Matthew, Chapter 11 Modern Greek

01 Και ότε ετελείωσεν ο Ιησούς διατάττων εις τους δώδεκα μαθητάς αυτού, μετέβη εκείθεν, δια να διδάσκη και να κηρύττη εν τοις πόλεσιν αυτών.
02 Ο Δε Ιωάννης ακούσας εν τω δεσμωτηρίω τα έργα του Χριστού, έπεμψε δύο των μαθητών αυτού,
03 και είπε προς αυτόν, Σύ είσαι ο ερχόμενος, ή άλλον προσδοκώμεν;
04 Και αποκριθείς ο Ιησούς, είπε προς αυτούς, Υπάγετε και απαγγείλατε προς τον Ιωάννην, όσα ακούετε και βλέπετε
05 τυφλοί αναβλέπουσι, και χωλοί περιπατούσι λεπροί καθαρίζονται, και κωφοί ακούουσι νεκροί εγείρονται, και πτωχοί ευαγγελίζονται.
06 Και μακάριος είναι όστις δεν σκανδαλισθή εν εμοί.
07 Ενώ δε ούτι ανεχώρουν, ήρχισεν ο Ιησούς να λέγη προς τους όχλους περί του Ιωάννου, Τι εξήλθετε εις την έρημον να ίδητε; κάλαμον υπό ανέμου σαλευόμενον;
08 Αλλά τι εξήλθετε να ίδητε; άνθρωπον ενδεδυμένον μαλακά ιμάτια; ιδού, οι τα μαλακά φορούντες εν τοις οίκοις των βασιλέων ευρίσκονται.
09 Αλλά τι εξήλθετε να ίδητε; προφήτην; ναί, σας λέγω, και περισσότερον προφήτου
10 διότι ούτος είναι περί του οποίου είναι γεγραμμένον, "Ιδού, εγώ αποστέλλω τον άγγελόν μου προ προσώπου σου, όστις θέλει κατασκευάσει την οδόν σου έμπροσθέν σου."
11 Αληθώς σας λέγω, μεταξύ των γεννηθέντων υπό γυναικών δεν ηγέρθη μεγαλήτερος Ιωάννου του Βαπτιστού πλήν ο μικρότερος εν τη βασιλεία των ουρανών, είναι μεγαλήτερος αυτού.
12 Από δε των ημερών Ιωάννου του Βαπτιστού έως του νυν, η βασιλεία των ουρανών βιάζεται, και οι βιασταί αρπάζουσιν αυτήν.
13 Διότι πάντες οι προφήται και ο νόμος έως Ιωάννου προεφήτευσαν.
14 Και αν θέλητε να δεχθήτε τούτο, αυτός είναι ο Ηλίας, όστις έμελλε να έλθη.
15 Ο έχων ώτα διά να ακούη, ας ακούη.
16 Αλλά με τί να ομοιώσω την γενεάν ταύτην; είναι ομοία με παιδάρια καθήμενα εν ταίς αγοραίς, και φωνάζοντα προς τους συντρόφους αυτών,
17 και λέγοντα, Αυλόν σας επαίξαμεν, και δεν εχορεύσατε σας εθρηνωδήσαμεν, και δεν εκλαύσατε.
18 Διότι ήλθεν ο Ιωάννης μήτε τρώγων, μήτε πίνων  και λέγουσι, Δαιμόνιον έχει.
19  Ήλθεν ο Υιός του ανθρώπου τρώγων και πίνων  και λέγουσιν, ιδού άνθρωπος φάγος και οινοπότης, φίλος τελωνών και αμαρτωλών. Και εδικαιώθη η σοφία από των τέκνων αυτής.
20 Τότε ήρχισεν να ονειδίζη τας πόλεις, εν αίς έγειναν τα πλειότερα θαύματα αυτού, διότι δεν μετενόησαν
21 Ουαί εις σε, Χοραζίν, ουαί εις σε, Βηθσαϊδάν, διότι, εάν τα θαύματα τα γενόμενα εν υμίν εγίνοντο εν τη Τύρω και Σιδώνι, προ πολλού ήθελον μετανοήσει εν σάκκω και σποδώ.
22 Πλήν σας λέγω, εις την Τύρον και Σιδώνα ελαφροτέρα θέλει είσθαι η τιμωρία εν ημέρα κρίσεως, παρά εις εσάς.
23 Και συ, Καπερναούμ, η υψωθείσα έως του ουρανού, θέλεις καταβιβασθή έως άδου  διότι, εάν τα θαύματα τα γενόμενα εν σοί εγίνοντο εν Σοδόμοις, ήθελον μείνει μέχρι της σήμερον.
24 Πλήν σας λέγω, ότι εις την γην των Σοδόμων ελαφροτέρα θέλει είσθαι η τιμωρία εν ημέρα κρίσεως, παρά εις σέ.
25 Εν εκείνω τω καιρώ αποκριθείς ο Ιησούς, είπε, Δοξάζω σε, Πάτερ, Κύριε του ουρανού και της γής, ότι απέκρυψας ταύτα από σοφών και συνετών, και απεκάλυψας αυτά εις νήπια.
26 Ναί, ώ Πάτερ, διότι ούτως έγεινεν αρεστόν έμπροσθέν σου.
27 Πάντα παρεδόθησαν εις εμέ από του Πατρός μου και ουδείς γινώσκει τον Υιόν, ειμή ο Πατήρ ουδέ τον Πατέρα γινώσκει τις, ειμή ο Υιός, και εις όντινα θέλη ο Υιός να αποκαλύψη αυτόν.
28 Έλθετε πρός με, πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, και εγώ θέλω σας αναπαύσει.
29 Άρατε τον ζυγόν μου εφ' υμάς, και μάθετε απ' εμού, διότι πράος είμαι και ταπεινός την καρδίαν, και θέλετε ευρεί ανάπαυσιν εν ταίς ψυχαίς υμών.
30 Διότι ο ζυγός μου είναι καλός, και το φορτίον μου ελαφρόν.















































































Matthew, Chapter 11 Demotic Greek

1. Κι όταν πια τέλειωσε ο Ιησούς τις οδηγίες που έδωσε στους δώδεκα μαθητές του, έφυγε από εκεί για να διδάξει και να κηρύξει στις πόλεις τους.
2. Στο μεταξύ, όταν άκουσε ο Ιωάννης στη φυλακή, τα έργα του Χριστού, έστειλε δύο από τους μαθητές του
3. με το ερώτημα: «Εσύ είσαι ο Μεσσίας που είναι να έρθει ή περιμένουμε άλλον;».
4. Και αποκρίθηκε ο Ιησούς και τους είπε: «Πηγαίνετε και διηγηθείτε στον Ιωάννη αυτά που ακούτε και βλέπετε:
5. Τυφλοί ξαναβλέπουν και κουτσοί περπατάνε. Λεπροί καθαρίζονται και κουφοί ακούνε. Νεκροί ανασταίνονται και φτωχοί ακούν χαρμόσυνο μήνυμα.
6. Και μακάριος όποιος δεν κλονιστεί από αμφιβολία για μένα».
7. Και καθώς εκείνοι πήραν το δρόμο της επιστροφής, ο Ιησούς άρχισε να μιλάει στα πλήθη για τον Ιωάννη: «Τι βγήκατε να δείτε στην έρημο; Ένα καλάμι που σαλεύεται από τον άνεμο;
8. Αλλά τι βγήκατε τότε να δείτε; Άνθρωπο ντυμένο με ρούχα πολυτελή; Μα εκείνοι που φορούν πολυτελή ρούχα, στα παλάτια των βασιλιάδων βρίσκονται.
9. Αλλά τότε; Τι βγήκατε να δείτε; Προφήτη; Σας λέω, Ναι! Είναι μάλιστα περισσότερο κι από προφήτης.
10. Γιατί αυτός είναι εκείνος για τον οποίο γράφτηκε: Δες! Εγώ στέλνω τον αγγελιαφόρο μου πριν από σένα. Κι αυτός θα προετοιμάσει το δρόμο που θα διαβείς».
11. »Σας βεβαιώνω πως ως τώρα καμιά γυναίκα δεν έφερε στον κόσμο άνθρωπο που να υπήρξε μεγαλύτερος από τον Ιωάννη το Βαφτιστή. Κι όμως ο μικρότερος στη βασιλεία των ουρανών είναι μεγαλύτερος απ' αυτόν.
12. Από τις μέρες που παρουσιάστηκε ο Ιωάννης ως τώρα, η βασιλεία του Θεού προκαλεί εντονότατο ενδιαφέρον κι εκείνοι που εκδηλώνουν ένα τέτοιο ενδιαφέρον την αρπάζουν.
13. Διότι, ως τον ερχομό του Ιωάννη, όλοι οι προφήτες και ο νόμος φανέρωσαν το θέλημα του Θεού.
14. Κι αν θέλετε να το παραδεχτείτε, αυτός είναι ο Ηλίας που έμελλε να έρθει!
15. Όποιος έχει αυτιά ν' ακούει, ας ακούει».
16. «Αλλά με τι να παρομοιάσω τη γενιά αυτή; Είναι όμοια με παιδικές ομάδες που κάθονται στις πλατείες και φωνάζοντας η μια ομάδα στην άλλη λένε:
17. Φλογέρα σας παίξαμε και δε χορέψατε. Σας μοιρολογήσαμε και δεν κλάψατε.
18. Διότι ήρθε ο Ιωάννης, που ούτε τρώει ούτε πίνει, και λένε: Έχει δαιμόνιο!
19. Ήρθε ο Γιος του Ανθρώπου, ο οποίος και τρώει και πίνει, και λένε: Δείτε τον! Είναι ένας άνθρωπος καλοφαγάς και κρασοπότης, φίλος τελωνών και αμαρτωλών! Και δικαιώθηκε έτσι η σοφία από τα παιδιά της».
20. Τότε άρχισε να κατακρίνει με λύπη τις πόλεις στις οποίες έγιναν τα περισσότερα θαύματά του, γιατί δε μετανόησαν, λέγοντας:
21. «Αλίμονό σου Χοραζίν! Αλίμονό σου Βηθσαϊδά! Γιατί αν τα θαύματα που έγιναν σ' εσάς, γίνονταν στην Τύρο και στη Σιδώνα, από καιρό τώρα θα είχαν μετανοήσει εκδηλώνοντας τη συντριβή τους με ρίξιμο στάχτης στα μαλλιά τους και φορώντας πένθιμη περιβολή.
22. Γι' αυτό σας λέω πως οι κάτοικοι της Τύρου και της Σιδώνας θα κριθούν επιεικέστερα την Ημέρα της Κρίσης απ' ό,τι εσείς!
23. Κι εσύ Καπερναούμ, που ως τα ουράνια υψώθηκες, ως τον άδη θα κατεβείς. Γιατί αν τα θαύματα που έγιναν σε σένα είχαν γίνει στα Σόδομα, θα είχαν διατηρηθεί μέχρι και σήμερα.
24. Κι όμως, σας λέω πως η ποινή που θα επιβληθεί στα Σόδομα την Ημέρα της Κρίσης θα είναι πιο υποφερτή από τη δική σου».
25. Εκείνο τον καιρό ήταν, που ο Ιησούς είπε: «Σ' ευχαριστώ Πατέρα, Κύριε τ' ουρανού και της γης, γιατί τα απέκρυψες αυτά από σοφούς και συνετούς και τα φανέρωσες σε νήπια.
26. Ναι, Πατέρα, γιατί έτσι ήταν αρεστό σε σένα.
27. »Όλα παραδόθηκαν σε μένα από τον Πατέρα μου, και κανένας δε γνωρίζει τέλεια το Γιο, παρά μονάχα ο Πατέρας. Κι ούτε τον Πατέρα γνωρίζει κανένας τέλεια, παρά μονάχα ο Γιος, καθώς κι εκείνος στον οποίο θα ήθελε ο Γιος να τον φανερώσει.
28. »Σ' εμένα ελάτε όλοι όσοι κοπιάζετε κι είστε βαριά φορτωμένοι, κι εγώ θα σας αναπαύσω.
29. Βάλτε το ζυγό μου πάνω σας και διδαχτείτε από μένα, που είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά, και θα βρείτε ανάπαυση στις ψυχές σας.
30. Γιατί ο ζυγός μου είναι απαλός και το φορτίο μου ελαφρό».















































































Matthew, Chapter 11 Ancient Greek

1. Καὶ ἐγένετο ὅτε ἐτέλεσεν ὁ Ἰησοῦς διατάσσων τοῖς δώδεκα μαθηταῖς αὐτοῦ μετέβη ἐκεῖθεν τοῦ διδάσκειν καὶ κηρύσσειν ἐν ταῖς πόλεσιν αὐτῶν.

2. Ὁ δὲ Ἰωάννης ἀκούσας ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ τὰ ἔργα τοῦ Χριστοῦ, πέμψας δύο τῶν μαθητῶν αὐτοῦ

3. εἶπεν αὐτῷ· σὺ εἶ ὁ ἐρχόμενος ἢ ἕτερον προσδοκῶμεν;

4. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἀπαγγείλατε Ἰωάννῃ ἃ ἀκούετε καὶ βλέπετε·

5. τυφλοὶ ἀναβλέπουσι καὶ χωλοὶ περιπατοῦσι, λεπροὶ καθαρίζονται καὶ κωφοὶ ἀκούουσι, νεκροὶ ἐγείρονται καὶ πτωχοὶ εὐαγγελίζονται·

6. καὶ μακάριός ἐστιν ὃς ἐὰν μὴ σκανδαλισθῇ ἐν ἐμοί.

7. Τούτων δὲ πορευομένων ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς λέγειν τοῖς ὄχλοις περὶ Ἰωάννου· τί ἐξήλθετε εἰς τὴν ἔρημον θεάσασθαι; κάλαμον ὑπὸ ἀνέμου σαλευόμενον;

8. ἀλλὰ τί ἐξήλθετε ἰδεῖν; ἄνθρωπον ἐν μαλακοῖς ἱματίοις ἠμφιεσμένον; ἰδοὺ οἱ τὰ μαλακὰ φοροῦντες ἐν τοῖς οἴκοις τῶν βασιλέων εἰσίν.

9. ἀλλὰ τί ἐξήλθετε ἰδεῖν; προφήτην; ναὶ λέγω ὑμῖν, καὶ περισσότερον προφήτου.

10. οὗτος γάρ ἐστι περὶ οὗ γέγραπται· ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου.

11. ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ· ὁ δὲ μικρότερος ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν μείζων αὐτοῦ ἐστιν.

12. ἀπὸ δὲ τῶν ἡμερῶν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ ἕως ἄρτι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται, καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν.

13. πάντες γὰρ οἱ προφῆται καὶ ὁ νόμος ἕως Ἰωάννου προεφήτευσαν·

14. καὶ εἰ θέλετε δέξασθαι, αὐτός ἐστιν Ἠλίας ὁ μέλλων ἔρχεσθαι.

15. ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.

16. Τίνι δὲ ὁμοιώσω τὴν γενεὰν ταύτην; ὁμοία ἐστὶ παιδίοις καθημένοις ἐν ἀγοραῖς, ἃ προσφωνοῦντα τοῖς ἑτέροις αὐτῶν λέγουσιν·

17. ηὐλήσαμεν ὑμῖν, καὶ οὐκ ὠρχήσασθε, ἐθρηνήσαμεν ὑμῖν, καὶ οὐκ ἐκόψασθε.

18. ἦλθε γὰρ Ἰωάννης μήτε ἐσθίων μήτε πίνων, καὶ λέγουσι· δαιμόνιον ἔχει.

19. ἦλθεν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐσθίων καὶ πίνων, καὶ λέγουσιν· ἰδοὺ ἄνθρωπος φάγος καὶ οἰνοπότης, τελωνῶν φίλος καὶ ἁμαρτωλῶν. καὶ ἐδικαιώθη ἡ σοφία ἀπὸ τῶν τέκνων αὐτῆς

20. Τότε ἤρξατο ὀνειδίζειν τὰς πόλεις ἐν αἷς ἐγένοντο αἱ πλεῖσται δυνάμεις αὐτοῦ, ὅτι οὐ μετενόησαν·

21. οὐαί σοι, Χοραζίν, οὐαί σοι, Βηθσαϊδά· ὅτι εἰ ἐν Τύρῳ καὶ Σιδῶνι ἐγενήθησαν αἱ δυνάμεις αἱ γενόμεναι ἐν ὑμῖν, πάλαι ἂν ἐν σάκκῳ καὶ σποδῷ καθήμεναι μετενόησαν.

22. πλὴν λέγω ὑμῖν, Τύρῳ καὶ Σιδῶνι ἀνεκτότερον ἔσται ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως ἢ ὑμῖν.

23. καὶ σὺ Καπερναούμ, ἡ ἕως τοῦ οὐρανοῦ ὑψωθείσα, ἕως ᾅδου καταβιβασθήσῃ· ὅτι εἰ ἐν Σοδόμοις ἐγενήθησαν αἱ δυνάμεις αἱ γενόμεναι ἐν σοί, ἔμειναν ἂν μέχρι τῆς σήμερον.

24. πλὴν λέγω ὑμῖν ὅτι γῇ Σοδόμων ἀνεκτότερον ἔσται ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως ἢ σοί.

25. Ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· ἐξομολογοῦμαί σοι, πάτερ, κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅτι ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν, καὶ ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις·

26. ναί, ὁ πατήρ, ὅτι οὕτως ἐγένετο εὐδοκία ἔμπροσθέν σου.

27. Πάντα μοι παρεδόθη ὑπὸ τοῦ πατρός μου· καὶ οὐδεὶς ἐπιγινώσκει τὸν υἱὸν εἰ μὴ ὁ πατήρ, οὐδὲ τὸν πατέρα τις ἐπιγινώσκει εἰ μὴ ὁ υἱὸς καὶ ᾧ ἐὰν βούληται ὁ υἱὸς ἀποκαλύψαι.

28. Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς.

29. ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ' ὑμᾶς καὶ μάθετε ἀπ' ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν·

30. ὁ γὰρ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν.

 

















































































Matthew, Chapter 11 (KJV)

01  And it came to pass, when Jesus had made an end of commanding his twelve disciples, he departed thence to teach and to preach in their cities.
02  Now when John had heard in the prison the works of Christ, he sent two of his disciples,
03  And said unto him, Art thou he that should come, or do we look for another?
04  Jesus answered and said unto them, Go and show John again those things which ye do hear and see:
05  The blind receive their sight, and the lame walk, the lepers are cleansed, and the deaf hear, the dead are raised up, and the poor have the gospel preached to them.
06  And blessed is he, whosoever shall not be offended in me.
07  And as they departed, Jesus began to say unto the multitudes concerning John, What went ye out into the wilderness to see? A reed shaken with the wind?
08  But what went ye out for to see? A man clothed in soft raiment? behold, they that wear soft clothing are in kings' houses.
09  But what went ye out for to see? A prophet? yea, I say unto you, and more than a prophet.
10  For this is he, of whom it is written, Behold, I send my messenger before thy face, which shall prepare thy way before thee.
11  Verily I say unto you, Among them that are born of women there hath not risen a greater than John the Baptist: notwithstanding he that is least in the kingdom of heaven is greater than he.
12  And from the days of John the Baptist until now the kingdom of heaven suffereth violence, and the violent take it by force.
13  For all the prophets and the law prophesied until John.
14  And if ye will receive it, this is Elias, which was for to come.
15  He that hath ears to hear, let him hear.
16  But whereunto shall I liken this generation? It is like unto children sitting in the markets, and calling unto their fellows,
17  And saying, We have piped unto you, and ye have not danced; we have mourned unto you, and ye have not lamented.
18  For John came neither eating nor drinking, and they say, He hath a devil.
19  The Son of man came eating and drinking, and they say, Behold a man gluttonous, and a winebibber, a friend of publicans and sinners. But wisdom is justified of her children.
20  Then began he to upbraid the cities wherein most of his mighty works were done, because they repented not:
21  Woe unto thee, Chorazin! woe unto thee, Bethsaida! for if the mighty works, which were done in you, had been done in Tyre and Sidon, they would have repented long ago in sackcloth and ashes.
22  But I say unto you, It shall be more tolerable for Tyre and Sidon at the day of judgment, than for you.
23  And thou, Capernaum, which art exalted unto heaven, shalt be brought down to hell: for if the mighty works, which have been done in thee, had been done in Sodom, it would have remained until this day.
24  But I say unto you, That it shall be more tolerable for the land of Sodom in the day of judgment, than for thee.
25  At that time Jesus answered and said, I thank thee, O Father, Lord of heaven and earth, because thou hast hid these things from the wise and prudent, and hast revealed them unto babes.
26  Even so, Father: for so it seemed good in thy sight.
27  All things are delivered unto me of my Father: and no man knoweth the Son, but the Father; neither knoweth any man the Father, save the Son, and he to whomsoever the Son will reveal him.
28  Come unto me, all ye that labour and are heavy laden, and I will give you rest.
29  Take my yoke upon you, and learn of me; for I am meek and lowly in heart: and ye shall find rest unto your souls.
30  For my yoke is easy, and my burden is light.