Matthew, Chapter 12 Modern Greek

01 ΕΝ εκείνω τω καιρώ επορεύετο ο Ιησούς διά των σπαρτών εν σαββάτω  οι δε μαθηταί αυτού επείνασαν, και ήρχισαν να ανασπώσιν αστάχυα και να τρώγωσιν.
02 Οι δε Φαρισαίοι ιδόντες, είπον πρός αυτόν, Ιδού οι μαθηταί σου πράττουσιν ότι δεν συγχωρείται να πράττηται το σάββατον.
03 Ο δε είπε προς αυτούς,Δεν ανεγνώσατε τι έπραξεν ο Δαβίδ, ότε επείνασεν αυτός και οι μετ' αυτού;
04 πως εισήλθεν εις τον οίκον του Θεού, και έφαγε τους άρτους της προθέσεως, τους οποίους δεν ήτο συγκεχωπημένον εις αυτόν να φάγη, ούτε εις τους μετ' αυτού, ειμή εις τους ιερείς μόνους;
05 Η δεν αναγνώσατε εν τω νόμω, ότι εν τοις σάββασιν οι ιερείς βεβηλόνουσι το σάββατον εν τω ιερώ, και είναι αθώοι;
06 Σας λέγω δε, ότι εδώ είναι μεγαλήτερος του ιερού.
07 Εαν όμως εγνωρίζετε τι είναι, " Έλεον θέλω και ουχί θυσίαν," δεν ηθέλατε καταδικάσει τους αθώους.
08 Διότι ο Υιός του ανθρώπου είναι κύριος και του σαββάτου.
09 Και μεταβάς εκείθεν, ήλθεν εις την συναγωγήν αυτών.
10 Και ιδού, ήτο άνθρωπος έχων την χείρα ξηράν  και ηρώτησαν αυτόν, λέγοντες, Συγχωρείται τάχα να θεραπεύη τις εν τω σαββάτω; δια να κατηγορήσωσιν αυτόν.
11 Ο δε είπε πρός αυτούς, Τις άνθρωπος προς σας θέλει είσθαι, όστις έχων πρόβατον εν, εαν τούτο πέση εν τω σαββάτω εις λάκκον, δεν θέλει πιάσει και σηκώσει αυτό;
12 πόσον λοιπόν διαφέρει άνθρωπος προβάτου ! ώστε συγχωρείται εν τω σαββάτω να αγαθοποιή τις.
13 Τότε λέγει προς τον άνθρωπον, Έκτεινον την χείρα σου. Και εξέτεινε, και αποκατεστάθη υγιής ως η άλλη.
14 Οι δε Φαρισαίοι εξελθόντες, συνεβουλεύσαν κατ' αυτού, δια να απολέσωσιν αυτόν.
15 Αλλ' ο Ιησούς νοήσας, ανεχώρησεν εκείθεν  και ηκολούθησαν αυτόν όχλοι πολλοί, και εθεράπευσεν αυτούς πάντας.
16 Και παρήγγειλεν εις αυτούς αυστηρώς δια να μη φανερώσωσιν αυτόν
17 δια να πληρωθή το ρηθέν δια Ησαϊου του προφήτου, λέγοντος,
18 "Ιδού ο δούλος μου, τον οποίον έκλεξα, ο αγαπητός μου εις τον οποίον η ψυχή μου ευηρεστήθη  θέλω θέσει το πνεύμα μου επ' αυτόν, και θέλει εξαγγείλει κρίσιν εις τα έθνη
19 δεν θέλει αντιλογήσει, ουδέ κραυγάσει  ουδέ θέλει ακούσει τις την φωνήν αυτού εν ταις πλατείαις
20 κάλαμον συντετριμμένον δεν θέλει θλάσει, και λινάριον καπνίζον δεν θέλει σβέσει, εωσού εκφέρη εις νίκην την κρίσιν
21 και εν τω ονόματι αυτού θέλουσιν ελπίσει τα έθνη."
22 Τότε εφέρθη πρός αυτόν δαιμοζόμενος, τυφλός και κωφός και εθεράπευσεν αυτόν, ώστε ο τυφλός και κωφός και ελάλει και έβλεπε.
23 Και εξεπλήττοντο πάντες οι όχλοι, και έλεγον, Μήπως είναι ούτος ο υιός του Δαβίδ;
24 Οι δε Φαρισαίοι ακούσαντες είπον, Ούτος δεν εκβάλλει τα δαιμόνια, ειμή δια του Βεελζεβούλ του άρχοντος των δαιμονίων.
25 Νοήσας δε ο Ιησούς τους διαλογισμούς αυτών, είπε πρός αυτούς, Πάσα βασιλεία διαιρεθείσα καθ' εαυτής, ερημούται και πάσα πόλις η οικία διαιρεθείσα καθ' εαυτής, δεν θέλει σταθή.
26 Και αν ο Σατανάς τον Σατανάν εκβάλλη, διηρέθη καθ' εαυτού  πως λοιπόν θέλει σταθή η βασιλεία αυτού;
27 Και αν εγώ δια του Βεελζεβούλ εκβάλλω τα δαιμόνια, οι υιοί σας δια τίνος εκβάλλουσι; δια τούτο αυτοί θέλουσιν είσθαι κριταί σας.
28 Αλλ' εαν εγώ δια πνεύματος Θεού εκβάλλλω τα δαιμόνια, άρα έφθασεν εις εσάς η βασιλεία του Θεού.
29 Η πως δύναταί τις να εισέλθη εις την οικίαν του δυνατού, και να διαρπάση τα σκεύη αυτού, εαν πρώτον δεν δέση τον δυνατόν, και τότε θέλει διαρπάσει την οικίαν αυτού;
30  Όστις δεν είναι μετ' εμού, είναι κατ' εμού  και όστις δεν συνάγει μετ' εμού, σκορπίζει.  Λουκ.θ'.50
31 Δια τούτο σας λέγω, Πάσα αμαρτία και βλασφημία θέλει συγχωρηθή εις τους ανθρώπους  η κατά του πνεύματος όμως βλασφημία δεν θέλει συγχωρηθή εις τους ανθρώπους.
32 Και όστις είπη λόγον κατά του Υιού του ανθρώπου, θέλει συγχωρηθή εις αυτόν  όστις όμως είπη κατά του πνεύματος του Αγίου, δεν θέλει συγχωρηθή εις αυτόν, ούτε εν τούτω τω αιώνι, ούτε εν τω μέλλοντι.
33 Η κάμετε το δένδρον καλόν, και τον καρπόν αυτού καλόν  η κάμετε το δένδρον σαπρόν, και τον καρπόν αυτού σαπρόν διότι εκ του καρπού γνωρίζεται το δένδρον.
34 Γεννήματα εχιδνών, πως δύνασθε να λαλήτε καλά, όντες πονηροί; διότι εκ του περισσεύματος της καρδίας λαλεί το στόμα.
35 Ο καλός άνθρωπος εκ του καλού θησαυρού της καρδίας εκβάλλει τα καλά  και ο πονηρός άνθρωπος εκ του πονηρού θησαυρού εκβάλλει τα πονηρά.
36 Σας λέγω δε, ότι δια πάντα λόγον αργόν, τον οποίον ήθελον λαλήσει οι άνθρωποι , θέλουσιν αποδώσει λόγον δι' αυτόν εν ημέρα κρίσεως.
37 Διότι εκ των λόγων σου θέλεις δικαιωθή, και εκ των λόγων σου θέλεις καταδικασθή.
38 Τότε απεκρίθησάν τινες των γραμματέων και Φαρισαίων, λέγοντες, Διδάσκαλε, θέλομεν να ίδωμεν σημείον απο σου.
39 Εκείνος δε αποκριθείς, είπε προς αυτούς, Γενεά πονηρά και μοιχαλίς σημείον ζητεί  και σημείον δεν θέλει δοθή εις αυτήν, ειμή το σημείον Ιωνά του προφήτου.
40 διότι ως ο Ιωνάς ήτο εν τη κοιλία του κήτους τρείς ημέρας και τρείς νύκτας, ούτω βέλει είσθαι ο Υιός του ανθρώπου εν τη καρδία της γής τρείς ημέρας και τρείς
νύκτας.
41 Άνδρες Νινευίται θέλουσιν αναστηθή εν τη κρίσει μετά της γενεάς ταύτης, και θέλουσι κατακρίνει αυτήν  διότι μετενόησαν εις το κήρυγμα του Ιωνά  καί ιδού, πλειότερον
του Ιωνά είναι εδώ.
42 Η βασίλισα του Νότου θέλει σηκωθή εν τη κρίσει μετά της γενεάς ταύτης, και θέλει κατακρίνει αυτήν  διότι ήλθεν εκ των περάτων της γής δια να ακούση την σοφίαν του Σολομώντος  και ιδού, πλειότερον του Σολομώντος είναι εδώ.
43  Όταν δε το ακάθαρτον πνεύμα  εξέλθη απο του ανθρώπου, διέρχεται δι' ανύδρων τόπων, και ζητεί ανάπαυσιν, και δεν ευρίσκει.
44 Τότε λέγει, Ας επιστρέψω εις τον οίκον μου, όθεν εξήλθον. Και ελθόν, ευρίσκει αυτόν κενόν, σεσαρωμένον και εστολισμένον.
45 Τότε υπάγει και παραλαμβάνει μεθ' εαυτού επτά άλλα πνεύματα πονηρότερα εαυτού , και εισελθόντα κατοικούσιν εκεί  και γίνονται τα έσχατα του ανθρώπου εκείνου χειρότερα των πρώτων. Ούτω θέλει είσθαι και εις την γενεάν ταύτην την πονηράν.
46 Ενώ δε αυτός ελάλει έτι πρός τους όχλους, ιδού, η μήτηρ και οι αδελφοί αυτού ίσταντο έξω, ζητούντες να λαλήσωσι προς αυτόν.
47Είπε δε τις πρός αυτόν, ιδού, η μήτηρ σου και οι αδελφοί σου ίστανται έξω, ζητούντες να λαλήσωσι προς σε.
48 Ο δε αποκριθείς προς τον ειπόντα τούτο προς αυτόν, είπε, Τις είναι η μήτηρ μου, και τίνες είναι οι αδελφοί μου;
49 Και εκτείνας την χείρα αυτού πρός τους μαθητάς αυτού, είπεν, Ιδού η μήτηρ μου και οι αδελφοί μου
50 διότι όστις κάμη το θέλημα του Πατρός μου του εν ουρανοίς, αυτός μου είναι αδελφός και αδελφή και μήτηρ.















































































Matthew, Chapter 12 Demotic Greek

1. Εκείνο τον καιρό, ο Ιησούς περνούσε κάποιο Σάββατο μέσα από τα σπαρτά. Κι επειδή οι μαθητές του πείνασαν, άρχισαν να ξεσποριάζουν στάχυα και να τρώνε.
2. Όταν το είδαν αυτό οι Φαρισαίοι, του είπαν: «Κοίτα, οι μαθητές σου κάνουν κάτι που δεν επιτρέπεται να γίνεται την ημέρα του Σαββάτου».
3. Τότε εκείνος τους είπε: «Δε διαβάσατε τι έκανε ο Δαβίδ, όταν πείνασε ο ίδιος και οι σύντροφοί του;
4. Πώς μπήκε μέσα στο ναό του Θεού κι έφαγε τους άρτους της προθέσεως, που δεν επιτρεπόταν ούτε στον ίδιο ούτε στους συντρόφους του να φάνε, παρά μονάχα στους ιερείς;
5. Ή μήπως δε διαβάσατε στο νόμο, ότι τα Σάββατα οι ιερείς παραβαίνουν, μέσα στο ναό, την αργία του Σαββάτου, χωρίς αυτό να τους κάνει ενόχους;
6. Σας λέω, λοιπόν, πως εδώ είναι κάτι ανώτερο από το ναό.
7. Μα αν είχατε καταλάβει τι σημαίνει: Έλεος θέλω και όχι θυσία, δε θα καταδικάζατε αθώους.
8. Γιατί ο Γιος του Ανθρώπου είναι και του Σαββάτου ο κύριος».
9. Κατόπιν έφυγε από εκεί και ήρθε στη συναγωγή τους.
10. Εκεί λοιπόν, είδαν έναν άνθρωπο με παράλυτο χέρι. Ρώτησαν τότε τον Ιησού αν επιτρέπεται να θεραπεύει κανείς την ημέρα του Σαββάτου, με σκοπό να βρουν κάτι να τον κατηγορήσουν.
11. Κι εκείνος τους είπε: «Υπάρχει άραγε κανένας ανάμεσά σας, που, αν έχει ένα μοναδικό πρόβατο κι αυτό πέσει σε λάκκο το Σάββατο, δε θα το πιάσει να το σηκώσει;
12. Κι αλήθεια, τι σύγκριση μπορεί να γίνει μεταξύ ανθρώπου και προβάτου; Επομένως, επιτρέπεται να κάνει κανείς το καλό την ημέρα του Σαββάτου».
13. Έπειτα λέει στον άνθρωπο: «Τέντωσε το χέρι σου». Και το τέντωσε και ξανάγινε γερό σαν το άλλο.
14. Τότε οι Φαρισαίοι βγήκαν έξω κι έκαναν σύσκεψη εναντίον του με σκοπό να τον αφανίσουν.
15. Αλλ' ο Ιησούς το αντιλήφθηκε κι έφυγε από εκεί. Τον ακολούθησαν όμως πολλά πλήθη κι όλους αυτούς τους γιάτρεψε,
16. μα τους πρόσταξε αυστηρά να μην τον φανερώσουν.
17. Έτσι εκπληρώθηκε η προφητεία του Ησαΐα του προφήτη που λέει:
18. «Αυτός είναι ο δούλος μου, τον οποίο εξέλεξα. Ο αγαπητός μου, τον οποίο έκρινα άξιο για την εκδήλωση της εύνοιας της ψυχής μου. Σ' αυτόν θα δώσω το Πνεύμα μου και θα αναγγείλει κρίση στα έθνη.
19. Σε προστριβές δε θα έρθει ούτε θα βάλει τις φωνές ούτε θ' ακούσει κανένας τη φωνή του στις πλατείες.
20. Καλάμι που είναι ραγισμένο δε θα το σπάσει, και φιτίλι που καπνίζει δε θα το σβήσει ώσπου να οδηγήσει σε θρίαμβο τη δικαιοσύνη.
21. Και στο δικό του όνομα θα στηρίξουν την ελπίδα τους τα έθνη».
22. Τότε του έφεραν έναν δαιμονισμένο τυφλό και κωφάλαλο, τον οποίο και γιάτρεψε, έτσι που ο τυφλός και κωφάλαλος και να μιλάει και να βλέπει.
23. Και κατάπληκτα όλα τα πλήθη έλεγαν: «Λέτε νάναι αυτός ο Γιος του Δαβίδ;».
24. Το άκουσαν όμως οι Φαρισαίοι και είπαν: «Αυτός δε βγάζει τα δαιμόνια, παρά μονάχα με τη μεσολάβηση του Βεελζεβούλ, του άρχοντα των δαιμόνων»!
25. Κι ο Ιησούς καταλαβαίνοντας τις σκέψεις τους, τους είπε: «Όποιο βασίλειο διχαστεί στρεφόμενο ενάντια στον εαυτό του, καταστρέφεται· και όποια πόλη ή οικογένεια διχαστεί στρεφόμενη ενάντια στον εαυτό της, δεν πρόκειται να ορθοποδήσει.
26. Κι αν ο Σατανάς εκτοπίζει το Σατανά, σημαίνει πως έχει διχαστεί εναντίον του εαυτού του. Πώς, λοιπόν, θα ορθοποδήσει η βασιλεία του;
27. Κι αν εγώ βγάζω τα δαιμόνια με τη μεσολάβηση του Βεελζεβούλ, οι γιοι σας με τίνος τη μεσολάβηση τα βγάζουν; Γι' αυτό, αυτοί θα γίνουν οι κριτές σας.
28. Αλλά αν εγώ βγάζω τα δαιμόνια με το Πνεύμα του Θεού, αυτό σημαίνει πως έφτασε κιόλας και βρίσκεται μπροστά σας η βασιλεία του Θεού.
29. Κι ακόμα, πώς μπορεί να μπει κάποιος στο σπίτι ενός δυνατού και να αρπάξει τα πράγματά του, αν προηγουμένως δε δέσει τον δυνατό; Μόνο έτσι θα καταληστέψει το σπίτι του.
30. Όποιος δεν είναι μαζί μου, είναι εναντίον μου, κι όποιος δε μαζεύει μαζί μου, σκορπίζει».
31. «Γι' αυτό σας λέω, κάθε αμαρτία και βλαστήμια θα συγχωρηθεί στους ανθρώπους αλλ' η βλαστήμια εναντίον του Πνεύματος δε θα συγχωρηθεί στους ανθρώπους.
32. Κι αν συμβεί να εκφραστεί κανείς εναντίον του Γιου του Ανθρώπου, θα του συγχωρηθεί. Αν όμως εκφραστεί κανείς εναντίον του Αγίου Πνεύματος, δε θα του συγχωρηθεί ούτε σε τούτη τη ζωή ούτε στη μελλοντική».
33. «Ή θεωρήστε καλό το δέντρο και άρα καλό και τον καρπό του ή θεωρήστε σάπιο το δέντρο και άρα σάπιο και τον καρπό του, γιατί το δέντρο αναγνωρίζεται από τον καρπό του.
34. Γεννήματα φαρμακερών φιδιών! Πώς μπορείτε να λέτε καλά λόγια αφού είστε κακόβουλοι; Γιατί από της καρδιάς το περίσσευμα μιλάει το στόμα.
35. Ο καλός άνθρωπος από τον καλό θησαυρό του βγάζει καλά πράγματα κι ο κακόβουλος άνθρωπος από τον κακό θησαυρό του βγάζει κακά πράγματα.
36. Και σας βεβαιώνω πως για κάθε ανώφελο λόγο που θα πουν οι άνθρωποι, θα λογοδοτήσουν την Ημέρα της Κρίσης.
37. Γιατί με βάση τα λόγια σου θα αθωωθείς και με βάση τα λόγια σου θα καταδικαστείς».
38. Τότε πήραν το λόγο μερικοί από τους νομοδιδάσκαλους και τους Φαρισαίους και του είπαν: «Δάσκαλε, θέλουμε να δούμε κάποιο αποδεικτικό σημάδι από σένα».
39. Μα εκείνος τους αποκρίθηκε: «Γενιά κακόβουλη και μοιχαλίδα! Σημάδι ζητάει επίμονα, αλλά σημάδι άλλο, πέρα από το σημάδι του προφήτη Ιωνά, δε θα της δοθεί.
40. Γιατί, όπως ήταν ο Ιωνάς μέσα στην κοιλιά του κήτους τρεις μέρες και τρεις νύχτες, έτσι θα είναι και ο Γιος του Ανθρώπου μέσα στην καρδιά της γης τρεις μέρες και τρεις νύχτες.
41. Οι κάτοικοι της Νινευή θ' αναστηθούν στην Κρίση μαζί με τη γενιά ετούτη και θα την κατακρίνουν, γιατί εκείνοι μετανόησαν με το κήρυγμα του Ιωνά. Κι όμως, να! Εδώ υπάρχει κάποιος μεγαλύτερος από τον Ιωνά.
42. Η βασίλισσα του Νότου θα σηκωθεί στην Κρίση μαζί με τη γενιά αυτή και θα την κατακρίνει, γιατί εκείνη ήρθε από τα πέρατα της γης για ν' ακούσει τη σοφία του Σολομώντα. Κι όμως να! Εδώ υπάρχει κάποιος μεγαλύτερος από το Σολομώντα».
43. «Και όταν το ακάθαρτο πνεύμα βγει από τον άνθρωπο, περνάει από άνυδρους τόπους ζητώντας ξεκούραση μα δε βρίσκει.
44. Τότε λέει: Θα ξαναγυρίσω στο σπίτι μου, από το οποίο βγήκα. Και σαν έρθει, το βρίσκει άδειο, σκουπισμένο και στολισμένο.
45. Πηγαίνει τότε και παίρνει μαζί του άλλα εφτά πνεύματα χειρότερα από το ίδιο, και μπαίνουν και κατοικούν εκεί και γίνονται τα στερνά του ανθρώπου εκείνου χειρότερα από τα πρώτα. Το ίδιο θα γίνει και με τη γενιά ετούτη την πονηρή».
46. Κι ενώ ακόμα συνέχιζε να μιλάει στα πλήθη, εμφανίστηκαν η μητέρα του και τ' αδέλφια του που ήρθαν και στέκονταν έξω θέλοντας να του μιλήσουν.
47. Του είπε, λοιπόν, κάποιος: «Η μητέρα σου και τ' αδέλφια σου ήρθαν και στέκονται έξω θέλοντας να σου μιλήσουν».
48. Κι αποκρίθηκε εκείνος και είπε σ' αυτον που του το έλεγε: «Ποια είναι η μητέρα μου και ποια τ' αδέλφια μου;».
49. Κι απλώνοντας το χέρι του προς τους μαθητές του είπε: «Να, η μητέρα μου και τ' αδέλφια μου.
50. Γιατί όποιος κάνει το θέλημα του Πατέρα μου του ουράνιου, αυτός μού είναι αδελφός και αδελφή και μητέρα».















































































Matthew

Matthew, Chapter 12 Ancient Greek

1. Ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ ἐπορεύθη ὁ Ἰησοῦς τοῖς σάββασι διὰ τῶν σπορίμων· οἱ δὲ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐπείνασαν, καὶ ἤρξαντο τίλλειν στάχυας καὶ ἐσθίειν.

2. οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἰδόντες εἶπον αὐτῷ· ἰδοὺ οἱ μαθηταί σου ποιοῦσιν ὃ οὐκ ἔξεστι ποιεῖν ἐν σαββάτῳ.

3. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ ἀνέγνωτε τί ἐποίησε Δαυῒδ ὅτε ἐπείνασεν αὐτὸς καὶ οἱ μετ' αὐτοῦ;

4. πῶς εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ καὶ τοὺς ἄρτους τῆς προθέσεως ἔφαγεν, οὓς οὐκ ἐξὸν ἦν αὐτῷ φαγεῖν οὐδὲ τοῖς μετ' αὐτοῦ, εἰ μὴ μόνοις τοῖς ἱερεῦσι;

5. ἢ οὐκ ἀνέγνωτε ἐν τῷ νόμῳ ὅτι τοῖς σάββασιν οἱ ἱερεῖς ἐν τῷ ἱερῷ τὸ σάββατον βεβηλοῦσι, καὶ ἀναίτιοί εἰσι;

6. λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι τοῦ ἱεροῦ μεῖζόν ἐστιν ὧδε.

7. εἰ δὲ ἐγνώκειτε τί ἐστιν ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν, οὐκ ἂν κατεδικάσατε τοὺς ἀναιτίους.

8. κύριος γάρ ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ σαββάτου.

9. Καὶ μεταβὰς ἐκεῖθεν ἦλθεν εἰς τὴν συναγωγὴν αὐτῶν.

10. καὶ ἰδοὺ ἄνθρωπος ἦν ἐκεῖ τὴν χεῖρα ἔχων ξηράν· καὶ ἐπηρώτησαν αὐτὸν λέγοντες· εἰ ἔξεστι τοῖς σάββασι θεραπεύειν; ἵνα κατηγορήσωσιν αὐτοῦ.

11. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· τίς ἔσται ἐξ ὑμῶν ἄνθρωπος ὃς ἕξει πρόβατον ἕν, καὶ ἐὰν ἐμπέσῃ τοῦτο τοῖς σάββασιν εἰς βόθυνον, οὐχὶ κρατήσει αὐτὸ καὶ ἐγερεῖ;

12. πόσῳ οὖν διαφέρει ἄνθρωπος προβάτου; ὥστε ἔξεστι τοῖς σάββασι καλῶς ποιεῖν.

13. τότε λέγει τῷ ἀνθρώπῳ· ἔκτεινόν σου τὴν χεῖρα· καὶ ἐξέτεινε, καὶ ἀποκατεστάθη ὑγιὴς ὡς ἡ ἄλλη.

14. ἐξελθόντες δὲ οἱ Φαρισαῖοι συμβούλιον ἔλαβον κατ' αὐτοῦ, ὅπως αὐτὸν ἀπολέσωσιν.

15. Ὁ δὲ Ἰησοῦς γνοὺς ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν. Καὶ ἠκολούθησαν αὐτῷ ὄχλοι πολλοί, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτοὺς πάντας,

16. καὶ ἐπετίμησεν αὐτοῖς ἵνα μὴ φανερὸν ποιήσωσιν αὐτόν,

17. ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ Ἡσαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος·

18. ἰδοὺ ὁ παῖς μου, ὃν ᾑρέτισα, ὁ ἀγαπητός μου, εἰς ὃν εὐδόκησεν ἡ ψυχή μου· θήσω τὸ πνεῦμά μου ἐπ' αὐτόν, καὶ κρίσιν τοῖς ἔθνεσιν ἀπαγγελεῖ·

19. οὐκ ἐρίσει οὐδὲ κραυγάσει, οὐδὲ ἀκούσει τις ἐν ταῖς πλατείαις τὴν φωνὴν αὐτοῦ.

20. κάλαμον συντετριμμένον οὐ κατεάξει καὶ λίνον τυφόμενον οὐ σβέσει, ἕως ἂν ἐκβάλῃ εἰς νῖκος τὴν κρίσιν·

21. καὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ ἔθνη ἐλπιοῦσι.

22. Τότε προσηνέχθη αὐτῷ δαιμονιζόμενος τυφλὸς καὶ κωφός, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτόν, ὥστε τὸν τυφλὸν καὶ κωφὸν καὶ λαλεῖν καὶ βλέπειν·

23. καὶ ἐξίσταντο πάντες οἱ ὄχλοι καὶ ἔλεγον· μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς Δαυΐδ;

24. οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἀκούσαντες εἶπον· οὗτος οὐκ ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια εἰ μὴ ἐν τῷ Βεελζεβούλ, ἄρχοντι τῶν δαιμονίων.

25. εἰδὼς δὲ ὁ Ἰησοῦς τὰς ἐνθυμήσεις αὐτῶν εἶπεν αὐτοῖς· πᾶσα βασιλεία μερισθεῖσα καθ' ἑαυτῆς ἐρημοῦται, καὶ πᾶσα πόλις ἢ οἰκία μερισθεῖσα καθ' ἑαυτῆς οὐ σταθήσεται.

26. καὶ εἰ ὁ σατανᾶς τὸν σατανᾶν ἐκβάλλει, ἐφ' ἑαυτὸν ἐμερίσθη· πῶς οὖν σταθήσεται ἡ βασιλεία αὐτοῦ;

27. καὶ εἰ ἐγὼ ἐν Βεελζεβοὺλ ἐκβάλλω τὰ δαιμόνια, οἱ υἱοὶ ὑμῶν ἐν τίνι ἐκβάλλουσι; διὰ τοῦτο αὐτοὶ κριταὶ ἔσονται ὑμῶν.

28. εἰ δὲ ἐγὼ ἐν Πνεύματι Θεοῦ ἐκβάλλω τὰ δαιμόνια, ἄρα ἔφθασεν ἐφ' ὑμᾶς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

29. ἢ πῶς δύναταί τις εἰσελθεῖν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἰσχυροῦ καὶ τὰ σκεύη αὐτοῦ ἁρπάσαι, ἐὰν μὴ πρῶτον δήσῃ τὸν ἰσχυρόν; καὶ τότε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ διαρπάσει.

30. ὁ μὴ ὢν μετ' ἐμοῦ κατ' ἐμοῦ ἐστι, καὶ ὁ μὴ συνάγων μετ' ἐμοῦ σκορπίζει.

31. Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, πᾶσα ἁμαρτία καὶ βλασφημία ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις, ἡ δὲ τοῦ Πνεύματος βλασφημία οὐκ ἀφεθήσεταιτοῖς ἀνθρώποις·

32. καὶ ὃς ἐὰν εἴπῃ λόγον κατὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἀφεθήσεται αὐτῷ· ὃς δ' ἂν εἴπῃ κατὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου, οὐκ ἀφεθήσεται αὐτῷ οὔτε ἐν τῷ νῦν αἰῶνι οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι.

33. Ἢ ποιήσατε τὸ δένδρον καλόν, καὶ τὸν καρπὸν αὐτοῦ καλόν, ἢ ποιήσατε τὸ δένδρον σαπρόν, καὶ τὸν καρπὸν αὐτοῦ σαπρόν· ἐκ γὰρ τοῦ καρποῦ τὸ δένδρον γινώσκεται.

34. γεννήματα ἐχιδνῶν, πῶς δύνασθε ἀγαθὰ λαλεῖν πονηροὶ ὄντες; ἐκ γὰρ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας τὸ στόμα λαλεῖ.

35. ὁ ἀγαθὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ θησαυροῦ ἐκβάλλει ἀγαθά, καὶ ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος ἐκ τοῦ πονηροῦ θησαυροῦ ἐκβάλλει πονηρά.

36. λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πᾶν ῥῆμα ἀργὸν ὃ ἐὰν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσι περὶ αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως·

37. ἐκ γὰρ τῶν λόγων σου δικαιωθήσῃ καὶ ἐκ τῶν λόγων σου καταδικασθήσῃ.

38. Τότε ἀπεκρίθησάν τινες τῶν γραμματέων καὶ Φαρισαίων λέγοντες· διδάσκαλε, θέλομεν ἀπὸ σοῦ σημεῖον ἰδεῖν.

39. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· γενεὰ πονηρὰ καὶ μοιχαλὶς σημεῖον ἐπιζητεῖ, καὶ σημεῖον οὐ δοθήσεται αὐτῇ εἰ μὴ τὸ σημεῖον Ἰωνᾶ τοῦ προφήτου.

40. ὥσπερ γὰρ ἐγένετο Ἰωνᾶς ὁ προφήτης ἐν τῇ κοιλίᾳ τοῦ κήτους τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας, οὕτως ἔσται καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ καρδίᾳ τῆς γῆς τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας.

41. ἄνδρες Νινευῖται ἀναστήσονται ἐν τῇ κρίσει μετὰ τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ κατακρινοῦσιν αὐτήν, ὅτι μετενόησαν εἰς τὸ κήρυγμα Ἰωνᾶ, καὶ ἰδοὺ πλεῖον Ἰωνᾶ ὧδε.

42. βασίλισσα νότου ἐγερθήσεται ἐν τῇ κρίσει μετὰ τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ κατακρινεῖ αὐτήν, ὅτι ἦλθεν ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς ἀκοῦσαι τὴν σοφίαν Σολομῶντος, καὶ ἰδοὺ πλεῖον Σολομῶντος ὧδε.

43. Ὅταν δὲ τὸ ἀκάθαρτον πνεῦμα ἐξέλθῃ ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου, διέρχεται δι' ἀνύδρων τόπων ζητοῦν ἀνάπαυσιν, καὶ οὐχ εὑρίσκει.

44. τότε λέγει· εἰς τὸν οἶκόν μου ἐπιστρέψω ὅθεν ἐξῆλθον· καὶ ἐλθὸν εὑρίσκει σχολάζοντα καὶ σεσαρωμένον καὶ κεκοσμημένον.

45. τότε πορεύεται καὶ παραλαμβάνει μεθ' ἑαυτοῦ ἑπτὰ ἕτερα πνεύματα πονηρότερα ἑαυτοῦ, καὶ εἰσελθόντα κατοικεῖ ἐκεῖ, καὶ γίνεται τὰ ἔσχατα τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου χείρονα τῶν πρώτων. οὕτως ἔσται καὶ τῇ γενεᾷ τῇ πονηρᾷ ταύτῃ.

46. Ἔτι δὲ αὐτοῦ λαλοῦντος τοῖς ὄχλοις ἰδοὺ ἡ μήτηρ καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ εἱστήκεισαν ἔξω, ζητοῦντες λαλῆσαι αὐτῷ.

47. εἶπε δέ τις αὐτῷ· ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου καὶ οἱ ἀδελφοί σου ἔξω ἑστήκασι ζητοῦντές σε ἰδεῖν.

48. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ λέγοντι αὐτῷ· τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου καὶ τίνες εἰσὶν οἱ ἀδελφοί μου;

49. καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἔφη· ἰδοὺ ἡ μήτηρ μου καὶ οἱ ἀδελφοί μου·

50. ὅστις γὰρ ἂν ποιήσῃ τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς, αὐτός μου ἀδελφὸς καὶ ἀδελφὴ καὶ μήτηρ ἐστίν.

 

















































































Matthew, Chapter 12 (KJV)

01  At that time Jesus went on the sabbath day through the corn; and his disciples were an hungred, and began to pluck the ears of corn, and to eat.
02  But when the Pharisees saw it, they said unto him, Behold, thy disciples do that which is not lawful to do upon the sabbath day.
03  But he said unto them, Have ye not read what David did, when he was an hungred, and they that were with him;
04  How he entered into the house of God, and did eat the showbread, which was not lawful for him to eat, neither for them which were with him, but only for the priests?
05  Or have ye not read in the law, how that on the sabbath days the priests in the temple profane the sabbath, and are blameless?
06  But I say unto you, That in this place is one greater than the temple.
07  But if ye had known what this meaneth, I will have mercy, and not sacrifice, ye would not have condemned the guiltless.
08  For the Son of man is Lord even of the sabbath day.
09  And when he was departed thence, he went into their synagogue:
10  And, behold, there was a man which had his hand withered. And they asked him, saying, Is it lawful to heal on the sabbath days? that they might accuse him.
11  And he said unto them, What man shall there be among you, that shall have one sheep, and if it fall into a pit on the sabbath day, will he not lay hold on it, and lift it out?
12  How much then is a man better than a sheep? Wherefore it is lawful to do well on the sabbath days.
13  Then saith he to the man, Stretch forth thine hand. And he stretched it forth; and it was restored whole, like as the other.
14  Then the Pharisees went out, and held a council against him, how they might destroy him.
15  But when Jesus knew it, he withdrew himself from thence: and great multitudes followed him, and he healed them all;
16  And charged them that they should not make him known:
17  That it might be fulfilled which was spoken by Esaias the prophet, saying,
18  Behold my servant, whom I have chosen; my beloved, in whom my soul is well pleased: I will put my spirit upon him, and he shall show judgment to the Gentiles.
19  He shall not strive, nor cry; neither shall any man hear his voice in the streets.
20  A bruised reed shall he not break, and smoking flax shall he not quench, till he send forth judgment unto victory.
21  And in his name shall the Gentiles trust.
22  Then was brought unto him one possessed with a devil, blind, and dumb: and he healed him, insomuch that the blind and dumb both spake and saw.
23  And all the people were amazed, and said, Is not this the son of David?
24  But when the Pharisees heard it, they said, This fellow doth not cast out devils, but by Beelzebub the prince of the devils.
25  And Jesus knew their thoughts, and said unto them, Every kingdom divided against itself is brought to desolation; and every city or house divided against itself shall not stand:
26 And if Satan cast out Satan, he is divided against himself; how shall then his kingdom stand?
27  And if I by Beelzebub cast out devils, by whom do your children cast them out? therefore they shall be your judges.
28  But if I cast out devils by the Spirit of God, then the kingdom of God is come unto you.
29  Or else how can one enter into a strong man's house, and spoil his goods, except he first bind the strong man? and then he will spoil his house.
30  He that is not with me is against me; and he that gathereth not with me scattereth abroad.
31  Wherefore I say unto you, All manner of sin and blasphemy shall be forgiven unto men: but the blasphemy against the Holy Ghost shall not be forgiven unto men.
32  And whosoever speaketh a word against the Son of man, it shall be forgiven him: but whosoever speaketh against the Holy Ghost, it shall not be forgiven him, neither in
this world, neither in the world to come.
33  Either make the tree good, and his fruit good; or else make the tree corrupt, and his fruit corrupt: for the tree is known by his fruit.
34  O generation of vipers, how can ye, being evil, speak good things? for out of the abundance of the heart the mouth speaketh.
35  A good man out of the good treasure of the heart bringeth forth good things: and an evil man out of the evil treasure bringeth forth evil things.
36  But I say unto you, That every idle word that men shall speak, they shall give account thereof in the day of judgment.
37  For by thy words thou shalt be justified, and by thy words thou shalt be condemned.
38  Then certain of the scribes and of the Pharisees answered, saying, Master, we would see a sign from thee.
39  But he answered and said unto them, An evil and adulterous generation seeketh after a sign; and there shall no sign be given to it, but the sign of the prophet Jonas:
40  For as Jonas was three days and three nights in the whale's belly; so shall the Son of man be three days and three nights in the heart of the earth.
41 The men of Nineveh shall rise in judgment with this generation, and shall condemn it: because they repented at the preaching of Jonas; and, behold, a greater than Jonas
is here.
42  The queen of the south shall rise up in the judgment with this generation, and shall condemn it: for she came from the uttermost parts of the earth to hear the wisdom of
Solomon; and, behold, a greater than Solomon is here.
43  When the unclean spirit is gone out of a man, he walketh through dry places, seeking rest, and findeth none.
44  Then he saith, I will return into my house from whence I came out; and when he is come, he findeth it empty, swept, and garnished.
45  Then goeth he, and taketh with himself seven other spirits more wicked than himself, and they enter in and dwell there: and the last state of that man is worse than the first. Even so shall it be also unto this wicked generation.
46  While he yet talked to the people, behold, his mother and his brethren stood without, desiring to speak with him.
47  Then one said unto him, Behold, thy mother and thy brethren stand without, desiring to speak with thee.
48  But he answered and said unto him that told him, Who is my mother? and who are my brethren?
49  And he stretched forth his hand toward his disciples, and said, Behold my mother and my brethren!
50  For whosoever shall do the will of my Father which is in heaven, the same is my brother, and sister, and mother.