Mark, Chapter 7 Modern Greek

01 Και συνάγονται προς αυτόν οι Φαρισαίοι, και τινές των γραμματέων, ελθόντες από Ιεροσολύμων.
02 Και ιδόντες τινάς των μαθητών αυτού τρώγοντας άρτους με χείρας μεμολυσμένας, τουτέστιν ανίπτους, αμέμφθησαν αυτούς
03 (διότι οι Φαρισαίοι και πάντες οι Ιουδαίοι, εάν δεν νίψωσι μέχρι του αγκώνος τας χείρας, δεν τρώγουσι, κρατούντες την παράδοσιν των πρεσβυτέρων
04 και επιστρέψαντες από της αγοράς, εάν δεν νιφθώσι, δεν τρώγουσιν  είναι και άλλα πολλά τα οποία παρέλαβον να φυλάττωσι, πλύματα ποτηρίων, και ξεστών, και σκευών χαλκίνων, και κλινών )
05 έπειτα ερωτώσιν αυτόν οι Φαρισαίοι και οι γραμματείς, Διατί οι μαθηταί σου δεν περιπατούσι κατά την παράδοσιν των πρεσβυτέρων, αλλά με χείρας ανίπτους τρώγουσι τον άρτον;
06 Ο δε αποκριθείς είπε προς αυτούς, Ότι καλώς προεφήτευσεν ο Ησαϊας περί υμών των υποκριτών, ως είναι γεγραμμένον, «Ούτος ο λαός διά των χειλέων με τιμά, η δε καρδία αυτών μακράν απέχει απ' εμού
07 εις μάτην δε με σέβονται, διδάσκοντες διδασκαλίας, εντάλματα ανθρώπων.»
08 Διότι αφήσαντες την εντολήν του Θεού, κρατείτε την παράδοσιν των ανθρώπων, πλύματα ξεστών και ποτηρίων, και άλλα παρόμοια τοιούτα πολλά κάμνετε.
09 Και έλεγε προς αυτούς, Καλώς αθετείτε την εντολήν του Θεού, δια να φυλάττητε την παράδοσιν σας.
10 Διότι ο Μωϋσής είπε, «Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου.» και, «Ο κακολογών πατέρα ή μητέρα, εξάπαντος να θανατόνηται.»
11 Σεις όμως λέγετε, Εάν άνθρωπος είπη προς τον πατέρα ή προς την μητέρα, Κορβάν, τουτέστι δώρον, είναι ότι ήθελες ωφεληθή εξ εμού, αρκεί
12 και δεν αφίνετε πλέον αυτόν να κάμη ουδέν εις τον πατέρα αυτού ή εις την μητέρα αυτού,
13 ακυρούντες τον λόγον του Θεού χάριν της παραδόσεως σας, την οποίαν παρεδώκατε  και κάμνετε παρόμοια τοιαύτα πολλά.
14 Και προσκαλέσας πάντα τον όχλον, έλεγε προς αυτούς, Ακούετε μου πάντες, και νοείτε
15 δεν είναι ουδέν εισερχόμενον έξωθεν του ανθρώπου εις αυτόν, το οποίον δύναται να μολύνη αυτόν, αλλά τα εξερχόμενα απ' αυτού, εκείνα είναι τα μολύνοντα τον άνθρωπον.
16 Ο έχων ώτα δια να ακούη, ας ακούη.
17 Και ότε εισήλθεν εις οίκον από του όχλου, ηρώτων αυτόν οι μαθηταί αυτού περί της παραβολής.
18 Και λέγει προς αυτούς, Ούτω και σεις ασύνετοι είσθε; δεν καταλαμβάνετε ότι παν το έξωθεν εισερχόμενον εις τον άνθρωπον δεν δύναται να μολύνη αυτόν;
19 διότι δεν εισέρχεται εις την καρδίαν αυτού, αλλ' εις την κοιλίαν  και εξέρχεται εις τον αφεδρώνα, καθαρίζον πάντα τα φαγητά.
20  Έλεγε δε,  Ότι το εξερχόμενον εκ του ανθρώπου, εκείνο μολύνει τον άνθρωπον.
21 Διότι έσωθεν εκ της καρδίας των ανθρώπων εξέρχονται οι διαλογισμοί οι κακοί, μοιχείαι, πορνείαι, φόνοι,
22 κλοπαί, πλεονεξίαι, πονηρίαι, δόλος, ασέλγεια, βλέμμα πονηρόν, βλασφημία, υπερηφανία, αφροσύνη.
23 Πάντα ταύτα τα πονηρά έσωθεν εξέρχονται, και μολύνουσι τον άνθρωπον.
24 Και σηκωθείς εκείθεν, υπήγεν εις τα μεθόρια Τύρου και Σιδώνος  και εισελθών εις την οικίαν, δεν ήθελε να μάθη τούτο μηδείς  δεν ηδυνήθη όμως να κρυφθή.
25 Διότι ακούσασα περί αυτού γυνή τις, της οποίας το θυγάτριον είχε πνεύμα ακάθαρτον, ήλθε και προσέπεσεν εις τους πόδας αυτού.
26  Ήτο δε η γυνή Ελληνίς, Συροφοίνισσα το γένος  και παρεκάλει αυτόν να εκβάλη το δαιμόνιον εκ της θυγατρός αυτής.
27 Ο δε Ιησούς είπε προς αυτήν, Άφες πρώτον να χορτασθώσι τα τέκνα, διότι δεν είναι καλόν να λάβη τις τον άρτον των τέκνων, και να ρίψη εις τα κυνάρια.
28 Η δε απεκρίθη και λέγει προς αυτόν, Ναί, Κύριε  αλλά και τα κυνάρια υποκάτω της τραπέζης τρώγουσιν από των ψιχίων των παιδίων.
29 Και είπε πρός αυτήν, Δια τούτον τον λόγον ύπαγε  εξήλθε το δαιμόνιον από της θυγατρός σου.
30 Και ότε υπήγεν εις τον οίκον αυτής, εύρεν ότι το δαιμόνιον εξήλθε, και την θυγατέρα κειμένην επί της κλίνης.
31 Και πάλιν εξελθών εκ των ορίων Τύρου και Σιδώνος, ήλθε προς την θάλασσαν της Γαλιλαίας, ανά μέσον των ορίων της Δεκαπόλεως.
32 Και φέρουσι προς αυτόν κωφόν μογιλάλον  και παρακαλούσιν αυτόν να επιθέση την χείρα επ' αυτόν.
33 Και παραλαβών αυτόν κατ' ιδίαν από του όχλου, έβαλε τους δακτύλους αυτού εις τα ώτα αυτού  και πτύσας, ήγγισε την γλώσσαν αυτού
34 και αναβλέψας εις τον ουρανόν, εστέναξε, και λέγει προς αυτόν, Εφφαθά, τουτέστιν, Ανοίχθητι.
35 Και ευθύς ηνοίχθησαν τα ώτα αυτού  και ελύθη ο δεσμός της γλώσσης αυτού, και ελάλει ορθώς.
36 Και παρήγγειλεν εις αυτούς να μη είπωσι τούτο εις μηδένα  πλην όσον αυτός παρήγγελεν εις αυτούς, τόσον περισσότερον εκείνοι εκήρυττον.
37 Και εξεπλήττοντο καθ' υπερβολήν, λέγοντες, Καλώς έπραξε τα πάντα  και τους κωφούς κάμνει να ακούωσι, και τους αλάλους να λαλώσι.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Mark, Chapter 7 Demotic Greek

1. Συγκεντρώνονται κάποτε κοντά στον Ιησού οι Φαρισαίοι και μερικοί από τους νομοδιδάσκαλους, που ήρθαν από τα Ιεροσόλυμα,
2. και βλέποντας μερικούς από τους μαθητές του να τρώνε με λερωμένα χέρια, δηλαδή χωρίς να τα έχουν πλύνει, τους κατέκριναν. -
3. Γιατί οι Φαρισαίοι, όπως όλοι οι Ιουδαίοι, δεν τρώνε αν πρώτα δεν πλύνουν πολύ καλά τα χέρια τους, τηρώντας έτσι την παράδοση των πρεσβυτέρων τους.
4. Επίσης όταν επιστρέφουν από κάποιο δημόσιο χώρο δεν τρώνε αν δε λουστούν ολόκληροι. Υπάρχουν και πολλά άλλα που έχουν την παράδοση να τηρούν, όπως το πλύσιμο των ποτηριών και των μαγειρικών σκευών και των χάλκινων αντικειμένων και των κρεβατιών -
5. Τον ρωτούν έπειτα οι Φαρισαίοι και οι νομοδιδάσκαλοι: «Γιατί οι μαθητές σου δε ζουν σύμφωνα με την παράδοση των πρεσβυτέρων, αλλά τρώνε το ψωμί με άπλυτα χέρια;».
6. Κι εκείνος τους αποκρίθηκε: «Καλά προφήτεψε για σας τους υποκριτές ο Ησαΐας, καθώς έχει γραφτεί: Ο λαός αυτός με τα χείλη με τιμάει, αλλά η καρδιά του βρίσκεται μακριά από μένα.
7. Ανώφελα λοιπόν με λατρεύουν, διδάσκοντας διδαχές που αποτελούνται από ανθρώπινα παραγγέλματα.
8. Γιατί έχετε αφήσει την εντολή του Θεού και κρατάτε την παράδοση των ανθρώπων, όπως ειναι το πλύσιμο των μαγειρικών σκευών και των ποτηριών. Και πολλά άλλα κάνετε, που είναι παρόμοια με αυτά».
9. Τους έλεγε επίσης: «Πολύ επιδέξια παραβαίνετε την εντολή του Θεού με σκοπό να τηρήσετε τη δική σας παράδοση!
10. Γιατί, ενώ ο Μωυσής είπε: Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου και: Όποιος κακολογεί τον πατέρα του ή τη μητέρα του να θανατώνεται,
11. εσείς λέτε: Αρκεί ένας άνθρωπος να πει στον πατέρα ή στη μητέρα του: Κορβάν, δηλαδή: αφιέρωμα στο ναό κάνω εκείνο που ήταν να ωφεληθείς από μένα,
12. και τον απαλλάσσετε πια από κάθε υποχρέωση να κάνει οτιδήποτε για τον πατέρα του ή τη μητέρα του,
13. ακυρώνοντας έτσι το λόγο του Θεού χάρη στην παράδοσή σας, που είναι δικό σας κατασκεύασμα. Και πολλά άλλα κάνετε παρόμοια μ' αυτά».
14. Κατόπιν, αφού κάλεσε όλο το πλήθος κοντά του, τους έλεγε: «Ακούτε με όλοι και μαθαίνετε:
15. Δεν υπάρχει τίποτε έξω από τον άνθρωπο, που να μπορεί μπαίνοντας μέσα του να τον μολύνει, αλλά εκείνα που βγαίνουν απ' αυτόν, εκείνα είναι που μολύνουν τον άνθρωπο.
16. Αν έχει κανείς αυτιά ν' ακούει, ας ακούει».
17. Κι όταν άφησε πια τον κόσμο και μπήκε σ' ένα σπίτι, τον ρωτούσαν οι μαθητές του για την παραβολή.
18. Και τους λέει: «Μα είστε κι εσείς τόσο ασύνετοι; Δεν καταλαβαίνετε πως καθετί που μπαίνει απ' έξω στον άνθρωπο, δεν μπορεί να τον μολύνει;
19. Διότι δεν μπαίνει στην καρδιά του, αλλά στην κοιλιά κι αποβάλλεται στο αποχωρητήριο» - Δείχνοντας έτσι, πως όλα τα φαγητά είναι καθαρά.
20. Και τους εξηγούσε λέγοντάς τους: «Εκείνο που βγαίνει μέσα από τον άνθρωπο, εκείνο είναι που μολύνει τον άνθρωπο.
21. Γιατί μέσα από των ανθρώπων την καρδιά πηγάζουν οι κακοί διαλογισμοί: Μοιχείες, πορνείες, φόνοι,
22. κλοπές, πλεονεξίες, πονηρίες, δόλος, ασέλγεια, ακολασία, βλέμμα πονηρό, βλαστήμια, υπεροψία, αφροσύνη.
23. Όλα αυτά τα κακά από μέσα προέρχονται και μολύνουν τον άνθρωπο».
24. Σηκώθηκε έπειτα από εκεί και πήγε στην περιοχή της Τύρου και της Σιδώνας, όπου μπήκε σ' ένα σπίτι, πράγμα που δεν ήθελε να το μάθει κανένας, αλλά δεν μπόρεσε να ξεφύγει.
25. Γιατί άκουσε γι' αυτόν μια γυναίκα, που το κοριτσάκι της κατεχόταν από δαιμονικό πνεύμα, και ήρθε και έπεσε μπροστά στα πόδια του. -
26. και ήταν η γυναίκα αυτή Ελληνίδα από τη Συροφοινίκη - και τον παρακαλούσε να βγάλει το δαιμόνιο από την κόρη της.
27. Μα ο Ιησούς της είπε: «Άσε να χορτάσουν πρώτα τα τέκνα, γιατί δεν είναι σωστό να πάρει κανείς το ψωμί των παιδιών του και να το ρίξει στα σκυλιά».
28. Κι αποκρίθηκε εκείνη: «Ναι, Κύριε, όμως και τα σκυλιά τρώνε κάτω από το τραπέζι από τα ψίχουλα των παιδιών».
29. Τότε της είπε: «Γι' αυτόν το λόγο που είπες, πήγαινε. Έχει κιόλας βγει το δαιμόνιο από την κόρη σου».
30. Κι όταν πήγε στο σπίτι της, βρήκε το παιδί ξαπλωμένο στο κρεβάτι κι απαλλαγμένο από το δαιμόνιο.
31. Όταν ο Ιησούς βγήκε πάλι από την περιοχή της Τύρου και της Σιδώνας, ήρθε κοντά στη λίμνη της Γαλιλαίας περνώντας μέσα από την περιοχή της Δεκάπολης.
32. Εκεί του φέρνουν έναν κουφό και βραδύγλωσσο και τον παρακαλούν να βάλει επάνω του το χέρι του.
33. Τον πήρε τότε παράμερα, ξεχωριστά από τον όχλο, κι έβαλε τα δάχτυλά του στ' αυτιά του, κι αφού έφτυσε, άγγιξε τη γλώσσα του
34. κι ανασηκώνοντας το βλέμμα του στον ουρανό, στέναξε και του είπε: «Εφφαθά», που σημαίνει: «Ν' ανοιχτείς».
35. Και παρευθύς άνοιξαν τ' αφτιά του και λύθηκε ο γλωσσοδέτης του, και άρχισε να μιλά κανονικά.
36. Τους παράγγειλε όμως αυστηρά να μην το πουν σε κανέναν. Αλλά όσο πιο αυστηρά τους το απαγόρευε αυτός, τόσο περισσότερο το διαλαλούσαν εκείνοι
37. και με απερίγραπτη κατάπληξη έλεγαν: «Καλά, όλα τα έχει κάνει, και τους κουφούς τους κάνει τώρα να ακούν και τους μουγκούς να μιλάνε»!
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Mark

Mark, Chapter 7 Ancient Greek

1. Καὶ συνάγονται πρὸς αὐτὸν οἱ Φαρισαῖοι καί τινες τῶν γραμματέων ἐλθόντες ἀπὸ Ἱεροσολύμων·

2. καὶ ἰδόντες τινὰς τῶν μαθητῶν αὐτοῦ κοιναῖς χερσί, τοῦτ' ἔστιν ἀνίπτοις, ἐσθίοντας ἄρτους, ἐμέμψαντο·

3. οἱ γὰρ Φαρισαῖοι καὶ πάντες οἱ Ἰουδαῖοι, ἐὰν μὴ πυγμῇ νίψωνται τὰς χεῖρας, οὐκ ἐσθίουσι, κρατοῦντες τὴν παράδοσιν τῶν πρεσβυτέρων·

4. καὶ ἀπὸ ἀγορᾶς, ἐὰν μὴ βαπτίσωνται, οὐκ ἐσθίουσι· καὶ ἄλλα πολλά ἐστιν ἃ παρέλαβον κρατεῖν, βαπτισμοὺς ποτηρίων καὶ ξεστῶν καὶ χαλκίων καὶ κλινῶν·

5. ἔπειτα ἐπερωτῶσιν αὐτὸν οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ γραμματεῖς· διατί οὐ περιπατοῦσιν οἱ μαθηταί σου κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν πρεσβυτέρων, ἀλλὰ ἀνίπτοις χερσὶν ἐσθίουσι τὸν ἄρτον;

6. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς ὅτι καλῶς προεφήτευσεν Ἡσαΐας περὶ ὑμῶν τῶν ὑποκριτῶν, ὡς γέγραπται· οὗτος ὁ λαὸς τοῖς χείλεσί με τιμᾷ, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ' ἐμοῦ·

7. μάτην δὲ σέβονταί με, διδάσκοντες διδασκαλίας ἐντάλματα ἀνθρώπων.

8. ἀφέντες γὰρ τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ κρατεῖτε τὴν παράδοσιν τῶν ἀνθρώπων, βαπτισμοὺς ξεστῶν καὶ ποτηρίων, καὶ ἄλλα παρόμοια τοιαῦτα πολλὰ ποιεῖτε.

9. καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· καλῶς ἀθετεῖτε τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ ἵνα τὴν παράδοσιν ὑμῶν τηρήσητε.

10. Μωϋσῆς γὰρ εἶπε· τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου· καί· ὁ κακολογῶν πατέρα ἢ μητέρα θανάτῳ τελευτάτω·

11. ὑμεῖς δὲ λέγετε· ἐὰν εἴπῃ ἄνθρωπος τῷ πατρὶ ἢ τῇ μητρί, κορβᾶν, ὅ ἐστι δῶρον, ὃ ἐὰν ἐξ ἐμοῦ ὠφεληθῇς,

12. καὶ οὐκέτι ἀφίετε αὐτὸν οὐδὲν ποιῆσαι τῷ πατρὶ αὐτοῦ ἢ τῇ μητρί αὐτοῦ,

13. ἀκυροῦντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ τῇ παραδόσει ὑμῶν ᾗ παρεδώκατε· καὶ παρόμοια τοιαῦτα πολλὰ ποιεῖτε.

14. Καὶ προσκαλεσάμενος πάντα τὸν ὄχλον ἔλεγεν αὐτοῖς· ἀκούετέ μου πάντες καὶ συνίετε.

15. οὐδέν ἐστιν ἔξωθεν τοῦ ἀνθρώπου εἰσπορευόμενον εἰς αὐτὸν ὃ δύναται αὐτὸν κοινῶσαι, ἀλλὰ τὰ ἐκπορευόμενά ἐστι τὰ κοινοῦντα τὸν ἄνθρωπον.

16. {εἲ τις ἔχει ὦτα ἀκούειν, ἀκουέτω}.

17. Καὶ ὅτε εἰσῆλθεν εἰς οἶκον ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ἐπηρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ περὶ τῆς παραβολῆς.

18. καὶ λέγει αὐτοῖς· οὕτω καὶ ὑμεῖς ἀσύνετοί ἐστε; οὔπω νοεῖτε ὅτι πᾶν τὸ ἔξωθεν εἰσπορευόμενον εἰς τὸν ἄνθρωπον οὐ δύναται αὐτὸν κοινῶσαι;

19. ὅτι οὐκ εἰσπορεύεται αὐτοῦ εἰς τὴν καρδίαν, ἀλλ' εἰς τὴν κοιλίαν, καὶ εἰς τὸν ἀφεδρῶνα ἐκπορεύεται, καθαρίζον πάντα τὰ βρώματα.

20. ἔλεγε δὲ ὅτι τὸ ἐκ τοῦ ἀνθρώπου ἐκπορευόμενον, ἐκεῖνο κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον.

21. ἔσωθεν γὰρ ἐκ τῆς καρδίας τῶν ἀνθρώπων οἱ διαλογισμοὶ οἱ κακοὶ ἐκπορεύονται, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, φόνοι,

22. κλοπαί, πλεονεξίαι, πονηρίαι, δόλος, ἀσέλγεια, ὀφθαλμὸς πονηρός, βλασφημία, ὑπερηφανία, ἀφροσύνη·

23. πάντα ταῦτα τὰ πονηρὰ ἔσωθεν ἐκπορεύεται καὶ κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον.

24. Καὶ ἐκεῖθεν ἀναστὰς ἀπῆλθεν εἰς τὰ μεθόρια Τύρου καὶ Σιδῶνος. καὶ εἰσελθὼν εἰς οἰκίαν οὐδένα ἤθελε γνῶναι, καὶ οὐκ ἠδυνήθη λαθεῖν.

25. ἀκούσασα γὰρ γυνὴ περὶ αὐτοῦ, ἧς εἶχε τὸ θυγάτριον αὐτῆς πνεῦμα ἀκάθαρτον, ἐλθοῦσα προσέπεσε πρὸς τοὺς πόδας αὐτοῦ·

26. ἡ δὲ γυνὴ ἦν Ἑλληνίς, Συροφοινίκισσα τῷ γένει· καὶ ἠρώτα αὐτὸν ἵνα τὸ δαιμόνιον ἐκβάλῃ ἐκ τῆς θυγατρὸς αὐτῆς.

27. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· ἄφες πρῶτον χορτασθῆναι τὰ τέκνα· οὐ γάρ ἐστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ τοῖς κυναρίοις βαλεῖν.

28. ἡ δὲ ἀπεκρίθη καὶ λέγει αὐτῷ· ναί, Κύριε· καὶ τὰ κυνάρια ὑποκάτω τῆς τραπέζης ἐσθίουσιν ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν παιδίων.

29. καὶ εἶπεν αὐτῇ· διὰ τοῦτον τὸν λόγον ὕπαγε· ἐξελήλυθε τὸ δαιμόνιον ἐκ τῆς θυγατρός σου.

30. καὶ ἀπελθοῦσα εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς εὗρε τὸ παιδίον βεβλημένον ἐπὶ τὴν κλίνην καὶ τὸ δαιμόνιον ἐξεληλυθός.

31. Καὶ πάλιν ἐξελθὼν ἐκ τῶν ὁρίων Τύρου καὶ Σιδῶνος ἦλθε πρὸς τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας ἀνὰ μέσον τῶν ὁρίων Δεκαπόλεως.

32. καὶ φέρουσιν αὐτῷ κωφὸν μογιλάλον καὶ παρακαλοῦσιν αὐτὸν ἵνα ἐπιθῇ αὐτῷ τὴν χεῖρα.

33. καὶ ἀπολαβόμενος αὐτὸν ἀπὸ τοῦ ὄχλου κατ' ἰδίαν ἔβαλε τοὺς δακτύλους αὐτοῦ εἰς τὰ ὦτα αὐτοῦ, καὶ πτύσας ἥψατο τῆς γλώσσης αὐτοῦ,

34. καὶ ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν ἐστέναξε καὶ λέγει αὐτῷ· ἐφφαθά, ὅ ἐστι διανοίχθητι.

35. καὶ εὐθέως διηνοίχθησαν αὐτοῦ αἱ ἀκοαὶ καὶ ἐλύθη ὁ δεσμὸς τῆς γλώσσης αὐτοῦ, καὶ ἐλάλει ὀρθῶς.

36. καὶ διεστείλατο αὐτοῖς ἵνα μηδενὶ εἴπωσιν· ὅσον δὲ αὐτὸς αὐτοῖς διεστέλλετο, μᾶλλον περισσότερον ἐκήρυσσον.

37. καὶ ὑπερπερισσῶς ἐξεπλήσσοντο λέγοντες· καλῶς πάντα πεποίηκε· καὶ τοὺς κωφοὺς ποιεῖ ἀκούειν καὶ τοὺς ἀλάλους λαλεῖν.

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Mark, Chapter 7 (KJV)

1. Then came together unto him the Pharisees, and certain of the scribes, which came from Jerusalem.
2. And when they saw some of his disciples eat bread with defiled, that is to say, with unwashen, hands, they found fault.
3. For the Pharisees, and all the Jews, except they wash their hands oft, eat not, holding the tradition of the elders.
4. And when they come from the market, except they wash, they eat not. And many other things there be, which they have received to hold, as the washing of cups, and pots, brasen vessels, and of tables.
5. Then the Pharisees and scribes asked him, Why walk not thy disciples according to the tradition of the elders, but eat bread with unwashen hands?
6. He answered and said unto them, Well hath Esaias prophesied of you hypocrites, as it is written, This people honoureth me with their lips, but their heart is far from me.
7. Howbeit in vain do they worship me, teaching for doctrines the commandments of men.
8. For laying aside the commandment of God, ye hold the tradition of men, as the washing of pots and cups: and many other such like things ye do.
9. And he said unto them, Full well ye reject the commandment of God, that ye may keep your own tradition.
10. For Moses said, Honour thy father and thy mother; and, Whoso curseth father or mother, let him die the death:
11. But ye say, If a man shall say to his father or mother, It is Corban, that is to say, a gift, by whatsoever thou mightest be profited by me; he shall be free .
12. And ye suffer him no more to do ought for his father or his mother;
13. Making the word of God of none effect through your tradition, which ye have delivered: and many such like things do ye.
14. And when he had called all the people unto him , he said unto them, Hearken unto me every one of you , and understand:
15. There is nothing from without a man, that entering into him can defile him: but the things which come out of him, those are they that defile the man.
16. If any man have ears to hear, let him hear.
17. And when he was entered into the house from the people, his disciples asked him concerning the parable.
18. And he saith unto them, Are ye so without understanding also? Do ye not perceive, that whatsoever thing from without entereth into the man, it cannot defile him;
19. Because it entereth not into his heart, but into the belly, and goeth out into the draught, purging all meats?
20. And he said, That which cometh out of the man, that defileth the man.
21. For from within, out of the heart of men, proceed evil thoughts, adulteries, fornications, murders,
22. Thefts, covetousness, wickedness, deceit, lasciviousness, an evil eye, blasphemy, pride, foolishness:
23. All these evil things come from within, and defile the man.
24. And from thence he arose, and went into the borders of Tyre and Sidon, and entered into an house, and would have no man know it : but he could not be hid.
25. For a certain woman, whose young daughter had an unclean spirit, heard of him, and came and fell at his feet:
26.  The woman was a Greek, a Syrophenician by nation; and she besought him that he would cast forth the devil out of her daughter.
27. But Jesus said unto her, Let the children first be filled: for it is not meet to take the children's bread, and to cast it unto the dogs.
28. And she answered and said unto him, Yes, Lord: yet the dogs under the table eat of the children's crumbs.
29. And he said unto her, For this saying go thy way; the devil is gone out of thy daughter.
30. And when she was come to her house, she found the devil gone out, and her daughter laid upon the bed.
31. And again, departing from the coasts of Tyre and Sidon, he came unto the sea of Galilee, through the midst of the coasts of Decapolis.
32. And they bring unto him one that was deaf, and had an impediment in his speech; and they beseech him to put his hand upon him.
33. And he took him aside from the multitude, and put his fingers into his ears, and he spit, and touched his tongue;
34. And looking up to heaven, he sighed, and saith unto him, Ephphatha, that is, Be opened.
35. And straightway his ears were opened, and the string of his tongue was loosed, and he spake plain.
36. And he charged them that they should tell no man: but the more he charged them, so much the more a great deal they published it ;
37. And were beyond measure astonished, saying, He hath done all things well: he maketh both the deaf to hear, and the dumb to speak.