Mark, Chapter 3 Modern Greek

01 Και εισήλθε πάλιν εις την συναγωγήν  και ήτο εκεί άνθρωπος έχων εξηραμμένην την χείρα.
02 Και παρετήρουν αυτόν, αν εν τω σαββάτω θέλη θεραπεύσει αυτόν, διά να κατηγορήσωσιν αυτόν.
03 Και λέγει πρός τον άνθρωπον τον έχοντα εξηραμμένην την χείρα, Σηκώθητι εις το μέσον.
04 Και λέγει πρός αυτούς, Είναι συγκεχωρημένον εν σαββάτω να αγαθοποιήση τις, ή να κακοποιήση; να σώση ψυχήν, ή να θανατώση; Οι δε εσιώπων.
05 Και περιβλέψας αυτούς μετ' οργής, λυπούμενος διά την πώρωσιν της καρδίας αυτών, λέγει πρός τον άνθρωπον, Έκτεινον την χείρά σου. Και εξέτεινε  και αποκατεστάθη η χείρ αυτού υγιής ως η άλλη.
06 Και εξελθόντες οι φαρισαίοι, συνεβουλεύθησαν ευθύς μετά των Ηρωδιανών κατ' αυτού, διά να απολέσωσιν αυτόν.
07 Και ο Ιησούς ανεχώρησε μετά των μαθητών αυτού πρός την θάλασσαν  και ηκολούθησαν αυτόν πολύ πλήθος από της Γαλιλαίας, και από της Ιουδαίας,
08 και από Ιεροσολύμων, και από της Ιδουμαίας, και από πέραν του Ιορδάνου και οι περί Τύρον και Σιδώνα, πλήθος πολύ, ακούσαντες όσα έπραττεν, ήλθον πρός αυτόν.
09 Και είπε πρός τους μαθητάς αυτού να μένη πλησίον αυτού εν πλοιάριον εξ αιτίας του όχλου, διά να μη συνθλίβωσιν αυτόν.
10 Διότι εθεράπευσε πολλούς, ώστε έπιπτον επ' αυτόν, διά να εγγίσωσιν αυτόν, όσοι είχον αρρωστίας.
11 Και τα πνεύματα τα ακάθαρτα, ότε εθεώρουν αυτόν, προσέπιπτον εις αυτόν, και έκραζον, λέγοντα,  Ότι συ είσαι ο Υιός του Θεού.
12 Και πολλά επετίμα αυτά, διά να μη φανερώσωσιν αυτόν.
13 Και αναβαίνει εις το όρος, και προσκαλεί όσους αυτός ήθελε  και υπήγον προς αυτόν.
14 Και έκλεξε δώδεκα, διά να ήναι μετ' αυτού, και διά να αποστέλλη αυτούς να κηρύττωσι,
15 και να έχωσιν εξουσίαν να θεραπεύωσι τας νόσους,  και να εκβάλλωσι τα δαιμόνια
16 Σίμωνα, τον οποίον επωνόμασε Πέτρον
17 και Ιάκωβον τον του Ζεβεδαίου, και Ιωάννην τον αδελφόν του Ιακώβου  και επωνόμασεν αυτούς Βοανεργές, το οποίον σημαίνει, Υιοί βροντής
18 και Ανδρέαν, και Φίλιππον, και Βαρθολομαίον, και Ματθαίον, και Θωμάν, και Ιάκωβον τον του Αλφαίου, και Θαδδαίον, και Σίμωνα τον Κανανίτην,
19 και Ιούδαν τον Ισκαριώτην, όστις και παρέδωκεν αυτόν.
20 Και έρχονται εις οίκον τινά  και συναθροίζεται πάλιν όχλος, ώστε αυτοί δεν ηδύναντο μηδέ να φάγωσιν άρτον.
21 Και ότε ήκουσαν οι συγγενείς αυτού, εξήλθον διά να πιάσωσιν αυτόν  διότι έλεγον, Ότι είναι έξω εαυτού.
22 Και οι γραμματείς, οίτινες κατέβησαν από Ιεροσολύμων, έλεγον, Ότι έχει Βεελζεβούλ, και ότι διά του άρχοντος των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια.
23 Και προσκαλέσας αυτούς, έλεγε προς αυτούς διά παραβολών, Πως δύναται Σατανάς να εκβάλλη Σατανάν;
24 και εάν βασιλεία διαιρεθή καθ' εαυτής, η βασιλεία εκείνη δεν δύναται να σταθή
25 και εάν οικία διαιρεθή καθ' εαυτής, η οικία εκείνη δεν δύναται να σταθή.
26 Και αν ο Σατανάς εσηκώθη καθ' εαυτού και διηρέθη, δεν δύναται να σταθή, αλλ' έχει τέλος.
27 Ουδείς δύναται να αρπάση τα σκεύη του δυνατού, εισελθών εις την οικίαν αυτού, εάν πρώτον δεν δέση τον δυνατόν  και τότε θέλει διαρπάσει την οικίαν αυτού.
28 Αληθώς σας λέγω, ότι πάντα τα αμαρτήματα θέλουσι συγχωρηθή εις τους υιούς των ανθρώπων, και αι βλασφημίαι όσας βλασφημήσωσιν.
29 όστοις όμως βλασφημήση εις το Πνεύμα το  Άγιον, δεν έχει συγχώρησιν εις τον αιώνα, αλλ' είναι ένοχος αιωνίου καταδίκης
30 διότι έλεγον, Πνεύμα ακάθαρτον έχει.
31  Έρχονται λοιπόν οι αδελφοί και η μήτηρ αυτού, και σταθέντες έξω, απέστειλαν προς αυτόν, και έκραζον αυτόν.
32 Και εκάθητο όχλος περί αυτόν  είπον δε προς αυτόν, Ιδού η μήτηρ σου και οι αδελφοί σου έξω σε ζητούσι.
33 Και απεκρίθη προς αυτούς, λέγων, Τις είναι η μήτηρ μου, ή οι αδελφοί μου;
34 Και περιβλέψας κύκλω προς τους καθημένους περί αυτόν, λέγει, Ιδού η μήτηρ μου και οι αδελφοί μου.
35 Διότι όστις κάμη το θέλημα του Θεού, ούτος είναι αδελφός μου, και αδελφή μου, και μήτηρ.















































































Mark, Chapter 3 Demotic Greek

1. Κάποτε μπήκε πάλι στη συναγωγή κι ήταν εκεί κάποιος που το χέρι του ήταν παράλυτο.
2. Τον παρακολουθούσαν λοιπόν να δουν αν θα τον θεραπεύσει την ημέρα του Σαββάτου, για να τον κατηγορήσουν.
3. Κι εκείνος λέει στον άνθρωπο με το παράλυτο χέρι: «Στάσου όρθιος στη μέση».
4. Έπειτα τους ρωτάει: «Επιτρέπεται να αγαθοποιήσει κανείς την ημέρα του Σαββάτου ή να βλάψει; Να σώσει μια ζωή ή να καταστρέψει;». Αλλ' εκείνοι σιωπούσαν.
5. Τότε, αφού τους κοίταξε ολόγυρα με οργή, νιώθοντας λύπη για τη σκληρότητα της καρδιάς τους, λέει στον άνθρωπο: «Τέντωσε το χέρι σου». Κι εκείνος το τέντωσε, κι έγινε καλά το χέρι του σαν και το άλλο.
6. Τότε οι Φαρισαίοι βγήκαν έξω κι αμέσως συγκάλεσαν συμβούλιο με τους Ηρωδιανούς εναντίον του Ιησού με σκοπό να τον σκοτώσουν.
7. Στο μεταξύ ο Ιησούς μαζί με τους μαθητές του αναχώρησε στη λίμνη, όπου τον ακολούθησε πολύ πλήθος από τη Γαλιλαία. Μα κι από την Ιουδαία
8. κι από τα Ιεροσόλυμα και πέρα από τον Ιορδάνη και γύρω από την Τύρο και τη Σιδώνα πλήθος πολύ, σαν άκουσαν όσα κάνει, ήρθαν κοντά του.
9. Τότε είπε στους μαθητές του να παραμένει στην υπηρεσία του ένα μικρό πλοίο, εξαιτίας του όχλου, για να μην τον στριμώχνουν.
10. Γιατί θεράπευσε πολλούς με αποτέλεσμα να πέφτουν πάνω του όσοι ήταν άρρωστοι για να τον αγγίξουν.
11. Επίσης τα δαιμονικά πνεύματα, όταν τον έβλεπαν, έπεφταν μπρος στα πόδια του και φώναζαν λέγοντας: «Εσύ είσαι ο Γιος του Θεού»!
12. Μα αυτός τα επιτιμούσε αυστηρά να μην τον φανερώσουν.
13. Κάποτε πάλι, ανεβαίνει στο βουνό και καλεί κοντά του όποιους ήθελε ο ίδιος. Κι εκείνοι πήγαν κοντά του.
14. Τότε όρισε δώδεκα για να είναι μαζί του και να τους στέλνει να κηρύττουν
15. και να έχουν την εξουσία να θεραπεύουν τις αρρώστιες και να βγάζουν τα δαιμόνια:
16. Τον Σίμωνα, που τον ονόμασε Πέτρο
17. και τον Ιάκωβο, το γιο του Ζεβεδαίου, και τον Ιωάννη, τον αδελφό του Ιακώβου, που τους ονόμασε Βοανεργές και που σημαίνει «Γιοι Βροντής»,
18. και τον Ανδρέα και το Φίλιππο και το Βαρθολομαίο και το Ματθαίο και το Θωμά και τον Ιάκωβο, το γιο του Αλφαίου, και το Θαδδαίο και το Σίμωνα τον Κανανίτη
19. και τον Ιούδα τον Ισκαριώτη, ο οποίος και τον πρόδωσε.
20. Μια άλλη φορά έρχονται σ' ένα σπίτι, όπου συγκεντρώνεται ξανά πολύς κόσμος, τόσο που να μην μπορούν αυτοί ούτε ψωμί να φάνε.
21. Κι όταν το άκουσαν οι δικοί του, βγήκαν για να τον περιορίσουν, γιατί έλεγαν πως σάλεψε ο νους του.
22. Επίσης και οι νομοδιδάσκαλοι που είχαν έρθει από τα Ιεροσόλυμα, έλεγαν ότι τον Βεελζεβούλ έχει μέσα του και ότι με τη δύναμη του άρχοντα των δαιμονίων βγάζει τα δαιμόνια!
23. Τους κάλεσε τότε κοντά του και τους έλεγε χρησιμοποιώντας παραβολές: «Πώς είναι δυνατόν ο Σατανάς να διώχνει το Σατανά;
24. Γιατί, αν κάποιο βασίλειο διχαστεί ενάντια στον εαυτό του, δεν μπορεί να επιβιώσει το βασίλειο εκείνο.
25. Το ίδιο και μια οικογένεια, αν διχαστεί ενάντια στον εαυτό της, δεν μπορεί να επιβιώσει η οικογένεια εκείνη.
26. Έτσι λοιπόν, αν ο Σατανάς επαναστάτησε ενάντια στον εαυτό του κι έχει διχαστεί, δεν μπορεί να αντέξει, αλλά το τέλος του είναι σίγουρο.
27. Κανένας δεν μπορεί να μπει στο σπίτι ενός δυνατού και να αρπάξει τα υπάρχοντά του, αν πρώτα δε δέσει τον δυνατό. Μόνο έτσι θα ληστέψει το σπίτι του.
28. »Πραγματικά, σας λέω, όλα θα συγχωρηθούν στους ανθρώπους, και τα αμαρτήματα και οι βλαστήμιες που θα συμβεί να εκστομίσουν.
29. Όποιος όμως βλαστημήσει το Πνεύμα το Άγιο, γι' αυτόν δεν υπάρχει συγχώρηση ποτέ, αλλά θα είναι ένοχος αιώνιας καταδίκης».
30. Γιατί έλεγαν ότι έχει πνεύμα δαιμονικό.
31. Έρχονται λοιπόν η μητέρα του και τ' αδέλφια του, και περιμένοντας έξω, έστειλαν μήνυμα να τον φωνάξουν.
32. Στο μεταξύ γύρω του καθόταν κόσμος. Του είπαν λοιπόν: «Έξω είναι η μητέρα σου και τ' αδέλφια σου και σε ζητούνε».
33. Κι εκείνος τους αποκρίθηκε: «Ποια είναι η μητέρα μου ή τ' αδέλφια μου;».
34. Κατόπιν, αφού κοίταξε ολόγυρα, αυτούς που κάθονταν γύρω του, λέει: «Να, η μητέρα μου και τ' αδέλφια μου.
35. Γιατί όποιος εκτελέσει το θέλημα του Θεού, αυτός μού είναι αδελφός και αδελφή και μητέρα».















































































Mark

Mark, Chapter 3 Ancient Greek

1. Καὶ εἰσῆλθε πάλιν εἰς τὴν συναγωγήν· καὶ ἦν ἐκεῖ ἄνθρωπος ἐξηραμμένην ἔχων τὴν χεῖρα.

2. καὶ παρετήρουν αὐτὸν εἰ τοῖς σάββασι θεραπεύσει αὐτόν, ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτοῦ.

3. καὶ λέγει τῷ ἀνθρώπῳ τῷ ἐξηραμένην ἔχοντι τὴν χεῖρα· ἔγειρε εἰς τὸ μέσον.

4. καὶ λέγει αὐτοῖς· ἔξεστι τοῖς σάββασιν ἀγαθοποιῆσαι ἢ κακοποιῆσαι; ψυχὴν σῶσαι ἢ ἀποκτεῖναι; οἱ δὲ ἐσιώπων.

5. καὶ περιβλεψάμενος αὐτοὺς μετ' ὀργῆς, συλλυπούμενος ἐπὶ τῇ πωρώσει τῆς καρδίας αὐτῶν, λέγει τῷ ἀνθρώπῳ· ἔκτεινον τὴν χεῖρά σου. καὶ ἐξέτεινε, καὶ ἀποκατεστάθη ἡ χεὶρ αὐτοῦ ὑγιὴς ὡς ἡ ἄλλη.

6. καὶ ἐξελθόντες οἱ Φαρισαῖοι εὐθέως μετὰ τῶν Ἡρῳδιανῶν συμβούλιον ἐποίουν κατ' αὐτοῦ, ὅπως αὐτὸν ἀπολέσωσι.

7. Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησε μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ πρὸς τὴν θάλασσαν· καὶ πολὺ πλῆθος ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας ἠκολούθησαν αὐτῷ,

8. καὶ ἀπὸ τῆς Ἰουδαίας καὶ ἀπὸ Ἱεροσολύμων καὶ ἀπὸ τῆς Ἰδουμαίας καὶ πέραν τοῦ Ἰορδάνου καὶ οἱ περὶ Τύρον καὶ Σιδῶνα, πλῆθος πολύ, ἀκούσαντες ὅσα ἐποίει, ἦλθον πρὸς αὐτόν.

9. καὶ εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ἵνα πλοιάριον προσκαρτερῇ αὐτῷ διὰ τὸν ὄχλον, ἵνα μὴ θλίβωσιν αὐτόν·

10. πολλοὺς γὰρ ἐθεράπευσεν ὥστε ἐπιπίπτειν αὐτῷ ἵνα αὐτοῦ ἅψωνται ὅσοι εἶχον μάστιγας·

11. καὶ τὰ πνεύματα τὰ ἀκάθαρτα, ὅταν αὐτὸν ἐθεώρουν, προσέπιπτον αὐτῷ καὶ ἔκραζον λέγοντα ὅτι σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ.

12. καὶ πολλὰ ἐπετίμα αὐτοῖς ἵνα μὴ αὐτὸν φανερὸν ποιήσωσι.

13. Καὶ ἀναβαίνει εἰς τὸ ὄρος, καὶ προσκαλεῖται οὓς ἤθελεν αὐτός, καὶ ἀπῆλθον πρὸς αὐτόν.

14. καὶ ἐποίησε δώδεκα, ἵνα ὦσι μετ' αὐτοῦ καὶ ἵνα ἀποστέλλῃ αὐτοὺς κηρύσσειν

15. καὶ ἔχειν ἐξουσίαν θεραπεύειν τὰς νόσους καὶ ἐκβάλλειν τὰ δαιμόνια·

16. καὶ ἐπέθηκεν ὄνομα τῷ Σίμωνι Πέτρον,

17. καὶ Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν τοῦ Ἰακώβου· καὶ ἐπέθηκεν αὐτοῖς ὀνόματα Βοανεργές, ὅ ἐστιν υἱοὶ βροντῆς·

18. καὶ Ἀνδρέαν καὶ Φίλιππον καὶ Βαρθολομαῖον καὶ Ματθαῖον καὶ Θωμᾶν καὶ Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ἀλφαίου καὶ Θαδδαῖον καὶ Σίμωνα τὸν Κανανίτην

19. καὶ Ἰούδαν Ἰσκαριώτην, ὃς καὶ παρέδωκεν αὐτόν.

20. Καὶ ἔρχονται εἰς οἶκον· καὶ συνέρχεται πάλιν ὄχλος, ὥστε μὴ δύνασθαι αὐτοὺς μηδὲ ἄρτον φαγεῖν.

21. καὶ ἀκούσαντες οἱ παρ' αὐτοῦ ἐξῆλθον κρατῆσαι αὐτόν· ἔλεγον γὰρ ὅτι ἐξέστη.

22. καὶ οἱ γραμματεῖς οἱ ἀπὸ Ἱεροσολύμων καταβάντες ἔλεγον ὅτι Βεελζεβοὺλ ἔχει, καὶ ὅτι ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια.

23. καὶ προσκαλεσάμενος αὐτοὺς ἐν παραβολαῖς ἔλεγεν αὐτοῖς· πῶς δύναται σατανᾶς σατανᾶν ἐκβάλλειν;

24. καὶ ἐὰν βασιλεία ἐφ' ἑαυτὴν μερισθῇ, οὐ δύναται σταθῆναι ἡ βασιλεία ἐκείνη·

25. καὶ ἐὰν οἰκία ἐφ' ἑαυτὴν μερισθῇ, οὐ δύναται σταθῆναι ἡ οἰκία ἐκείνη.

26. καὶ εἰ ὁ σατανᾶς ἀνέστη ἐφ' ἑαυτὸν καὶ μεμέρισται, οὐ δύναται σταθῆναι, ἀλλὰ τέλος ἔχει.

27. οὐδεὶς δύναται τὰ σκεύη τοῦ ἰσχυροῦ εἰσελθὼν εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ διαρπάσαι, ἐὰν μὴ πρῶτον τὸν ἰσχυρὸν δήσῃ, καὶ τότε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ διαρπάσει.

28. Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι πάντα ἀφεθήσεται τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων τὰ ἁμαρτήματα καὶ αἱ βλασφημίαι ὅσας ἂν βλασφημήσωσιν·

29. ὃς δ' ἂν βλασφημήσῃ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, οὐκ ἔχει ἄφεσιν εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλ' ἔνοχός ἐστιν αἰωνίου κρίσεως·

30. ὅτι ἔλεγον, πνεῦμα ἀκάθαρτον ἔχει.

31. Ἔρχονται οὖν ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ, καὶ ἔξω ἐστῶτες ἀπέστειλαν πρὸς αὐτὸν φωνοῦντες αὐτόν.

32. καὶ ἐκάθητο περὶ αὐτὸν ὄχλος· εἶπον δὲ αὐτῷ· ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἔξω ζητοῦσί σε.

33. καὶ ἀπεκρίθη αὐτοῖς λέγων· τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου ἢ οἱ ἀδελφοί μου;

34. καὶ περιβλεψάμενος κύκλῳ τοὺς περὶ αὐτὸν καθημένους λέγει· ἴδε ἡ μήτηρ μου καὶ οἱ ἀδελφοί μου·

35. ὃς γὰρ ἂν ποιήσῃ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, οὗτος ἀδελφός μου καὶ ἀδελφή μου καὶ μήτηρ ἐστί.

 

















































































Mark, Chapter 3 (KJV)

1. And he entered again into the synagogue; and there was a man there which had a withered hand.
2. And they watched him, whether he would heal him on the sabbath day; that they might accuse him.
3. And he saith unto the man which had the withered hand, Stand forth.
4. And he saith unto them, Is it lawful to do good on the sabbath days, or to do evil? to save life, or to kill? But they held their peace.
5. And when he had looked round about on them with anger, being grieved for the hardness of their hearts, he saith unto the man, Stretch forth thine hand. And he stretched it out: and his hand was restored whole as the other.
6. And the Pharisees went forth, and straightway took counsel with the Herodians against him, how they might destroy him.
7. But Jesus withdrew himself with his disciples to the sea: and a great multitude from Galilee followed him, and from Judaea,
8. And from Jerusalem, and from Idumaea, and from beyond Jordan; and they about Tyre and Sidon, a great multitude, when they had heard what great things he did, came unto him.
9. And he spake to his disciples, that a small ship should wait on him because of the multitude, lest they should throng him.
10. For he had healed many; insomuch that they pressed upon him for to touch him, as many as had plagues.
11. And unclean spirits, when they saw him, fell down before him, and cried, saying, Thou art the Son of God.
12. And he straitly charged them that they should not make him known.
13. And he goeth up into a mountain, and calleth unto him whom he would: and they came unto him.
14. And he ordained twelve, that they should be with him, and that he might send them forth to preach,
15. And to have power to heal sicknesses, and to cast out devils:
16. And Simon he surnamed Peter;
17. And James the son of Zebedee, and John the brother of James; and he surnamed them Boanerges, which is, The sons of thunder:
18. And Andrew, and Philip, and Bartholomew, and Matthew, and Thomas, and James the son of Alphaeus, and Thaddaeus, and Simon the Canaanite,
19. And Judas Iscariot, which also betrayed him: and they went into an house.
20. And the multitude cometh together again, so that they could not so much as eat bread.
21. And when his friends heard of it , they went out to lay hold on him: for they said, He is beside himself.
22. And the scribes which came down from Jerusalem said, He hath Beelzebub, and by the prince of the devils casteth he out devils.
23. And he called them unto him , and said unto them in parables, How can Satan cast out Satan?
24. And if a kingdom be divided against itself, that kingdom cannot stand.
25. And if a house be divided against itself, that house cannot stand.
26. And if Satan rise up against himself, and be divided, he cannot stand, but hath an end.
27. No man can enter into a strong man's house, and spoil his goods, except he will first bind the strong man; and then he will spoil his house.
28. Verily I say unto you, All sins shall be forgiven unto the sons of men, and blasphemies wherewith soever they shall blaspheme:
29. But he that shall blaspheme against the Holy Ghost hath never forgiveness, but is in danger of eternal damnation:
30. Because they said, He hath an unclean spirit.
31. There came then his brethren and his mother, and, standing without, sent unto him, calling him.
32. And the multitude sat about him, and they said unto him, Behold, thy mother and thy brethren without seek for thee.
33. And he answered them, saying, Who is my mother, or my brethren?
34. And he looked round about on them which sat about him, and said, Behold my mother and my brethren!
35. For whosoever shall do the will of God, the same is my brother, and my sister, and mother.