Mark, Chapter 2 Modern Greek

01 Και μεθ' ημέρας πάλιν εισήλθεν εις Καπερναούμ  και ηκούσθη ότι είναι εις οίκον
02 Και ευθύς συνήχθησαν πολλοί, ώστε δεν εχώρουν πλέον αυτούς, ουδέ τα πρόθυρα  και εκήρυττεν εις αυτούς τον λόγον.
03 Και έρχονται πρός αυτόν, φέροντες παραλυτικόν, βασταζόμενον υπό τεσσάρων.
04 Και μη δυνάμενοι να πλησιάσωσιν εις αυτόν εξ αιτίας του όχλου, εχάλασαν την στέγην όπου ήτο, και διατρυπήσαντες, καταβιβάζουσι τον κράββατον εφ'ου κατέκειτο ο παραλυτικός.
05 Ιδών δε ο Ιησούς την πίστιν αυτών, λέγει προς τον παραλυτικόν, Τέκνον, συγκεχωρημέναι είναι εις σε αι αμαρτίαι σου.
06  Ήσαν δε τινές των γραμματέων εκεί καθήμενοι, και διαλογιζόμενοι εν ταις καρδίαις αυτών,
07 Δια τι ούτος λαλεί τοιαύτας βλασφημίας; τις δύναται να συγχωρή αμαρτίας ειμή εις, ο Θεός;
08 Και ευθύς νοήσας ο Ιησούς διά του πνεύματος αυτού ότι ούτω διαλογίζονται καθ' εαυτούς, είπε πρός αυτούς, Διά τι διαλογίζεσθε ταύτα εν ταις καρδίαις σας;
09 τι είναι ευκολώτερον, να είπω πρός τον παραλυτικόν, Συγκεχωρημέναι είναι αι αμαρτίαι σου, ή να είπω, Σηκώθητι, και έπαρε τον κράββατόν σου, και περιπάτει;
10 αλλά διά να γνωρίσητε ότι εξουσίαν έχει ο Υιός του ανθρώπου επί της γής, να συγχωρή αμαρτίας, (λέγει πρός τον παραλυτικόν,)
11 Πρός σε λέγω, Σηκώθητι, και έπαρε τον κράββατόν σου, και ύπαγε εις τον οίκον σου.
12 Και ηγέρθη ευθύς, και σηκώσας τον κράββατόν, εξήλθεν ενώπιον πάντων  ώστε εξεπλήττοντο πάντες, και εδόξαζον τον Θεόν, λέγοντες,  Ότι ουδέποτε είδομεν τοιαύτα.
13 Και εξήλθε πάλιν παρά την θάλασσαν  και πάς ο όχλος ήρχετο πρός αυτόν, και εδίδασκεν αυτούς.
14 Και διαβαίνων είδε Λευίν τον του Αλφαίου καθήμενον εις τον τελώνιον  και λέγει πρός αυτόν, Ακολούθει μοι. Και σηκωθείς ηκολούθησεν αυτόν.
15 Και ενώ εκάθητο εις την τράπεζαν εν τη οικία αυτού, συνεκάθηντο και πολλοί τελώναι και αμαρτωλοί μετά του Ιησού και των μαθητών αυτού  διότι ήσαν πολλοί, και ηκολούθησαν αυτόν.
16 Οι δε γραμματείς και Φαρισαίοι, ιδόντες αυτόν τρώγοντα μετά των τελωνών και αμαρτωλών, έλεγον πρός τους μαθητάς αυτού, Διά τι μετά των τελωνών και αμαρτωλών τρώγει και πίνει;
17 Και ακούσας ο Ιησούς, λέγει πρός αυτούς, Δεν έχουσι χρείαν ιατρού οι υγιαίνοντες, αλλ' οι πάσχοντες  δεν ήλθον διά να καλέσω δικαίους, αλλ' αμαρτωλούς εις μετάνοιαν.
18 Οι μαθηταί δε του Ιωάννου και οι των Φαρισαίων ενήστευον  και έρχονται, και λέγουσι πρός αυτόν, Διά τι οι μαθηταί του Ιωάννου και οι των Φαρισαίων νηστεύουσιν, οι δε μαθηταί σου δεν νηστεύουσι;
19 Και είπε πρός αυτούς ο Ιησούς, Μήπως δύνανται οι υιοί του νυμφώνος, ενόσω ο νυμφίος είναι μετ' αυτών, να νηστεύωσιν; όσον καιρόν έχουσι τον νυμφίον μεθ' εαυτών δεν δύνανται να νηστεύωσι,
20 Θέλουσιν όμως ελθεί ημέραι, όταν αφαιρεθή απ' αυτών ο νυμφίος, και τότε θέλουσι νηστεύσει εν εκείναις ταις ημέραις.
21 Και ουδείς ράπτει επίρραμμα αγνάφου πανίου επί ιμάτιον παλαιόν  ει δε μη, το αναπλήρωμα αυτού το νέον αφαιρεί από του παλαιού, και γίνεται σχίσμα χειρότερον.
22 Και ουδείς βάλλει οίνον νέον εις ασκούς παλαιούς  ει δε μη, ο οίνος ο νέος διασχίζει τους ασκούς, και ο οίνος εκχέεται, και οι ασκοί φθείρονται αλλά πρέπει οίνος νέος να βάλληται εις ασκούς νέους.
23 ΚΑΙ ότε διέβαινεν εν σαββάτω διά των σπαρτών, οι μαθηταί αυτού, ενώ ώδευον, ήρχισαν να ανασπώσι τα αστάχυα.
24 Και οι Φαρισαίοι έλεγον πρός αυτόν, Ιδού, διά τι πράττουσιν εν τοις σάββασιν εκείνο το οποίον δεν συγχωρείται;
25 Και αυτός έλεγε πρός αυτούς, Ποτέ δεν ανεγνώσατε τι έπραξεν ο Δαβίδ,  ότε έλαβε χρείαν, και επείνασεν αυτός και οι μετ' αυτού;
26 πως εισήλθεν εις τον οίκον του Θεού επί Αβιάθαρ του αρχιερέως, και έφαγε τους άρτους της προθέσεως, τους οποίους δεν είναι συγκεχωρημένον ειμή εις τους ιερείς να φάγωσι, και έδωκε και εις τους όντας μετ' αυτού;
27 Και έλεγε πρός αυτούς, Το σάββατον έγεινε διά τον άνθρωπον, ουχί ο άνθρωπος διά το σάββατον.
28  Ώστε ο Υιός του ανθρώπου κύριος είναι και του Σαββάτου.















































































Mark, Chapter 2 Demotic Greek

1. Ύστερα από μέρες, μπήκε πάλι στην Καπερναούμ και μαθεύτηκε ότι βρίσκεται σε κάποιο σπίτι.
2. Αμέσως τότε μαζεύτηκαν πολλοί, σε σημείο που να μην χωράνε πια ούτε στο χώρο μπροστά από την πόρτα. Κι αυτός τους κήρυττε τη διδαχή του.
3. Τότε έρχονται σ' αυτόν κουβαλώντας έναν παράλυτο, που τον σήκωναν τέσσερις άνθρωποι.
4. Κι επειδή δεν μπορούσαν να τον πλησιάσουν εξαιτίας του όχλου, αφαίρεσαν τη στέγη του σπιτιού στο οποίο βρισκόταν, κι αφού άνοιξαν μια τρύπα, κατέβασαν το κρεβάτι που ήταν ξαπλωμένος ο παράλυτος.
5. Και σαν είδε ο Ιησούς την πίστη τους, λέει στον παράλυτο: «Παιδί μου, συγχωρημένες είναι οι αμαρτίες σου».
6. Εκεί, όμως, κάθονταν και μερικοί από τους νομοδιδάσκαλους, που συλλογίζονταν στο νου τους:
7. «Τι βλαστημάει αυτός έτσι; Ποιος μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες παρά μονάχα ένας, ο Θεός;».
8. Κι επειδή ο Ιησούς κατάλαβε αμέσως με το πνεύμα του ότι διαλογίζονται έτσι μέσα τους, τους είπε: «Γιατί τα διαλογίζεστε αυτά μέσα στο νου σας;
9. Τι είναι ευκολότερο να πω στον παράλυτο: Έχουν συγχωρηθεί οι αμαρτίες σου ή να πω: Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα;
10. Για να δείτε όμως, ότι ο Γιος του Ανθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες πάνω στη γη» - λέει στον παράλυτο:
11. «Σε σένα λέω, σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου».
12. Σηκώθηκε τότε αμέσως και παίρνοντας το κρεβάτι του βγήκε μπροστά σε όλους, έτσι που άρχισαν όλοι να θαυμάζουν και να δοξάζουν το Θεό λέγοντας: «Ποτέ δεν ξανάδαμε κάτι τέτοιο»!
13. Κατόπιν ξαναπήγε ο Ιησούς στη λίμνη κι όλος ο λαός ερχόταν κοντά του κι αυτός τους δίδασκε.
14. Στο μεταξύ καθώς βάδιζε, είδε το Λευί, το γιο του Αλφαίου, που καθόταν στο τελωνείο και του λέει: «Ακολούθα με». Κι εκείνος σηκώθηκε και τον ακολούθησε.
15. Κάποτε, λοιπόν, ενώ έτρωγε στο σπίτι του Λευί, μαζί με τον Ιησού και τους μαθητές του συνέτρωγαν στο τραπέζι και πολλοί τελώνες και αμαρτωλοί - γιατί ήταν πολλοί που τον ακολούθησαν.
16. Οι νομοδιδάσκαλοι και οι Φαρισαίοι όταν τον είδαν να συντρώει με τους τελώνες και τους αμαρτωλούς, έλεγαν στους μαθητές του: «Πώς γίνεται να τρώει και να πίνει μαζί με τους τελώνες και τους αμαρτωλούς;».
17. Όταν το άκουσε ο Ιησούς τους λέει: «Δεν είναι οι υγιείς που χρειάζονται γιατρό, αλλά οι άρρωστοι. Δεν ήρθα να καλέσω δικαίους, αλλά αμαρτωλούς σε μετάνοια».
18. Οι μαθητές του Ιωάννη και των Φαρισαίων ήταν άνθρωποι που τηρούσαν τη νηστεία. Έρχονται λοιπόν μερικοί και του λένε: «Γιατί οι μαθητές του Ιωάννη και των Φαρισαίων νηστεύουν και οι δικοί σου μαθητές δε νηστεύουν;».
19. Κι ο Ιησούς τους απάντησε: «Μα είναι δυνατόν οι προσκαλεσμένοι σε γάμο να νηστεύουν ενόσω είναι μαζί τους ο γαμπρός; Για όσο χρόνο έχουν μαζί τους το γαμπρό, δεν μπορούν να νηστεύουν.
20. Θα έρθουν όμως μέρες, όταν απομακρυνθεί απ' αυτούς ο γαμπρός, οπότε και θα νηστέψουν τις μέρες εκείνες.
21. Κανένας δε ράβει σαν μπάλωμα ένα κομμάτι καινούργιου υφάσματος, που δεν έχει καν μουσκευθεί, σ' ένα ρούχο παλιό, γιατί διαφορετικά μαζεύει το καινούργιο μπάλωμα τραβώντας το παλιό ρούχο και γίνεται χειρότερο το σκίσιμο.
22. Επίσης κανένας δε βάζει φρέσκο κρασί σε παλιά ασκιά, γιατί διαφορετικά το φρέσκο κρασί κάνει τα ασκιά να σκιστούν και το κρασί χύνεται και τα ασκιά θα καταστραφούν. Απεναντίας, το φρέσκο κρασί πρέπει να τοποθετείται σε καινούργια ασκιά».
23. Κάποιο Σάββατο, πάλι, συνέβη να περνάει αυτός ανάμεσα από τα σπαρτά, και άρχισαν οι μαθητές του, καθώς βάδιζαν, να αποφλοιώνουν τα στάχυα.
24. Έλεγαν λοιπόν οι Φαρισαίοι στον Ιησού: «Κοίτα τι κάνουν το Σάββατο, πράγμα ανεπίτρεπτο».
25. Τότε αυτός τους είπε: «Ποτέ σας δε διαβάσατε τι έκανε ο Δαβίδ, όταν η ανάγκη το έφερε και πείνασε αυτός κι όσοι ήταν μαζί του;
26. Πώς μπήκε στο ναό του Θεού, τον καιρό του αρχιερέα Αβιάθαρ, και έφαγε τα ψωμιά της προσφοράς, τα οποία δεν επιτρέπεται να τρώνε άλλοι παρά μονάχα οι ιερείς, κι έδωσε και σ' εκείνους που ήταν μαζί του;».
27. Και τους τόνιζε: «Το Σάββατο έγινε για τον άνθρωπο, όχι ο άνθρωπος για το Σάββατο.
28. Επομένως ο Γιος του Ανθρώπου είναι και του Σαββάτου εξουσιαστής».















































































Mark

Mark, Chapter 2 Ancient Greek

1. Καὶ εἰσῆλθε πάλιν εἰς Καπερναοὺμ δι' ἡμερῶν καὶ ἠκούσθη ὅτι εἰς οἴκόν ἐστι.

2. καὶ εὐθέως συνήχθησαν πολλοί, ὥστε μηκέτι χωρεῖν μηδὲ τὰ πρὸς τὴν θύραν· καὶ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον.

3. καὶ ἔρχονται πρὸς αὐτὸν παραλυτικὸν φέροντες, αἰρόμενον ὑπὸ τεσσάρων·

4. καὶ μὴ δυνάμενοι προσεγγίσαι αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον, ἀπεστέγασαν τὴν στέγην ὅπου ἦν, καὶ ἐξορύξαντες χαλῶσι τὸν κράβαττον, ἐφ' ᾧ ὁ παραλυτικὸς κατέκειτο.

5. ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν λέγει τῷ παραλυτικῷ· τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου.

6. ἦσαν δέ τινες τῶν γραμματέων ἐκεῖ καθήμενοι καὶ διαλογιζόμενοι ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν·

7. τί οὗτος οὕτω λαλεῖ βλασφημίας; τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός;

8. καὶ εὐθέως ἐπιγνοὺς ὁ Ἰησοῦς τῷ πνεύματι αὐτοῦ ὅτι οὕτως αὐτοὶ διαλογίζονται ἐν ἑαυτοῖς, εἶπεν αὐτοῖς· τί ταῦτα διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;

9. τί ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν τῷ παραλυτικῷ, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει;

10. ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἀφιέναι ἐπὶ τῆς γῆς ἁμαρτίας --λέγει τῷ παραλυτικῷ·

11. σοὶ λέγω, ἔγειρε καὶ ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου.

12. καὶ ἠγέρθη εὐθέως, καὶ ἄρας τὸν κράβαττον ἐξῆλθεν ἐναντίον πάντων, ὥστε ἐξίστασθαι πάντας καὶ δοξάζειν τὸν Θεὸν λέγοντας ὅτι οὐδέποτε οὕτως εἴδομεν.

13. Καὶ ἐξῆλθε πάλιν παρὰ τὴν θάλασσαν· καὶ πᾶς ὁ ὄχλος ἤρχετο πρὸς αὐτόν, καὶ ἐδίδασκεν αὐτούς.

14. Καὶ παράγων εἶδε Λευῒν τὸν τοῦ Ἀλφαίου, καθήμενον ἐπὶ τὸ τελώνιον, καὶ λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει μοι. καὶ ἀναστὰς ἠκολούθησεν αὐτῷ.

15. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ κατακεῖσθαι αὐτὸν ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ, καὶ πολλοὶ τελῶναι καὶ ἁμαρτωλοὶ συνανέκειντο τῷ Ἰησοῦ καὶ τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· ἦσαν γὰρ πολλοί, καὶ ἠκολούθησαν αὐτῷ.

16. καὶ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι ἰδόντες αὐτὸν ἐσθίοντα μετὰ τῶν τελωνῶν καὶ ἁμαρτωλῶν ἔλεγον τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· τί ὅτι μετὰ τῶν τελωνῶν καὶ ἁμαρτωλῶν ἐσθίει καὶ πίνει;

17. καὶ ἀκούσας ὁ Ἰησοῦς λέγει αὐτοῖς· οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ἰσχύοντες ἰατροῦ, ἀλλ' οἱ κακῶς ἔχοντες· οὐκ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν.

18. Καὶ ἦσαν οἱ μαθηταὶ Ἰωάννου καὶ οἱ τῶν Φαρισαίων νηστεύοντες. καὶ ἔρχονται καὶ λέγουσιν αὐτῷ· διατί οἱ μαθηταὶ Ἰωάννου καὶ οἱ τῶν Φαρισαίων νηστεύουσιν, οἱ δὲ σοὶ μαθηταὶ οὐ νηστεύουσι;

19. καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· μὴ δύνανται οἱ υἱοὶ τοῦ νυμφῶνος, ἐν ᾧ ὁ νυμφίος μετ' αὐτῶν ἐστι, νηστεύειν; ὅσον χρόνον μεθ' ἑαυτῶν ἔχουσι τὸν νυμφίον, οὐ δύνανται νηστεύειν·

20. ἐλεύσονται δὲ ἡμέραι ὅταν ἀπαρθῇ ἀπ' αὐτῶν ὁ νυμφίος, καὶ τότε νηστεύσουσιν ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις.

21. οὐδεὶς ἐπίβλημα ῥάκους ἀγνάφου ἐπιρράπτει ἐπὶ ἱμάτιῳ παλαιῷ· εἰ δὲ μήγε, αἴρει τὸ πλήρωμα αὐτοῦ, τὸ καινὸν τοῦ παλαιοῦ, καὶ χεῖρον σχίσμα γίνεται.

22. καὶ οὐδεὶς βάλλει οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς παλαιούς· εἰ δὲ μή, ῥήσσει ὁ οἶνος ὁ νέος τοὺς ἀσκούς, καὶ ὁ οἶνος ἐκχεῖται καὶ οἱ ἀσκοὶ ἀπολοῦνται· ἀλλὰ οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς καινοὺς βλητέον.

23. Καὶ ἐγένετο παραπορεύεσθαι αὐτὸν ἐν τοῖς σάββασι διὰ τῶν σπορίμων, καὶ ἤρξαντο οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ὁδὸν ποιεῖν τίλλοντες τοὺς στάχυας.

24. καὶ οἱ Φαρισαῖοι ἔλεγον αὐτῷ· ἴδε τί ποιοῦσιν ἐν τοῖς σάββασιν ὃ οὐκ ἔξεστι.

25. καὶ αὐτὸς ἔλεγεν αὐτοῖς· οὐδέποτε ἀνέγνωτε τί ἐποίησε Δαυῒδ ὅτε χρείαν ἔσχε καὶ ἐπείνασεν αὐτὸς καὶ οἱ μετ' αὐτοῦ;

26. πῶς εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ ἐπὶ Ἀβιάθαρ ἀρχιερέως καὶ τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως ἔφαγεν, οὓς οὐκ ἔξεστι φαγεῖν εἰ μὴ τοῖς ἱερεῦσι, καὶ ἔδωκε καὶ τοῖς σὺν αὐτῷ οὖσι;

27. καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· τὸ σάββατον διὰ τὸν ἄνθρωπον ἐγένετο, οὐχ ὁ ἄνθρωπος διὰ τὸ σάββατον·

28. ὥστε κύριός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ σαββάτου.

 

















































































Mark, Chapter 2 (KJV)

1. And again he entered into Capernaum after some days; and it was noised that he was in the house.
2. And straightway many were gathered together, insomuch that there was no room to receive them , no, not so much as about the door: and he preached the word unto them.
3. And they come unto him, bringing one sick of the palsy, which was borne of four.
4. And when they could not come nigh unto him for the press, they uncovered the roof where he was: and when they had broken  it up, they let down the bed wherein the sick of the palsy lay.
5. When Jesus saw their faith, he said unto the sick of the palsy, Son, thy sins be forgiven thee.
6. But there were certain of the scribes sitting there, and reasoning in their hearts,
7. Why doth this man thus speak blasphemies? who can forgive sins but God only?
8. And immediately when Jesus perceived in his spirit that they so reasoned within themselves, he said unto them, Why reason ye these things in your hearts?
9. Whether is it easier to say to the sick of the palsy, Thy sins be forgiven thee; or to say, Arise, and take up thy bed, and walk?
10. But that ye may know that the Son of man hath power on earth to forgive sins, (he saith to the sick of the palsy,)
11. I say unto thee, Arise, and take up thy bed, and go thy way into thine house.
12. And immediately he arose, took up the bed, and went forth before them all; insomuch that they were all amazed, and glorified God, saying, We never saw it on this fashion.
13. And he went forth again by the sea side; and all the multitude resorted unto him, and he taught them.
14. And as he passed by, he saw Levi the son of Alphaeus sitting at the receipt of custom, and said unto him, Follow me. And he arose and followed him.
15. And it came to pass, that, as Jesus sat at meat in his house, many publicans and sinners sat also together with Jesus and his disciples: for there were many, and they followed him.
16. And when the scribes and Pharisees saw him eat with publicans and sinners, they said unto his disciples, How is it that he eateth and drinketh with publicans and sinners?
17. When Jesus heard it , he saith unto them, They that are whole have no need of the physician, but they that are sick: I came not to call the righteous, but sinners to repentance.
18. And the disciples of John and of the Pharisees used to fast: and they come and say unto him, Why do the disciples of John and of the Pharisees fast, but thy disciples fast not?
19. And Jesus said unto them, Can the children of the bridechamber fast, while the bridegroom is with them? as long as they have the bridegroom with them, they cannot fast.
20. But the days will come, when the bridegroom shall be taken away from them, and then shall they fast in those days.
21. No man also seweth a piece of new cloth on an old garment: else the new piece that filled it up taketh away from the old, and the rent is made worse.
22. And no man putteth new wine into old bottles: else the new wine doth burst the bottles, and the wine is spilled, and the bottles will be marred: but new wine must be put into new bottles.
23. And it came to pass, that he went through the corn fields on the sabbath day; and his disciples began, as they went, to pluck the ears of corn.
24. And the Pharisees said unto him, Behold, why do they on the sabbath day that which is not lawful?
25. And he said unto them, Have ye never read what David did, when he had need, and was an hungred, he, and they that were with him?
26. How he went into the house of God in the days of Abiathar the high priest, and did eat the shewbread, which is not lawful to eat but for the priests, and gave also to them which were with him?
27. And he said unto them, The sabbath was made for man, and not man for the sabbath:
28. Therefore the Son of man is Lord also of the sabbath.