Mark, Chapter 9 Modern Greek

01 Και έλεγε προς αυτούς, Αληθώς σας λέγω, ότι είναι τινές των εδώ ισταμένων, οίτινες δεν θέλουσι γευθή θάνατον, εωσού ίδωσι την βασιλεία του Θεού ελθούσαν μετά δυνάμεως.
02 ΚΑΙ μεθ' ημέρας εξ παραλαμβάνει ο Ιησούς τον Πέτρον και τον Ιάκωβον και τον Ιωάννην, και αναβιβάζει αυτούς εις όρος υψηλόν κατ' ιδίαν μόνους και μετεμορφώθη έμπροσθέν αυτών.
03 Και τα ιμάτια αυτού έγειναν στιλπνά, λευκά λίαν ως χιών, οποία λευκαντής επί της γης δεν δύναται να λευκάνη.
04 Και εφάνη εις αυτούς ο Ηλίας μετά του Μωϋσέως  και ήσαν συλλαλούντες μετά του Ιησού.
05 Και αποκριθείς ο Πέτρος λέγει προς τον Ιησούν, Ραββί, καλόν είναι να ήμεθα εδώ  και ας κάμωμεν τρεις σκηνάς, δια σε μίαν, και δια τον Μωϋσήν μίαν, και δια τον Ηλίαν μίαν.
06 Διότι δεν ήξευρε τι να είπη  επειδή ήσαν πεφοβισμένοι.
07 Και νεφέλη επεσκίασεν αυτούς και ήλθε φωνή εκ της νεφέλης, λέγουσα, Ούτος είναι ο Υιός μου ο αγαπητός  αυτού ακούετε.
08 Και εξαίφνης περιβλέψαντες, δεν είδον πλέον ουδένα, αλλά τον Ιησούν μόνον μεθ' εαυτών.
09 Ενώ δε κατέβαινον από του όρους, παρήγγειλεν εις αυτούς να μη διηγηθώσιν εις μηδένα όσα είδον, ειμή όταν ο Υιός του ανθρώπου αναστηθή εκ νεκρών.
10 Και εφύλαξαν τον λόγον εν εαυτοίς, συζητούντες προς αλλήλους, τι είναι το να αναστηθή εκ νεκρών.
11 Και ηρώτων αυτόν, λέγοντες, Δια τι λέγουσιν οι γραμματείς, ότι πρέπει να έλθη ο Ηλίας πρώτον;
12 Ο δε αποκριθείς είπε προς αυτούς, Ο Ηλίας μεν ελθών πρώτον, αποκαθιστά πάντα  και ότι είναι γεγραμμένον περί του Υιού του ανθρώπου, ότι πρέπει να πάθη πολλά, και να εξουδενωθή.
13 Σας λέγω όμως, ότι και ο Ηλίας ήλθε, και έπραξαν εις αυτόν όσα ηθέλησαν, καθώς είναι γεγραμμένον περί αυτού.
14 Και ότε ήλθε προς τους μαθητάς, είδε περί αυτούς όχλον πολύν, και γραμματείς κάμνοντας συζητήσεις μετ' αυτών.
15 Και ευθύς πας ο όχλος ιδών αυτόν,  έγεινεν έκθαμβος, και προστρέχοντες ησπάζοντο αυτόν.
16 Και ηρώτησε τους γραμματείς, Τι συζητείτε μετ' αυτών;
17 Και αποκριθείς εις εκ του όχλου, είπε, Διδάσκαλε, έφερα προς σε τον υιόν μου έχοντα πνεύμα άλαλον
18 και όπου πιάση αυτόν, σπαράττει αυτόν  και αφρίζει, και τρίζει τους οδόντας αυτού, και ξηραίνεται  και είπον προς τους μαθητάς σου να εκβάλωσιν αυτό, αλλά δεν ηδυνήθησαν.
19 Εκείνος δε αποκριθείς προς αυτόν, λέγει, Ω γενεά άπιστος, έως πότε θέλω είσθαι μεθ' υμών; έως πότε θέλω υπομένει υμάς; φέρετε αυτόν προς εμέ.
20 Και έφεραν αυτόν προς αυτόν  και ως είδεν αυτόν, ευθύς το πνεύμα εσπάραξεν αυτόν  και πεσών επί της γης, εκυλίετο αφρίζων.
21 Και ηρώτησε τον πατέρα αυτού, Πόσος καιρός είναι αφού τούτο έγεινεν εις αυτόν;  Ο δε είπε, Παιδιόθεν.
22 Και πολλάκις αυτόν και εις πυρ έρριψε και εις ύδατα, δια να απολέση αυτόν  αλλ' εάν δύνασαί τι, βοήθησον ημάς, σπλαγχνισθείς εφ' ημάς.
23 Ο δε Ιησούς είπε προς αυτόν,το, Εάν δύνασαι να πιστεύσης, πάντα είναι δυνατά εις τον πιστεύοντα.
24 Και ευθύς κράξας ο πατήρ του παιδίου μετά δακρύων, έλεγε, Πιστεύω, Κύριε  βοήθει εις την απιστίαν μου.
25 Ιδών δε ο Ιησούς ότι επισυντρέχει όχλος, επετίμησε το πνεύμα το ακάθαρτον, λέγων προς αυτό, Το πνεύμα το άλαλον και κωφόν, εγώ σε προστάζω, Έξελθε απ' αυτού και μη εισέλθης πλέον εις αυτόν. 26 Και το πνεύμα κράξαν, και πολλά σπαράξαν αυτόν, εξήλθε και έγεινεν ως νεκρός ώστε πολλοί έλεγον ότι απέθανεν.
27 Ο δε Ιησούς πιάσας αυτόν από της χειρός, ήγειρεν αυτόν και εσηκώθη.
28 Και ότε εισήλθεν εις οίκον, οι μαθηταί αυτού ηρώτων αυτόν κατ' ιδίαν, Δια τι ημείς δεν ηδυνήθημεν να εκβάλωμεν αυτό;
29 Και είπε προς αυτούς, Τούτο το γένος δεν δύναται να εξέλθη δι' ουδενός άλλου τρόπου, ειμή δια προσευχής και νηστείας.
30 Και εξελθόντες εκείθεν, διέβαινον δια της Γαλιλαίας  και δεν ήθελε να μάθη τούτο ουδείς.
31 Διότι εδίδασκε τούς μαθητάς αυτού, και έλεγε προς αυτούς, Ότι ο Υιός του ανθρώπου παραδίδεται εις χείρας ανθρώπων, και θέλουσι θανατώσει αυτόν  και θανατωθείς, την τρίτην ημέραν θέλει αναστηθή.
32 Εκείνοι όμως δεν ενόουν τον λόγον, και εφοβούντο να ερωτήσωσιν αυτόν.
33 Και ήλθεν εις Καπερναούμ  και ότε εισήλθεν εις την οικίαν, ηρώτα αυτούς, Τι διελογίζεσθε καθ' οδόν προς αλλήλους;
34 Οι δε εσιώπων διότι καθ' οδόν διελέχθησαν προς αλλήλους, τις είναι μεγαλήτερος
35 Και καθίσας εκάλεσε τους δώδεκα, και λέγει προς αυτούς, Όστις θέλει να ήναι πρώτος, θέλει είσθαι πάντων έσχατος, και πάντων υπηρέτης.
36 Και λαβών παιδίον, έστησεν αυτό εν τω μέσω αυτών  και εναγκαλισθείς αυτό, είπε προς αυτούς,
37  Όστις δεχθή εν των τοιούτων παιδίων εις το όνομά μου, εμέ δέχεται  και όστις δεχθή εμέ, δεν δέχεται εμέ, αλλά τον αποστείλαντά με.
38 Απεκρίθη δε προς αυτόν ο Ιωάννης, λέγων, Διδάσκαλε, είδομεν τινα εκβάλλοντα δαιμόνια εις το όνομά σου, όστις δεν ακολουθεί ημάς  και εμποδίσαμεν αυτόν, διότι δεν ακολουθεί ημάς.
39 Ο δε Ιησούς είπε, Μη εμποδίζετε αυτόν διότι δεν είναι ουδείς όστις θέλει κάμει θαύμα εις το όνομά μου, και θέλει δυνηθή ευθύς να με κακολογήση  Λουκ.θ'. 50
40 επειδή όστις δεν είναι καθ' ημών, είναι υπέρ ημών.
41 Διότι όστις σας ποτίση ποτήριον ύδατος εις το όνομά μου, επειδή είσθε του Χριστού, αληθώς σας λέγω, δεν θέλει χάσει τον μισθόν αυτού
42 και όστις σκανδαλίση ένα των μικρών των πιστευόντων εις εμέ, συμφέρει εις αυτόν καλήτερον να περιτεθή μύλου πέτρα περί τον τράχηλον αυτού, και να ριφθή εις την θάλασσαν.
43 Και εάν σε σκανδαλίζη η χείρ σου, απόκοψον αυτήν καλήτερόν σοι είναι να εισέλθης εις την ζωήν κουλλός, παρά έχων τας δύο χείρας να απέλθης εις την γέενναν, εις το πυρ το άσβεστον
44 «όπου ο σκώληξ αυτών δεν τελευτά και το πυρ δεν σβύνεται.»
45 Και εάν ο πους σου σε σκανδαλίζη, απόκοψον αυτόν καλήτερόν σοι είναι να εισέλθης εις την ζωήν χωλός, παρά έχων τους δύο πόδας να ριφθής εις την γέενναν, εις το πυρ το άσβυστον
46 όπου « ο σκώληξ αυτών δεν τελευτά, και το πυρ δεν σβύνεται.»
47 Και εάν ο οφθαλμός σου σε σκανδαλίζη, έκβαλε αυτόν καλήτερόν σοι είναι να εισέλθης μονόφθαλμος εις την βασιλείαν του Θεού, παρά έχων δύο οφθαλμούς να ριφθής εις την γέενναν του πυρός
48 όπου « ο σκώληξ αυτών δεν τελευτά, και το πυρ δεν σβύνεται.»
49 Διότι πας τις με πυρ θέλει αλατισθή, και πάσα θυσία με άλας θέλει αλατισθή.
50 Καλόν το άλας  αλλ' εάν το άλας γείνη ανάλατον, με τι θέλετε αρτύσει αυτό; έχετε άλας εν εαυτοίς, και ειρηνεύετε εν αλλήλοις.















































































Mark, Chapter 9 Demotic Greek

1. Τους έλεγε ακόμα: «Πραγματικά, σας λέω, υπάρχουν μερικοί απ' αυτούς που στέκονται εδώ, οι οποίοι δε θα γευτούν θάνατο, ώσπου να δουν τη βασιλεία του Θεού να έχει έρθει με δύναμη».
2. Κι ύστερα από έξι μέρες παίρνει ο Ιησούς ξεχωριστά μαζί του τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, και τους ανεβάζει σ' ένα ψηλό βουνό, όπου και μεταμορφώθηκε μπροστά τους.
3. Και τα ρούχα του έγιναν αστραφτερά, κατάλευκα σαν το χιόνι, τέτοια που λευκαντής πάνω στη γη δεν μπορεί έτσι να λευκάνει.
4. Κι εμφανίστηκε σ' αυτούς ο Ηλίας μαζί με το Μωυσή και συνομιλούσαν με τον Ιησού.
5. Πήρε τότε το λόγο ο Πέτρος και λέει στον Ιησού: «Δάσκαλε, καλά είναι να μείνουμε εδώ. Ας στήσουμε λοιπόν τρεις σκηνές, μια για σένα, μια για το Μωυσή και μια για τον Ηλία» -
6. επειδή δεν ήξερε τι να πει, γιατί ήταν κατατρομαγμένοι -
7. Ήρθε τότε και τους σκέπασε μια νεφέλη, και μέσα από τη νεφέλη ακούστηκε μια φωνή που έλεγε: «Αυτός είναι ο Γιος μου ο αγαπητός. Αυτόν να ακούτε»!
8. Ξαφνικά τότε κοίταξαν ολόγυρά τους μα δεν είδαν πια κανέναν μαζί τους παρά μόνο τον Ιησού!
9. Και καθώς κατέβαιναν από το βουνό, τους έδωσε σαφή παραγγελία να μη διηγηθούν σε κανένα αυτά που είδαν, παρά μονάχα όταν ο Γιος του Ανθρώπου αναστηθεί από τους νεκρούς.
10. Συγκράτησαν λοιπόν μέσα τους το λόγο αυτό και συζητούσαν μεταξύ τους, τι να σημαίνει άραγε το: «ν' αναστηθεί από τους νεκρούς».
11. Και τον ρωτούσαν: «Τότε γιατί λένε οι νομοδιδάσκαλοι ότι πρέπει να έρθει ο Ηλίας πρώτα;».
12. Αποκρίθηκε εκείνος και τους είπε: «Ασφαλώς και σαν έρθει ο Ηλίας πρώτα, τα αποκατασταίνει όλα. Μα πώς τότε έχει γραφτεί για το Γιο του Ανθρώπου ότι θα πάθει πολλά και θα καταφρονηθεί;
13. Σας λέω όμως, πως έχει έρθει και ο Ηλίας, αλλά έκαναν και σ' αυτόν ό,τι ήθελαν, όπως έχει γραφτεί γι' αυτόν».
14. Όταν κατόπιν ήρθε κοντά στους υπόλοιπους μαθητές, είδε γύρω τους πολύ κόσμο και νομοδιδάσκαλους να συζητούν μαζί τους.
15. Κι όλος ο κόσμος, αμέσως μόλις είδαν τον Ιησού θαμπώθηκαν και τρέχοντας κοντά του τον χαιρετούσαν.
16. Ρώτησε τότε τους νομοδιδάσκαλους: «Τι συζητάτε μαζί τους;».
17. Κι αποκρίθηκε ένας μέσα από το πλήθος: «Δάσκαλε, σου έφερα το γιο μου που έχει πνεύμα άλαλο,
18. κι όπου τον κυριεύσει, του προκαλεί σπασμούς και βγάζει αφρούς και τρίζει τα δόντια του και παραλύει τελείως. Κι είπα στους μαθητές σου να το βγάλουν, αλλά δεν μπόρεσαν».
19. Του λέει τότε ο Ιησούς: «Άπιστη γενιά! Μέχρι πότε θα είμαι μαζί σας; Μέχρι πότε θα σας υπομείνω; Φέρτε τον σε μένα».
20. Τον έφεραν λοιπόν σ' αυτόν, και όταν το πνεύμα είδε τον Ιησού τράνταξε αμέσως το παιδί, κι αυτό έπεσε καταγής και κυλιόταν βγάζοντας αφρούς.
21. Ρώτησε τότε τον πατέρα του: «Πόσος καιρός είναι από τότε που του έχει συμβεί αυτό;». Κι εκείνος απάντησε: «Από παιδάκι.
22. Και πολλές φορές τον έριξε και στη φωτιά και στα νερά για να τον εξοντώσει. Μα αν μπορείς να κάνεις κάτι, βοήθησέ μας δείχνοντάς μας συμπόνια».
23. Κι ο Ιησούς του είπε εκείνο το: «Αν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά γι' αυτόν που πιστεύει».
24. Αμέσως τότε ο πατέρας του παιδιού φώναξε δυνατά και με δάκρυα έλεγε: «Πιστεύω, Κύριε, βοήθα με στην απιστία μου»!
25. Και σαν είδε ο Ιησούς ότι συγκεντρώνεται κόσμος, επιτίμησε το δαιμονικό πνεύμα λέγοντάς του: «Πνεύμα άλαλο και κουφό, εγώ σε διατάζω, βγες απ' αυτόν και μην ξαναμπείς πια σ' αυτόν».
26. Και το πνεύμα, αφού έβγαλε μια δυνατή κραυγή και τον κατατάραξε, βγήκε, ενώ το παιδί έγινε σαν νεκρό, έτσι που πολλοί έλεγαν ότι πέθανε.
27. Ο Ιησούς όμως κρατώντας τον από το χέρι τον ανασήκωσε και στάθηκε όρθιος.
28. Όταν, κατόπιν, μπήκε ο Ιησούς σ' ένα σπίτι, τον ρωτούσαν ιδιαιτέρως οι μαθητές του: «Γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να το βγάλουμε;».
29. Κι εκείνος τους απάντησε: «Το γένος αυτό με τίποτε δεν μπορεί να βγει παρά μόνο με προσευχή και νηστεία».
30. Ύστερα βγήκαν από εκεί και περνούσαν μέσα από τη Γαλιλαία, αλλά δεν ήθελε να το ξέρει αυτό κανένας,
31. γιατί εξηγούσε στους μαθητές του και τους έλεγε: «Ο Γιος του Ανθρώπου παραδίνεται σε χέρια ανθρώπων κι αυτοί θα τον θανατώσουν, μα την τρίτη μέρα από τη θανάτωσή του θα αναστηθεί».
32. Εκείνοι όμως δεν καταλάβαιναν τι εννοούσε μ' αυτά τα λόγια, μα και να τον ρωτήσουν, φοβούνταν.
33. Έτσι έφτασε στην Καπερναούμ. Κι ενώ βρισκόταν στο σπίτι, τους ρωτούσε: «Τι συζητούσατε μεταξύ σας στο δρόμο;».
34. Εκείνοι όμως σιωπούσαν, γιατί στο δρόμο συζήτησαν μεταξύ τους για το ποιος είναι ανώτερος.
35. Τότε, αφού κάθισε, φώναξε τους δώδεκα και τους λέει: «Αν κανείς θέλει να είναι πρώτος, θα είναι απ' όλους ο τελευταίος και υπηρέτης όλων».
36. Πήρε κατόπιν ένα παιδί, το έστησε ανάμεσά τους, κι αφού το αγκάλιασε, τους είπε:
37. «Όποιος δεχτεί ένα τέτοιο παιδάκι στο όνομά μου, εμένα δέχεται, κι όποιος δέχεται εμένα, δέχεται όχι εμένα, αλλά εκείνον που με απέστειλε».
38. Τότε μίλησε ο Ιωάννης και του είπε: «Δάσκαλε, είδαμε κάποιον, ο οποίος δε μας ακολουθεί, να βγάζει δαιμόνια στ' όνομά σου και τον εμποδίσαμε επειδή δε μας ακολουθεί».
39. Ο Ιησούς όμως του είπε: «Μην τον εμποδίζετε, γιατί δεν υπάρχει κανένας που θα κάνει κάποιο θαύμα στηριζόμενος στ' όνομά μου κι ύστερα από λίγο θα μπορέσει να με κακολογήσει.
40. Επομένως, όποιος δεν είναι εναντίον μας, είναι με το μέρος μας.
41. Και όποιος σας δώσει ένα ποτήρι νερό στ' όνομά μου, επειδή είστε του Χριστού, πραγματικά, σας λέω, δε θα χάσει την αμοιβή του».
42.«Απεναντίας, όποιος σκανδαλίσει έναν απ' αυτούς τους μικρούς, που πιστεύουν σ' εμένα, θάταν προτιμότερο γι' αυτόν να είχε περασμένη μια μυλόπετρα γύρω από το λαιμό του και να είχε ριχτεί στη θάλασσα.
43. Κι αν σε σκανδαλίζει το χέρι σου, κόψε το. Είναι προτιμότερο για σένα να μπεις στη ζωή κουλός, παρά να πας έχοντας και τα δυο σου χέρια στη γέεννα, στη φωτιά που δε σβήνει ποτέ.
44. Όπου το σκουλήκι τους δεν πεθαίνει και η φωτιά δε σβήνει.
45. Κι αν το πόδι σου σε σκανδαλίζει, κόψε το. Είναι προτιμότερο για σένα να μπεις στη ζωή κουτσός, παρά έχοντας και τα δυο σου πόδια να ριχτείς στη γέεννα, στη φωτιά που δε σβήνει ποτέ.
46. Όπου το σκουλήκι τους δεν πεθαίνει και η φωτιά δε σβήνει.
47. Κι αν το μάτι σου σε σκανδαλίζει, βγάλε το. Είναι προτιμότερο για σένα να μπεις στη βασιλεία του Θεού μονόφθαλμος, παρά έχοντας και τα δυο μάτια να ριχτείς στη γέεννα της φωτιάς,
48. Όπου το σκουλήκι τους δεν πεθαίνει και η φωτιά δε σβήνει.
49. Γιατί ο καθένας με φωτιά θα νοστιμέψει και κάθε θυσία με αλάτι θα νοστιμέψει.
50. Καλό είναι το αλάτι, αν όμως το αλάτι χάσει τις ιδιότητές του, με τι θα μπορέσετε πια να το καρυκεύσετε; Να έχετε μέσα σας αλάτι και να ειρηνεύετε μεταξύ σας».















































































Mark

Mark, Chapter 9 Ancient Greek

1. Καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει.

2. Καὶ μεθ' ἡμέρας ἓξ παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς τὸν Πέτρον καὶ τὸν Ἰάκωβον καὶ τὸν Ἰωάννην καὶ ἀναφέρει αὐτοὺς εἰς ὄρος ὑψηλὸν κατ' ἰδίαν μόνους· καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν,

3. καὶ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο στίλβοντα, λευκὰ λίαν ὡς χιών, οἷα γναφεὺς ἐπὶ τῆς γῆς οὐ δύναται οὕτω λευκᾶναι.

4. καὶ ὤφθη αὐτοῖς Ἠλίας σὺν Μωϋσεῖ, καὶ ἦσαν συλλαλοῦντες τῷ Ἰησοῦ. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος λέγει τῷ Ἰησοῦ·

5. ῥαββί, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· καὶ ποιήσωμεν σκηνὰς τρεῖς, σοὶ μίαν καὶ Μωϋσεῖ μίαν καὶ Ἠλίᾳ μίαν.

6. οὐ γὰρ ᾔδει τί λαλήσῃ· ἦσαν γὰρ ἔκφοβοι.

7. καὶ ἐγένετο νεφέλη ἐπισκιάζουσα αὐτοῖς, καὶ ἦλθε φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός· αὐτοῦ ἀκούετε.

8. καὶ ἐξάπινα περιβλεψάμενοι οὐκέτι οὐδένα εἶδον, ἀλλὰ τὸν Ἰησοῦν μόνον μεθ' ἑαυτῶν.

9. Καταβαινόντων δὲ αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους διεστείλατο αὐτοῖς ἵνα μηδενὶ διηγήσωνται ἃ εἶδον, εἰ μὴ ὅταν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ.

10. καὶ τὸν λόγον ἐκράτησαν, πρὸς ἑαυτοὺς συζητοῦντες τί ἐστι τὸ ἐκ νεκρῶν ἀναστῆναι.

11. καὶ ἐπηρώτων αὐτὸν λέγοντες, ὅτι λέγουσιν οἱ γραμματεῖς ὅτι Ἠλίαν δεῖ ἐλθεῖν πρῶτον.

12. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· Ἠλίας μὲν ἐλθὼν πρῶτον ἀποκαθιστᾶ πάντα· καὶ πῶς γέγραπται ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἵνα πολλὰ πάθῃ καὶ ἐξουδενωθῇ;

13. ἀλλὰ λέγω ὑμῖν ὅτι καὶ Ἠλίας ἐλήλυθε, καὶ ἐποίησαν αὐτῷ ὅσα ἤθελησαν, καθὼς γέγραπται ἐπ' αὐτόν.

14. Καὶ ἐλθὼν πρὸς τοὺς μαθητὰς εἶδεν ὄχλον πολὺν περὶ αὐτούς, καὶ γραμματεῖς συζητοῦντας αὐτοῖς.

15. καὶ εὐθέως πᾶς ὁ ὄχλος ἰδόντες αὐτὸν ἐξεθαμβήθησαν, καὶ προστρέχοντες ἠσπάζοντο αὐτόν.

16. καὶ ἐπηρώτησε τοὺς γραμματεῖς· τί συζητεῖτε πρὸς ἑαυτούς;

17. καὶ ἀποκριθεὶς εἷς ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπε· διδάσκαλε, ἤνεγκα τὸν υἱόν μου πρός σε, ἔχοντα πνεῦμα ἄλαλον.

18. καὶ ὅπου ἂν αὐτὸν καταλάβῃ, ῥήσσει αὐτόν, καὶ ἀφρίζει καὶ τρίζει τοὺς ὀδόντας αὐτοῦ, καὶ ξηραίνεται· καὶ εἶπον τοῖς μαθηταῖς σου ἵνα αὐτὸ ἐκβάλωσι, καὶ οὐκ ἴσχυσαν.

19. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς αὐτῷ λέγει· ὦ γενεὰ ἄπιστος, ἕως πότε πρὸς ὑμᾶς ἔσομαι; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετε αὐτὸν πρός με. καὶ ἤνεγκαν αὐτὸν πρὸς αὐτόν.

20. καὶ ἰδὼν αὐτὸν εὐθέως τὸ πνεῦμα ἐσπάραξεν αὐτόν, καὶ πεσὼν ἐπὶ τῆς γῆς ἐκυλίετο ἀφρίζων.

21. καὶ ἐπηρώτησε τὸν πατέρα αὐτοῦ· πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ; ὁ δὲ εἶπε· παιδιόθεν.

22. καὶ πολλάκις αὐτὸν καὶ εἰς πῦρ ἔβαλε καὶ εἰς ὕδατα, ἵνα ἀπολέσῃ αὐτόν· ἀλλ' εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν σπλαγχνισθεὶς ἐφ' ἡμᾶς.

23. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ τὸ εἰ δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατὰ τῷ πιστεύοντι.

24. καὶ εὐθέως κράξας ὁ πατὴρ τοῦ παιδίου μετὰ δακρύων ἔλεγε· πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ.

25. ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐπισυντρέχει ὄχλος, ἐπετίμησε τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ λέγων αὐτῷ· τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον καὶ κωφόν, ἐγώ σοι ἐπιτάσσω, ἔξελθε ἐξ αὐτοῦ καὶ μηκέτι εἰσέλθῃς εἰς αὐτόν.

26. καὶ κράξαν καὶ πολλὰ σπαράξαν αὐτὸν ἐξῆλθε, καὶ ἐγένετο ὡσεὶ νεκρός, ὥστε πολλοὺς λέγειν ὅτι ἀπέθανεν.

27. ὁ δὲ Ἰησοῦς κρατήσας αὐτὸν τῆς χειρὸς ἤγειρεν αὐτόν, καὶ ἀνέστη.

28. Καὶ εἰσελθόντα αὐτὸν εἰς οἶκον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπηρώτων αὐτὸν κατ' ἰδίαν, ὅτι ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό.

29. καὶ εἶπεν αὐτοῖς· τοῦτο τὸ γένος ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ.

30. Καὶ ἐκεῖθεν ἐξελθόντες παρεπορεύοντο διὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ οὐκ ἤθελεν ἵνα τις γνῷ·

31. ἐδίδασκε γὰρ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ ἔλεγεν αὐτοῖς ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ ἀποκτανθεὶς τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.

32. οἱ δὲ ἠγνόουν τὸ ῥῆμα, καὶ ἐφοβοῦντο αὐτὸν ἐπερωτῆσαι.

33. Καὶ ἦλθεν εἰς Καπερναούμ· καὶ ἐν τῇ οἰκίᾳ γενόμενος ἐπηρώτα αὐτούς· τί ἐν τῇ ὁδῷ πρὸς ἑαυτοὺς διελογίζεσθε;

34. οἱ δὲ ἐσιώπων· πρὸς ἀλλήλους γὰρ διελέχθησαν ἐν τῇ ὁδῷ τίς μείζων.

35. καὶ καθίσας ἐφώνησε τοὺς δώδεκα καὶ λέγει αὐτοῖς· εἴ τις θέλει πρῶτος εἶναι, ἔσται πάντων ἔσχατος καὶ πάντων διάκονος.

36. καὶ λαβὼν παιδίον ἔστησεν αὐτὸ ἐν μέσῳ αὐτῶν, καὶ ἐναγκαλισάμενος αὐτὸ εἶπεν αὐτοῖς·

37. ὃς ἐὰν ἓν τῶν τοιούτων παιδίων δέξηται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου, ἐμὲ δέχεται· καὶ ὃς ἐὰν ἐμὲ δέξηται, οὐκ ἐμὲ δέχεται, ἀλλὰ τὸν ἀποστείλαντά με.

38. Ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰωάννης λέγων· διδάσκαλε, εἴδομέν τινα ἐν τῷ ὀνόματί σου ἐκβάλλοντα δαιμόνια, ὃς οὐκ ἀκολουθεῖ ἡμῖν, καὶ ἐκωλύσαμεν αὐτόν, ὅτι οὐκ ἀκολουθεῖ ἡμῖν.

39. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε· μὴ κωλύετε αὐτόν· οὐδεὶς γάρ ἐστιν ὃς ποιήσει δύναμιν ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου καὶ δυνήσεται ταχὺ κακολογῆσαί με.

40. ὃς γὰρ οὐκ ἔστι καθ' ἡμῶν, ὑπὲρ ἡμῶν ἐστιν.

41. ὃς γὰρ ἂν ποτίσῃ ὑμᾶς ποτήριον ὕδατος ἐν τῷ ὀνόματί μου, ὅτι Χριστοῦ ἐστέ, ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ ἀπολέσῃ τὸν μισθὸν αὐτοῦ.

42. Καὶ ὃς ἂν σκανδαλίσῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων τῶν πιστευόντων εἰς ἐμέ, καλόν ἐστιν αὐτῷ μᾶλλον εἰ περίκειται λίθος μυλικὸς περὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ βέβληται εἰς τὴν θάλασσαν.

43. καὶ ἐὰν σκανδαλίζῃ σε ἡ χείρ σου, ἀπόκοψον αὐτήν· καλόν σοί ἐστι κυλλὸν εἰς τὴν ζωὴν εἰσελθεῖν, ἢ τὰς δύο χεῖρας ἔχοντα ἀπελθεῖν εἰς τὴν γέενναν, εἰς τὸ πῦρ τὸ ἄσβεστον,

44. ὅπου ὁ σκώληξ αὐτῶν οὐ τελευτᾷ καὶ τὸ πῦρ οὐ σβέννυται.

45. καὶ ἐὰν ὁ πούς σου σκανδαλίζῃ σε, ἀπόκοψον αὐτόν· καλόν σοί ἐστιν εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωὴν χωλόν, ἢ τοὺς δύο πόδας ἔχοντα βληθῆναι εἰς τὴν γέενναν, εἰς τὸ πῦρ τὸ ἄσβεστον,

46. ὅπου ὁ σκώληξ αὐτῶν οὐ τελευτᾷ καὶ τὸ πῦρ οὐ σβέννυται.

47. καὶ ἐὰν ὁ ὀφθαλμός σου σκανδαλίζῃ σε, ἔκβαλε αὐτόν· καλόν σοί ἐστι μονόφθαλμον εἰσελθεῖν εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, ἢ τοὺς δύο ὀφθαλμοὺς ἔχοντα ἀπελθεῖν εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός,

48. ὅπου ὁ σκώληξ αὐτῶν οὐ τελευτᾷ καὶ τὸ πῦρ οὐ σβέννυται.

49. πᾶς γὰρ πυρὶ ἁλισθήσεται, καὶ πάσα θυσία ἁλὶ ἁλισθήσεται.

50. καλὸν τὸ ἅλας· ἐὰν δὲ τὸ ἅλας ἄναλον γένηται, ἐν τίνι αὐτὸ ἀρτύσετε; ἔχετε ἐν ἑαυτοῖς ἅλας καὶ εἰρηνεύετε ἐν ἀλλήλοις.

 

















































































Mark, Chapter 9 (KJV)

1. And he said unto them, Verily I say unto you, That there be some of them that stand here, which shall not taste of death, till they have seen the kingdom of God come with power.
2. And after six days Jesus taketh with him Peter, and James, and John, and leadeth them up into an high mountain apart by themselves: and he was transfigured before them.
3. And his raiment became shining, exceeding white as snow; so as no fuller on earth can white them.
4. And there appeared unto them Elias with Moses: and they were talking with Jesus.
5. And Peter answered and said to Jesus, Master, it is good for us to be here: and let us make three tabernacles; one for thee, and one for Moses, and one for Elias.
6. For he wist not what to say; for they were sore afraid.
7. And there was a cloud that overshadowed them: and a voice came out of the cloud, saying, This is my beloved Son: hear him.
8. And suddenly, when they had looked round about, they saw no man any more, save Jesus only with themselves.
9. And as they came down from the mountain, he charged them that they should tell no man what things they had seen, till the Son of man were risen from the dead.
10. And they kept that saying with themselves, questioning one with another what the rising from the dead should mean.
11. And they asked him, saying, Why say the scribes that Elias must first come?
12. And he answered and told them, Elias verily cometh first, and restoreth all things; and how it is written of the Son of man, that he must suffer many things, and be set at nought.
13. But I say unto you, That Elias is indeed come, and they have done unto him whatsoever they listed, as it is written of him.
14. And when he came to his disciples, he saw a great multitude about them, and the scribes questioning with them.
15. And straightway all the people, when they beheld him, were greatly amazed, and running to him saluted him.
16. And he asked the scribes, What question ye with them?
17. And one of the multitude answered and said, Master, I have brought unto thee my son, which hath a dumb spirit;
18. And wheresoever he taketh him, he teareth him: and he foameth, and gnasheth with his teeth, and pineth away: and I spake to thy disciples that they should cast him out; and they could not.
19. He answereth him, and saith, O faithless generation, how long shall I be with you? how long shall I suffer you? bring him unto me.
20. And they brought him unto him: and when he saw him, straightway the spirit tare him; and he fell on the ground, and wallowed foaming.
21. And he asked his father, How long is it ago since this came unto him? And he said, Of a child.
22. And ofttimes it hath cast him into the fire, and into the waters, to destroy him: but if thou canst do any thing, have compassion on us, and help us.
23.  Jesus said unto him, If thou canst believe, all things are possible to him that believeth.
24. And straightway the father of the child cried out, and said with tears, Lord, I believe; help thou mine unbelief.
25. When Jesus saw that the people came running together, he rebuked the foul spirit, saying unto him, Thou dumb and deaf spirit, I charge thee, come out of him, and enter no more into him.
26. And the spirit cried, and rent him sore, and came out of him: and he was as one dead; insomuch that many said, He is dead.
27. But Jesus took him by the hand, and lifted him up; and he arose.
28. And when he was come into the house, his disciples asked him privately, Why could not we cast him out?
29. And he said unto them, This kind can come forth by nothing, but by prayer and fasting.
30. And they departed thence, and passed through Galilee; and he would not that any man should know it .
31. For he taught his disciples, and said unto them, The Son of man is delivered into the hands of men, and they shall kill him; and after that he is killed, he shall rise the third day.
32. But they understood not that saying, and were afraid to ask him.
33. And he came to Capernaum: and being in the house he asked them, What was it that ye disputed among yourselves by the way?
34. But they held their peace: for by the way they had disputed among themselves, who should be the greatest.
35. And he sat down, and called the twelve, and saith unto them, If any man desire to be first, the same shall be last of all, and servant of all.
36. And he took a child, and set him in the midst of them: and when he had taken him in his arms, he said unto them,
37. Whosoever shall receive one of such children in my name, receiveth me: and whosoever shall receive me, receiveth not me, but him that sent me.
38. And John answered him, saying, Master, we saw one casting out devils in thy name, and he followeth not us: and we forbad him, because he followeth not us.
39. But Jesus said, Forbid him not: for there is no man which shall do a miracle in my name, that can lightly speak evil of me.
40. For he that is not against us is on our part.
41. For whosoever shall give you a cup of water to drink in my name, because ye belong to Christ, verily I say unto you, he shall not lose his reward.
42. And whosoever shall offend one of these little ones that believe in me, it is better for him that a millstone were hanged about his neck, and he were cast into the sea.
43. And if thy hand offend thee, cut it off: it is better for thee to enter into life maimed, than having two hands to go into hell, into the fire that never shall be quenched:
44. Where their worm dieth not, and the fire is not quenched.
45. And if thy foot offend thee, cut it off: it is better for thee to enter halt into life, than having two feet to be cast into hell, into the fire that never shall be quenched:
46. Where their worm dieth not, and the fire is not quenched.
47. And if thine eye offend thee, pluck it out: it is better for thee to enter into the kingdom of God with one eye, than having two eyes to be cast into hell fire:
48. Where their worm dieth not, and the fire is not quenched.
49. For every one shall be salted with fire, and every sacrifice shall be salted with salt.
50. Salt is good: but if the salt have lost his saltness, wherewith will ye season it? Have salt in yourselves, and have peace one with another.