Matthew, Chapter 10 Modern Greek

01 Και προσκαλέσας τους δώδεκα μαθητάς αυτού, έδωκεν εις
αυτούς εξουσίαν κατά πνευμάτων ακαθάρτων, ώστε να εκβάλλωσιν αυτά, και να θεραπεύωσι πάσαν νόσον και πάσαν ασθένειαν.
02 Τα δε ονόματα των δώδεκα Αποστόλων είναι ταύτα  πρώτος, Σίμων ο λεγόμενος Πέτρος, και Ανδρέας ο αδελφός αυτού Ιάκωβος ο του Ζεβεδαίου, και Ιωάννης ο αδελφός αυτού
03 Φίλιππος, και Βαρθολομαίος  Θωμάς, και Ματθαίος ο τελώνης  Ιάκωβος ο του Αλφαίου και Λεββαίος ο επονομασθείς Θαδδαίος
04 Σίμων ο Κανανίτης, και Ιούδας ο Ισκαριώτης, όστις και παρέδωκεν αυτόν.
05 Τούτους τους δώδεκα απέστειλεν ο Ιησούς, και παρήγγειλεν εις αυτούς, λέγων, Εις οδόν εθνών μη υπάγητε, και εις πόλιν Σαμαρειτών μη εισέλθητε
06 υπάγετε δε μάλλον προς τα πρόβατα τα απολωλότα του οίκου Ισραήλ.
07 Και υπάγοντες κηρύττετε λέγοντες,  ότι επλησίασεν η βασιλεία των ουρανών.
08 Ασθενούντας θεραπεύετε, λεπρούς καθαρίζετε, νεκρούς εγείρετε, δαιμόνια εκβάλλετε δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε.
09 Μή έχετε χρυσόν, μηδέ άργυρον, μηδέ χαλκόν εις τας ζώνας  σας
10 μή σακκίον δια την οδόν, μηδέ δύο χιτώνας, μηδέ υποδήματα, μηδέ ράβδον  διότι ο εργάτης είναι άξιος της τροφής αυτού.
11 Εις οποίαν δε πόλιν ή κώμην εισέλθητε, εξετάσατε τις είναι άξιος εν αυτή, και εκεί μείνατε εωσού εξέλθητε.
12 Εισερχόμενοι δε εις την οικίαν, χαιρετήσατε αυτήν.
13 Και εάν μεν η οικία ήναι αξία, ας έλθη η ειρήνη σας επ' αυτήν  αλλ' εάν δεν ήναι αξία, η ειρήνη σας ας επιστρέψη εις εσάς.
14 Και όστις δεν σας δεχθή, μηδέ ακούση τους λόγους σας, εξερχόμενοι εκ της οικίας, ή της πόλεως εκείνης, εκτινάξατε τον κονιορτόν των ποδών σας.
15 Αληθώς σας λέγω, Ελαφροτέρα θέλει είσθαι η τιμωρία εν ημέρα κρίσεως εις την γήν των Σοδόμων και Γομόρρων, παρά εις την πόλιν εκείνην.
16 Ιδού, εγώ σας αποστέλλω ως πρόβατα εν μέσω λύκων γίνεσθε λοιπόν φρόνιμοι ως οι όφεις, και απλοί ως αι περιστεραί.
17 Προσέχετε δε από των ανθρώπων  διότι θέλουσι σας παραδώσει εις συνέδρια, και εν ταις συναγωγαίς αυτών θέλουσι σας μαστιγώσει
18 και ενώπιον έτι ηγεμόνων και βασιλέων θέλετε φερθή ένεκεν εμού, πρός μαρτυρίαν εις αυτούς, και εις τα έθνη.
19 Οταν δε σας παραδίδωσι, μη μεριμνήσητε πως, ή τι θέλετε λαλήσει  διότι θέλει σας δοθή εν εκείνη τη ώρα τι πρέπει να λαλήσητε.
20 Επειδή σεις δεν είσθε οι λαλούντες, αλλά το Πνεύμα του Πατρός σας, το οποίον λαλεί εν υμίν.
21 Θέλει δε παραδώσει αδελφός αδελφόν εις θάνατον, και πατήρ τέκνον  και θέλουσιν επαναστή τέκνα κατά γονέων, και θέλουσι θανατώσει αυτούς.
22 Και θέλετε είσθαι μισούμενοι υπό πάντων δια το όνομα μου  ο δε υπομείνας έως τέλους, ούτος θέλει σωθή.
23  Οταν δε σας διώκωσιν εν τη πόλει ταύτη, φεύγετε εις την άλλην διότι αληθώς σας λέγω, Δεν θέλετε τελειώσει τας πόλεις του Ισραήλ, εωσού έλθη ο Υιός του ανθρώπου.
24 Δεν είναι μαθητής ανώτερος του διδασκάλου, ουδέ δούλος ανώτερος του κυρίου αυτού.
25 Αρκετόν είναι εις τον μαθητήν να γείνη ως ο διδάσκαλος αυτού, και ο δούλος ως ο κύριος αυτού. Εαν τον οικοδεσπότην ωνόμασαν Βεελζεβούλ, πόσω μάλλον τους οικιακούς αυτού;
26 Μη φοβηθήτε λοιπόν αυτούς  διότι δεν είναι ουδέν κεκαλυμμένον, το οποίον δεν θέλει ανακαλυφθή  και κρυπτόν, το οποίον δεν θέλει γνωσθή.
27 Οτι σας λέγω εν τω σκότει, είπατε εν τω φωτί και ότι ακούετε εις το ωτίον, κηρύξατε επι των δωμάτων.
28 Και μη φοβηθήτε απο των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων να αποκτείνωσι  φοβήθητε δε μάλλον τον δυνάμενον και ψυχήν και σώμα να απολέση εν τη γέεννη.
29 Δύο στρουθία δεν πωλούνται δι' εν ασσάριον; και εν εξ αυτών δεν θέλει πέσει επί την γήν, άνευ του θελήματος του Πατρός σας.
30 Υμών δε και αι τρίχες της κεφαλής είναι πάσαι ηριθμημέναι.
31 Μη φοβηθήτε λοιπόν πολλών στρουθίων διαφέρετε σεις.
32 Πας λοιπόν όστις με ομολογήση έμπροσθεν των ανθρώπων, θέλω ομολογήσει και εγώ αυτόν έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ουρανοίς.
33 Οστις δε με αρνηθή έμπροσθεν των ανθρώπων, θέλω αρνηθή αυτόν και εγώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ουρανοίς.
34 Μη νομίσητε ότι ήλθον να βάλω ειρήνην επι την γήν  δεν ήλθον να βάλω ειρήνην, αλλά μάχαιραν.
35 Διότι ήλθον να διαχωρίσω άνθρωπον κατά του πατρός αυτού, και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής, και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής.
36 Και εχθροί του ανθρώπου θέλουσιν είσθαι οι οικιακοί αυτού.
37 Οστις αγαπά πατέρα η μητέρα υπέρ εμέ, δεν είναι άξιος εμού  και όστις αγαπά υιόν η θυγατέρα υπέρ εμέ, δεν είναι άξιος εμού.
38 Και όστις δεν λαμβάνει τον σταυρόν αυτού, και ακολουθεί οπίσω μου, δεν είναι άξιος εμού.
39  Οστις εύρη την ζωήν αυτού, θέλει απολέσει αυτήν  και όστις απολέση την ζωήν αυτού δι' εμέ, θέλει ευρεί αυτήν.
40 Οστις δέχεται εσάς, εμέ δέχεται  και όστις δέχεται εμέ, δέχεται τον αποστείλαντά με.
41  Ο δεχόμενος προφήτην εις όνομα προφήτου, μισθόν προφήτου θέλει λάβει΄ και ο δεχόμενος δίκαιον είς όνομα δικαίου, μισθόν δικαίου θέλει λάβει.
42  Και όστις ποτίση ένα των μικρών τούτων ποτήριον μόνον ψυχρού ύδατος είς όνομα μαθητού, αληθώς σας λέγω, δεν θέλει χάσει τον μισθόν αυτού.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Matthew, Chapter 10 Demotic Greek

1. Κατόπιν φώναξε κοντά του τους δώδεκα μαθητές του και τους έδωσε εξουσία πάνω στα ακάθαρτα πνεύματα, έτσι που να μπορούν να τα βγάζουν και να θεραπεύουν κάθε αρρώστια και κάθε πάθηση.
2. Και τα ονόματα των δώδεκα αποστόλων είναι τα εξής: Πρώτος ο Σίμων, που αποκαλείται Πέτρος και ο αδελφός του ο Ανδρέας, ο Ιάκωβος, ο γιος του Ζεβεδαίου και ο αδελφός του ο Ιωάννης,
3. ο Φίλιππος και ο Βαρθολομαίος, ο Θωμάς και ο Ματθαίος ο τελώνης, ο Ιάκωβος, ο γιος του Αλφαίου και ο Λεββαίος, που επονομάστηκε Θαδδαίος,
4. ο Σίμων ο Κανανίτης και ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, αυτός ο οποίος και τον κατάδωσε.
5. Αυτούς τους δώδεκα απέστειλε ο Ιησούς, αφού τους έδωσε οδηγίες λέγοντάς τους: «Μην πάρετε το δρόμο προς τα έθνη και σε πόλη Σαμαρειτών να μην μπείτε.
6. Πηγαίνετε, καλύτερα, στα πρόβατα τα χαμένα του λαού Ισραήλ.
7. Και περιοδεύοντας να κηρύττετε λέγοντας πως έχει πλησιάσει η βασιλεία των ουρανών.
8. Να γιατρεύετε αρρώστους, να καθαρίζετε λεπρούς, να ανασταίνετε νεκρούς, να βγάζετε δαιμόνια. Δωρεάν πήρατε, δωρεάν να δώσετε.
9. Μην έχετε χρυσό μήτε ασήμι μήτε χαλκό στα ζωνάρια σας.
10. Μην πάρετε σακίδιο για το δρόμο ούτε δύο χιτώνες ούτε παπούτσια ούτε ραβδί, γιατί την αξίζει ο εργάτης την τροφή του.
11. Και σε οποιαδήποτε πόλη ή χωριό κι αν μπείτε, εξετάστε να δείτε ποιος είναι άξιος εκεί, και σ' εκείνου το σπίτι να μείνετε ώσπου να αναχωρήσετε.
12. Και μπαίνοντας στο σπίτι, χαιρετήστε την οικογένεια.
13. Κι αν είναι άξιο το σπίτι, ας έρθει σ' αυτό η ειρήνη σας. Αν όμως δεν είναι άξιο, η ειρήνη σας ας γυρίσει πίσω σε σας.
14. Κι αν κάποιος δε σας δεχτεί κι ούτε ακούσει τα λόγια σας, βγαίνοντας έξω από το σπίτι εκείνο ή την πόλη εκείνη, τινάξτε ακόμη και τη σκόνη από τα πόδια σας.
15. Πράγματι, σας λέω, επιεικέστερη θα είναι η τιμωρία στις πόλεις των Σοδόμων και των Γομόρρων την Ημέρα της Κρίσης, παρά στην πόλη εκείνη».
16. «Βλέπετε, εγώ σας στέλνω σαν πρόβατα ανάμεσα σε λύκους. Να είστε, λοιπόν, προσεκτικοί σαν τα φίδια και άδολοι σαν τα περιστέρια.
17. Και να φυλάγεστε από τους ανθρώπους, γιατί θα σας παραδώσουν σε δικαστήρια και μέσα στις συναγωγές τους θα σας μαστιγώσουν.
18. Θα συρθείτε επίσης μπροστά σε ηγεμόνες και σε βασιλιάδες εξαιτίας μου, για να δοθεί μαρτυρία στους ίδιους και στα έθνη.
19. Όμως, όταν σας παραδίνουν, μη σας απασχολήσει το πώς θα μιλήσετε ή το τι θα πείτε, γιατί θα σας δοθεί εκείνη την ώρα τι θα πείτε,
20. γιατί δεν είστε εσείς οι ίδιοι, που μιλάτε, αλλά είναι το Πνεύμα του Πατέρα σας εκείνο που μιλάει μέσα σας.
21. Ακόμα κι αδελφός τον αδελφό θα παραδώσει σε θάνατο κι ο πατέρας το παιδί του και θα επαναστατήσουν παιδιά ενάντια στους γονείς τους και θα τους σκοτώσουν.
22. Και θα σας μισούν όλοι εξαιτίας του ονόματός μου. Και όποιος αντέξει ως το τέλος, αυτός θα σωθεί.
23. Κι όταν σας καταδιώκουν σε μια πόλη, να φεύγετε στην άλλη. Πράγματι, σας λέω, δεν πρόκειται να τελειώσετε με τις πόλεις του Ισραήλ, ώσπου να έρθει ο Γιος του Ανθρώπου.
24. »Δεν υπάρχει μαθητής ανώτερος από το Δάσκαλό του ούτε δούλος ανώτερος από τον Κύριό του.
25. Αρκετό είναι για το μαθητή να γίνει όπως ο Δάσκαλός του και ο δούλος όπως ο Κύριός του. Αν τον οικοδεσπότη τον ονόμασαν Βεελζεβούλ, πόσο μάλλον τους δικούς του.
26. Μην τους φοβηθείτε λοιπόν. Άλλωστε δεν υπάρχει τίποτε καλυμμένο που δε θα αποκαλυφθεί, και μυστικό που δε θα φανερωθεί.
27. Αυτό που σας λέω στο σκοτάδι, να το πείτε στο φως, κι αυτό που ακούτε ψιθυριστά, κηρύξτε το από τις ταράτσες.
28. »Και μη φοβηθείτε αυτούς που σκοτώνουν το σώμα αλλά δεν μπορούν να σκοτώσουν την ψυχή. Απεναντίας, φοβηθείτε μάλλον εκείνον που μπορεί να κάνει και την ψυχή και το σώμα να χαθούν μέσα στη γέεννα.
29. Δεν πουλιούνται δυο σπουργίτια για ένα ασσάριο; Κι όμως ούτε ένα απ' αυτά δεν πρόκειται να πέσει στη γη χωρίς να το επιτρέψει ο Πατέρας σας.
30. Προκειμένου μάλιστα για σας, ακόμα και οι τρίχες του κεφαλιού σας είναι όλες μετρημένες.
31. Μη φοβηθείτε λοιπόν, γιατί από πολλά σπουργίτια διαφέρετε εσείς».
32. «Έτσι λοιπόν, όποιος με ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους, θα τον ομολογήσω κι εγώ μπροστά στον Πατέρα μου τον ουράνιο.
33. Όποιος, όμως, με αρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, θα τον αρνηθώ κι εγώ μπροστά στον Πατέρα μου τον ουράνιο».
34. «Μη νομίσετε ότι ήρθα να φέρω ειρήνη πάνω στη γη. Δεν ήρθα να φέρω ειρήνη αλλά διχασμό.
35. Γιατί ήρθα να διχάσω το γιο ενάντια στον πατέρα του και την κόρη ενάντια στη μητέρα της και τη νύφη ενάντια στην πεθερά της.
36. Και εχθροί του ανθρώπου θα είναι τα μέλη της οικογένειάς του».
37. «Όποιος αγαπάει τον πατέρα του ή τη μητέρα του περισσότερο από μένα, δεν είναι άξιος για μένα. Και όποιος αγαπάει το γιο ή την κόρη του περισσότερο από μένα, δεν είναι άξιος για μένα.
38. Και όποιος δεν παίρνει το σταυρό του να με ακολουθήσει, δεν είναι άξιος για μένα.
39. Όποιος βρει τη ζωή του, θα τη χάσει, κι όποιος τη χάσει για χάρη μου, θα τη βρει».
40. «Όποιος δέχεται εσάς, εμένα δέχεται, και όποιος δέχεται εμένα, δέχεται εκείνον που με απέστειλε.
41. »Όποιος δέχεται έναν προφήτη, επειδή είναι προφήτης, αμοιβή προφήτη θα λάβει και όποιος δέχεται έναν πιστό, επειδή είναι πιστός, αμοιβή πιστού θα λάβει.
42. »Και όποιος δώσει σ' έναν από τους μικρούς αυτούς έστω κι ένα ποτήρι κρύο νερό, επειδή είναι μαθητής μου, σας βεβαιώνω πως δε θα χάσει την αμοιβή του».
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Matthew

Matthew, Chapter 10 Ancient Greek

1. Καὶ προσκαλεσάμενος τοὺς δώδεκα μαθητὰς αὐτοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν πνευμάτων ἀκαθάρτων ὥστε ἐκβάλλειν αὐτὰ καὶ θεραπεύειν πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν.

2. Τῶν δὲ δώδεκα ἀποστόλων τὰ ὀνόματά εἰσι ταῦτα· πρῶτος Σίμων ὁ λεγόμενος Πέτρος καὶ Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννης ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ,

3. Φίλιππος καὶ Βαρθολομαῖος, Θωμᾶς καὶ Ματθαῖος ὁ τελώνης, Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ἀλφαίου καὶ Λεββαῖος ὁ ἐπικληθεὶς Θαδδαῖος,

4. Σίμων ὁ Κανανίτης καὶ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης ὁ καὶ παραδοὺς αὐτόν.

5. Τούτους τοὺς δώδεκα ἀπέστειλεν ὁ Ἰησοῦς παραγγείλας αὐτοῖς λέγων· εἰς ὁδὸν ἐθνῶν μὴ ἀπέλθητε καὶ εἰς πόλιν Σαμαρειτῶν μὴ εἰσέλθητε·

6. πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ.

7. πορευόμενοι δὲ κηρύσσετε λέγοντες ὅτι ἤγγικεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

8. ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπροὺς καθαρίζετε, νεκροὺς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε· δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε.

9. μὴ κτήσησθε χρυσὸν μηδὲ ἄργυρον μηδὲ χαλκὸν εἰς τὰς ζώνας ὑμῶν,

10. μὴ πήραν εἰς ὁδὸν μηδὲ δύο χιτῶνας μηδὲ ὑποδήματα μηδὲ ῥάβδον· ἄξιος γάρ ἐστιν ὁ ἐργάτης τῆς τροφῆς αὐτοῦ.

11. εἰς ἣν δ' ἂν πόλιν ἢ κώμην εἰσέλθητε, ἐξετάσατε τίς ἐν αὐτῇ ἄξιός ἐστι, κἀκεῖ μείνατε ἕως ἂν ἐξέλθητε.

12. εἰσερχόμενοι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν ἀσπάσασθε αὐτὴν λέγοντες· εἰρήνη τῷ οἰκῳ τούτῳ.

13. καὶ ἐὰν μὲν ᾖ ἡ οἰκία ἀξία, ἐλθέτω ἡ εἰρήνη ὑμῶν ἐπ' αὐτήν· ἐὰν δὲ μὴ ᾖ ἀξία, ἡ εἰρήνη ὑμῶν πρὸς ὑμᾶς ἐπιστραφήτω.

14. καὶ ὃς ἐὰν μὴ δέξηται ὑμᾶς μηδὲ ἀκούσῃ τοὺς λόγους ὑμῶν, ἐξερχόμενοι ἔξω τῆς οἰκίας ἢ τῆς πόλεως ἐκείνης ἐκτινάξατε τὸν κονιορτὸν τῶν ποδῶν ὑμῶν.

15. ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀνεκτότερον ἔσται γῇ Σοδόμων καὶ Γομόρρας ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως ἢ τῇ πόλει ἐκείνῃ.

16. Ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω ὑμᾶς ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων· γίνεσθε οὖν φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις καὶ ἀκέραιοι ὡς αἱ περιστεραί.

17. Προσέχετε δὲ ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων· παραδώσουσι γὰρ ὑμᾶς εἰς συνέδρια καὶ ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν μαστιγώσουσιν ὑμᾶς·

18. καὶ ἐπὶ ἡγεμόνας δὲ καὶ βασιλεῖς ἀχθήσεσθε ἕνεκεν ἐμοῦ εἰς μαρτύριον αὐτοῖς καὶ τοῖς ἔθνεσιν.

19. ὅταν δὲ παραδιδῶσιν ὑμᾶς, μὴ μεριμνήσητε πῶς ἢ τί λαλήσητε· δοθήσεται γὰρ ὑμῖν ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ τί λαλήσετε.

20. οὐ γὰρ ὑμεῖς ἐστε οἱ λαλοῦντες, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τοῦ πατρὸς ὑμῶν τὸ λαλοῦν ἐν ὑμῖν.

21. Παραδώσει δὲ ἀδελφὸς ἀδελφὸν εἰς θάνατον καὶ πατὴρ τέκνον, καὶ ἐπαναστήσονται τέκνα ἐπὶ γονεῖς καὶ θανατώσουσιν αὐτούς·

22. καὶ ἔσεσθε μισούμενοι ὑπὸ πάντων διὰ τὸ ὄνομά μου· ὁ δὲ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται.

23. ὅταν δὲ διώκωσιν ὑμᾶς ἐν τῇ πόλει ταύτῃ, φεύγετε εἰς τὴν ἄλλην· ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ τελέσητε τὰς πόλεις τοῦ Ἰσραὴλ ἕως ἂν ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου.

24. Οὐκ ἔστι μαθητὴς ὑπὲρ τὸν διδάσκαλον οὐδὲ δοῦλος ὑπὲρ τὸν κύριον αὐτοῦ.

25. ἀρκετὸν τῷ μαθητῇ ἵνα γένηται ὡς ὁ διδάσκαλος αὐτοῦ, καὶ τῷ δούλῳ ὡς ὁ κύριος αὐτοῦ. εἰ τὸν οἰκοδεσπότην Βεελζεβοὺλ ἐκάλεσαν, πόσῳ μᾶλλον τοὺς οἰκιακοὺς αὐτοῦ;

26. μὴ οὖν φοβηθῆτε αὐτούς· οὐδὲν γάρ ἐστι κεκαλυμμένον ὃ οὐκ ἀποκαλυφθήσεται, καὶ κρυπτὸν ὃ οὐ γνωσθήσεται.

27. ὃ λέγω ὑμῖν ἐν τῇ σκοτίᾳ, εἴπατε ἐν τῷ φωτί, καὶ ὃ εἰς τὸ οὖς ἀκούετε, κηρύξατε ἐπὶ τῶν δωμάτων.

28. καὶ μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι· φοβήθητε δὲ μᾶλλον τὸν δυνάμενον καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα ἀπολέσαι ἐν γεέννῃ.

29. οὐχὶ δύο στρουθία ἀσσαρίου πωλεῖται; καὶ ἓν ἐξ αὐτῶν οὐ πεσεῖται ἐπὶ τὴν γῆν ἄνευ τοῦ πατρὸς ὑμῶν.

30. ὑμῶν δὲ καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς πᾶσαι ἠριθμημέναι εἰσί.

31. μὴ οὖν φοβηθῆτε· πολλῶν στρουθίων διαφέρετε ὑμεῖς.

32. Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς·

33. ὅστις δ' ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.

34. Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπὶ τὴν γῆν· οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν.

35. ἦλθον γὰρ διχάσαι ἄνθρωπον κατὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ θυγατέρα κατὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς καὶ νύμφην κατὰ τῆς πενθερᾶς αὐτῆς·

36. καὶ ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ.

37. Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος·

38. καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος.

39. ὁ εὑρὼν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὁ ἀπολέσας τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ εὑρήσει αὐτήν.

40. Ὁ δεχόμενος ὑμᾶς ἐμὲ δέχεται, καὶ ὁ ἐμὲ δεχόμενος δέχεται τὸν ἀποστείλαντά με.

41. ὁ δεχόμενος προφήτην εἰς ὄνομα προφήτου μισθὸν προφήτου λήψεται, καὶ ὁ δεχόμενος δίκαιον εἰς ὄνομα δικαίου μισθὸν δικαίου λήψεται.

42. καὶ ὃς ἐὰν ποτίσῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων ποτήριον ψυχροῦ μόνον εἰς ὄνομα μαθητοῦ, ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ ἀπολέσῃ τὸν μισθὸν αὐτοῦ.

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Matthew, Chapter 10 (KJV)

01  And when he had called unto him his twelve disciples, he gave them power against unclean spirits, to cast them out, and to heal all manner of sickness and all manner of disease.
02  Now the names of the twelve apostles are these; The first, Simon, who is called Peter, and Andrew his brother; James the son of Zebedee, and John his brother;
03  Philip, and Bartholomew; Thomas, and Matthew the publican; James the son of Alphaeus, and Lebbaeus, whose surname was Thaddaeus;
04  Simon the Canaanite, and Judas Iscariot, who also betrayed him.
05  These twelve Jesus sent forth, and commanded them, saying, Go not into the way of the Gentiles, and into any city of the Samaritans enter ye not:
06  But go rather to the lost sheep of the house of Israel.
07  And as ye go, preach, saying, The kingdom of heaven is at hand.
08  Heal the sick, cleanse the lepers, raise the dead, cast out devils: freely ye have received, freely give.
09  Provide neither gold, nor silver, nor brass in your purses,
10  Nor scrip for your journey, neither two coats, neither shoes, nor yet staves: for the workman is worthy of his meat.
11  And into whatsoever city or town ye shall enter, inquire who in it is worthy; and there abide till ye go thence.
12  And when ye come into an house, salute it.
13  And if the house be worthy, let your peace come upon it: but if it be not worthy, let your peace return to you.
14  And whosoever shall not receive you, nor hear your words, when ye depart out of that house or city, shake off the dust of your feet.
15  Verily I say unto you, It shall be more tolerable for the land of Sodom and Gomorrha in the day of judgment, than for that city.
16  Behold, I send you forth as sheep in the midst of wolves: be ye therefore wise as serpents, and harmless as doves.
17  But beware of men: for they will deliver you up to the councils, and they will scourge you in their synagogues;
18  And ye shall be brought before governors and kings for my sake, for a testimony against them and the Gentiles.
19  But when they deliver you up, take no thought how or what ye shall speak: for it shall be given you in that same hour what ye shall speak.
20  For it is not ye that speak, but the Spirit of your Father which speaketh in you.
21  And the brother shall deliver up the brother to death, and the father the child: and the children shall rise up against their parents, and cause them to be put to death.
22  And ye shall be hated of all men for my name's sake: but he that endureth to the end shall be saved.
23  But when they persecute you in this city, flee ye into another: for verily I say unto you, Ye shall not have gone over the cities of Israel, till the Son of man be come.
24  The disciple is not above his master, nor the servant above his lord.
25  It is enough for the disciple that he be as his master, and the servant as his lord. If they have called the master of the house Beelzebub, how much more shall they call
them of his household?
26  Fear them not therefore: for there is nothing covered, that shall not be revealed; and hid, that shall not be known.
27  What I tell you in darkness, that speak ye in light: and what ye hear in the ear, that preach ye upon the housetops.
28  And fear not them which kill the body, but are not able to kill the soul: but rather fear him which is able to destroy both soul and body in hell.
29  Are not two sparrows sold for a farthing? and one of them shall not fall on the ground without your Father.
30  But the very hairs of your head are all numbered.
31  Fear ye not therefore, ye are of more value than many sparrows.
32 Whosoever therefore shall confess me before men, him will I confess also before my Father which is in heaven.
33  But whosoever shall deny me before men, him will I also deny before my Father which is in heaven.
34  Think not that I am come to send peace on earth: I came not to send peace, but a sword.
35  For I am come to set a man at variance against his father, and the daughter against her mother, and the daughter in law against her mother in law.
36  And a man's foes shall be they of his own household.
37  He that loveth father or mother more than me is not worthy of me: and he that loveth son or daughter more than me is not worthy of me.
38  And he that taketh not his cross, and followeth after me, is not worthy of me.
39  He that findeth his life shall lose it: and he that loseth his life for my sake shall find it.
40  He that receiveth you receiveth me, and he that receiveth me receiveth him that sent me.
41  He that receiveth a prophet in the name of a prophet shall receive a prophet's reward; and he that receiveth a righteous man in the name of a righteous man shall receive
a righteous man's reward.
42  And whosoever shall give to drink unto one of these little ones a cup of cold water only in the name of a disciple, verily I say unto you, he shall in no wise lose his reward.