. ὅτι ἡμεῖς ἠκούσαμεν αὐτοῦ λέγοντος, ὅτι ἐγὼ καταλύσω τὸν ναὸν τοῦτον τὸν χειροποίητον καὶ διὰ τριῶν ἡμερῶν ἄλλον ἀχειροποίητον οἰκοδομήσω.

59. καὶ οὐδὲ οὕτως ἴση ἦν ἡ μαρτυρία αὐτῶν.

60. καὶ ἀναστὰς ὁ ἀρχιερεὺς εἰς τὸ μέσον ἐπηρώτα τὸν Ἰησοῦν λέγων· οὐκ ἀποκρίνῃ οὐδέν; τί οὗτοί σου καταμαρτυροῦσιν;

61. ὁ δὲ ἐσιώπα καὶ οὐδὲν ἀπεκρίνατο. πάλιν ὁ ἀρχιερεὺς ἐπηρώτα αὐτὸν καὶ λέγει αὐτῷ· σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ εὐλογητοῦ;

62. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· ἐγώ εἰμι· καὶ ὄψεσθε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐκ δεξιῶν καθήμενον τῆς δυνάμεως καὶ ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ.

63. ὁ δὲ ἀρχιερεὺς διαρρήξας τοὺς χιτῶνας αὐτοῦ λέγει· τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτύρων;

64. ἠκούσατε πάντως τῆς βλασφημίας· τί ὑμῖν φαίνεται; οἱ δὲ πάντες κατέκριναν αὐτὸν εἶναι ἔνοχον θανάτου.

65. Καὶ ἤρξαντό τινες ἐμπτύειν αὐτῷ καὶ περικαλύπτειν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ κολαφίζειν αὐτὸν καὶ λέγειν αὐτῷ· προφήτευσον ἡμῖν τίς ἐστιν ὁ παίσας σε. καὶ οἱ ὑπηρέται ῥαπίσμασιν αὐτὸν ἔβαλον.

66. Καὶ ὄντος τοῦ Πέτρου κάτω ἐν τῇ αὐλῇ ἔρχεται μία τῶν παιδισκῶν τοῦ ἀρχιερέως,

67. καὶ ἰδοῦσα τὸν Πέτρον θερμαινόμενον ἐμβλέψασα αὐτῷ λέγει· καὶ σὺ μετὰ τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναζαρηνοῦ ἦσθα.

68. ὁ δὲ ἠρνήσατο λέγων· οὐκ οἶδα οὐδὲ ἐπίσταμαι τί σὺ λέγεις. καὶ ἐξῆλθεν ἔξω εἰς τὸ προαύλιον, καὶ ἀλέκτωρ ἐφώνησε.

69. καὶ ἡ παιδίσκη ἰδοῦσα αὐτὸν πάλιν ἤρξατο λέγειν τοῖς παρεστηκόσιν ὅτι οὗτος ἐξ αὐτῶν ἐστιν.

70. ὁ δὲ πάλιν ἠρνεῖτο. καὶ μετὰ μικρὸν πάλιν οἱ παρεστῶτες ἔλεγον τῷ Πέτρῳ· ἀληθῶς ἐξ αὐτῶν εἶ· καὶ γὰρ Γαλιλαῖος εἶ καὶ ἡ λαλιά σου ὁμοιάζει.

71. ὁ δὲ ἤρξατο ἀναθεματίζειν καὶ ὀμνύναι ὅτι οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον τοῦτον ὃν λέγετε.

72. καὶ ἐκ δευτέρου ἀλέκτωρ ἐφώνησε. καὶ ἀνεμνήσθη ὁ Πέτρος τὸ ῥῆμα ὃ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς ὅτι πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι δίς, ἀπαρνήσῃ με τρίς· καὶ ἐπιβαλὼν ἔκλαιε.

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Mark, Chapter 14 (KJV)

1. After two days was the feast of the passover, and of unleavened bread: and the chief priests and the scribes sought how they might take him by craft, and put him to death.
2. But they said, Not on the feast day , lest there be an uproar of the people.
3. And being in Bethany in the house of Simon the leper, as he sat at meat, there came a woman having an alabaster box of ointment of spikenard very precious; and she brake the box, and poured it on his head.
4. And there were some that had indignation within themselves, and said, Why was this waste of the ointment made?
5. For it might have been sold for more than three hundred pence, and have been given to the poor. And they murmured against her.
6. And Jesus said, Let her alone; why trouble ye her? she hath wrought a good work on me.
7. For ye have the poor with you always, and whensoever ye will ye may do them good: but me ye have not always.
8. She hath done what she could: she is come aforehand to anoint my body to the burying.
9. Verily I say unto you, Wheresoever this gospel shall be preached throughout the whole world, this  also that she hath done shall be spoken of for a memorial of her.
10. And Judas Iscariot, one of the twelve, went unto the chief priests, to betray him unto them.
11. And when they heard it , they were glad, and promised to give him money. And he sought how he might conveniently betray him.
12. And the first day of unleavened bread, when they killed the passover, his disciples said unto him, Where wilt thou that we go and prepare that thou mayest eat the passover?
13. And he sendeth forth two of his disciples, and saith unto them, Go ye into the city, and there shall meet you a man bearing a pitcher of water: follow him.
14. And wheresoever he shall go in, say ye to the goodman of the house, The Master saith, Where is the guestchamber, where I shall eat the passover with my disciples?
15. And he will shew you a large upper room furnished and prepared: there make ready for us.
16. And his disciples went forth, and came into the city, and found as he had said unto them: and they made ready the passover.
17. And in the evening he cometh with the twelve.
18. And as they sat and did eat, Jesus said, Verily I say unto you, One of you which eateth with me shall betray me.
19. And they began to be sorrowful, and to say unto him one by one, Is it I? and another said, Is it I?
20. And he answered and said unto them, It is one of the twelve, that dippeth with me in the dish.
21. The Son of man indeed goeth, as it is written of him: but woe to that man by whom the Son of man is betrayed! good were it for that man if he had never been born.
22. And as they did eat, Jesus took bread, and blessed, and brake it , and gave to them, and said, Take, eat: this is my body.
23. And he took the cup, and when he had given thanks, he gave it to them: and they all drank of it.
24. And he said unto them, This is my blood of the new testament, which is shed for many.
25. Verily I say unto you, I will drink no more of the fruit of the vine, until that day that I drink it new in the kingdom of God.
26. And when they had sung an hymn, they went out into the mount of Olives.
27. And Jesus saith unto them, All ye shall be offended because of me this night: for it is written, I will smite the shepherd, and the sheep shall be scattered.
28. But after that I am risen, I will go before you into Galilee.
29. But Peter said unto him, Although all shall be offended, yet will not I.
30. And Jesus saith unto him, Verily I say unto thee, That this day, even in this night, before the cock crow twice, thou shalt deny me thrice.
31. But he spake the more vehemently, If I should die with thee, I will not deny thee in any wise. Likewise also said they all.
32. And they came to a place which was named Gethsemane: and he saith to his disciples, Sit ye here, while I shall pray.
33. And he taketh with him Peter and James and John, and began to be sore amazed, and to be very heavy;
34. And saith unto them, My soul is exceeding sorrowful unto death: tarry ye here, and watch.
35. And he went forward a little, and fell on the ground, and prayed that, if it were possible, the hour might pass from him.
36. And he said, Abba, Father, all things are possible unto thee; take away this cup from me: nevertheless not what I will, but what thou wilt.
37. And he cometh, and findeth them sleeping, and saith unto Peter, Simon, sleepest thou? couldest not thou watch one hour?
38. Watch ye and pray, lest ye enter into temptation. The spirit truly is ready, but the flesh is weak.
39. And again he went away, and prayed, and spake the same words.
40. And when he returned, he found them asleep again, (for their eyes were heavy,) neither wist they what to answer him.
41. And he cometh the third time, and saith unto them, Sleep on now, and take your rest: it is enough, the hour is come; behold, the Son of man is betrayed into the hands of sinners.
42. Rise up, let us go; lo, he that betrayeth me is at hand.
43. And immediately, while he yet spake, cometh Judas, one of the twelve, and with him a great multitude with swords and staves, from the chief priests and the scribes and the elders.
44. And he that betrayed him had given them a token, saying, Whomsoever I shall kiss, that same is he; take him, and lead him away safely.
45. And as soon as he was come, he goeth straightway to him, and saith, Master, master; and kissed him.
46. And they laid their hands on him, and took him.
47. And one of them that stood by drew a sword, and smote a servant of the high priest, and cut off his ear.
48. And Jesus answered and said unto them, Are ye come out, as against a thief, with swords and with staves to take me?
49. I was daily with you in the temple teaching, and ye took me not: but the scriptures must be fulfilled.
50. And they all forsook him, and fled.
51. And there followed him a certain young man, having a linen cloth cast about his naked body ; and the young men laid hold on him:
52. And he left the linen cloth, and fled from them naked.
53. And they led Jesus away to the high priest: and with him were assembled all the chief priests and the elders and the scribes.
54. And Peter followed him afar off, even into the palace of the high priest: and he sat with the servants, and warmed himself at the fire.
55. And the chief priests and all the council sought for witness against Jesus to put him to death; and found none.
56. For many bare false witness against him, but their witness agreed not together.
57. And there arose certain, and bare false witness against him, saying,
58.  We heard him say, I will destroy this temple that is made with hands, and within three days I will build another made without hands.
59. But neither so did their witness agree together.
60. And the high priest stood up in the midst, and asked Jesus, saying, Answerest thou nothing? what is it which these witness against thee?
61. But he held his peace, and answered nothing. Again the high priest asked him, and said unto him, Art thou the Christ, the Son of the Blessed?
62. And Jesus said, I am: and ye shall see the Son of man sitting on the right hand of power, and coming in the clouds of heaven.
63. Then the high priest rent his clothes, and saith, What need we any further witnesses?
64. Ye have heard the blasphemy: what think ye? And they all condemned him to be guilty of death.
65. And some began to spit on him, and to cover his face, and to buffet him, and to say unto him, Prophesy: and the servants did strike him with the palms of their hands.
66. And as Peter was beneath in the palace, there cometh one of the maids of the high priest:
67. And when she saw Peter warming himself, she looked upon him, and said, And thou also wast with Jesus of Nazareth.
68. But he denied, saying, I know not, neither understand I what thou sayest. And he went out into the porch; and the cock crew.
69. And a maid saw him again, and began to say to them that stood by, This is one of them.
70. And he denied it again. And a little after, they that stood by said again to Peter, Surely thou art one of them: for thou art a Galilaean, and thy speech agreeth thereto .
71. But he began to curse and to swear, saying , I know not this man of whom ye speak.
72. And the second time the cock crew. And Peter called to mind the word that Jesus said unto him, Before the cock crow twice, thou shalt deny me thrice. And when he thought thereon, he wept.