Mark, Chapter 4 Modern Greek

01 ΚΑΙ πάλιν ήρχισε να διδάσκη πλησίον της θαλάσσης και συνήχθη πρός αυτόν όχλος πολύς, ώστε εισελθών εις το πλοίον, εκάθητο εις την θάλασσαν και πάς ο όχλος ήτο επί της γής πλησίον της θαλάσσης.
02 Και εδίδασκεν αυτούς διά παραβολών πολλά, και έλεγε πρός αυτούς εν τη διδαχή αυτού,
03 Ακούετε  ιδού, εξήλθεν ο σπείρων διά να σπείρη
04 και ενώ έσπειρεν, άλλο μεν έπεσε παρά την οδόν, και ήλθον τα πετεινά του ουρανού και κατέφαγον αυτό.
05  Άλλο δε έπεσεν επί το πετρώδες, όπου δεν είχε γήν πολλήν, και ευθύς ενεφύη, διότι δεν είχε βάθος γής
06 και ότε ανέτειλεν ο ήλιος εκαυματίσθη, και επειδή δεν είχε ρίζαν, εξηράνθη.
07 Και άλλο έπεσεν εις τας ακάνθας  και ανέβησαν αι άκανθαι και συνέπνιξαν αυτό, και καρπόν δεν έδωκε.
08 Και άλλο έπεσεν εις την γήν την καλήν  και έδιδε καρπόν αναβαίνοντα και αυξάνοντα, και έδωκεν εν τριάκοντα, και εν εξήκοντα, και εν εκατόν.
09 Και έλεγε πρός αυτούς, Ο έχων ώτα διά να ακούη, ας ακούη.
10  Ότε δε έμεινε καταμόνας, ηρώτησαν αυτόν οι περί αυτόν μετά των δώδεκα περί της παραβολής.
11 Και έλεγε πρός αυτούς, Εις εσάς εδόθη να γνωρίσητε το μυστήριον της βασιλείας του Θεού  εις εκείνους δε τους έξω, διά παραβολών τα πάντα γίνονται
12 διά να βλέπωσι βλέποντες, και να μη ίδωσι  και να ακούωσιν ακούοντες, και να μη νοήσωσι  μήποτε επιστρέψωσι, και συγχωρηθώσιν εις αυτούς τα αμαρτήματα.
13 Και λέγει πρός αυτούς, Δεν εξεύρετε την παραβολήν ταύτην; και πως θέλετε γνωρίσει πάσας τας παραβολάς;
14 Ο σπείρων, τον λόγον σπείρει.
15 Οι δε παρά την οδόν είναι ούτοι, εις τούς οποίους σπείρεται ο λόγος  και όταν ακούσωσιν, ευθύς έρχεται ο Σατανάς, και αφαιρεί τον λόγον τον εσπαρμένον εν ταις καρδίαις αυτών.
16 Και ομοίως οι επί τα  πετρώδη σπειρόμενοι είναι ούτοι, οίτινες, όταν ακούσωσι τον λόγον, ευθύς μετά χαράς δέχονται αυτόν
17 δεν έχουσιν όμως ρίζαν εν εαυτοίς, αλλ' είναι πρόσκαιροι  έπειτα, όταν γείνη θλίψις ή διωγμός διά τον λόγον, ευθύς σκανδαλίζονται.
18 Και οι εις τας ακάνθας σπειρόμενοι είναι ούτοι, οίτινες ακούουσι τον λόγον
19 και αι μέριμναι του αιώνος τούτου, και η απάτη του πλούτου, και αι επιθυμίαι των άλλων πραγμάτων εισερχόμεναι συμπνίγουσι τον λόγον, και γίνεται άκαρπος.
20 Και οι εις την γήν την καλήν σπαρέντες είναι ούτοι, οίτινες ακούουσι τον λόγον και παραδέχονται, και καρποφορούσιν, εν τριάκοντα, και εν εξήκοντα, και εν εκατόν.
21 Και έλεγε πρός αυτούς, Μήπως ο λύχνος έρχεται, διά να τεθή υπό τον μόδιον, ή υπό την κλίνην; ουχί διά να τεθή επί τον λυχνοστάτην;
22 διότι δεν είναί τι κρυπτόν, το οποίον δεν θέλει φανερωθή  ουδ' έγεινέ τι απόκρυφον, το οποίον δεν θέλει ελθεί εις το φανερόν.
23  Όστις έχει ώτα διά να ακούη, ας ακούη.
24 Και έλεγε πρός αυτούς, Προσέχετε τι ακούετε  με οποίον μέτρον μετρείτε, θέλει μετρηθή εις εσάς, και θέλει γείνει προσθήκη εις εσάς τους ακούοντας.
25 Διότι όστις έχει, θέλει δοθή εις αυτόν  και όστις δεν έχει, και εκείνο το οποίον έχει, θέλει αφαιρεθή απ' αυτού.
26 Και έλεγεν Ούτως είναι η βασιλεία του Θεού, ως εάν άνθρωπος ρίψη τον σπόρον επί της γής,
27 και κοιμάται και σηκόνηται νύκτα και ημέραν  και ο σπόρος βλαστάνη, και αυξάνη καθώς αυτός δεν εξεύρει.
28 Διότι αφ' εαυτής η γή καρποφορεί, πρώτον χόρτον, έπειτα αστάχυον, έπειτα πλήρη σίτον εν τω ασταχύω.
29  Όταν δε ωριμάση ο καρπός, ευθύς αποστέλλει το δρέπανον, διότι ήλθεν ο θερισμός.
30  Έτι έλεγε, Με τι να ομοιώσωμεν την βασιλείαν του Θεού; ή με ποίαν παραβολήν να παραβάλωμεν αυτήν;
31 Είναι ομοία με κόκκον σινάπεως, όστις, όταν σπαρή επί της γής, είναι μικρότερος πάντων των σπερμάτων των επί της γής
32 αφού δε σπαρή,  αναβαίνει, και γίνεται μεγαλήτερος πάντων των λαχάνων, και κάμνει κλάδους μεγάλους, ώστε υπό την σκιάν αυτού δύνανται τα πετεινά του ουρανού να κατασκηνώσι.
33 Και διά τοιούτων πολλών παραβολών ελάλει πρός αυτούς τον λόγον, καθώς ηδύναντο να ακούωσι.
34 Χωρίς δε παραβολής δεν ελάλει πρός αυτούς  κατ' ιδίαν όμως εξήγει πάντα εις τους μαθητάς αυτού.
35 Και λέγει πρός αυτούς εν εκείνη τη ημέρα, ότε έγεινεν εσπέρα, Ας διέλθωμεν εις το πέραν.
36 Και αφήσαντες τον όχλον, παραλαμβάνουσιν αυτόν ως ήτο εν τω πλοίω  και άλλα δε πλοιάρια ήσαν μετ' αυτού.
37 Και γίνεται μέγας ανεμοστρόβιλος  και τα κύματα εισέβαλλον εις το πλοίον, ώστε αυτό ήδη εγεμίζετο.
38 Και αυτός ήτο επί της πρύμνης κοιμώμενος επί το προσκεφάλαιον  και εξυπνίζουσιν αυτόν, και λέγουσι πρός αυτόν, διδάσκαλε, δεν σε μέλει ότι χανόμεθα;
39 Και σηκωθείς επετίμησε τον άνεμον  και είπε πρός την θάλασσαν, Σιώπα, ησύχασον. Και έπαυσεν ο άνεμος, και έγεινε γαλήνη μεγάλη.
40 Και είπε πρός αυτούς, Διά τι είσθε ούτω δειλοί; πως δεν έχετε πίστιν;
41 Και εφοβήθησαν φόβον μέγαν, και έλεγον πρός αλλήλους, Τις λοιπόν είναι ούτος, ότι και ο άνεμος και η θάλασσα υπακούουσιν εις αυτόν;















































































Mark, Chapter 4 Demotic Greek

1. Κατόπιν άρχισε πάλι να τους διδάσκει δίπλα στη λίμνη. Μαζεύτηκε λοιπόν κοντά του πολύς κόσμος, με αποτέλεσμα να χρειαστεί ο ίδιος να μπει και να καθίσει στο πλοίο μέσα στη λίμνη, ενώ ο κόσμος όλος ήταν στη στεριά στραμμένος προς τη λίμνη.
2. Και τους δίδασκε πολλά με παραβολές και τους έλεγε στη διδαχή του:
3. »Ακούστε: Βγήκε ο σπορέας να σπείρει.
4. Και καθώς έσπερνε, ένα μέρος του σπόρου έπεσε δίπλα στο δρόμο και ήρθαν τα πουλιά και το κατέφαγαν.
5. Κι άλλο έπεσε σε πετρώδες έδαφος, όπου δεν είχε πολύ χώμα, και φύτρωσε πολύ γρήγορα, επειδή δεν είχε βάθος το χώμα,
6. μα σαν ανέτειλε ο ήλιος, κάηκε, κι επειδή δεν είχε ρίζα, ξεράθηκε.
7. Κι άλλο έπεσε στ' αγκάθια και μεγάλωσαν τ' αγκάθια και το κατέπνιξαν, και δεν καρποφόρησε.
8. Κι άλλο έπεσε στη γη την καλή και καρποφορούσε καθώς αναπτυσσόταν και αυξανόταν· κι απέδωσε το ένα τριάντα κι άλλο εξήντα κι άλλο εκατό φορές περισσότερο».
9. Και τους έλεγε: «Όποιος έχει αυτιά για ν' ακούει ας ακούει».
10. Κι όταν πια έμεινε μόνος, τον ρώτησαν αυτοί που αποτελούσαν το στενό του περιβάλλον μαζί με τους δώδεκα για την παραβολή.
11. Κι εκείνος τους εξηγούσε: «Σε σας έχει δοθεί το προνόμιο να γνωρίσετε τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού, ενώ σ' εκείνους που είναι έξω, όλα παρουσιάζονται με παραβολές
12. έτσι ώστε, έχοντας την όρασή τους να βλέπουν αλλά να μην αντιλαμβάνονται, κι έχοντας την ακοή τους ν' ακούν αλλά να μην καταλαβαίνουν, μήπως και επιστρέψουν και τους συγχωρηθούν οι αμαρτίες».
13. Κατόπιν τους ρωτά: «Δεν καταλαβαίνετε αυτήν την παραβολή και πώς θα καταλάβετε όλες τις παραβολές;
14. Ο σπορέας το λόγο σπέρνει.
15. Κι όσοι παραβάλλονται με το δρόμο όπου σπέρνεται ο λόγος, είναι εκείνοι που, όταν ακούσουν, έρχεται αμέσως ο Σατανάς και αφαιρεί το λόγο το σπαρμένο μέσα στις καρδιές τους.
16. Παρόμοια κι όσοι δέχονται το σπόρο στα πετρώδη χώματα είναι εκείνοι που, σαν ακούσουν το λόγο, τον δέχονται αμέσως με χαρά.
17. Δε ριζώνει όμως μέσα τους και είναι πρόσκαιρος. Έπειτα, μόλις γίνει θλίψη ή διωγμός εξαιτίας του λόγου, αμέσως κλονίζονται.
18. Επίσης όσοι δέχονται το σπόρο μέσα στ' αγκάθια είναι εκείνοι που ακούν το λόγο,
19. αλλά οι μέριμνες της γήινης αυτής ζωής και η απάτη του πλούτου και οι επιθυμίες για τα υπόλοιπα πράγματα εισχωρούν μέσα τους και καταπνίγουν το λόγο και δεν καρποφορεί.
20. Κι αυτοί που δέχτηκαν το σπόρο στη γη την καλή, είναι εκείνοι που ακούν το λόγο και τον αποδέχονται και καρποφορούν ένας τριάντα, άλλος εξήντα κι άλλος εκατό φορές περισσότερο».
21. Τους έλεγε ακόμα: «Μήπως το λυχνάρι το φέρνουν για να το θέσουν κάτω από το μόδι ή κάτω από το κρεβάτι; Δεν το φέρνουν για να το θέσουν πάνω στο λυχνοστάτη;
22. Επομένως δεν υπάρχει πράγμα κρυφό που δε θα φανερωθεί κι ούτε έγινε για να παραμείνει μυστικό, αλλά για να φανερωθεί.
23. Αν έχει κανείς αυτιά ν' ακούει, ας ακούει».
24. Επίσης τους έλεγε: «Προσέχετε αυτό που ακούτε: Με όποιο μέτρο μετράτε μ' αυτό θα σας μετρηθεί και θα προστεθεί σ' εσάς που ακούτε.
25. Γιατί όποιος έχει, θα του δοθεί περισσότερο, όποιος όμως δεν έχει θα του αφαιρεθεί κι αυτό που έχει».
26. Τους έλεγε ακόμα: «Να πως μοιάζει η βασιλεία του Θεού· μοιάζει σαν να σπέρνει ένας άνθρωπος το σπόρο στη γη.
27. Κατόπιν κοιμάται και σηκώνεται νύχτα και μέρα, κι ο σπόρος φυτρώνει και αναπτύσσεται καθώς ο ίδιος ούτε καν το ξέρει.
28. Γιατί η γη καρποφορεί από μόνη της, βγάζοντας πρώτα βλαστό, κατόπιν στάχυ, κι έπειτα μεστωμένο σιτάρι στο στάχυ.
29. Κι όταν ωριμάσει ο καρπός, αμέσως βάζει μπρος το δρεπάνι, γιατί έχει φτάσει ο θερισμός».
30. Έλεγε επίσης: «Πώς να την παρομοιάσουμε τη βασιλεία του Θεού; Ή με ποια παραβολή να τη συμβολίσουμε;
31. Θα την παρομοιάσουμε με σιναπόσπορο που, όταν σπαρθεί στη γη, είναι μικρότερος απ' όλους τους σπόρους τους σπαρμένους πάνω στη γη.
32. Μετά τη σπορά του όμως ψηλώνει και γίνεται μεγαλύτερο απ' όλα τα λαχανικά και κάνει κλαδιά μεγάλα, σε σημείο που να μπορούν κάτω από τη σκιά του να φωλιάζουν τα πουλιά τ' ουρανού».
33. Και με πολλές ακόμα παρόμοιες παραβολές τους κήρυττε το λόγο, ανάλογα με την ικανότητά τους να καταλαβαίνουν,
34. και χωρίς παραβολή δεν τους μιλούσε. Ιδιαιτέρως όμως τα εξηγούσε όλα στους μαθητές του.
35. Κι όταν είχε βραδιάσει πια την ημέρα εκείνη, λέει στους μαθητές του: «Ας περάσουμε στην απέναντι όχθη της λίμνης».
36. Τότε, αφού άφησαν τον όχλο, πήραν μαζί τους τον Ιησού στο πλοίο έτσι όπως ήταν. Υπήρχαν στο μεταξύ κι άλλα πλοία που τον συνόδευαν.
37. Ξέσπασε όμως μια δυνατή ανεμοθύελλα και τα κύματα έσπαζαν με ορμή πάνω στο πλοίο, σε σημείο που αυτό είχε αρχίσει κιόλας να γεμίζει.
38. Στο μεταξύ ο Ιησούς ήταν στην πρύμνη όπου και κοιμόταν πάνω στο προσκέφαλο. Τον ξυπνούν λοιπόν και του λένε: «Δάσκαλε, δε σε νοιάζει που χανόμαστε;».
39. Σηκώθηκε τότε εκείνος και επιτίμησε τον άνεμο και είπε στη λίμνη: «Σώπα! Φιμώσου!». Κι ο άνεμος σταμάτησε κι έγινε απόλυτη γαλήνη.
40. Έπειτα τους είπε: «Γιατί είστε έτσι δειλοί; Πώς γίνεται και δεν έχετε πίστη;».
41. Τους κυρίευσε τότε μεγάλος φόβος κι έλεγαν ο ένας στον άλλο: «Ποιος, λοιπόν, είναι αυτός, που και ο άνεμος και η λίμνη τον υπακούνε;»















































































Mark

Mark, Chapter 4 Ancient Greek

1. Καὶ πάλιν ἤρξατο διδάσκειν παρὰ τὴν θάλασσαν· καὶ συνήχθη πρὸς αὐτὸν ὄχλος πολύς, ὥστε αὐτὸν ἐμβάντα εἰς τὸ πλοῖον καθῆσθαι ἐν τῇ θαλάσσῃ· καὶ πᾶς ὁ ὄχλος πρὸς τὴν θάλασσαν ἐπὶ τῆς γῆς ἦσαν.

2. καὶ ἐδίδασκεν αὐτοὺς ἐν παραβολαῖς πολλά, καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ἐν τῇ διδαχῇ αὐτοῦ·

3. ἀκούετε. ἰδοὺ ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι.

4. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ σπείρειν ὃ μὲν ἔπεσεν ἐπὶ τὴν ὁδόν, καὶ ἦλθον τὰ πετεινὰ καὶ κατέφαγεν αὐτό.

5. καὶ ἄλλο ἔπεσεν ἐπὶ τὸ πετρῶδες, ὅπου οὐκ εἶχε γῆν πολλήν, καὶ εὐθέως ἐξανέτειλε διὰ τὸ μὴ ἔχειν βάθος γῆς,

6. ἡλίου δὲ ἀνατείλαντος ἐκαυματίσθη, καὶ διὰ τὸ μὴ ἔχειν ῥίζαν ἐξηράνθη·

7. καὶ ἄλλο ἔπεσεν εἰς τὰς ἀκάνθας, καὶ ἀνέβησαν αἱ ἄκανθαι καὶ συνέπνιξαν αὐτό, καὶ καρπὸν οὐκ ἔδωκε·

8. καὶ ἄλλο ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν τὴν καλὴν καὶ ἐδίδου καρπὸν ἀναβαίνοντα καὶ αὐξάνοντα, καὶ ἔφερεν ἐν τριάκοντα καὶ ἐν ἑξήκοντα καὶ ἐν ἑκατόν.

9. καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.

10. Ὅτε δὲ ἐγένετο κατὰ μόνας, ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ περὶ αὐτὸν σὺν τοῖς δώδεκα τὴν παραβολήν.

11. καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ· ἐκείνοις δὲ τοῖς ἔξω ἐν παραβολαῖς τὰ πάντα γίνεται,

12. ἵνα βλέποντες βλέπωσι καὶ μὴ ἴδωσι, καὶ ἀκούοντες ἀκούωσι καὶ μὴ συνιῶσι, μήποτε ἐπιστρέψωσι καὶ ἀφεθῇ αὐτοῖς τὰ ἁμαρτήματα.

13. Καὶ λέγει αὐτοῖς· οὐκ οἴδατε τὴν παραβολὴν ταύτην, καὶ πῶς πάσας τὰς παραβολὰς γνώσεσθε;

14. ὁ σπείρων τὸν λόγον σπείρει.

15. οὗτοι δέ εἰσιν οἱ παρὰ τὴν ὁδὸν ὅπου σπείρεται ὁ λόγος, καὶ ὅταν ἀκούσωσιν, εὐθὺς ἔρχεται ὁ σατανᾶς καὶ αἴρει τὸν λόγον τὸν ἐσπαρμένον ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν.

16. καὶ οὗτοι ὁμοίως εἰσὶν οἱ ἐπὶ τὰ πετρώδη σπειρόμενοι, οἳ ὅταν ἀκούσωσι τὸν λόγον, εὐθὺς μετὰ χαρᾶς λαμβάνουσιν αὐτόν,

17. καὶ οὐκ ἔχουσι ῥίζαν ἐν ἑαυτοῖς, ἀλλὰ πρόσκαιροί εἰσιν· εἶτα γενομένης θλίψεως ἢ διωγμοῦ διὰ τὸν λόγον, εὐθὺς σκανδαλίζονται.

18. καὶ οὗτοί εἰσιν οἱ εἰς τὰς ἀκάνθας σπειρόμενοι, οἱ τὸν λόγον ἀκούοντες,

19. καὶ αἱ μέριμναι τοῦ αἰῶνος τούτου καὶ ἡ ἀπάτη τοῦ πλούτου καὶ αἱ περὶ τὰ λοιπὰ ἐπιθυμίαι εἰσπορευόμεναι συμπνίγουσι τὸν λόγον, καὶ ἄκαρπος γίνεται.

20. καὶ οὗτοί εἰσιν οἱ ἐπὶ τὴν γῆν τὴν καλὴν σπαρέντες, οἵτινες ἀκούουσι τὸν λόγον καὶ παραδέχονται, καὶ καρποφοροῦσιν ἐν τριάκοντα καὶ ἐν ἑξήκοντα καὶ ἐν ἑκατόν.

21. Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· μήτι ἔρχεται ὁ λύχνος ἵνα ὑπὸ τὸν μόδιον τεθῇ ἢ ὑπὸ τὴν κλίνην; οὐχ ἵνα ἐπὶ τὴν λυχνίαν ἐπιτεθῇ;

22. οὐ γάρ ἐστι κρυπτὸν ὃ ἐὰν μὴ φανερωθῇ, οὐδὲ ἐγένετο ἀπόκρυφον ἀλλ' ἵνα ἔλθῃ εἰς φανερόν.

23. εἴ τις ἔχει ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω.

24. Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· βλέπετε τί ἀκούετε. ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε, μετρηθήσεται ὑμῖν, καὶ προστεθήσεται ὑμῖν τοῖς ἀκούουσιν.

25. ὃς γὰρ ἂν ἔχῃ, δοθήσεται αὐτῷ· καὶ ὃς οὐκ ἔχει, καὶ ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ' αὐτοῦ.

26. Καὶ ἔλεγεν· οὕτως ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὡς ἂν ἄνθρωπος βάλῃ τὸν σπόρον ἐπὶ τῆς γῆς,

27. καὶ καθεύδῃ καὶ ἐγείρηται νύκτα καὶ ἡμέραν, καὶ ὁ σπόρος βλαστάνῃ καὶ μηκύνηται ὡς οὐκ οἶδεν αὐτός.

28. αὐτομάτη γὰρ ἡ γῆ καρποφορεῖ, πρῶτον χόρτον, εἶτα στάχυν, εἶτα πλήρη σῖτον ἐν τῷ στάχυϊ.

29. ὅταν δὲ παραδῷ ὁ καρπός, εὐθέως ἀποστέλλει τὸ δρέπανον, ὅτι παρέστηκεν ὁ θερισμός.

30. Καὶ ἔλεγε· πῶς ὁμοιώσωμεν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ; ἢ ἐν τίνι παραβολῇ παραβάλωμεν αὐτήν;

31. ὡς κόκκῳ σινάπεως, ὃς ὅταν σπαρῇ ἐπὶ τῆς γῆς, μικρότερος πάντων τῶν σπερμάτων ἐστὶ τῶν ἐπὶ τῆς γῆς·

32. καὶ ὅταν σπαρῇ, ἀναβαίνει καὶ γίνεται μείζων πάντων τῶν λαχάνων, καὶ ποιεῖ κλάδους μεγάλους, ὥστε δύνασθαι ὑπὸ τὴν σκιὰν αὐτοῦ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνοῦν.

33. Καὶ τοιαύταις παραβολαῖς πολλαῖς ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον, καθὼς ἠδύναντο ἀκούειν,

34. χωρὶς δὲ παραβολῆς οὐκ ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον· κατ' ἰδίαν δὲ τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ἐπέλυε πάντα.

35. Καὶ λέγει αὐτοῖς ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ ὀψίας γενομένης· διέλθωμεν εἰς τὸ πέραν.

36. καὶ ἀφέντες τὸν ὄχλον παραλαμβάνουσιν αὐτὸν ὡς ἦν ἐν τῷ πλοίῳ· καὶ ἄλλα δὲ πλοῖα ἦν μετ' αὐτοῦ.

37. καὶ γίνεται λαῖλαψ ἀνέμου μεγάλη, τὰ δὲ κύματα ἐπέβαλλεν εἰς τὸ πλοῖον, ὥστε ἤδη αὐτὸ βυθίζεσθαι.

38. καὶ ἦν αὐτὸς ἐν τῇ πρύμνῃ ἐπὶ τὸ προσκεφάλαιον καθεύδων· καὶ διεγείρουσιν αὐτὸν καὶ λέγουσιν αὐτῷ· διδάσκαλε, οὐ μέλει σοι ὅτι ἀπολλύμεθα;

39. καὶ διεγερθεὶς ἐπετίμησε τῷ ἀνέμῳ καὶ εἶπε τῇ θαλάσσῃ· σιώπα, πεφίμωσο. καὶ ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος, καὶ ἐγένετο γαλήνη μεγάλη.

40. καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τί δειλοί ἐστε οὕτω; πῶς οὐκ ἔχετε πίστιν;

41. καὶ ἐφοβήθησαν φόβον μέγαν καὶ ἔλεγον πρὸς ἀλλήλους· τίς ἄρα οὗτός ἐστιν, ὅτι καὶ ὁ ἄνεμος καὶ ἡ θάλασσα ὑπακούουσιν αὐτῷ;

 

















































































Mark, Chapter 4 (KJV)

1. And he began again to teach by the sea side: and there was gathered unto him a great multitude, so that he entered into a ship, and sat in the sea; and the whole multitude was by the sea on the land.
2. And he taught them many things by parables, and said unto them in his doctrine,
3. Hearken; Behold, there went out a sower to sow:
4. And it came to pass, as he sowed, some fell by the way side, and the fowls of the air came and devoured it up.
5. And some fell on stony ground, where it had not much earth; and immediately it sprang up, because it had no depth of earth:
6. But when the sun was up, it was scorched; and because it had no root, it withered away.
7. And some fell among thorns, and the thorns grew up, and choked it, and it yielded no fruit.
8. And other fell on good ground, and did yield fruit that sprang up and increased; and brought forth, some thirty, and some sixty, and some an hundred.
9. And he said unto them, He that hath ears to hear, let him hear.
10. And when he was alone, they that were about him with the twelve asked of him the parable.
11. And he said unto them, Unto you it is given to know the mystery of the kingdom of God: but unto them that are without, all these  things are done in parables:
12. That seeing they may see, and not perceive; and hearing they may hear, and not understand; lest at any time they should be converted, and their sins should be forgiven them.
13. And he said unto them, Know ye not this parable? and how then will ye know all parables?
14. The sower soweth the word.
15. And these are they by the way side, where the word is sown; but when they have heard, Satan cometh immediately, and taketh away the word that was sown in their hearts.
16. And these are they likewise which are sown on stony ground; who, when they have heard the word, immediately receive it with gladness;
17. And have no root in themselves, and so endure but for a time: afterward, when affliction or persecution ariseth for the word's sake, immediately they are offended.
18. And these are they which are sown among thorns; such as hear the word,
19. And the cares of this world, and the deceitfulness of riches, and the lusts of other things entering in, choke the word, and it becometh unfruitful.
20. And these are they which are sown on good ground; such as hear the word, and receive it , and bring forth fruit, some thirtyfold, some sixty, and some an hundred.
21. And he said unto them, Is a candle brought to be put under a bushel, or under a bed? and not to be set on a candlestick?
22. For there is nothing hid, which shall not be manifested; neither was any thing kept secret, but that it should come abroad.
23. If any man have ears to hear, let him hear.
24. And he said unto them, Take heed what ye hear: with what measure ye mete, it shall be measured to you: and unto you that hear shall more be given.
25. For he that hath, to him shall be given: and he that hath not, from him shall be taken even that which he hath.
26. And he said, So is the kingdom of God, as if a man should cast seed into the ground;
27. And should sleep, and rise night and day, and the seed should spring and grow up, he knoweth not how.
28. For the earth bringeth forth fruit of herself; first the blade, then the ear, after that the full corn in the ear.
29. But when the fruit is brought forth, immediately he putteth in the sickle, because the harvest is come.
30. And he said, Whereunto shall we liken the kingdom of God? or with what comparison shall we compare it?
31.  It is like a grain of mustard seed, which, when it is sown in the earth, is less than all the seeds that be in the earth:
32. But when it is sown, it groweth up, and becometh greater than all herbs, and shooteth out great branches; so that the fowls of the air may lodge under the shadow of it.
33. And with many such parables spake he the word unto them, as they were able to hear it .
34. But without a parable spake he not unto them: and when they were alone, he expounded all things to his disciples.
35. And the same day, when the even was come, he saith unto them, Let us pass over unto the other side.
36. And when they had sent away the multitude, they took him even as he was in the ship. And there were also with him other little ships.
37. And there arose a great storm of wind, and the waves beat into the ship, so that it was now full.
38. And he was in the hinder part of the ship, asleep on a pillow: and they awake him, and say unto him, Master, carest thou not that we perish?
39. And he arose, and rebuked the wind, and said unto the sea, Peace, be still. And the wind ceased, and there was a great calm.
40. And he said unto them, Why are ye so fearful? how is it that ye have no faith?
41. And they feared exceedingly, and said one to another, What manner of man is this, that even the wind and the sea obey him?