Mark, Chapter 8 Modern Greek

01 ΕΝ εκείναις ταις ημέραις, επειδή ήτο πάμπολυς όχλος, και δεν είχον τι να φάγωσι, προσκαλέσας ο Ιησούς τους μαθητάς αυτού, λέγει προς αυτούς,
02 Σπλαγχνίζομαι δια τον όχλον, ότι τρεις ήδη ημέρας μένουσι πλησίον μου, και δεν έχουσι τι να φάγωσι
03 και εάν απολύσω αυτούς νήστεις εις τους οίκους αυτών, θέλουσι αποκάμει καθ' οδόν  διότι τινές εξ αυτών ήλθον μακρόθεν.
04 Και απεκρίθησαν προς αυτόν οι μαθηταί αυτού, Πόθεν θέλει τις δυνηθή να χορτάση τούτους από άρτων εδώ επί της ερημίας;
05 Και ηρώτησεν αυτούς, Πόσους άρτους έχετε; Οι δε είπον, Επτά.
06 Και προσέταξε τον όχλον να καθίσωσιν επί της γης  και λαβών τους επτά άρτους, αφού ευχαρίστησεν, έκοψε και έδιδεν εις τους μαθητάς αυτού, δια να βάλωσιν έμπροσθεν του όχλου και έβαλον.
07 Είχον και ολίγα οψαράκια  και ευλογήσας, είπε να βάλωσι και αυτά.
08  Έφαγον δε και εχορτάσθησαν και εσήκωσαν περισσεύματα κλασμάτων, επτά σπυρίδας
09  Ήσαν δε οι φαγόντες ως τετρακισχίλιοι  και απέλυσεν αυτούς.
10 Και ευθύς εμβάς εις το πλοίον μετά των μαθητών αυτού, ήλθεν εις τα μέρη Δαλμανουθά.
11 Και εξήλθον οι Φαρισαίοι, και ήρχισαν να κάμνωσιν ερωτήσεις προς αυτόν, και εζήτουν παρ' αυτού σημείον από του ουρανού, πειράζοντες αυτόν.
12 Τότε αναστενάξας εκ καρδίας αυτού, λέγει, Δια τι η γενεά αύτη σημείον ζητεί; αληθώς σας λέγω, Δεν θέλει δοθή εις την γενεάν ταύτην σημείον.
13 Και αφήσας αυτούς, εισήλθε πάλιν εις το πλοίον, και απήλθεν εις το πέραν.
14 Ελησμόνησαν δε να λάβωσιν άρτους, και δεν είχον μεθ' εαυτών εν τω πλοίω ειμή ένα άρτον.
15 Και παρήγγελλεν εις αυτούς, λέγων, βλέπετε, προσέχετε από της ζύμης των Φαρισσαίων και της ζύμης του Ηρώδου.
16 Και διελογίζοντο προς αλλήλους, λέγοντες,  Ότι άρτους δεν έχομεν.
17 Νοήσας δε ο Ιησούς, λέγει προς αυτούς, Τι διαλογίζεσθε, ότι δεν έχετε άρτους  έτι δεν νοείτε, ουδέ καταλαμβάνετε; έτι πεπωρωμένην έχετε την καρδίαν σας;
18 οφθαλμούς έχοντες δεν βλέπετε; και ώτα έχοντες δεν ακούετε; και δεν ενθυμείσθε
19 ότε έκοψα τους πέντε άρτους εις τους πεντακισχιλίους, πόσους κοφίνους πλήρεις κλασμάτων εσηκώσατε;  Λέγουσι προς αυτόν, Δώδεκα.
20 Και ότε τους επτά εις τους τετρακισχιλίους, πόσας σπυρίδας πλήρεις κλασμάτων εσηκώσατε; Οι δε είπον, Επτά.
21 Και έλεγε προς αυτούς, Πως δεν καταλαμβάνετε;
22 Και έρχεται εις Βηθσαϊδάν  και φέρουσι προς αυτόν τυφλόν, και παρακαλούσιν αυτόν να εγγίση αυτόν.
23 Και πιάσας την χείρα του τυφλού, έφερεν αυτόν έξω της κώμης  και πτύσας εις τα όμματα αυτού, επέθεσεν επ' αυτόν τας χείρας, και ηρώτα αυτόν αν βλέπη τι.
24 Και αναβλέψας, έλεγε, Βλέπω τους ανθρώπους, ότι ως δένδρα βλέπω περιπατούντας
25  Έπειτα πάλιν επέθεσε τας χείρας επί τους οφθαλμούς αυτού, και έκαμεν αυτόν να αναβλέψη  και αποκατεστάθη η όρασις αυτού, και είδε καθαρώς άπαντας.
26 Και απέστειλεν αυτόν εις τον οίκον αυτού, λέγων, Μηδέ εις την κώμην εισέλθης, μηδέ είπης τούτο είς τινα εν τη κώμη.
27 Και εξήλθεν ο Ιησούς και οι μαθηταί αυτού εις τας κώμας της Καισαρείας Φιλίπου  και καθ' οδόν ηρώτα τους μαθητάς αυτού, λέγων προς αυτούς, Τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι, ότι είμαι;
28 Οι δε απεκρίθησαν, Ιωάννην τον Βαπτιστήν και άλλοι, τον Ηλίαν  άλλοι δε, ένα των προφητών.
29 Και αυτός λέγει προς αυτούς,  Αλλά σεις τίνα με λέγετε, ότι είμαι;  Και αποκριθείς ο Πέτρος, λέγει προς αυτόν, Συ είσαι ο Χριστός.
30 Και παρήγγειλεν αυστηρώς εις αυτούς να μη λέγωσιν εις μηδένα περί αυτού.
31 Και ήρχισε να διδάσκη αυτούς ότι πρέπει ο Υιός του ανθρώπου να πάθη πολλά και να καταφρονηθή από των πρεσβυτέρων και αρχιερέων και γραμματέων, και να θανατωθή και μετά τρείς ημέρας να αναστηθή.
32 Και ελάλει τον λόγον παρρησία. Και παραλαβών αυτόν ο Πέτρος κατ' ιδίαν, ήρχισε να επιτιμά αυτόν.
33 Ο δε επιστραφείς, και ιδών τους μαθητάς αυτού, επετίμησε τον Πέτρον, λέγων, Ύπαγε οπίσω μου Σατανά  διότι δεν φρονείς τα του Θεού, αλλά τα των ανθρώπων.
34 Και προσκαλέσας τον όχλον μετά των μαθητών αυτού, είπε προς αυτούς, Όστις θέλει να έλθη οπίσω μου, ας απαρνηθή εαυτόν, και ας σηκώση τον σταυρόν αυτού, και ας με ακολουθή.
35 Διότι όστις θέλει να σώση την ζωήν αυτού, θέλει απολέσει αυτήν  και όστις απολέση την ζωήν αυτού ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος θέλει σώσει αυτήν.
36 Επειδή τι θέλει ωφελήσει τον άνθρωπον, εάν κερδήση τον κόσμον όλον, και ζημιωθή την ψυχήν αυτού;
37 Η τι θέλει δώσει ο άνθρωπος εις ανταλλαγήν της ψυχής αυτού;
38 Διότι όστις αισχυνθή δι εμέ και δια τους λόγους μου εν τη γενεά ταύτη τη μοιχαλίδι και αμαρτωλώ και ο Υιός του ανθρώπου θέλει αισχυνθή δι' αυτόν, όταν έλθη εν τη δόξη του Πατρός αυτού μετά των αγγέλων.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Mark, Chapter 8 Demotic Greek

1. Εκείνες τις μέρες, επειδή πάλι ήταν συγκεντρωμένος πολύς κόσμος και δεν είχαν τι να φάνε, κάλεσε ο Ιησούς τους μαθητές του και τους λέει:
2. «Σπλαχνίζομαι τον κόσμο, γιατί τρεις μέρες τώρα παραμένουν μαζί μου και δεν έχουν τι να φάνε.
3. Κι αν τους απολύσω να πάνε νηστικοί στα σπίτια τους, θα εξαντληθούν στο δρόμο, γιατί μερικοί απ' αυτούς έχουν έρθει από μακριά».
4. Και του αποκρίθηκαν οι μαθητές του: «Πώς θα μπορέσει κανείς να τους χορτάσει αυτούς με ψωμιά εδώ στην ερημιά;».
5. Τότε τους ρώτησε: «Πόσα ψωμιά έχετε;». Κι εκείνοι απάντησαν: «Εφτά».
6. Πρόσταξε τότε τον κόσμο να καθίσουν στη γη. Πήρε κατόπιν τα εφτά ψωμιά κι αφού ευχαρίστησε, τα έκοψε σε κομμάτια και τα έδωσε στους μαθητές του για να τα προσφέρουν· και τα πρόσφεραν στον κόσμο.
7. Είχαν και λίγα ψαράκια, τα οποία, αφού τα ευλόγησε, είπε να τα προσφέρουν κι αυτά.
8. Έφαγαν λοιπόν και χόρτασαν και σήκωσαν κατόπιν τα κομμάτια που περίσσεψαν εφτά κοφίνια.
9. Κι αυτοί που έφαγαν ήταν περίπου τέσσερις χιλιάδες! Έπειτα τους απέλυσε.
10. Αμέσως μετά, μπήκε στο πλοίο μαζί με τους μαθητές του και ήρθε στην περιοχή της Δαλμουναθά.
11. Βγήκαν τότε οι Φαρισαίοι κι άρχισαν να συζητούν μαζί του, και θέλοντας να τον δοκιμάσουν του ζητούσαν να τους δείξει κάποιο αποδεικτικό σημάδι ουράνιας προέλευσης.
12. Κι εκείνος, αφού αναστέναξε από τα βάθη του είναι του, είπε: «Γιατί η γενιά αυτή ζητάει επίμονα σημάδι; Σας το τονίζω πως σημάδι στη γενιά αυτή δε θα δοθεί».
13. Και αφήνοντάς τους μπήκε πάλι στο πλοίο και πήγε στην απέναντι όχθη.
14. Δε σκέφτηκαν όμως να πάρουν ψωμιά, και εκτός από ένα ψωμί, δεν είχαν άλλα ψωμιά μαζί τους στο πλοίο.
15. Στο μεταξύ ο Ιησούς τους έδινε σαφείς οδηγίες λέγοντάς τους: «Να είστε προσεκτικοί και να φυλάγεστε από το προζύμι των Φαρισαίων και από το προζύμι του Ηρώδη».
16. Εκείνοι λοιπόν συζητούσαν μεταξύ τους κι έλεγαν: «Δεν έχουμε ψωμιά»!
17. Το κατάλαβε όμως ο Ιησούς και τους λέει: «Γιατί συζητάτε πως δεν έχετε ψωμιά; Ακόμα δεν καταλαβαίνετε κι ούτε αντιλαμβάνεστε; Ακόμα έχετε πωρωμένη την καρδιά σας;
18. Ενώ έχετε μάτια δε βλέπετε; Κι ενώ έχετε αυτιά δεν ακούτε; Και δε θυμάστε;
19. Όταν έκοψα τα πέντε ψωμιά για τους πέντε χιλιάδες, πόσα κοφίνια γεμάτα περισσεύματα σηκώσατε;». Του λένε: «Δώδεκα».
20. Κι όταν έκοψα τα εφτά ψωμιά στους τέσσερις χιλιάδες, πόσα καλάθια γεμάτα περισσεύματα σηκώσατε;». Κι εκείνοι είπαν: «Εφτά».
21. Τους ρωτούσε λοιπόν: «Ακόμα δεν καταλαβαίνετε;»
22. Έρχεται κάποτε στη Βηθσαϊδά, όπου του φέρνουν έναν τυφλό και τον παρακαλούν να τον αγγίξει.
23. Έπιασε τότε από το χέρι τον τυφλό και τον έβγαλε έξω από το χωριό. Κατόπιν, αφού έφτυσε στα μάτια του, ακούμπησε τα χέρια του πάνω του και τον ρωτούσε αν βλέπει τίποτε.
24. Κι εκείνος, αφού κοίταξε, έλεγε: «Βλέπω τους ανθρώπους σαν δέντρα, τους βλέπω να περπατούνε».
25. Έπειτα ξανάβαλε τα χέρια του πάνω στα μάτια του και τον έκανε να ξανακοιτάξει κι αποκαταστάθηκε η όρασή του και είδε καθαρά και σε μεγάλη απόσταση όλους.
26. Κατόπιν τον έστειλε στο σπίτι του λέγοντάς του: «Ούτε στο χωριό να μπεις ούτε και να το πεις σε κανέναν από το χωριό».
27. Μια άλλη φορά βγήκε ο Ιησούς μαζί με τους μαθητές του στα χωριά της Καισάρειας της Φιλίππου και στο δρόμο ρωτούσε τους μαθητές του: «Ποιος λένε οι άνθρωποι ότι είμαι;».
28. Κι εκείνοι αποκρίθηκαν: «Ο Ιωάννης ο Βαφτιστής, άλλοι πάλι ότι είσαι ο Ηλίας, κι άλλοι ότι είσαι ένας από τους προφήτες».
29. Τότε αυτός τους ρωτάει: «Εσείς όμως; Ποιος λέτε ότι είμαι;». Κι αποκρίθηκε ο Πέτρος και του λέει: «Εσύ είσαι ο Χριστός»!
30. Τους πρόσταξε τότε αυστηρά να μη λένε γι' αυτό σε κανέναν.
31. Άρχισε κατόπιν να τους διδάσκει ότι πρέπει ο Γιος του Ανθρώπου να πάθει πολλά και να αποδοκιμαστεί από τους πρεσβυτέρους και τους αρχιερείς και τους νομοδιδασκάλους και να θανατωθεί, κι ύστερα από τρεις μέρες να αναστηθεί.
32. Και το πράγμα αυτό το έλεγε ξεκάθαρα. Τότε ο Πέτρος, αφού τον πήρε παράμερα, άρχισε να τον επιτιμά!
33. Αλλ' εκείνος, αφού στράφηκε και κοίταξε στους μαθητές του, επιτίμησε τον Πέτρο λέγοντάς του: «Φύγε από μπρος μου, Σατανά! Γιατί δε σκέφτεσαι εκείνα που θέλει ο Θεός, αλλά εκείνα που αρέσουν στους ανθρώπους».
34. Ύστερα, αφού κάλεσε κοντά του τον κόσμο μαζί με τους μαθητές του, τους είπε: «Όποιος θέλει να με ακολουθεί, ας απαρνηθεί τον εαυτό του κι ας σηκώσει το σταυρό του και ας με ακολουθεί.
35. Γιατί, όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του, θα τη χάσει, κι όποιος τη χάσει τη ζωή του για χάρη δική μου και του Ευαγγελίου, αυτός θα τη σώσει.
36. Άλλωστε τι θα ωφελήσει τον άνθρωπο αν κερδίσει τον κόσμο ολόκληρο, αλλά χάσει τη ζωή του;
37. Ή τι θα δώσει ο άνθρωπος σαν αντάλλαγμα για τη ζωή του;
38. Όποιος, λοιπόν, ντραπεί για μένα και για τη διδαχή μου στη γενιά τούτη τη μοιχαλίδα και αμαρτωλή, και ο Γιος του Ανθρώπου θα ντραπεί γι' αυτόν όταν έρθει περιβλημένος με τη δόξα του Πατέρα του, μαζί με τους αγίους αγγέλους».
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Mark

Mark, Chapter 8 Ancient Greek

1. Ἐν ἐκείναις ταῖς ἡμέραις πάλιν πολλοῦ ὄχλου ὄντος καὶ μὴ ἐχόντων τί φάγωσι, προσκαλεσάμενος ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ λέγει αὐτοῖς·

2. σπλαγχνίζομαι ἐπὶ τὸν ὄχλον, ὅτι ἤδη ἡμέραι τρεῖς προσμένουσί μοι καὶ οὐκ ἔχουσι τί φάγωσι·

3. καὶ ἐὰν ἀπολύσω αὐτοὺς νήστεις εἰς οἶκον αὐτῶν, ἐκλυθήσονται ἐν τῇ ὁδῷ· τινὲς γὰρ αὐτῶν ἀπὸ μακρόθεν ἥκασι.

4. καὶ ἀπεκρίθησαν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· πόθεν τούτους δυνήσεταί τις ὧδε χορτάσαι ἄρτων ἐπ' ἐρημίας;

5. καὶ ἐπηρώτα αὐτούς· πόσους ἔχετε ἄρτους; οἱ δὲ εἶπον· ἑπτά.

6. καὶ παρήγγειλε τῷ ὄχλῳ ἀναπεσεῖν ἐπὶ τῆς γῆς· καὶ λαβὼν τοὺς ἑπτὰ ἄρτους εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ἵνα παρατιθῶσι· καὶ παρέθηκαν τῷ ὄχλῳ.

7. καὶ εἶχον ἰχθύδια ὀλίγα· καὶ εὐλογήσας εἶπε παρατιθέναι καὶ αὐτά.

8. ἔφαγον δὲ καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν περισσεύματα κλασμάτων ἑπτὰ σπυρίδας.

9. ἦσαν δὲ ὡς τετρακισχίλιοι· καὶ ἀπέλυσεν αὐτούς.

10. Καὶ ἐμβὰς εὐθὺς εἰς τὸ πλοῖον μετὰ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ ἦλθεν εἰς τὰ μέρη Δαλμανουθά.

11. Καὶ ἐξῆλθον οἱ Φαρισαῖοι καὶ ἤρξαντο συζητεῖν αὐτῷ, ζητοῦντες παρ' αὐτοῦ σημεῖον ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ, πειράζοντες αὐτόν.

12. καὶ ἀναστενάξας τῷ πνεύματι αὐτοῦ λέγει· τί ἡ γενεὰ αὕτη σημεῖον ἐπιζητεῖ; ἀμὴν λέγω ὑμῖν, εἰ δοθήσεται τῇ γενεᾷ ταύτῃ σημεῖον.

13. καὶ ἀφεὶς αὐτοὺς εἰς τὸ πλοῖον ἀπῆλθε πάλιν.

14. Καὶ ἐπελάθοντο λαβεῖν ἄρτους, καὶ εἰ μὴ ἕνα ἄρτον οὐκ εἶχον μεθ' ἑαυτῶν ἐν τῷ πλοίῳ.

15. καὶ διεστέλλετο αὐτοῖς λέγων· ὁρᾶτε, βλέπετε ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων καὶ τῆς ζύμης Ἡρῴδου.

16. καὶ διελογίζοντο πρὸς ἀλλήλους λέγοντες ὅτι ἄρτους οὐκ ἔχομεν.

17. καὶ γνοὺς ὁ Ἰησοῦς λέγει αὐτοῖς· τί διαλογίζεσθε ὅτι ἄρτους οὐκ ἔχετε; οὔπω νοεῖτε οὐδὲ συνίετε; ἔτι πεπωρωμένην ἔχετε τὴν καρδίαν ὑμῶν;

18. ὀφθαλμοὺς ἔχοντες οὐ βλέπετε, καὶ ὦτα ἔχοντες οὐκ ἀκούετε; καὶ οὐ μνημονεύετε;

19. ὅτε τοὺς πέντε ἄρτους ἔκλασα εἰς τοὺς πεντακισχιλίους, καὶ πόσους κοφίνους κλασμάτων πλήρεις ἤρατε; λέγουσιν αὐτῷ· δώδεκα.

20. ὅτε δὲ τοὺς ἑπτὰ εἰς τοὺς τετρακισχιλίους, πόσων σπυρίδων πληρώματα κλασμάτων ἤρατε; οἱ δὲ εἶπον· ἑπτά.

21. καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· οὔπω συνίετε;

22. Καὶ ἔρχεται εἰς Βηθσαϊδά. καὶ φέρουσιν αὐτῷ τυφλὸν καὶ παρακαλοῦσιν αὐτὸν ἵνα αὐτοῦ ἅψηται.

23. καὶ ἐπιλαβόμενος τῆς χειρὸς τοῦ τυφλοῦ ἐξήγαγεν αὐτὸν ἔξω τῆς κώμης, καὶ πτύσας εἰς τὰ ὄμματα αὐτοῦ, ἐπιθεὶς τὰς χεῖρας αὐτῷ, ἐπηρώτα αὐτὸν εἴ τι βλέπει.

24. καὶ ἀναβλέψας ἔλεγε· βλέπω τοὺς ἀνθρώπους ὅτι ὡς δένδρα ὁρῶ περιπατοῦντας.

25. εἶτα πάλιν ἐπέθηκε τὰς χεῖρας ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ καὶ ἐποίησεν αὐτὸν ἀναβλέψαι, καὶ ἀποκατεστάθη, καὶ ἐνέβλεψε τηλαυγῶς ἅπαντας.

26. καὶ ἀπέστειλεν αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ λέγων· μηδὲ εἰς τὴν κώμην εἰσέλθῃς μηδὲ εἴπῃς τινὶ ἐν τῇ κώμῃ.

27. Καὶ ἐξῆλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ εἰς τὰς κώμας Καισαρείας τῆς Φιλίππου· καὶ ἐν τῇ ὁδῷ ἐπηρώτα τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ λέγων αὐτοῖς· τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι;

28. οἱ δὲ ἀπεκρίθησαν· Ἰωάννην τὸν βαπτιστήν, καὶ ἄλλοι Ἠλίαν, ἄλλοι δὲ ἕνα τῶν προφητῶν.

29. καὶ αὐτὸς λέγει αὐτοῖς· ὑμεῖς δὲ τίνα με λέγετε εἶναι; ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος λέγει αὐτῷ· σὺ εἶ ὁ Χριστός.

30. καὶ ἐπετίμησεν αὐτοῖς ἵνα μηδενὶ λέγωσι περὶ αὐτοῦ.

31. Καὶ ἤρξατο διδάσκειν αὐτοὺς ὅτι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου πολλὰ παθεῖν, καὶ ἀποδοκιμασθῆναι ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων καὶ τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν γραμματέων καὶ ἀποκτανθῆναι, καὶ μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἀναστῆναι·

32. καὶ παρρησίᾳ τὸν λόγον ἐλάλει. καὶ προσλαβόμενος αὐτὸν ὁ Πέτρος ἤρξατο ἐπιτιμᾶν αὐτῷ.

33. ὁ δὲ ἐπιστραφεὶς καὶ ἰδὼν τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐπετίμησε τῷ Πέτρῳ λέγων· ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων.

34. Καὶ προσκαλεσάμενος τὸν ὄχλον σὺν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι.

35. ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ' ἂν ἀπολέσει τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν.

36. τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ;

37. ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;

38. ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθῃ ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων.

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Mark, Chapter 8 (KJV)

1. In those days the multitude being very great, and having nothing to eat, Jesus called his disciples  unto him , and saith unto them,
2. I have compassion on the multitude, because they have now been with me three days, and have nothing to eat:
3. And if I send them away fasting to their own houses, they will faint by the way: for divers of them came from far.
4. And his disciples answered him, From whence can a man satisfy these men with bread here in the wilderness?
5. And he asked them, How many loaves have ye? And they said, Seven.
6. And he commanded the people to sit down on the ground: and he took the seven loaves, and gave thanks, and brake, and gave to his disciples to set before them ; and they did set them before the people.
7. And they had a few small fishes: and he blessed, and commanded to set them also before them .
8. So they did eat, and were filled: and they took up of the broken meat that was left seven baskets.
9. And they that had eaten were about four thousand: and he sent them away.
10. And straightway he entered into a ship with his disciples, and came into the parts of Dalmanutha.
11. And the Pharisees came forth, and began to question with him, seeking of him a sign from heaven, tempting him.
12. And he sighed deeply in his spirit, and saith, Why doth this generation seek after a sign? verily I say unto you, There shall no sign be given unto this generation.
13. And he left them, and entering into the ship again departed to the other side.
14. Now the disciples had forgotten to take bread, neither had they in the ship with them more than one loaf.
15. And he charged them, saying, Take heed, beware of the leaven of the Pharisees, and of the leaven of Herod.
16. And they reasoned among themselves, saying, It is because we have no bread.
17. And when Jesus knew it , he saith unto them, Why reason ye, because ye have no bread? perceive ye not yet, neither understand? have ye your heart yet hardened?
18. Having eyes, see ye not? and having ears, hear ye not? and do ye not remember?
19. When I brake the five loaves among five thousand, how many baskets full of fragments took ye up? They say unto him, Twelve.
20. And when the seven among four thousand, how many baskets full of fragments took ye up? And they said, Seven.
21. And he said unto them, How is it that ye do not understand?
22. And he cometh to Bethsaida; and they bring a blind man unto him, and besought him to touch him.
23. And he took the blind man by the hand, and led him out of the town; and when he had spit on his eyes, and put his hands upon him, he asked him if he saw ought.
24. And he looked up, and said, I see men as trees, walking.
25. After that he put his hands again upon his eyes, and made him look up: and he was restored, and saw every man clearly.
26. And he sent him away to his house, saying, Neither go into the town, nor tell it to any in the town.
27. And Jesus went out, and his disciples, into the towns of Caesarea Philippi: and by the way he asked his disciples, saying unto them, Whom do men say that I am?
28. And they answered, John the Baptist: but some say , Elias; and others, One of the prophets.
29. And he saith unto them, But whom say ye that I am? And Peter answereth and saith unto him, Thou art the Christ.
30. And he charged them that they should tell no man of him.
31. And he began to teach them, that the Son of man must suffer many things, and be rejected of the elders, and of the chief priests, and scribes, and be killed, and after three days rise again.
32. And he spake that saying openly. And Peter took him, and began to rebuke him.
33. But when he had turned about and looked on his disciples, he rebuked Peter, saying, Get thee behind me, Satan: for thou savourest not the things that be of God, but the things that be of men.
34. And when he had called the people unto him with his disciples also, he said unto them, Whosoever will come after me, let him deny himself, and take up his cross, and follow me.
35. For whosoever will save his life shall lose it; but whosoever shall lose his life for my sake and the gospel's, the same shall save it.
36. For what shall it profit a man, if he shall gain the whole world, and lose his own soul?
37. Or what shall a man give in exchange for his soul?
38. Whosoever therefore shall be ashamed of me and of my words in this adulterous and sinful generation; of him also shall the Son of man be ashamed, when he cometh in the glory of his Father with the holy angels.