Mark, Chapter 6 Modern Greek

01 ΚΑΙ εξήλθεν εκείθεν, και ήλθεν εις την πατρίδα αυτού  και ακολουθούσιν αυτόν οι μαθηταί αυτού.
02 Και ότε ήλθε το σάββατον, ήρχισε να διδάσκη εν τη συναγωγή  και πολλοί ακούοντες εξεπλήττοντο, και έλεγον, Πόθεν εις τούτον ταύτα; και τις η σοφία η δοθείσα εις αυτόν, ώστε και θαύματα τοιαύτα γίνονται διά των χειρών αυτού;
03 δεν είναι ούτος ο τέκνων, ο υιός της Μαρίας, αδελφός δε του Ιακώβου και Ιωσή και Ιούδα και Σίμωνος; και δεν είναι αι αδελφαί αυτού ενταύθα παρ' ημίν; Και εσκανδαλίζοντο εν αυτώ. Γαλ. α'.19,   Ματθ.ιγ'.55
04  Έλεγε δε πρός αυτούς ο Ιησούς,  Ότι δεν είναι προφήτης άνευ τιμής, ειμή εν τη πατρίδι αυτού, και μεταξύ των συγγενών, και εν τη οικία αυτού.
05 Και δεν ηδύνατο εκεί ουδέν θαύμα να κάμη, ειμή ότι επί ολίγους αρρώστους επιθέσας τας χείρας, εθεράπευσεν αυτούς.
06 Και εθαύμαζε διά την απιστίαν αυτών. Και περιήρχετο τας κώμας κύκλω, διδάσκων
07 ΚΑΙ προσκαλέσας τους δώδεκα, ήρχισε να αποστέλλη αυτούς δύο δύο  και έδιδεν εις αυτούς εξουσίαν κατά των πνευμάτων των ακαθάρτων.
08 Και παρήγγειλεν εις αυτούς να μη βαστάζωσι μηδέν εις την οδόν,  ειμή ράβδον μόνον μη σακκίον, μη άρτον, μη χαλκόν εις την ζώνην
09 αλλά να ήναι υποδεδεμένοι σανδάλια  και να μη ενδύωνται δύο χιτώνας.
10 Και έλεγε προς αυτούς, Όπου εάν εισέλθητε εις οικίαν, εκεί μένετε εωσού εξέλθητε εκείθεν.
11 Και όσοι δεν σας δεχθώσι, μηδέ σας ακούσωσιν, εξερχόμενοι εκείθεν, εκτινάξατε τον κονιορτόν τον υποκάτω των ποδών σας, διά μαρτυρίαν εις αυτούς  αληθώς σας λέγω, ελαφροτέρα θέλει είσθαι η τιμωρία εις τα Σόδομα ή Γόμορρα εν ημέρα κρίσεως παρά εις την πόλιν εκείνην.
12 Και εξελθόντες, εκήρυττον να μετανοήσωσι
13 και εξέβαλλον πολλά δαιμόνια  και ήλειφον πολλούς αρρώστους με έλαιον, και εθεράπευον.
14 Και ήκουσεν ο βασιλεύς Ηρώδης,(διότι φανερόν έγεινε το όνομα αυτού,) και έλεγεν,  Ότι Ιωάννης ο Βαπτιστής ανέστη εκ νεκρών, και διά τούτο ενεργούσιν αι δυνάμεις εν αυτώ.
15  Άλλοι έλεγον,  Ότι ο Ηλίας είναι.  Άλλοι δε έλεγον, Ότι προφύτης είναι, ή ως εις των προφητών.
16 Ακούσας δε ο Ηρώδης, είπεν,  Ότι ούτος είναι ο Ιωάννης, τον οποίον εγώ απεκεφάλισα  αυτός ανέστη εκ νεκρών.
17 Διότι αυτός ο Ηρώδης απέστειλε και επίασε τον Ιωάννην, και έδεσεν αυτόν εν τη φυλακή,  διά την Ηρωδιάδα την γυναίκα Φιλίππου του αδελφού αυτού, επειδή είχε λάβει αυτήν εις γυναίκα.
18 Διότι ο Ιωάννης έλεγε προς τον Ηρώδην,  Ότι δεν σοι είναι συγκεχωρημένον να έχης την γυναίκα του αδελφού σου.
19 Η δε Ηρωδιάς εμίσει αυτόν, και ήθελε να θανατώση αυτόν και δεν ηδύνατο.
20 Διότι ο Ηρώδης εφοβείτο τον Ιωάννην, γνωρίζων αυτόν άνδρα δίκαιον και άγιον και διεφύλαττεν αυτόν  και έκαμνε πολλά, ακούων αυτού, και ευχαρίστως ήκουεν αυτού.
21 Και ότε ήλθεν αρμόδιος ημέρα, καθ' ήν ο Ηρώδης έκαμνεν εν τοις γενεθλίοις αυτού δείπνον εις τους μεγιστάνας αυτού και εις τους χιλιάρχους και τους πρώτους της Γαλιλαίας,
22 και εισήλθεν η θυγάτηρ αυτής της Ηρωδιάδος, και εχόρευσε, και ήρεσεν εις τον Ηρώδην και τους συγκαθημένους, είπεν ο βασιλεύς προς το κοράσιον, Ζήτησόν με ότι αν θέλης, και θέλω σοι δώσει.
23 Και ώμοσε προς αυτήν,  Ότι θέλω σοι δώσει ότι με ζητήσης, έως του ημίσεος της βασιλείας μου.
24 Η δε εξελθούσα  είπε προς την μητέρα αυτής, Τι να ζητήσω; Η δε είπε, Την κεφαλήν Ιωάννου του βαπτιστού.
25 Και ευθύς εισελθούσα μετά σπουδής εις τον βασιλέα, εζήτησε, λέγουσα, Θέλω να μοι δώσης πάραυτα επί πίνακι την κεφαλήν Ιωάννου του βαπτιστού.
26 Και ο βασιλεύς, αν και ελυπήθη πολύ, διά τους όρκους όμως και τους συγκαθημένους δεν ηθέλησε να απορρίψη την αίτησιν αυτής.
27 Και ευθύς αποστείλας ο βασιλεύς δήμιον, προσέταξε να φερθή η κεφαλή αυτού.
28 Ο δε απελθών, απεκεφάλισεν αυτόν εν τη φυλακή  και έφερε την κεφαλήν αυτού επί πίνακι, και έδωκεν αυτήν εις το κοράσιον  και το κοράσιον έδωκεν αυτήν εις την μητέρα αυτής.
29 Και ακούσαντες οι μαθηταί αυτού, ήλθον και εσήκωσαν το πτώμα αυτού,  και έθεσαν αυτό εν μνημείω.
30 ΚΑΙ συνάγονται οι απόστολοι προς τον Ιησούν, και απήγγειλαν προς αυτόν πάντα, και όσα έπραξαν και όσα εδίδαξαν.
31 και είπε προς αυτούς, Έλθετε σεις αυτοί κατ' ιδίαν εις τόπον έρημον, και αναπαύεσθε ολίγον  διότι ήσαν πολλοί οι ερχόμενοι και οι υπάγοντες, και  ουδέ να φάγωσιν ηυκαίρουν.
32 Και υπήγον εις έρημον τόπον με το πλοίον κατ' ιδίαν.
33 Και είδον αυτούς υπάγοντας οι όχλοι, και πολλοί εγνώρισαν αυτόν  και συνέδραμον εκεί πεζοί από πασών των πόλεων, και φθάσαντες προς αυτών, συνήχθησαν πλησίον αυτού.
34 Εξελθών δε ο Ιησούς είδε πολύν όχλον, και εσπλαγχνίσθη δι' αυτούς, επειδή ήσαν ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα  και ήρχισε να διδάσκη αυτούς πολλά.
35 Και επειδή είχεν ήδη παρέλθει ώρα πολλή, προσελθόντες προς αυτόν οι μαθηταί αυτού, λέγουσιν,  Ότι έρημος είναι ο τόπος, και παρήλθεν ήδη πολλή ώρα
36 απόλυσον αυτούς, διά να υπάγωσιν εις τους πέριξ αγρούς και κώμας, και αγοράσωσιν  εις εαυτούς άρτους  διότι δεν έχουσι τι να φάγωσιν.
37 Ο δε αποκριθείς είπε προς αυτούς, Δότε σεις εις αυτούς να φάγωσι. Και λέγουσι προς αυτόν, Να υπάγωμεν ν' αγοράσωμεν διακοσίων δηναρίων άρτους, και να δώσωμεν εις αυτούς να φάγωσιν;
38 Ο δε λέγει προς αυτούς, Πόσους άρτους έχετε; υπάγετε και ίδετε.  Και αφού είδον, λέγουσι, Πέντε, και δύο οψάρια.
39 Και προσέταξεν αυτούς να καθίσωσι πάντας επί του χλωρού χόρτου συμπόσια συμπόσια.
40 Και εκάθισαν πρασιαί πρασιαί, ανά εκατόν και ανά πεντήκοντα.
41 Και λαβών τούς πέντε άρτους και τα δύο οψάρια, αναβλέψας εις τον ουρανόν, ευλόγησε, και κατέκοψε τους άρτους, και έδιδεν εις τους μαθητάς αυτού διά να βάλωσιν έμπροσθεν αυτών  και τα δύο οψάρια εμοίρασεν εις πάντας.
42 Και έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν.
43 Και εσήκωσαν από των κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις, και από των οψαρίων.
44  Ήσαν δε οι φαγόντες τους άρτους έως πεντακισχίλιοι άνδρες.
45 Και ευθύς ηνάγκασε τους μαθητάς αυτού να εμβώσιν εις το πλοίον, και να προϋπάγωσιν εις το πέραν προς Βηθσαϊδάν, εωσού αυτός απολύση τον όχλον.
46 Και απολύσας αυτούς, υπήγεν εις το όρος διά να προσευχηθή.
47 Και ότε έγεινεν εσπέρα, το πλοίον ήτο εν τω μέσω της θαλάσσης, και αυτός μόνος επί της γης.
48 Και είδεν αυτούς βασανιζομένους εις το να κωπηλατώσι διότι ήτο ο άνεμος εναντίος εις αυτούς και περί την τετάρτην φυλακήν της νυκτός έρχεται προς αυτούς περιπατών επί της θαλάσσης  και ήθελε να περάση αυτούς.
49 Οι δε ιδόντες αυτόν περιπατούντα επί της θαλάσσης, ενόμισαν ότι είναι φάντασμα και ανέκραξαν.
50 Διότι πάντες είδον αυτόν, και εταράχθησαν. Και ευθύς ελάλησε μετ' αυτών, και λέγει προς αυτούς, Θαρσείτε  εγώ είμαι, μη φοβείσθε.
51 Και ανέβη προς αυτούς εις το πλοίον  και έπαυσεν ο άνεμος. Και εξεπλήττοντο καθ' εαυτούς λίαν καθ' υπερβολήν, και εθαύμαζον.
52 Διότι δεν ενόησαν εκ των άρτων, επειδή η καρδία αυτών ήτο πεπωρωμένη.
53 Και διαπεράσαντες ήλθον εις την γην Γεννησαρέτ, και ελιμενίσθησαν.
54 Και ότε εξήλθον εκ του πλοίου, ευθύς γνωρίσαντες αυτόν,
55 έδραμον εις πάντα τα περίχωρα εκείνα, και ήρχισαν να περιφέρωσιν επί των κραββάτων τους αρρώστους, όπου ήκουον ότι είναι εκεί.
56 Και όπου εισήρχετο εις κώμας, ή πόλεις, ή αγρούς, έθετον εις τας αγοράς τους ασθενείς, και παρεκάλουν αυτόν να εγγίσωσι καν το κράσπεδον του ιματίου αυτού  και όσοι ήγγιζον αυτό, εθεραπεύοντο.















































































Mark, Chapter 6 Demotic Greek

1. Βγήκε κατόπιν από εκεί και ήρθε στην πατρίδα του, όπου τον ακολούθησαν και οι μαθητές του.
2. Και σαν έφτασε το Σάββατο, άρχισε να διδάσκει στη συναγωγή. Και πολλοί που τον άκουγαν, απορούσαν κι έλεγαν: «Από πού τα ξέρει αυτός όλα αυτά; Και τι σοφία είναι αυτή που του έχει δοθεί, ώστε να γίνονται τέτοια θαύματα με τα χέρια του;
3. Δεν είναι αυτός ο μαραγκός, ο γιος της Μαρίας, και ο αδελφός του Ιάκωβου και του Ιωσή και του Ιούδα και του Σίμωνα; Και δε ζουν οι αδελφές του όλες εδώ ανάμεσά μας;» και δυσφορούσαν μαζί του.
4. Κι ο Ιησούς τους έλεγε: «Δεν υπάρχει προφήτης που να μην εκτιμάται παρά μονάχα στον τόπο του και ανάμεσα στους συγγενείς του και στην οικογένειά του».
5. Έτσι, δεν είχε τη δυνατότητα να κάνει εκεί κανένα θαύμα, πέρα από λίγες περιπτώσεις αρρώστων που τους θεράπευσε βάζοντας επάνω τους τα χέρια του.
6. Και θαύμαζε για την απιστία τους. Περιόδευε όμως στα γύρω χωριά διδάσκοντας.
7. Κάλεσε επίσης κοντά του τους δώδεκα και άρχισε να τους αποστέλλει δύο δύο, δίνοντάς τους εξουσία κατά των δαιμονικών πνευμάτων.
8. Και τους παράγγειλε, πέρα από ένα ραβδί μονάχα, να μην κουβαλούν τίποτε μαζί τους στο δρόμο, ούτε σακίδιο ούτε ψωμί ούτε χρήματα στο ζωνάρι τους.
9. Μόνο σανδάλια να φορούν στα πόδια τους, χωρίς όμως να φορούν δύο χιτώνες.
10. Επίσης τους έλεγε: «Σε όποιο σπίτι μπείτε σ' έναν τόπο, σ' αυτό να μένετε, μέχρι που να φύγετε από τον τόπο εκείνο.
11. Και αν κάποιοι δε σας δεχτούν κι ούτε σας ακούσουν, καθώς αναχωρείτε από εκεί τινάξτε το χώμα που είναι κάτω από τα πόδια σας σαν αποδεικτική μαρτυρία εναντίον τους. Πραγματικά, σας λέω, ελαφρότερη θα είναι η τιμωρία που θα επιβληθεί στα Σόδομα και στα Γόμορρα την Ημέρα της Κρίσης παρά στην πόλη εκείνη».
12. Βγήκαν τότε οι μαθητές και κήρυτταν στους ανθρώπους να μετανοήσουν.
13. Επίσης έβγαζαν πολλά δαιμόνια και πολλούς αρρώστους τους άλειφαν με λάδι και τους θεράπευαν.
14. Στο μεταξύ άκουσε κι ο βασιλιάς Ηρώδης για τον Ιησού, γιατί έγινε γνωστό το όνομά του, κι έλεγε ότι «Ο Ιωάννης ο Βαφτιστής αναστήθηκε από τους νεκρούς και γι' αυτό οι θαυματουργικές δυνάμεις εκδηλώνονται μέσω αυτού».
15. Άλλοι έλεγαν πως είναι ο Ηλίας κι άλλοι έλεγαν: «Προφήτης είναι, σαν ένας από τους άλλους προφήτες».
16. Μα όταν το άκουσε ο Ηρώδης, είπε: «Αυτός είναι εκείνος που εγώ αποκεφάλισα! Ο Ιωάννης! Αυτός είναι! Αυτός αναστήθηκε από τους νεκρούς»!
17. Γιατί ο ίδιος ο Ηρώδης είχε στείλει ανθρώπους και είχε συλλάβει τον Ιωάννη και τον είχε ρίξει στη φυλακή εξαιτίας της Ηρωδιάδας, της γυναίκας του Φιλίππου του αδελφού του, που την είχε πάρει ο ίδιος για γυναίκα του.
18. Κι αυτό, γιατί ο Ιωάννης έλεγε στον Ηρώδη: «Δεν επιτρέπεται να έχεις τη γυναίκα του αδελφού σου».
19. Κι αυτό η Ηρωδιάδα του το φύλαγε μέσα της και ήθελε να τον σκοτώσει, αλλά δεν μπορούσε,
20. γιατί ο Ηρώδης φοβόταν τον Ιωάννη, επειδή ήξερε πως είναι άνθρωπος δίκαιος και άγιος, και τον επιτηρούσε. Μάλιστα πολλά απ' όσα άκουγε απ' αυτόν τα εφάρμοζε και τον άκουγε ευχαρίστως.
21. Ήρθε όμως η μέρα που της δόθηκε η κατάλληλη ευκαιρία, όταν ο Ηρώδης στα γενέθλιά του έκανε τραπέζι στους μεγιστάνες του και στους χιλίαρχους και στους επίσημους της Γαλιλαίας.
22. Μπήκε τότε η κόρη της Ηρωδιάδας και χόρεψε και άρεσε στον Ηρώδη και στους προσκαλεσμένους στο τραπέζι, και είπε ο βασιλιάς στην κοπέλα: «Ζήτησέ μου ό,τι θέλεις και θα σου το δώσω»,
23. και ορκίστηκε λέγοντάς της: «Ό,τι μου ζητήσεις θα σου το δώσω, μέχρι και το μισό βασίλειό μου».
24. Βγήκε λοιπόν εκείνη και είπε στη μητέρα της: «Τι να ζητήσω;». Κι εκείνη της απάντησε: «Το κεφάλι του Ιωάννη του Βαφτιστή»!
25. Αμέσως η κοπέλα παρουσιάστηκε βιαστικά στο βασιλιά και υπέβαλε το αίτημά της λέγοντας: «Θέλω να μου δώσεις τώρα κιόλας, επάνω σε ένα δίσκο, το κεφάλι του Ιωάννη του Βαφτιστή».
26. Τότε ο βασιλιάς, παρόλο που καταλυπήθηκε, δε θέλησε να της το αρνηθεί εξαιτίας των όρκων που έδωσε και εξαιτίας των προσκαλεσμένων του.
27. Έτσι, έστειλε αμέσως ο βασιλιάς έναν σωματοφύλακα διατάζοντάς τον να φέρει το κεφάλι του Ιωάννη. Πήγε τότε εκείνος, τον αποκεφάλισε μέσα στη φυλακή
28. κι έφερε το κεφάλι του πάνω σ' ένα πιάτο και το έδωσε στο κορίτσι, και το κορίτσι το έδωσε στη μητέρα του.
29. Και όταν το άκουσαν οι μαθητές του, ήρθαν και σήκωσαν το σώμα του και το έβαλαν σε μνήμα.
30. Συγκεντρώθηκαν λοιπόν μια μέρα οι απόστολοι κοντά στον Ιησού και του τα διηγήθηκαν όλα: Κι όσα έκαναν κι όσα δίδαξαν.
31. Τότε εκείνος τους είπε: «Ελάτε χωριστά μόνο εσείς σ' ένα ερημικό μέρος, και ξεκουραστείτε για λίγο». Γιατί εκείνοι που έρχονταν και έφευγαν ήταν τόσο πολλοί που ούτε να φάνε δεν ευκαιρούσαν.
32. Έτσι, αναχώρησαν με το πλοίο σ' ένα ερημικό μέρος μόνοι τους.
33. Καθώς πήγαιναν, όμως, τους είδαν πολλοί και τον αναγνώρισαν, κι έτρεξαν απ' όλες τις πόλεις με τα πόδια και έφτασαν πριν απ' αυτούς και συγκεντρώθηκαν εκεί που πήγαινε αυτός.
34. Όταν λοιπόν βγήκε ο Ιησούς, είδε πολύ λαό και τους σπλαχνίστηκε, γιατί ήταν σαν πρόβατα που δεν είχαν βοσκό· κι άρχισε να τους διδάσκει πολλά.
35. Κι αφού πια είχε περάσει πολλή ώρα, τον πλησίασαν οι μαθητές του και του είπαν: «Είναι ερημικός ο τόπος και η ώρα είναι κιόλας περασμένη.
36. Απόλυσέ τους για να πάνε στα γύρω αγροκτήματα και στα χωριά ν' αγοράσουν ψωμιά, γιατί δεν έχουν τι να φάνε».
37. Αποκρίθηκε τότε εκείνος: «Δώστε τους εσείς να φάνε». Και του λένε: «Να πάμε ν' αγοράσουμε ψωμιά αξίας διακοσίων δηναρίων και να τους δώσουμε να φάνε;».
38. Κι εκείνος τους ρωτά: «Πόσα ψωμιά έχετε; Πηγαίνετε να δείτε». Κι αφού εξακρίβωσαν, του είπαν: «Πέντε ψωμιά και δύο ψάρια».
39. Τους πρόσταξε τότε να καθίσουν όλοι για φαγητό κατά ομάδες πάνω στο χλωρό χορτάρι.
40. Και κάθισαν κατά συντροφιές ανά εκατό και ανά πενήντα άτομα.
41. Έπειτα, αφού πήρε τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, ανασήκωσε το βλέμμα του στον ουρανό και τα ευλόγησε. Έκοψε κατόπιν τα ψωμιά σε κομμάτια και τα έδωσε στους μαθητές για να τα προσφέρουν στον κόσμο. Και τα δύο ψάρια επίσης τα μοίρασε σε όλους.
42. Κι έφαγαν όλοι και χόρτασαν.
43. Μάζεψαν ύστερα τα κομμάτια που περίσσεψαν, δώδεκα κοφίνια γεμάτα. Το ίδιο και από τα ψάρια.
44. Κι αυτοί που έφαγαν τα ψωμιά ήταν πέντε χιλιάδες άντρες.
45. Αμέσως μετά, υποχρέωσε τους μαθητές του να μπουν στο πλοίο και να πάνε πριν απ' αυτόν στην αντίπερα όχθη της λίμνης, στη Βηθσαϊδά, ώσπου να απολύσει ο ίδιος τον κόσμο.
46. Κι αφού πια αποχωρίστηκε απ' αυτούς, πήγε στο βουνό να προσευχηθεί.
47. Κι όταν βράδιασε, το πλοίο βρισκόταν καταμεσής της λίμνης κι αυτός μόνος στη στεριά.
48. Τους είδε όμως να βασανίζονται με την κωπηλασία, γιατί ήταν αντίθετος ο άνεμος. Και ενώ η ώρα ήταν προχωρημένη, γύρω στην τέταρτη βάρδια της νύχτας, τους πλησιάζει περπατώντας επάνω στη λίμνη. Ήθελε μάλιστα να τους προσπεράσει.
49. Μα εκείνοι βλέποντάς τον να περπατάει πάνω στη λίμνη, νόμισαν πως είναι φάντασμα και έβγαλαν μια τρομαγμένη κραυγή.
50. Γιατί τον είδαν όλοι και ταράχτηκαν. Αμέσως τότε τους μίλησε και τους λέει: «Θάρρος! Εγώ είμαι, μη φοβάστε».
51. Ύστερα ανέβηκε στο πλοίο κοντά τους και ο άνεμος κόπασε, ενώ αυτοί ένιωθαν να τα έχουν κυριολεκτικά χαμένα και απορούσαν πάρα πολύ.
52. Διότι δεν είχαν μπει στο νόημα του θαύματος των ψωμιών αλλά η καρδιά τους συνέχιζε να είναι πωρωμένη.
53. Αφού λοιπόν πέρασαν απέναντι, ήρθαν στη Γεννησαρέτ και άραξαν.
54. Κι όταν βγήκαν από το πλοίο, τον αναγνώρισαν οι κάτοικοι
55. κι έτρεξαν αμέσως σε όλη εκείνη την περιοχή, κι άρχισαν να κουβαλούν πάνω στα κρεβάτια τους αρρώστους από τόπο σε τόπο, όπου άκουγαν πως βρίσκεται ο Ιησούς.
56. Κι όπου έμπαινε, σε χωριά ή πόλεις ή στην ύπαιθρο, άφηναν τους αρρώστους σε δημόσιους χώρους και τον παρακαλούσαν να αγγίξουν έστω και την άκρη του ρούχου του. Κι όσοι άγγιζαν θεραπεύονταν.















































































Mark

Mark, Chapter 6 Ancient Greek

1. Καὶ ἐξῆλθεν ἐκεῖθεν καὶ ἦλθεν εἰς τὴν πατρίδα ἑαυτοῦ· καὶ ἀκολουθοῦσιν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ.

2. καὶ γενομένου σαββάτου ἤρξατο ἐν τῇ συναγωγῇ διδάσκειν· καὶ πολλοὶ ἀκούοντες ἐξεπλήσσοντο λέγοντες· πόθεν τούτῳ ταῦτα; καὶ τίς ἡ σοφία ἡ δοθεῖσα αὐτῷ, καὶ δυνάμεις τοιαῦται διὰ τῶν χειρῶν αὐτοῦ γίνονται;

3. οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ τέκτων, ὁ υἱὸς τῆς Μαρίας, ἀδελφὸς δὲ Ἰακώβου καὶ Ἰωσῆ καὶ Ἰούδα καὶ Σίμωνος; καὶ οὐκ εἰσὶν αἱ ἀδελφαὶ αὐτοῦ ὧδε πρὸς ἡμᾶς; καὶ ἐσκανδαλίζοντο ἐν αὐτῷ.

4. ἔλεγε δὲ αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς ὅτι οὐκ ἔστι προφήτης ἄτιμος εἰ μὴ ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ καὶ ἐν τοῖς συγγενέσι καὶ ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ.

5. καὶ οὐκ ἠδύνατο ἐκεῖ οὐδεμίαν δύναμιν ποιῆσαι, εἰ μὴ ὀλίγοις ἀρρώστοις ἐπιθεὶς τὰς χεῖρας ἐθεράπευσε·

6. καὶ ἐθαύμαζε διὰ τὴν ἀπιστίαν αὐτῶν. Καὶ περιῆγε τὰς κώμας κύκλῳ διδάσκων.

7. Καὶ προσκαλεῖται τοὺς δώδεκα, καὶ ἤρξατο αὐτοὺς ἀποστέλλειν δύο δύο, καὶ ἐδίδου αὐτοῖς ἐξουσίαν τῶν πνευμάτων τῶν ἀκαθάρτων,

8. καὶ παρήγγειλεν αὐτοῖς ἵνα μηδὲν αἴρωσιν εἰς ὁδὸν εἰ μὴ ῥάβδον μόνον, μὴ πήραν, μὴ ἄρτον, μὴ εἰς τὴν ζώνην χαλκόν,

9. ἀλλ' ὑποδεδεμένους σανδάλια, καὶ μὴ ἐνδεδύσθαι δύο χιτῶνας.

10. καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· ὅπου ἐὰν εἰσέλθητε εἰς οἰκίαν, ἐκεῖ μένετε ἕως ἂν ἐξέλθητε ἐκεῖθεν·

11. καὶ ὅσοι ἂν μὴ δέξωνται ὑμᾶς μηδὲ ἀκούσωσιν ὑμῶν, ἐκπορευόμενοι ἐκεῖθεν ἐκτινάξατε τὸν χοῦν τὸν ὑποκάτω τῶν ποδῶν ὑμῶν εἰς μαρτύριον αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀνεκτότερον ἔσται Σοδόμοις ἢ Γομόρροις ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως ἢ τῇ πόλει ἐκείνῃ.

12. Καὶ ἐξελθόντες ἐκήρυσσον ἵνα μετανοήσωσι,

13. καὶ δαιμόνια πολλὰ ἐξέβαλλον, καὶ ἤλειφον ἐλαίῳ πολλοὺς ἀρρώστους καὶ ἐθεράπευον.

14. Καὶ ἤκουσεν ὁ βασιλεὺς Ἡρῴδης· φανερὸν γὰρ ἐγένετο τὸ ὄνομα αὐτοῦ· καὶ ἔλεγεν ὅτι Ἰωάννης ὁ βαπτίζων ἐκ νεκρῶν ἠγέρθη, καὶ διὰ τοῦτο ἐνεργοῦσιν αἱ δυνάμεις ἐν αὐτῷ.

15. ἄλλοι ἔλεγον ὅτι Ἠλίας ἐστίν· ἄλλοι δὲ ἔλεγον ὅτι προφήτης ἐστὶν ὡς εἷς τῶν προφητῶν.

16. ἀκούσας δὲ ὁ Ἡρῴδης εἶπεν ὅτι ὃν ἐγὼ ἀπεκεφάλισα Ἰωάννην, οὗτός ἐστιν· αὐτὸς ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν.

17. αὐτὸς γὰρ ὁ Ἡρῴδης ἀποστείλας ἐκράτησε τὸν Ἰωάννην καὶ ἔδησεν αὐτὸν ἐν φυλακῇ διὰ Ἡρῳδιάδα τὴν γυναῖκα Φιλίππου τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ, ὅτι αὐτὴν ἐγάμησεν.

18. ἔλεγε γὰρ ὁ Ἰωάννης τῷ Ἡρῴδῃ ὅτι οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν τὴν γυναῖκα τοῦ ἀδελφοῦ σου.

19. ἡ δὲ Ἡρῳδιὰς ἐνεῖχεν αὐτῷ καὶ ἤθελεν αὐτὸν ἀποκτεῖναι, καὶ οὐκ ἠδύνατο.

20. ὁ γὰρ Ἡρῴδης ἐφοβεῖτο τὸν Ἰωάννην, εἰδὼς αὐτὸν ἄνδρα δίκαιον καὶ ἅγιον, καὶ συνετήρει αὐτόν, καὶ ἀκούσας αὐτοῦ πολλὰ ἐποίει καὶ ἡδέως αὐτοῦ ἤκουε.

21. καὶ γενομένης ἡμέρας εὐκαίρου, ὅτε Ἡρῴδης τοῖς γενεσίοις αὐτοῦ δεῖπνον ἐποίει τοῖς μεγιστᾶσιν αὐτοῦ καὶ τοῖς χιλιάρχοις καὶ τοῖς πρώτοις τῆς Γαλιλαίας,

22. καὶ εἰσελθούσης τῆς θυγατρὸς αὐτῆς τῆς Ἡρῳδιάδος καὶ ὀρχησαμένης καὶ ἀρεσάσης τῷ Ἡρῴδῃ καὶ τοῖς συνανακειμένοις, εἶπεν ὁ βασιλεὺς τῷ κορασίῳ· αἴτησόν με ὃ ἐὰν θέλῃς, καὶ δώσω σοι.

23. καὶ ὤμοσεν αὐτῇ ὅτι ὃ ἐάν με αἰτήσῃς δώσω σοι, ἕως ἡμίσους τῆς βασιλείας μου.

24. ἡ δὲ ἐξελθοῦσα εἶπε τῇ μητρὶ αὐτῆς· τί αἰτήσομαι; ἡ δὲ εἶπε· τὴν κεφαλὴν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ.

25. καὶ εἰσελθοῦσα εὐθέως μετὰ σπουδῆς πρὸς τὸν βασιλέα ᾐτήσατο λέγουσα· θέλω ἵνα μοι δῷς ἐξαυτῆς ἐπὶ πίνακι τὴν κεφαλὴν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ.

26. καὶ περίλυπος γενόμενος ὁ βασιλεύς, διὰ τοὺς ὅρκους καὶ τοὺς συνανακειμένους οὐκ ἠθέλησεν αὐτὴν ἀθετῆσαι.

27. καὶ εὐθέως ἀποστείλας ὁ βασιλεὺς σπεκουλάτωρα ἐπέταξεν ἐνεχθῆναι τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ.

28. ὁ δὲ ἀπελθὼν ἀπεκεφάλισεν αὐτὸν ἐν τῇ φυλακῇ καὶ ἤνεγκε τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἐπὶ πίνακι καὶ ἔδωκεν αὐτὴν τῷ κορασίῳ, καὶ τὸ κοράσιον ἔδωκεν αὐτὴν τῇ μητρὶ αὐτῆς.

29. καὶ ἀκούσαντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἦλθον καὶ ἦραν τὸ πτῶμα αὐτοῦ, καὶ ἔθηκαν αὐτὸ ἐν μνημείῳ.

30. Καὶ συνάγονται οἱ ἀπόστολοι πρὸς τὸν Ἰησοῦν, καὶ ἀπήγγειλαν αὐτῷ πάντα, καὶ ὅσα ἐποίησαν καὶ ὅσα ἐδίδαξαν.

31. καὶ εἶπεν αὐτοῖς· δεῦτε ὑμεῖς αὐτοὶ κατ' ἰδίαν εἰς ἔρημον τόπον, καὶ ἀναπαύεσθε ὀλίγον· ἦσαν γὰρ οἱ ἐρχόμενοι καὶ οἱ ὑπάγοντες πολλοί, καὶ οὐδὲ φαγεῖν εὐκαίρουν·

32. καὶ ἀπῆλθον εἰς ἔρημον τόπον ἐν πλοίῳ κατ' ἰδίαν.

33. καὶ εἶδον αὐτοὺς ὑπάγοντας, καὶ ἐπέγνωσαν αὐτοὺς πολλοί, καὶ πεζῇ ἀπὸ πασῶν τῶν πόλεων συνέδραμον ἐκεῖ καὶ προῆλθον αὐτοὺς καὶ συνῆλθον πρὸς αὐτόν.

34. Καὶ ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς εἶδε πολὺν ὄχλον καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ' αὐτοῖς, ὅτι ἦσαν ὡς πρόβατα μὴ ἔχοντα ποιμένα, καὶ ἤρξατο διδάσκειν αὐτοὺς πολλά.

35. Καὶ ἤδη ὥρας πολλῆς γενομένης προσελθόντες αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγουσιν ὅτι ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἤδη ὥρα πολλή·

36. ἀπόλυσον αὐτούς, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τοὺς κύκλῳ ἀγροὺς καὶ κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς ἄρτους· τί γὰρ φάγωσιν οὐκ ἔχουσιν,

37. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. καὶ λέγουσιν αὐτῷ· ἀπελθόντες ἀγοράσωμεν δηναρίων διακοσίων ἄρτους καὶ δῶμεν αὐτοῖς φαγεῖν;

38. ὁ δὲ λέγει αὐτοῖς· πόσους ἄρτους ἔχετε; ὑπάγετε καὶ ἴδετε. καὶ γνόντες λέγουσι· πέντε, καὶ δύο ἰχθύας.

39. καὶ ἐπέταξεν αὐτοῖς ἀνακλῖναι πάντας συμπόσια συμπόσια ἐπὶ τῷ χλωρῷ χόρτῳ.

40. καὶ ἀνέπεσον πρασιαὶ πρασιαὶ ἀνὰ ἑκατὸν καὶ ἀνὰ πεντήκοντα.

41. καὶ λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κατέκλασε τοὺς ἄρτους καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς ἵνα παραθῶσιν αὐτοῖς, καὶ τοὺς δύο ἰχθύας ἐμέρισε πᾶσι.

42. καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν,

43. καὶ ἦραν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις, καὶ ἀπὸ τῶν ἰχθύων.

44. καὶ ἦσαν οἱ φαγόντες τοὺς ἄρτους πεντακισχίλιοι ἄνδρες.

45. Καὶ εὐθέως ἠνάγκασε τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν εἰς τὸ πέραν πρὸς Βηθσαϊδάν, ἕως αὐτὸς ἀπολύσῃ τὸν ὄχλον·

46. καὶ ἀποταξάμενος αὐτοῖς ἀπῆλθεν εἰς τὸ ὄρος προσεύξασθαι.

47. καὶ ὀψίας γενομένης ἦν τὸ πλοῖον ἐν μέσῳ τῆς θαλάσσης, καὶ αὐτὸς μόνος ἐπὶ τῆς γῆς.

48. καὶ ἰδὼν αὐτοὺς βασανιζομένους ἐν τῷ ἐλαύνειν· ἦν γὰρ ὁ ἄνεμος ἐναντίος αὐτοῖς· καὶ περὶ τετάρτην φυλακὴν τῆς νυκτὸς ἔρχεται πρὸς αὐτοὺς περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης, καὶ ἤθελε παρελθεῖν αὐτούς.

49. οἱ δὲ ἰδόντες αὐτὸν περιπατοῦντα ἐπὶ τῆς θαλάσσης ἔδοξαν φάντασμα εἶναι, καὶ ἀνέκραξαν·

50. πάντες γὰρ αὐτὸν εἶδον καὶ ἐταράχθησαν. καὶ εὐθέως ἐλάλησε μετ' αὐτῶν καὶ λέγει αὐτοῖς· θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι, μὴ φοβεῖσθε.

51. καὶ ἀνέβη εἰς τὸ πλοῖον πρὸς αὐτούς, καὶ ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος· καὶ λίαν ἐκ περισσοῦ ἐν ἑαυτοῖς ἐξίσταντο καὶ ἐθαύμαζον.

52. οὐ γὰρ συνῆκαν ἐπὶ τοῖς ἄρτοις, ἀλλ' ἦν αὐτῶν ἡ καρδία πεπωρωμένη.

53. Καὶ διαπεράσαντες ἀπῆλθον ἐπὶ τὴν γῆν Γεννησαρὲτ καὶ προσωρμίσθησαν.

54. καὶ ἐξελθόντων αὐτῶν ἐκ τοῦ πλοίου εὐθέως ἐπιγνόντες αὐτὸν

55. περιέδραμον ὅλην τὴν περίχωρον ἐκείνην καὶ ἤρξαντο ἐπὶ τοῖς κραβάττοις τοὺς κακῶς ἔχοντας περιφέρειν ὅπου ἤκουον ὅτι ἐκεῖ ἐστι·

56. καὶ ὅπου ἂν εἰσεπορεύετο εἰς κώμας ἢ πόλεις ἢ ἀγρούς, ἐν ταῖς ἀγοραῖς ἐτίθεσαν τοὺς ἀσθενοῦντας καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα κἂν τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ ἅψωνται· καὶ ὅσοι ἂν ἥπτοντο αὐτοῦ, ἐσώζοντο.

 

















































































Mark, Chapter 6 (KJV)

1. And he went out from thence, and came into his own country; and his disciples follow him.
2. And when the sabbath day was come, he began to teach in the synagogue: and many hearing him  were astonished, saying, From whence hath this man these things? and what wisdom is this which is given unto him, that even such mighty works are wrought by his hands?
3. Is not this the carpenter, the son of Mary, the brother of James, and Joses, and of Juda, and Simon? and are not his sisters here with us? And they were offended at him.
4. But Jesus said unto them, A prophet is not without honour, but in his own country, and among his own kin, and in his own house.
5. And he could there do no mighty work, save that he laid his hands upon a few sick folk, and healed them .
6. And he marvelled because of their unbelief. And he went round about the villages, teaching.
7. And he called unto him the twelve, and began to send them forth by two and two; and gave them power over unclean spirits;
8. And commanded them that they should take nothing for their journey, save a staff only; no scrip, no bread, no money in their purse:
9. But be shod with sandals; and not put on two coats.
10. And he said unto them, In what place soever ye enter into an house, there abide till ye depart from that place.
11. And whosoever shall not receive you, nor hear you, when ye depart thence, shake off the dust under your feet for a testimony against them. Verily I say unto you, It shall be more tolerable for Sodom and Gomorrha in the day of judgment, than for that city.
12. And they went out, and preached that men should repent.
13. And they cast out many devils, and anointed with oil many that were sick, and healed them .
14. And king Herod heard of him ; (for his name was spread abroad:) and he said, That John the Baptist was risen from the dead, and therefore mighty works do shew forth themselves in him.
15. Others said, That it is Elias. And others said, That it is a prophet, or as one of the prophets.
16. But when Herod heard thereof , he said, It is John, whom I beheaded: he is risen from the dead.
17. For Herod himself had sent forth and laid hold upon John, and bound him in prison for Herodias' sake, his brother Philip's wife: for he had married her.
18. For John had said unto Herod, It is not lawful for thee to have thy brother's wife.
19. Therefore Herodias had a quarrel against him, and would have killed him; but she could not:
20. For Herod feared John, knowing that he was a just man and an holy, and observed him; and when he heard him, he did many things, and heard him gladly.
21. And when a convenient day was come, that Herod on his birthday made a supper to his lords, high captains, and chief estates of Galilee;
22. And when the daughter of the said Herodias came in, and danced, and pleased Herod and them that sat with him, the king said unto the damsel, Ask of me whatsoever thou wilt, and I will give it thee.
23. And he sware unto her, Whatsoever thou shalt ask of me, I will give it thee, unto the half of my kingdom.
24. And she went forth, and said unto her mother, What shall I ask? And she said, The head of John the Baptist.
25. And she came in straightway with haste unto the king, and asked, saying, I will that thou give me by and by in a charger the head of John the Baptist.
26. And the king was exceeding sorry; yet for his oath's sake, and for their sakes which sat with him, he would not reject her.
27. And immediately the king sent an executioner, and commanded his head to be brought: and he went and beheaded him in the prison,
28. And brought his head in a charger, and gave it to the damsel: and the damsel gave it to her mother.
29. And when his disciples heard of it , they came and took up his corpse, and laid it in a tomb.
30. And the apostles gathered themselves together unto Jesus, and told him all things, both what they had done, and what they had taught.
31. And he said unto them, Come ye yourselves apart into a desert place, and rest a while: for there were many coming and going, and they had no leisure so much as to eat.
32. And they departed into a desert place by ship privately.
33. And the people saw them departing, and many knew him, and ran afoot thither out of all cities, and outwent them, and came together unto him.
34. And Jesus, when he came out, saw much people, and was moved with compassion toward them, because they were as sheep not having a shepherd: and he began to teach them many things.
35. And when the day was now far spent, his disciples came unto him, and said, This is a desert place, and now the time is far passed:
36. Send them away, that they may go into the country round about, and into the villages, and buy themselves bread: for they have nothing to eat.
37. He answered and said unto them, Give ye them to eat. And they say unto him, Shall we go and buy two hundred pennyworth of bread, and give them to eat?
38.  He saith unto them, How many loaves have ye? go and see. And when they knew, they say, Five, and two fishes.
39. And he commanded them to make all sit down by companies upon the green grass.
40. And they sat down in ranks, by hundreds, and by fifties.
41. And when he had taken the five loaves and the two fishes, he looked up to heaven, and blessed, and brake the loaves, and gave them to his disciples to set before them; and the two fishes divided he among them all.
42. And they did all eat, and were filled.
43. And they took up twelve baskets full of the fragments, and of the fishes.
44. And they that did eat of the loaves were about five thousand men.
45. And straightway he constrained his disciples to get into the ship, and to go to the other side before unto Bethsaida, while he sent away the people.
46. And when he had sent them away, he departed into a mountain to pray.
47. And when even was come, the ship was in the midst of the sea, and he alone on the land.
48. And he saw them toiling in rowing; for the wind was contrary unto them: and about the fourth watch of the night he cometh unto them, walking upon the sea, and would have passed by them.
49. But when they saw him walking upon the sea, they supposed it had been a spirit, and cried out:
50. For they all saw him, and were troubled. And immediately he talked with them, and saith unto them, Be of good cheer: it is I; be not afraid.
51. And he went up unto them into the ship; and the wind ceased: and they were sore amazed in themselves beyond measure, and wondered.
52. For they considered not the miracle of the loaves: for their heart was hardened.
53. And when they had passed over, they came into the land of Gennesaret, and drew to the shore.
54. And when they were come out of the ship, straightway they knew him,
55. And ran through that whole region round about, and began to carry about in beds those that were sick, where they heard he was.
56. And whithersoever he entered, into villages, or cities, or country, they laid the sick in the streets, and besought him that they might touch if it were but the border of his garment: and as many as touched him were made whole.