Mark, Chapter 5 Modern Greek

01 ΚΑΙ ήλθον εις τον πέραν της θαλάσσης, εις την χώραν των Γαδαρηνών.
02 Και ως εξήλθεν εκ του πλοίου, ευθύς απήντησεν αυτόν εκ των μνημείων άνθρωπος έχων πνεύμα ακάθαρτον,
03 όστις είχε την κατοικίαν εν τοις μνημείοις, και ουδείς ηδύνατο να δέση αυτόν ουδέ με αλύσεις
04 Διότι πολλάκις είχε δεθή με ποδόδεσμα και με αλύσεις, και διεσπάσθησαν υπ' αυτού αι αλύσεις, και τα ποδόδεσμα συνετρίφθησαν και ουδείς ίσχυε να δαμάση αυτόν
05και διαπαντός νύκτα και ημέραν ήτο εν τοις όρεσι και εν τοις μνημείοις, κράζων και κατακόπτων εαυτόν με λίθους.
06 Ιδών δε τον Ιησούν από μακρόθεν, Έδραμε, και προσεκύνησεν αυτόν
07 και κράξας μετά φωνής μεγάλης, είπε, Τι είναι μεταξύ εμού και σου, Ιησού, Υιέ του Θεού του υψίστου; ορκίζω σε εις τον Θεόν, μη με βασανίσης.
08 Διότι έλεγε προς αυτόν, Έξελθε από του ανθρώπου, το πνεύμα το ακάθαρτον.
09 Και ηρώτησεν αυτόν, Τι είναι το όνομά σου; Και απεκρίθη, λέγων, Λεγεών είναι το όνομά μου  διότι πολλοί είμεθα.
10 Και παρεκάλει αυτόν πολλά, να μη αποστείλη αυτούς έξω της χώρας.
11  Ήτο δε εκεί προς τα όρη αγέλη μεγάλη χοίρων βοσκομένη
12 και παρεκάλεσαν αυτόν πάντες οι δαίμονες, λέγοντες, Πέμψον ημάς εις τους χοίρους, διά να εισέλθωμεν εις αυτούς.
13 Και ο Ιησούς ευθύς επέτρεψεν εις αυτούς. Και εξελθόντα τα πνεύματα τα ακάθαρτα εισήλθον εις τους χοίρους  και ώρμησεν η αγέλη κατά του κρημνού εις την θάλασσαν (ήσαν δε έως δύο χιλιάδες,) και επνίγοντο εν τη θαλάσση.
14 Οι δε βόσκοντες τους χοίρους έφυγον, και ανήγγειλαν εις την πόλιν και εις τους αγρούς. Και εξήλθον διά να ίδωσι τι είναι το γεγονός.
15 Και έρχονται προς τον Ιησούν, και θεωρούσι τον δαιμονιζόμενον όστις είχε τον λεγεώνα, καθήμενον, και ενδεδυμένον, και σωφρονούντα  και εφοβήθησαν
16 και διηγήθησαν προς αυτούς οι ιδόντες, πως έγεινε το πράγμα εις τον δαιμονιζόμενον, και περί των χοίρων.
17 Και ήρχισαν να παρακαλώσιν αυτόν να αναχωρήση από των ορίων αυτών. Και ότε εισήλθεν εις το πλοίον, παρεκάλει αυτόν ο δαιμονισθείς να ήναι μετ' αυτού
19 Πλήν ο Ιησούς δεν αφήκεν αυτόν, αλλά λέγει προς αυτόν, Ύπαγε εις τον οίκόν σου προς τους οικείους σου, και ανάγγειλον προς αυτούς όσα ο Κύριος σοι έκαμε, και σε ηλέησε.
20 Και ανεχώρησε, και ήρχισε να κηρύττη εν τη Δεκαπόλει όσα έκαμεν εις αυτόν ο Ιησούς  και πάντες εθαύμαζον.
21 Και αφού ο Ιησούς διεπέρασε πάλιν εν τω πλοίω εις το πέραν, συνήχθη προς αυτόν όχλος πολύς  και ήτο πλησίον της θαλάσσης.
22 Και ιδού, έρχεται εις των αρχισυναγώγων,  ονόματι Ιάειρος και ιδών αυτόν, πίπτει προς τους πόδας αυτού
23 και παρεκάλει αυτόν πολλά, λέγων,  Ότι το θυγάτριόν μου πνέει τα λοίσθια  να έλθης και να βάλης τας χειράς σου επ αυτήν, διά να σωθή  και θέλει ζήσει.
24 Και υπήγε μετ' αυτού  και ηκολούθει αυτόν όχλος πολύς, και συνέθλιβον αυτόν.
25 Και γυνή τις έχουσα ρύσιν αίματος δώδεκα έτη,
26 και πολλά παθούσα υπό πολλών ιατρών, και δαπανήσασα πάσαν την περιουσίαν αυτής και μηδέν ωφεληθείσα, αλλά μάλλον εις το χείρον ελθούσα,
27 ακούσασα περί του Ιησού, ήλθε μεταξύ του όχλου όπισθεν, και ήγγισε το ιμάτιον αυτού
28 διότι έλεγεν,  Ότι, και αν τα ιμάτια αυτού εγγίσω, θέλω σωθή.
29 Και ευθύς εξηράνθη η πηγή του αίματος αυτής  και ησθάνθη εν τω σώματι αυτής ότι ιατρεύθη από της μάστιγος.
30 Και ευθύς ο Ιησούς νοήσας εν εαυτώ την δύναμιν την εξελθούσαν απ' αυτού, στραφείς εν τω όχλω, έλεγε, Τις ήγγισε τα ιμάτιά μου;
31 Και έλεγον προς αυτόν οι μαθηταί αυτού, Βλέπεις τον όχλον συνθλίβοντά σε, και λέγεις, Τις μου ήγγισε;
32 Και περιέβλεπε διά να ίδη την πράξασαν τούτο.
33 Η δε γυνή, φοβηθείσα και τρέμουσα, επειδή ήξευρε τι έγεινεν επ' αυτήν, ήλθε και προσέπεσεν εις αυτόν, και είπε προς αυτόν πάσαν την αλήθειαν.
34 Ο δε είπε προς αυτήν Θύγατερ, η πίστις σου σε έσωσεν ύπαγε εις ειρήνην, και έσο υγιής από της μάστιγός σου.
35 Ενώ αυτός ελάλει έτι, έρχονται από του αρχισυναγώγου, λέγοντες,  Ότι η θυγάτηρ σου απέθανε  τι πλέον ενοχλείς τον διδάσκαλον;
36 Ο δε Ιησούς, ευθύς ότε ήκουσε τον λόγον λαλούμενον, λέγει πρός τον αρχισυνάγωγον, Μη φοβού, μόνον πίστευε.
37 Και δεν αφήκεν ουδένα να ακολουθήση αυτόν, ειμή τον Πέτρον και Ιάκωβον και Ιωάννην τον αδελφόν Ιακώβου.
38 Και έρχεται εις τον οίκον του αρχισυναγώγου, και βλέπει θόρυβον, κλαίοντας και αλαλάζοντας πολλά.
39 Και εισελθών, λέγει προς αυτούς, Τι θορυβείσθε και κλαίετε; το παιδίον δεν απέθανεν, αλλά κοιμάται.
40 Και κατεγέλων αυτού. Ο δε, αφού εξέβαλεν άπαντας, παραλαμβάνει τον πατέρα του παιδίου και την μητέρα και τους μεθ' εαυτού, και εισέρχεται όπου έκειτο το παιδίον.
41 Και πιάσας την χείρα του παιδίου, λέγει προς αυτήν, Ταλιθά κούμι, το οποίον μεθερμηνευόμενον είναι, Κοράσιον, σοι λέγω, σηκώθητι.
42 Και ευθύς εσηκώθη το κοράσιον, και περιεπάτει διότι ήτο ετών δώδεκα  και εξεπλάγησαν με έκπληξιν μεγάλην.
43 Και παρήγγειλεν εις αυτούς πολλά να μη μάθη μηδείς τούτο και είπε να δοθή εις αυτήν να φάγη.














































































Mark, Chapter 5 Demotic Greek

1. Έφτασαν λοιπόν στην απέναντι όχθη της λίμνης, στην περιοχή των Γαδαρηνών.
2. Και όταν αυτός βγήκε από το πλοίο, τον αντάμωσε αμέσως ένας άνθρωπος με δαιμονικό πνεύμα,
3. ο οποίος σαν τόπο κατοικίας του είχε τα μνήματα, και τον οποίο δεν μπορούσε κανένας ούτε με αλυσίδες να τον δέσει.
4. Διότι πολλές φορές τον είχαν δέσει με χειροπέδες και με αλυσίδες, αλλ' είχε σπάσει τις αλυσίδες, και τις χειροπέδες τις είχε κομματιάσει και κανένας δεν είχε τη δύναμη να τον δαμάσει.
5. Έτσι, πάντοτε, νύχτα και μέρα, βρισκόταν στα μνήματα και στα βουνά κραυγάζοντας και κατακόβοντας τον εαυτό του με πέτρες.
6. Σαν είδε λοιπόν τον Ιησού από μακριά, έτρεξε και τον προσκύνησε.
7. Κατόπιν, κραυγάζοντας με δυνατή φωνή του λέει: «Τι σχέση έχουμε εγώ κι εσύ Ιησού, Γιε του Θεού του Υψίστου; Σε εξορκίζω στο Θεό, μη με βασανίσεις».
8. Γιατί του έλεγε ο Ιησούς: «Πνεύμα δαιμονικό, βγες απ' αυτόν τον άνθρωπο».
9. Τον ρωτούσε επίσης: «Ποιο είναι τ' όνομά σου;». Κι εκείνο αποκρίθηκε: «Λεγεών είναι το όνομά μου, γιατί είμαστε πολλοί».
10. Και τον παρακαλούσε πολύ να μην τους διώξει έξω από την περιοχή.
11. Στο μεταξύ, κοντά εκεί στο βουνό υπήρχε ένα μεγάλο κοπάδι χοίρων που έβοσκαν.
12. Τον παρακάλεσαν λοιπόν όλοι οι δαίμονες λέγοντας: «Στείλε μας στους χοίρους, για να μπούμε σ' αυτούς.
13. Κι ο Ιησούς τους το επέτρεψε αμέσως. Βγήκαν λοιπόν τα δαιμονικά πνεύματα και μπήκαν στους χοίρους. Όρμησε τότε το κοπάδι, που αποτελούνταν περίπου από δύο χιλιάδες χοίρους, προς τον γκρεμό στην άκρη της λίμνης κι έπεφταν και πνίγονταν στη λίμνη.
14. Τότε οι βοσκοί των χοίρων πήγαν και το ανάγγειλαν αυτό στην πόλη και στην ύπαιθρο και βγήκαν οι κάτοικοι να δουν τι έγινε.
15. Έτσι, έρχονται στον Ιησού και βλέπουν το δαιμονισμένο να κάθεται, να είναι ντυμένος, να βρίσκεται στα λογικά του - αυτόν που είχε τη λεγεώνα - και φοβήθηκαν.
16. Και οι αυτόπτες μάρτυρες τους διηγήθηκαν τι έγινε με το δαιμονισμένο και τους χοίρους.
17. Άρχισαν τότε να τον παρακαλούν να φύγει από την περιοχή τους.
18. Και την ώρα που αυτός έμπαινε στο πλοίο, τον παρακαλούσε ο πρώην δαιμονισμένος να μείνει μαζί του.
19. Ο Ιησούς όμως δεν τον άφησε, αλλά του λέει: «Πήγαινε στο σπίτι σου, στους δικούς σου και ανάγγειλέ τους όσα σου έχει κάνει ο Κύριος και πώς σ' έχει ελεήσει».
20. Έφυγε τότε εκείνος και άρχισε να διακηρύττει στη Δεκάπολη τα όσα του έκανε ο Ιησούς. Κι όλοι θαύμαζαν.
21. Στο μεταξύ, όταν ο Ιησούς ξαναπέρασε με το πλοίο στην απέναντι όχθη της λίμνης, μαζεύτηκε πολύς κόσμος κοντά του. Και ήταν δίπλα στη λίμνη.
22. Έρχεται τότε ένας από τους αρχηγούς της συναγωγής, που τον έλεγαν Ιάειρο, και μόλις τον είδε έπεσε μπροστά στα πόδια του
23. και τον θερμοπαρακαλούσε λέγοντάς του: «Η κορούλα μου βρίσκεται στα τελευταία της. Έλα να βάλεις τα χέρια σου πάνω της, για να θεραπευτεί και να ζήσει».
24. Κι ο Ιησούς πήγε μαζί του, ενώ τον ακολουθούσε πολύς κόσμος, τόσο που τον συνέθλιβε.
25. Και μια γυναίκα, που είχε αιμορραγία για δώδεκα χρόνια
26. και είχε τραβήξει πολλά από πολλούς γιατρούς και είχε ξοδέψει όλα όσα είχε χωρίς καθόλου να ωφεληθεί, αλλά μάλλον είχε χειροτερέψει,
27. σαν άκουσε για τον Ιησού, ήρθε μέσα στο πλήθος, από πίσω του, και άγγιξε το ρούχο του.
28. Γιατί έλεγε: «Και το ρούχο του μόνο ν' αγγίξω, θα θεραπευτώ».
29. Και αμέσως σταμάτησε η αιμορραγία της και το ένιωσε στο σώμα της ότι γιατρεύτηκε από τη μάστιγα.
30. Ο Ιησούς τότε, νιώθοντας αμέσως μέσα του τη δύναμη που βγήκε από τον εαυτό του, στράφηκε στο πλήθος και ρωτούσε: «Ποιος άγγιξε τα ρούχα μου;».
31. Και του έλεγαν οι μαθητές του: «Βλέπεις τον κόσμο που σε σπρώχνει και ρωτάς: Ποιος με άγγιξε;».
32. Εκείνος όμως κοιτούσε ολόγυρα να δει αυτήν που το είχε κάνει.
33. Η γυναίκα τότε, τρέμοντας από το φόβο της, επειδή ήξερε τι της είχε συμβεί, ήρθε κι έπεσε μπροστά του και του είπε όλη την αλήθεια.
34. Κι εκείνος της είπε: «Κόρη μου, η πίστη σου σε έσωσε. Πήγαινε κι έχε ειρήνη, και στο εξής νάσαι απαλλαγμένη από τη μάστιγά σου».
35. Κι ενώ αυτός μιλούσε ακόμα, έρχονται άνθρωποι του αρχηγού της συναγωγής λέγοντας: «Η κόρη σου πέθανε. Γιατί να ενοχλείς πια το Δάσκαλο;».
36. Ο Ιησούς όμως, αμέσως μόλις άκουσε να λένε το νέο, λέει στον αρχισυνάγωγο: «Μη φοβάσαι. Μόνο πίστευε».
37. Και δεν άφησε κανέναν να τον συνοδέψει, παρά μονάχα τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, τον αδελφό του Ιάκωβου.
38. Έρχεται λοιπόν στο σπίτι του αρχηγού της συναγωγής και βλέπει την ταραχή και να κλαίνε θορυβημένοι και να θρηνούν δυνατά.
39. Μπαίνοντας τότε μέσα, τους λέει: «Τι ταράζεστε και κλαίτε; Το παιδάκι δεν πέθανε αλλά κοιμάται».
40. Αλλ' εκείνοι τον περιγελούσαν. Εκείνος όμως, αφού έβγαλε όλους έξω, παίρνει μαζί του τον πατέρα και τη μητέρα του παιδιού, κι επίσης τους δικούς του, και μπαίνει εκεί που ήταν ξαπλωμένο το παιδί.
41. Έπειτα, πιάνοντας το χέρι του παιδιού, του λέει: «Ταλιθά, κούμι», που σημαίνει: «Κοριτσάκι, σε σένα λέω, σήκω».
42. Και παρευθύς σηκώθηκε το κοριτσάκι και άρχισε να περπατά. Ήταν άλλωστε δώδεκα χρόνων. Και τα έχασαν από τη μεγάλη τους κατάπληξη.
43. Τότε ο Ιησούς τους παράγγειλε αυστηρά να μην μάθει κανένας το πράγμα αυτό. Και είπε να της δώσουν να φάει.















































































Mark

Mark, Chapter 5 Ancient Greek

1. Καὶ ἦλθον εἰς τὸ πέραν τῆς θαλάσσης εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν.

2. καὶ ἐξελθόντος αὐτοῦ ἐκ τοῦ πλοίου εὐθέως ἀπήντησεν αὐτῷ ἐκ τῶν μνημείων ἄνθρωπος ἐν πνεύματι ἀκαθάρτῳ,

3. ὃς τὴν κατοίκησιν εἶχεν ἐν τοῖς μνήμασι, καὶ οὔτε ἁλύσεσιν οὐδεὶς ἠδύνατο αὐτὸν δῆσαι,

4. διὰ τὸ αὐτὸν πολλάκις πέδαις καὶ ἁλύσεσι δεδέσθαι, καὶ διεσπάσθαι ὑπ' αὐτοῦ τὰς ἁλύσεις καὶ τὰς πέδας συντετρῖφθαι, καὶ οὐδεὶς ἴσχυεν αὐτὸν δαμάσαι·

5. καὶ διὰ παντὸς νυκτὸς καὶ ἡμέρας ἐν τοῖς μνήμασι καὶ ἐν τοῖς ὄρεσιν ἦν κράζων καὶ κατακόπτων ἑαυτὸν λίθοις.

6. ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν ἀπὸ μακρόθεν ἔδραμε καὶ προσεκύνησεν αὐτόν,

7. καὶ κράξας φωνῇ μεγάλῃ λέγει· τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου; ὁρκίζω σε τὸν Θεόν, μή με βασανίσῃς.

8. ἔλεγε γὰρ αὐτῷ· ἔξελθε τὸ πνεῦμα τὸ ἀκάθαρτον ἐκ τοῦ ἀνθρώπου.

9. καὶ ἐπηρώτα αὐτόν· τί ὄνομά σοι; καὶ ἀπεκρίθη λέγων· λεγεὼν ὄνομά μοι, ὅτι πολλοί ἐσμεν.

10. καὶ παρεκάλει αὐτὸν πολλὰ ἵνα μὴ ἀποστείλῃ αὐτοὺς ἔξω τῆς χώρας.

11. ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων μεγάλη βοσκομένη πρὸς τῷ ὄρει·

12. καὶ παρεκάλεσαν αὐτὸν πάντες οἱ δαίμονες λέγοντες· πέμψον ἡμᾶς εἰς τοὺς χοίρους, ἵνα εἰς αὐτοὺς εἰσέλθωμεν.

13. καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς εὐθέως ὁ Ἰησοῦς. καὶ ἐξελθόντα τὰ πνεύματα τὰ ἀκάθαρτα εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους· καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν δὲ ὡς δισχίλιοι· καὶ ἐπνίγοντο ἐν τῇ θαλάσσῃ.

14. καὶ οἱ βόσκοντες τοὺς χοίρους ἔφυγον καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς· καὶ ἐξῆλθον ἰδεῖν τί ἐστι τὸ γεγονός.

15. καὶ ἔρχονται πρὸς τὸν Ἰησοῦν, καὶ θεωροῦσι τὸν δαιμονιζόμενον καθήμενον καὶ ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα, τὸν ἐσχηκότα τὸν λεγεῶνα, καὶ ἐφοβήθησαν.

16. καὶ διηγήσαντο αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐγένετο τῷ δαιμονιζομένῳ καὶ περὶ τῶν χοίρων.

17. καὶ ἤρξαντο παρακαλεῖν αὐτὸν ἀπελθεῖν ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν.

18. καὶ ἐμβαίνοντος αὐτοῦ εἰς τὸ πλοῖον παρεκάλει αὐτὸν ὁ δαιμονισθεὶς ἵνα μετ' αὐτοῦ ᾖ.

19. καὶ οὐκ ἀφῆκεν αὐτόν, ἀλλὰ λέγει αὐτῷ· ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου πρὸς τοὺς σοὺς καὶ ἀνάγγειλον αὐτοῖς ὅσα σοι ὁ Κύριος πεποίηκε καὶ ἠλέησέ σε.

20. καὶ ἀπῆλθε καὶ ἤρξατο κηρύσσειν ἐν τῇ Δεκαπόλει ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ πάντες ἐθαύμαζον.

21. Καὶ διαπεράσαντος τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ πλοίῳ πάλιν εἰς τὸ πέραν συνήχθη ὄχλος πολὺς ἐπ' αὐτόν, καὶ ἦν παρὰ τὴν θάλασσαν.

22. Καὶ ἔρχεται εἷς τῶν ἀρχισυναγώγων, ὀνόματι Ἰάειρος, καὶ ἰδὼν αὐτὸν πίπτει πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ

23. καὶ παρακαλεῖ αὐτὸν πολλά, λέγων ὅτι τὸ θυγάτριόν μου ἐσχάτως ἔχει, ἵνα ἐλθὼν ἐπιθῇς αὐτῇ τὰς χεῖρας, ὅπως σωθῇ καὶ ζήσεται.

24. καὶ ἀπῆλθε μετ' αὐτοῦ· καὶ ἠκολούθει αὐτῷ ὄχλος πολύς, καὶ συνέθλιβον αὐτόν.

25. Καὶ γυνή τις οὖσα ἐν ῥύσει αἵματος ἔτη δώδεκα,

26. καὶ πολλὰ παθοῦσα ὑπὸ πολλῶν ἰατρῶν καὶ δαπανήσασα τὰ παρ' ἑαυτῆς πάντα, καὶ μηδὲν ὠφεληθεῖσα, ἀλλὰ μᾶλλον εἰς τὸ χεῖρον ἐλθοῦσα,

27. ἀκούσασα περὶ τοῦ Ἰησοῦ, ἐλθοῦσα ἐν τῷ ὄχλῳ ὄπισθεν ἥψατο τοῦ ἱματίου αὐτοῦ·

28. ἔλεγε γὰρ ἐν ἑαυτῇ ὅτι ἐὰν ἅψωμαι κἂν τῶν ἱματίων αὐτοῦ, σωθήσομαι.

29. καὶ εὐθέως ἐξηράνθη ἡ πηγὴ τοῦ αἵματος αὐτῆς, καὶ ἔγνω τῷ σώματι ὅτι ἴαται ἀπὸ τῆς μάστιγος.

30. καὶ εὐθέως ὁ Ἰησοῦς ἐπιγνοὺς ἐν ἑαυτῷ τὴν ἐξ αὐτοῦ δύναμιν ἐξελθοῦσαν, ἐπιστραφεὶς ἐν τῷ ὄχλῳ ἔλεγε· τίς μου ἥψατο τῶν ἱματίων;

31. καὶ ἔλεγον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· βλέπεις τὸν ὄχλον συνθλίβοντά σε, καὶ λέγεις τίς μου ἥψατο;

32. καὶ περιεβλέπετο ἰδεῖν τὴν τοῦτο ποιήσασαν.

33. ἡ δὲ γυνὴ φοβηθεῖσα καὶ τρέμουσα, εἰδυῖα ὃ γέγονεν ἐπ' αὐτῇ, ἦλθε καὶ προσέπεσεν αὐτῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν.

34. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· ὕπαγε εἰς εἰρήνην, καὶ ἴσθι ὑγιὴς ἀπὸ τῆς μάστιγός σου.

35. Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχονται ἀπὸ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγοντες ὅτι ἡ θυγάτηρ σου ἀπέθανε· τί ἔτι σκύλλεις τὸν διδάσκαλον;

36. ὁ δὲ Ἰησοῦς εὐθεως ἀκούσας τὸν λόγον λαλούμενον λέγει τῷ ἀρχισυναγώγῳ· μὴ φοβοῦ, μόνον πίστευε.

37. καὶ οὐκ ἀφῆκεν αὐτῷ οὐδένα συνακολουθῆσαι εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν Ἰακώβου.

38. καὶ ἔρχεται εἰς τὸν οἶκον τοῦ ἀρχισυναγώγου, καὶ θεωρεῖ θόρυβον, καὶ κλαίοντας καὶ ἀλαλάζοντας πολλά,

39. καὶ εἰσελθὼν λέγει αὐτοῖς· τί θορυβεῖσθε καὶ κλαίετε; τὸ παιδίον οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει. καὶ κατεγέλων αὐτοῦ.

40. ὁ δὲ ἐκβαλὼν πάντας παραλαμβάνει τὸν πατέρα τοῦ παιδίου καὶ τὴν μητέρα καὶ τοὺς μετ' αὐτοῦ, καὶ εἰσπορεύεται ὅπου ἦν τὸ παιδίον ἀνακείμενον,

41. καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς τοῦ παιδίου λέγει αὐτῇ· ταλιθά, κοῦμι· ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον, τὸ κοράσιον, σοὶ λέγω, ἔγειρε.

42. καὶ εὐθέως ἀνέστη τὸ κοράσιον καὶ περιεπάτει· ἦν γὰρ ἐτῶν δώδεκα. καὶ ἐξέστησαν ἐκστάσει μεγάλῃ.

43. καὶ διεστείλατο αὐτοῖς πολλὰ ἵνα μηδεὶς γνῷ τοῦτο· καὶ εἶπε δοθῆναι αὐτῇ φαγεῖν.

 

















































































Mark, Chapter 5 (KJV)

1. And they came over unto the other side of the sea, into the country of the Gadarenes.
2. And when he was come out of the ship, immediately there met him out of the tombs a man with an unclean spirit,
3. Who had his dwelling among the tombs; and no man could bind him, no, not with chains:
4. Because that he had been often bound with fetters and chains, and the chains had been plucked asunder by him, and the fetters broken in pieces: neither could any man tame him.
5. And always, night and day, he was in the mountains, and in the tombs, crying, and cutting himself with stones.
6. But when he saw Jesus afar off, he ran and worshipped him,
7. And cried with a loud voice, and said, What have I to do with thee, Jesus, thou Son of the most high God? I adjure thee by God, that thou torment me not.
8. For he said unto him, Come out of the man, thou unclean spirit.
9. And he asked him, What is thy name? And he answered, saying, My name is Legion: for we are many.
10. And he besought him much that he would not send them away out of the country.
11. Now there was there nigh unto the mountains a great herd of swine feeding.
12. And all the devils besought him, saying, Send us into the swine, that we may enter into them.
13. And forthwith Jesus gave them leave. And the unclean spirits went out, and entered into the swine: and the herd ran violently down a steep place into the sea, (they were about two thousand;) and were choked in the sea.
14. And they that fed the swine fled, and told it in the city, and in the country. And they went out to see what it was that was done.
15. And they come to Jesus, and see him that was possessed with the devil, and had the legion, sitting, and clothed, and in his right mind: and they were afraid.
16. And they that saw it told them how it befell to him that was possessed with the devil, and also concerning the swine.
17. And they began to pray him to depart out of their coasts.
18. And when he was come into the ship, he that had been possessed with the devil prayed him that he might be with him.
19. Howbeit Jesus suffered him not, but saith unto him, Go home to thy friends, and tell them how great things the Lord hath done for thee, and hath had compassion on thee.
20. And he departed, and began to publish in Decapolis how great things Jesus had done for him: and all men did marvel.
21. And when Jesus was passed over again by ship unto the other side, much people gathered unto him: and he was nigh unto the sea.
22. And, behold, there cometh one of the rulers of the synagogue, Jairus by name; and when he saw him, he fell at his feet,
23. And besought him greatly, saying, My little daughter lieth at the point of death: I pray thee , come and lay thy hands on her, that she may be healed; and she shall live.
24. And Jesus went with him; and much people followed him, and thronged him.
25. And a certain woman, which had an issue of blood twelve years,
26. And had suffered many things of many physicians, and had spent all that she had, and was nothing bettered, but rather grew worse,
27. When she had heard of Jesus, came in the press behind, and touched his garment.
28. For she said, If I may touch but his clothes, I shall be whole.
29. And straightway the fountain of her blood was dried up; and she felt in her body that she was healed of that plague.
30. And Jesus, immediately knowing in himself that virtue had gone out of him, turned him about in the press, and said, Who touched my clothes?
31. And his disciples said unto him, Thou seest the multitude thronging thee, and sayest thou, Who touched me?
32. And he looked round about to see her that had done this thing.
33. But the woman fearing and trembling, knowing what was done in her, came and fell down before him, and told him all the truth.
34. And he said unto her, Daughter, thy faith hath made thee whole; go in peace, and be whole of thy plague.
35. While he yet spake, there came from the ruler of the synagogue's house certain which said, Thy daughter is dead: why troublest thou the Master any further?
36. As soon as Jesus heard the word that was spoken, he saith unto the ruler of the synagogue, Be not afraid, only believe.
37. And he suffered no man to follow him, save Peter, and James, and John the brother of James.
38. And he cometh to the house of the ruler of the synagogue, and seeth the tumult, and them that wept and wailed greatly.
39. And when he was come in, he saith unto them, Why make ye this ado, and weep? the damsel is not dead, but sleepeth.
40. And they laughed him to scorn. But when he had put them all out, he taketh the father and the mother of the damsel, and them that were with him, and entereth in where the damsel was lying.
41. And he took the damsel by the hand, and said unto her, Talitha cumi; which is, being interpreted, Damsel, I say unto thee, arise.
42. And straightway the damsel arose, and walked; for she was of the age of twelve years. And they were astonished with a great astonishment.
43. And he charged them straitly that no man should know it; and commanded that something should be given her to eat.