Mark, Chapter 15 Modern Greek

01 ΚΑΙ ευθύς το πρωϊ συνεβουλεύθησαν οι αρχιερείς μετά των πρεσβυτέρων και γραμματέων, και όλον το συνέδριον, και δέσαντες τον Ιησούν έφεραν και παρέδωκαν εις τον Πιλάτον.
02 Και ηρώτησεν αυτόν ο Πιλάτος,  Συ είσαι ο βασιλεύς των Ιουδαίων;  Ο δε αποκριθείς είπε προς αυτόν, Συ λέγεις.
03 Και κατηγόρουν αυτόν οι αρχιερείς πολλά.
04 Ο δε Πιλάτος πάλιν ηρώτησεν αυτόν, λέγων, Δεν αποκρίνεσαι ουδέν; ιδέ, πόσα σου καταμαρτυρούσιν.
05 Ο δε Ιησούς έτι δεν απεκρίθη ουδέν, ώστε ο Πιλάτος εθαύμαζε.
06 Κατά δε την εορτήν απέλυεν εις αυτούς ένα δέσμιον, όντινα εζήτουν.
07  Ήτο δε ο λεγόμενος Βαραββάς δεδεμένος μετά των συνωμοτών οίτινες εν τη στάσει έπραξαν φόνον.
08 Και αναβοήσας ο όχλος, ήρχισε να ζητή να κάμη καθώς πάντοτε έκαμνεν εις αυτούς
09 Ο δε πιλάτος απεκρίθη προς αυτούς, λέγων, Θέλετε να σας απολύσω τον βασιλέα των Ιουδαίων;
10 Επειδή ήξευρεν ότι διά φθόνον παρέδωκαν αυτόν οι αρχιερείς.
11 Οι αρχιερείς όμως διήγειραν τον όχλον να ζητήσωσι να απολύση εις αυτούς μάλλον τον Βαραββάν.
12 Και ο Πιλάτος αποκριθείς πάλιν είπε προς αυτούς, Τι λοιπόν θέλετε να κάμω τούτον τον οποίον λέγετε βασιλέα των Ιουδαίων;
13 Οι δε πάλιν έκραξαν, Σταύρωσον αυτόν.
14 Ο δε Πιλάτος έλεγε προς αυτούς, Και τι κακόν έπραξεν; Οι δε περισσότερον έκραξαν, Σταύρωσον αυτόν.
15 Ο Πιλάτος λοιπόν θέλων να κάμη εις τον όχλον το αρεστόν, απέλυσεν εις αυτούς τον Βαραββάν, και παρέδωκε τον Ιησούν, αφού εμαστίγωσεν αυτόν, διά να σταυρωθή.
16 Οι δε στρατιώται έφεραν αυτόν ένδον της αυλής, το οποίον είναι το πραιτώριον  και συγκαλούσιν όλον το τάγμα των στρατιωτών.
17 Και ενδύουσιν αυτόν πορφύραν, και πλέξαντες ακάνθινον στέφανον βάλλουσι περί την κεφαλήν αυτού.
18 και ήρχισαν να χαιρετώσιν αυτόν, λέγοντες, Χαίρε, βασιλεύ των Ιουδαίων.
19 Και έτυπτον την κεφαλήν αυτού με κάλαμον, και ενέπτυον εις αυτόν  καί γονυπετούντες, προσεκύνουν αυτόν.
20 Και αφού ενέπαιξαν αυτόν, εξέδυσαν αυτόν την πορφύραν, και ενέδυσαν αυτόν τα ιμάτια αυτού, και έφεραν αυτόν έξω, διά να σταυρώσωσιν αυτόν.
21 Και αγγαρεύουσί τινα Σίμωνα Κυρηναίον διαβαίνοντα, ενώ ήρχετο από του αγρού, τον πατέρα του Αλεξάνδρου και ρούφου, διά να σηκώση τον σταυρόν αυτού.
22 Και φέρουσιν αυτόν εις τον τόπον Γολγοθά, το οποίον μεθερμηνευόμενον είναι, Κρανίου τόπος.
23 Και έδιδον εις αυτόν να πίη οίνον μεμιγμένον με σμύρναν αλλ' εκείνος δεν έλαβε.
24 Και αφού εσταύρωσαν αυτόν, διεμερίζοντο τα ιμάτια αυτού, βάλλοντες κλήρον επ' αυτά, τι έκαστος να λάβη. Ψαλμ. κβ'. 16
25  Ήτο δε ώρα τρίτη, και εσταύρωσαν αυτόν.
26 Και η επιγραφή της κατηγορίας αυτού ήτο επιγεγραμμένη, Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΙΟΥΔΑΙΩΝ
27 Και μετ' αυτού σταυρόνουσι δύο ληστάς, ένα εκ δεξιών και ένα εξ αριστερών αυτού.
28 Και επληρώθη η γραφή η λέγουσα, «Και μετά ανόμων ελογίσθη.»Ησαΐα νγ.12       Ματθ.κζ'.38, Λουκ.κγ'.32,   Ιωάν.ιθ'.18
29 Και οι διαβαίνοντες εβλασφήμουν αυτόν, κινούντες τας κεφαλάς αυτών, και λέγοντες, Ουά, ο χαλών τον ναόν, και διά τριών ημερών οικοδομών,
30 σώσον σεαυτόν, και κατάβα από του σταυρού.
31 Ομοίως δε και οι αρχιερείς, εμπαίζοντες προς αλλήλους μετά των γραμματέων, έλεγον,  Άλλους έσωσεν, εαυτόν δεν δύναται να σώση
32 ο Χριστός ο βασιλεύς του Ισραήλ ας καταβή τώρα από του σταυρού, διά να ίδωμεν και πιστεύσωμεν.  Και οι συνεσταυρωμένοι μετ' αυτού ωνείδιζον αυτόν.
33  Ότε δε ήλθεν η έκτη ώρα, σκότος έγεινεν εφ' όλην την γην, ως ώρας εννάτης.
34 Και την ώραν την εννάτην εβόησεν ο Ιησούς μετά φωνής μεγάλης, λέγων, « Ελωϊ, Ελωϊ, λαμμά σαβαχθανί;» το οποίον μεθερμηνευόμενον είναι, «Θεέ μου, Θεέ μου, διά τι με εγκατέλιπες;»Ψαλμος κβ'.1
35 Και τινές των παρεστώτων ακούσαντες, έλεγον, Ιδού, τον Ηλίαν φωνάζει.
36 Δραμών δε εις, και γεμίσας σπόγγον από όξους, και περιθέσας αυτόν εις κάλαμον επότιζεν αυτόν, λέγων, Αφήσατε, ας ίδωμεν αν έρχηται ο Ηλίας να καταβιβάση αυτόν
37 Ο δε Ιησούς εκβαλών φωνήν μεγάλην, εξέπνευσε.
38 Και το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη εις δύο, από άνωθεν έως κάτω.
39 Ιδών δε ο εκατόνταρχος, ο παριστάμενος απέναντι αυτού, ότι ούτω κράξας εξέπνευσεν, είπεν, Αληθώς ο άνθρωπος ούτος ήτο Υιός Θεού.
40  Ήσαν δε και γυναίκες από μακρόθεν θεωρούσαι  μεταξύ των οποίων ήτο και Μαρία η Μαγδαληνή, και Μαρία η μήτηρ του Ιακώβου του μικρού, και του Ιωσή, και η Σαλώμη,
41 αίτινες και, ότε ήτο εν τη Γαλιλαία, ηκολούθουν αυτόν, και υπηρέτουν αυτόν  και άλλαι πολλαί αίτινες συνανέβησαν μετ' αυτού εις Ιεροσόλυμα.
42 Και ότε έγεινεν ήδη εσπέρα, ( διότι ήτο παρασκευή, τουτέστι, προσάββατον,)
43 ήλθεν Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, έντιμος βουλευτής, όστις και αυτός περιέμενε την βασιλείαν του Θεού  και τολμήσας εισήλθε προς τον πιλάτον, και εζήτησε το σώμα του Ιησού.
44 Ο δε Πιλάτος εθαύμασεν αν ήδη απέθανε  και προσκαλέσας τον εκατόνταρχον, ηρώτησεν αυτόν, αν προ πολλού απέθανε.
45 Και μαθών παρά του εκατοντάρχου, εχάρισε το σώμα εις τον Ιωσήφ.
46 Και ούτος αγοράσας σινδόνα, και καταβιβάσας αυτόν, ετύλιξε με την σινδόνα και έθεσεν αυτόν εν μνημείω, το
οποίον ήτο λελατομημένον εκ πέτρας  και προσεκύλισε λίθον επί την θύραν του μνημείου.
47 Η δε Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία η μήτηρ του Ιωσή έβλεπων που τίθεται.















































































Mark, Chapter 15 Demotic Greek

1. Και το πρωί, αμέσως μόλις ξημέρωσε, συγκάλεσαν συμβούλιο οι αρχιερείς μαζί με τους πρεσβυτέρους και τους νομοδιδασκάλους και ολόκληρο το συνέδριο κι αφού έδεσαν τον Ιησού, τον μετέφεραν και τον παρέδωσαν στον Πιλάτο.
2. Κι ο Πιλάτος τον ρώτησε: «Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;». Κι αποκρίθηκε εκείνος και του είπε: «Μόνος σου το λες».
3. Οι αρχιερείς όμως τον κατηγορούσαν για πολλά
4. κι ο Πιλάτος συνέχισε να τον ανακρίνει λέγοντάς του: «Δε δίνεις καμιά απάντηση; Κοίτα πόσα λένε σε βάρος σου!».
5. Αλλ' ο Ιησούς δεν έδωσε πια καμιά απάντηση, έτσι που να απορεί ο Πιλάτος.
6. Στο μεταξύ, κάθε χρόνο κατά τη γιορτή του Πάσχα ο Πιλάτος άφηνε ελεύθερο έναν κρατούμενο για χάρη τους, όποιον ζητούσαν.
7. Ήταν, λοιπόν, κάποιος που λεγόταν Βαραββάς, φυλακισμένος μαζί μ' εκείνους που είχαν στασιάσει και που πάνω στην εξέγερσή τους είχαν διαπράξει φόνο.
8. Έτσι λοιπόν, ο όχλος φωνάζοντας δυνατά άρχισε να του ζητάει να τους κάνει τη χάρη που συνήθιζε να κάνει πάντοτε γι' αυτούς.
9. Απευθυνόμενος τότε ο Πιλάτος στον κόσμο τους ρώτησε: «Θέλετε να αφήσω ελεύθερο για σας το βασιλιά των Ιουδαίων;».
10. Γιατί ήξερε ότι από φθόνο τον είχαν παραδώσει οι αρχιερείς.
11. Αλλ' οι αρχιερείς παρακίνησαν τον όχλο να προτιμήσουν την ελευθέρωση του Βαραββά.
12. Τότε ο Πιλάτος απευθύνθηκε ξανά στον κόσμο και τους ρώτησε: «Και τι θέλετε να κάνω αυτόν που αποκαλείτε βασιλιά των Ιουδαίων;».
13. Κι εκείνοι ξαναφώναξαν: «Σταύρωσέ τον!».
14. Και τους ρωτούσε ο Πιλάτος: «Μα τι κακό έκανε τέλος πάντων;». Αλλ' εκείνοι φώναζαν ακόμα πιο δυνατά: «Σταύρωσέ τον!».
15. Έτσι λοιπόν, ο Πιλάτος θέλοντας να κάνει αυτό που θα ικανοποιούσε τον όχλο, τους άφησε ελεύθερο τον Βαραββά, ενώ τον Ιησού, αφού τον μαστίγωσε, τον παρέδωσε για να σταυρωθεί.
16. Τότε οι στρατιώτες τον μετέφεραν στο εσωτερικό της αυλής, δηλαδή στο Διοικητήριο. Εκεί συγκαλούν όλη τη φρουρά
17. και τον ντύνουν με βυσινή μανδύα και πλέκουν ένα αγκάθινο στεφάνι και του το φορούνε.
18. Κατόπιν άρχισαν να τον χαιρετούν λέγοντας: «Χαίρε βασιλιά των Ιουδαίων!».
19. Και τον χτυπούσαν στο κεφάλι με καλάμι και τον έφτυναν και γονατίζοντας τον προσκυνούσαν.
20. Κι αφού πια τον περιπαίξανε, του έβγαλαν τον βυσσινή μανδύα και τον έντυσαν με τα δικά του ρούχα και τον έβγαλαν για να τον σταυρώσουν.
21. Αγγαρεύουν τότε έναν περαστικό που ερχόταν από το χωράφι, το Σίμωνα τον Κυρηναίο, τον πατέρα του Αλέξανδρου και του Ρούφου, για να κουβαλήσει το σταυρό του Ιησού.
22. Έτσι, τον φέρνουν στο μέρος που λέγεται Γολγοθάς και που σημαίνει: «Τόπος Κρανίου».
23. Εκεί του έδιναν να πιει κρασί ανάμειχτο με σμύρνα, αλλά εκείνος δεν το δέχτηκε.
24. Έπειτα, αφού τον σταύρωσαν, άρχισαν να μοιράζονται τα ρούχα του βάζοντας κλήρο για να δουν ποιος θα πάρει τι.
25. Και η ώρα που τον σταύρωσαν ήταν εννιά το πρωί.
26. Η αιτία επίσης της καταδίκης του ήταν διατυπωμένη σε επιγραφή, τοποθετημένη από πάνω του: «Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΩΝ ΙΟΥΔΑΙΩΝ».
27. Μαζί του σταύρωσαν επίσης και δυο ληστές, έναν από τα δεξιά κι έναν από τα αριστερά του.
28. Έτσι εκπληρώθηκε η προφητεία που λέει: «Μαζί με τους άνομους συγκαταλέχτηκε».
29. Και οι περαστικοί τον βλαστημούσαν κουνώντας τα κεφάλια τους και λέγοντας: «Μπα! Εσύ που γκρεμίζεις το ναό και σε τρεις μέρες τον ξαναχτίζεις,
30. σώσε τον εαυτό σου και κατέβα από το σταυρό!».
31. Το ίδιο και οι αρχιερείς μαζί με τους νομοδιδασκάλους τον περιγελούσαν κι έλεγαν μεταξύ τους: «Άλλους έσωσε. Τον εαυτό του δεν μπορεί να σώσει!
32. Ο Χριστός!... Ο βασιλιάς του Ισραήλ!... Ας κατέβει τώρα από το σταυρό για να δούμε και να πιστέψουμε!». Ακόμα κι εκείνοι που είχαν σταυρωθεί μαζί του, τον περιγελούσαν!
33. Και όταν έγινε δώδεκα η ώρα το μεσημέρι, σκοτάδι απλώθηκε σ' όλη τη γη μέχρι τις τρεις το απόγευμα!
34. Και στις τρεις η ώρα αναφώνησε ο Ιησούς και είπε: «Ελωί, Ελωί, λαμά σαβαχθανί;» που σημαίνει: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;».
35. Και μόλις το άκουσαν μερικοί απ' αυτούς που παρευρίσκονταν εκεί, έλεγαν: «Δείτε! Τον Ηλία φωνάζει!».
36. Έτρεξε τότε ένας και αφού γέμισε ένα σφουγγάρι με ξίδι και το περιτύλιξε σ' ένα καλάμι, του το άπλωνε να πιει λέγοντας: «Αφήστε να δούμε αν έρχεται ο Ηλίας να τον κατεβάσει».
37. Μα ο Ιησούς, αφού έβγαλε μια δυνατή φωνή, εξέπνευσε.
38. Τότε το καταπέτασμα του ναού σκίστηκε στα δύο από πάνω μέχρι κάτω.
39. Και σαν είδε ο εκατόνταρχος, που στεκόταν εκεί απέναντί του, τον τρόπο με τον οποίο έκραξε και πέθανε, είπε: «Πραγματικά ο άνθρωπος αυτός ήταν Γιος Θεού!»
40. Υπήρχαν επίσης και γυναίκες που παρακολουθούσαν από μακριά, ανάμεσα στις οποίες ήταν και η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία, η μητέρα του Ιάκωβου του νεώτερου και του Ιωσή, και η Σαλώμη,
41. οι οποίες, και τότε που ο Ιησούς ήταν στη Γαλιλαία, τον ακολουθούσαν και τον υπηρετούσαν. Ήταν και πολλές άλλες που είχαν ανεβεί μαζί του στα Ιεροσόλυμα.
42. Κι όταν πια είχε βραδιάσει, επειδή ήταν Παρασκευή, δηλαδή παραμονή Σαββάτου,
43. ήρθε ο Ιωσήφ, μέλος ευυπόληπτο του συνεδρίου, που καταγόταν από την Αριμαθαία, ο οποίος προσδοκούσε επίσης τη βασιλεία του Θεού, και παίρνοντας το θάρρος παρουσιάστηκε στον Πιλάτο και ζήτησε το σώμα του Ιησού.
44. Κι ο Πιλάτος απόρησε που είχε κιόλας πεθάνει. Έτσι, φώναξε τον εκατόνταρχο και τον ρώτησε αν είχε πολλή ώρα που πέθανε.
45. Κι αφού το διαπίστωσε από τον εκατόνταρχο, χάρισε το σώμα στον Ιωσήφ.
46. Τότε εκείνος, αφού αγόρασε ένα σεντόνι, κατέβασε τον Ιησού, τον τύλιξε στο σεντόνι και τον τοποθέτησε σε μνήμα που ήταν λαξεμένο σε βράχο. Κύλισε έπειτα μια πέτρα στο στόμιο του μνήματος.
47. Στο μεταξύ, η Μαρία η Μαγδαληνή και η Μαρία, η μητέρα του Ιωσή παρακολουθούσαν σε ποιο μέρος τον τοποθετούσαν.















































































Mark

Mark, Chapter 15 Ancient Greek

1. Καὶ εὐθέως ἐπὶ τὸ πρωῒ συμβούλιον ποιήσαντες οἱ ἀρχιερεῖς μετὰ τῶν πρεσβυτέρων καὶ γραμματέων καὶ ὅλον τὸ συνέδριον, δήσαντες τὸν Ἰησοῦν ἀπήνεγκαν καὶ παρέδωκαν τῷ Πιλάτῳ.

2. καὶ ἐπηρώτησεν αὐτὸν ὁ Πιλᾶτος· σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ· σὺ λέγεις.

3. καὶ κατηγόρουν αὐτοῦ οἱ ἀρχιερεῖς πολλά, αὐτὸς δὲ οὐδὲν ἀπεκρίνατο.

4. ὁ δὲ Πιλᾶτος πάλιν ἐπηρώτα αὐτὸν λέγων· οὐκ ἀποκρίνῃ οὐδέν; ἴδε πόσα σου καταμαρτυροῦσιν.

5. ὁ δὲ Ἰησοῦς οὐκέτι οὐδὲν ἀπεκρίθη, ὥστε θαυμάζειν τὸν Πιλᾶτον.

6. Κατὰ δὲ ἑορτὴν ἀπέλυεν αὐτοῖς ἕνα δέσμιον, ὃνπερ ᾐτοῦντο.

7. ἦν δὲ ὁ λεγόμενος Βαραββᾶς μετὰ τῶν συστασιαστῶν δεδεμένος, οἵτινες ἐν τῇ στάσει φόνον πεποιήκεισαν.

8. καὶ ἀναβοήσας ὁ ὄχλος ἤρξατο αἰτεῖσθαι καθὼς ἀεὶ ἐποίει αὐτοῖς.

9. ὁ δὲ Πιλᾶτος ἀπεκρίθη αὐτοῖς λέγων· θέλετε ἀπολύσω ὑμῖν τὸν βασιλέα τῶν Ἰουδαίων;

10. ἐγίνωσκε γὰρ ὅτι διὰ φθόνον παραδεδώκεισαν αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς.

11. οἱ δὲ ἀρχιερεῖς ἀνέσεισαν τὸν ὄχλον ἵνα μᾶλλον τὸν Βαραββᾶν ἀπολύσῃ αὐτοῖς.

12. ὁ δὲ Πιλᾶτος ἀποκριθεὶς πάλιν εἶπεν αὐτοῖς· τί οὖν θέλετε ποιήσω ὃν λέγετε τὸν βασιλέα τῶν Ἰουδαίων;

13. οἱ δὲ πάλιν ἔκραξαν· σταύρωσον αὐτόν.

14. ὁ δὲ Πιλᾶτος ἔλεγεν αὐτοῖς· τί γὰρ ἐποίησε κακόν; οἱ δὲ περισσοτέρως ἔκραξαν· σταύρωσον αὐτόν.

15. ὁ δὲ Πιλᾶτος βουλόμενος τῷ ὄχλῳ τὸ ἱκανὸν ποιῆσαι, ἀπέλυσεν αὐτοῖς τὸν Βαραββᾶν, καὶ παρέδωκε τὸν Ἰησοῦν φραγελλώσας ἵνα σταυρωθῇ.

16. Οἱ δὲ στρατιῶται ἀπήγαγον αὐτὸν ἔσω τῆς αὐλῆς, ὅ ἐστι πραιτώριον, καὶ συγκαλοῦσιν ὅλην τὴν σπεῖραν·

17. καὶ ἐνδύουσιν αὐτὸν πορφύραν καὶ περιτιθέασιν αὐτῷ πλέξαντες ἀκάνθινον στέφανον,

18. καὶ ἤρξαντο ἀσπάζεσθαι αὐτόν· χαῖρε βασιλεῦ τῶν Ἰουδαίων·

19. καὶ ἔτυπτον αὐτοῦ τὴν κεφαλὴν καλάμῳ καὶ ἐνέπτυον αὐτῷ, καὶ τιθέντες τὰ γόνατα προσεκύνουν αὐτῷ.

20. καὶ ὅτε ἐνέπαιξαν αὐτῷ, ἐξέδυσαν αὐτὸν τὴν πορφύραν καὶ ἐνέδυσαν αὐτὸν τὰ ἱμάτια τὰ ἴδια, καὶ ἐξάγουσιν αὐτὸν ἵνα σταυρώσωσιν αὐτόν.

21. Καὶ ἀγγαρεύουσι παράγοντά τινα Σίμωνα Κυρηναῖον, ἐρχόμενον ἀπ' ἀγροῦ, τὸν πατέρα Ἀλεξάνδρου καὶ Ῥούφου, ἵνα ἄρῃ τὸν σταυρὸν αὐτοῦ.

22. Καὶ φέρουσιν αὐτὸν ἐπὶ Γολγοθᾶ τόπον, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον κρανίου τόπος.

23. καὶ ἐδίδουν αὐτῷ πιεῖν ἐσμυρνισμένον οἶνον· ὁ δὲ οὐκ ἔλαβε.

24. καὶ σταυρώσαντες αὐτὸν διαμερίζονται τὰ ἱμάτια αὐτοῦ βάλλοντες κλῆρον ἐπ' αὐτὰ τίς τί ἄρῃ.

25. ἦν δὲ ὥρα τρίτη καὶ ἐσταύρωσαν αὐτόν.

26. καὶ ἦν ἡ ἐπιγραφὴ τῆς αἰτίας αὐτοῦ ἐπιγεγραμμένη· ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων.

27. Καὶ σὺν αὐτῷ σταυροῦσι δύο λῃστάς, ἕνα ἐκ δεξιῶν καὶ ἕνα ἐξ εὐωνύμων αὐτοῦ.

28. καὶ ἐπληρώθη ἡ γραφὴ ἡ λέγουσα· καὶ μετὰ ἀνόμων ἐλογίσθη.

29. Καὶ οἱ παραπορευόμενοι ἐβλασφήμουν αὐτὸν κινοῦντες τὰς κεφαλὰς αὐτῶν καὶ λέγοντες· οὐά, ὁ καταλύων τὸν ναὸν καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις οἰκοδομῶν

30. σῶσον σεαυτὸν καὶ κατάβα ἀπὸ τοῦ σταυροῦ.

31. ὁμοίως δὲ καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ἐμπαίζοντες πρὸς ἀλλήλους μετὰ τῶν γραμματέων ἔλεγον· ἄλλους ἔσωσεν, ἑαυτὸν οὐ δύναται σῶσαι.

32. ὁ Χριστὸς ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραὴλ καταβάτω νῦν ἀπὸ τοῦ σταυροῦ, ἵνα ἴδωμεν καὶ πιστεύσωμεν αὐτῷ. καὶ οἱ συνεσταυρωμένοι αὐτῷ ὠνείδιζον αὐτόν.

33. Γενομένης δὲ ὥρας ἕκτης σκότος ἐγένετο ἐφ' ὅλην τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης·

34. καὶ τῇ ὥρᾳ τῇ ἐνάτῃ ἐβόησεν ὁ Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ λέγων· Ἐλωῒ Ἐλωῒ λιμὰ σαβαχθανί; ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον, ὁ Θεός μου ὁ Θεός μου, εἰς τί με ἐγκατέλιπες;

35. καί τινες τῶν παρεστηκότων ἀκούσαντες ἔλεγον· ἴδε Ἠλίαν φωνεῖ.

36. δραμὼν δὲ εἷς καὶ γεμίσας σπόγγον ὄξους περιθείς τε καλάμῳ ἐπότιζεν αὐτὸν λέγων· ἄφετε ἴδωμεν εἰ ἔρχεται Ἠλίας καθελεῖν αὐτόν.

37. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀφεὶς φωνὴν μεγάλην ἐξέπνευσε.

38. Καὶ τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ ἐσχίσθη εἰς δύο ἀπὸ ἄνωθεν ἕως κάτω.

39. Ἰδὼν δὲ ὁ κεντυρίων ὁ παρεστηκὼς ἐξ ἐναντίας αὐτοῦ ὅτι οὕτω κράξας ἐξέπνευσεν, εἶπεν· ἀληθῶς ὁ ἄνθρωπος οὗτος υἱὸς ἦν Θεοῦ.

40. Ἦσαν δὲ καὶ γυναῖκες ἀπὸ μακρόθεν θεωροῦσαι, ἐν αἷς ἦν καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου τοῦ μικροῦ καὶ Ἰωσῆ μήτηρ, καὶ Σαλώμη,

41. αἳ καὶ ὅτε ἦν ἐν τῇ Γαλιλαίᾳ ἠκολούθουν αὐτῷ καὶ διηκόνουν αὐτῷ, καὶ ἄλλαι πολλαὶ αἱ συναναβᾶσαι αὐτῷ εἰς Ἱεροσόλυμα.

42. Καὶ ἤδη ὀψίας γενομένης, ἐπεὶ ἦν παρασκευή, ὅ ἐστι προσάββατον,

43. ἐλθὼν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ.

44. ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε·

45. καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσήφ.

46. καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου.

47. ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία Ἰωσῆ ἐθεώρουν ποῦ τίθεται.

 

















































































Mark, Chapter 15 (KJV)

1. And straightway in the morning the chief priests held a consultation with the elders and scribes and the whole council, and bound Jesus, and carried him away, and delivered him to Pilate.
2. And Pilate asked him, Art thou the King of the Jews? And he answering said unto him, Thou sayest it.
3. And the chief priests accused him of many things: but he answered nothing.
4. And Pilate asked him again, saying, Answerest thou nothing? behold how many things they witness against thee.
5. But Jesus yet answered nothing; so that Pilate marvelled.
6. Now at that feast he released unto them one prisoner, whomsoever they desired.
7. And there was one named Barabbas, which lay bound with them that had made insurrection with him, who had committed murder in the insurrection.
8. And the multitude crying aloud began to desire him to do as he had ever done unto them.
9. But Pilate answered them, saying, Will ye that I release unto you the King of the Jews?
10. For he knew that the chief priests had delivered him for envy.
11. But the chief priests moved the people, that he should rather release Barabbas unto them.
12. And Pilate answered and said again unto them, What will ye then that I shall do unto him  whom ye call the King of the Jews?
13. And they cried out again, Crucify him.
14. Then Pilate said unto them, Why, what evil hath he done? And they cried out the more exceedingly, Crucify him.
15. And so Pilate, willing to content the people, released Barabbas unto them, and delivered Jesus, when he had scourged him , to be crucified.
16. And the soldiers led him away into the hall, called Praetorium; and they call together the whole band.
17. And they clothed him with purple, and platted a crown of thorns, and put it about his head ,
18. And began to salute him, Hail, King of the Jews!
19. And they smote him on the head with a reed, and did spit upon him, and bowing their knees worshipped him.
20. And when they had mocked him, they took off the purple from him, and put his own clothes on him, and led him out to crucify him.
21. And they compel one Simon a Cyrenian, who passed by, coming out of the country, the father of Alexander and Rufus, to bear his cross.
22. And they bring him unto the place Golgotha, which is, being interpreted, The place of a skull.
23. And they gave him to drink wine mingled with myrrh: but he received it not.
24. And when they had crucified him, they parted his garments, casting lots upon them, what every man should take.
25. And it was the third hour, and they crucified him.
26. And the superscription of his accusation was written over, THE KING OF THE JEWS.
27. And with him they crucify two thieves; the one on his right hand, and the other on his left.
28. And the scripture was fulfilled, which saith, And he was numbered with the transgressors.
29. And they that passed by railed on him, wagging their heads, and saying, Ah, thou that destroyest the temple, and buildest it in three days,
30. Save thyself, and come down from the cross.
31. Likewise also the chief priests mocking said among themselves with the scribes, He saved others; himself he cannot save.
32. Let Christ the King of Israel descend now from the cross, that we may see and believe. And they that were crucified with him reviled him.
33. And when the sixth hour was come, there was darkness over the whole land until the ninth hour.
34. And at the ninth hour Jesus cried with a loud voice, saying, Eloi, Eloi, lama sabachthani? which is, being interpreted, My God, my God, why hast thou forsaken me?
35. And some of them that stood by, when they heard it , said, Behold, he calleth Elias.
36. And one ran and filled a spunge full of vinegar, and put it on a reed, and gave him to drink, saying, Let alone; let us see whether Elias will come to take him down.
37. And Jesus cried with a loud voice, and gave up the ghost.
38. And the veil of the temple was rent in twain from the top to the bottom.
39. And when the centurion, which stood over against him, saw that he so cried out, and gave up the ghost, he said, Truly this man was the Son of God.
40. There were also women looking on afar off: among whom was Mary Magdalene, and Mary the mother of James the less and of Joses, and Salome;
41. (Who also, when he was in Galilee, followed him, and ministered unto him;) and many other women which came up with him unto Jerusalem.
42. And now when the even was come, because it was the preparation, that is, the day before the sabbath,
43. Joseph of Arimathaea, an honourable counsellor, which also waited for the kingdom of God, came, and went in boldly unto Pilate, and craved the body of Jesus.
44. And Pilate marvelled if he were already dead: and calling unto him the centurion, he asked him whether he had been any while dead.
45. And when he knew it of the centurion, he gave the body to Joseph.
46. And he bought fine linen, and took him down, and wrapped him in the linen, and laid him in a sepulchre which was hewn out of a rock, and rolled a stone unto the door of the sepulchre.
47. And Mary Magdalene and Mary the mother of Joses beheld where he was laid.