Matthew, Chapter 14 Modern Greek

01 ΚΑΤ' εκείνον τον καιρόν ήκουσεν Ηρώδης ο τετράρχης την φήμην του Ιησού,
02 και είπε προς τους δούλους αυτού, Ούτος είναι Ιωάννης ο Βαπτιστής  αυτός ηγέρθη από των νεκρών, και διά τούτο ενεργούσιν αι δυνάμεις εν αυτώ.
03 Διότι ο Ηρώδης συλλαβών τον Ιωάννην, έδεσεν αυτόν, και έβαλεν εν φυλακή, διά Ηρωδιάδα την γυναίκα Φιλίππου του αδελφού αυτού,
04 διότι έλεγε προς αυτόν ο Ιωάννης, Δεν σοί είναι συγκεχωρημένον να έχης αυτήν.
05 Και θέλων να θανατώση αυτόν εφοβήθη τον όχλον, διότι είχον αυτόν ως προφήτην.
06  Ότε δε ετελούντο τα γενέθλια του Ηρώδου, εχόρευσεν η θυγάτηρ της Ηρωδιάδος εν τω μέσω, και ήρεσεν εις τον Ηρώδην.
07  Όθεν μεθ' όρκου ωμολόγησεν εις αυτήν να δώση ό,τι αν ζητήση.Δευτ.κγ'.21, Λευτ.ε'.4, Κριτ.ια'.30,35, Εκκλ.ε'.4, Πραξ.κγ'.14,.Αριθ.λ'.2
08 Η δε, παρακινηθείσα υπό της μητρός αυτής, Δός μοι, λέγει, εδώ επί πίνακι την κεφαλήν Ιωάννου του Βαπτιστού.
09 Και ελυπήθη ο βασιλεύς  διά τους όρκους όμως και τους συγκαθημένους προσέταξε να δοθή.
10 Και πέμψας απεκεφάλισε τον Ιωάννην εν τη φυλακή.
11 Και εφέρθη η κεφαλή αυτού επί πίνακι, και εδόθη εις το κοράσιον  και έφερεν αυτήν προς την μητέρα αυτής.
12 Και προσελθόντες οι μαθηταί αυτού, εσήκωσαν το σώμα, και έθαψαν αυτό  και ελθόντες απήγγειλαν τούτο εις τον Ιησούν.
13 Και ακούσας ο Ιησούς, ανεχώρησεν εκείθεν εν πλοίω εις έρημον τόπον κατ' ιδίαν  και ακούσαντες οι όχλοι ηκολούθησαν αυτόν πεζοί από των πόλεων.
14 Και ότε εξήλθεν ο Ιησούς, είδε πολύν όχλον, και εσπλαγχνίσθη δι' αυτούς, και εθεράπευσε τους αρρώστους αυτών.
15  Ότε δε έγεινεν εσπέρα, προσήλθον προς αυτόν οι μαθηταί αυτού, λέγοντες,  Έρημος είναι ο τόπος, και η ώρα ήδη παρήλθεν  απόλυσον τους όχλους, διά να υπάγωσιν εις τας κώμας και αγοράσωσιν εις εαυτούς τροφάς.
16 Ο δε Ιησούς είπε προς αυτούς, Δεν έχουσιν χρείαν να υπάγωσι  δότε εις αυτούς σείς να φάγωσιν.
17 Οι δε λέγουσι προς αυτόν, Δεν έχομεν εδώ ειμή πέντε άρτους και δύο οψάρια.
18 Ο δε είπε, Φέρετέ μοι αυτά εδώ.
19 Και προστάξας τους όχλους να καθίσωσιν επί τα χόρτα, και λαβών τους πέντε άρτους και τα δύο οψάρια, αναβλέψας εις τον ουρανόν ευλόγησε  και κόψας έδωκεν εις τους μαθητάς τους άρτους, οι δε μαθηταί εις τους όχλους.
20 Και έφαγον πάντες, και εχορτάσθησαν  και εσήκωσαν το περίσσευμα των κλασμάτων ,δώδεκα κοφίνους πλήρεις.
21 Οι δε τρώγοντες ήσαν έως πεντακισχίλιοι άνδρες, εκτός γυναικών και παιδίων.
22 Και ευθύς ηνάγνασεν ο Ιησούς τους μαθητάς αυτού να εμβώσιν εις το πλοίον, και να υπάγωσι προ αυτού εις το πέραν, εωσού απολύση τους όχλους.
23 Και αφού απέλυσε τους όχλους, ανέβη εις το όρος κατ' ιδίαν δια να προσευχηθή. Και ότε έγεινεν εσπέρα, ήτο μόνος εκεί.
24 Το δε πλοίον ήτο ήδη εν τω μέσω της θαλάσσης, βασανιζόμενον υπό των κυμάτων  διότι ήτο εναντίος ο άνεμος.
25 Εν δε τη τετάρτη φυλακή της νυκτός υπήγε προς αυτούς  ο Ιησούς, περιπατών επι την θάλασσαν.
26 Και ιδόντες αυτόν οι μαθηταί επι την θάλασσαν περιρατούντα, εταράχθησαν, λέγοντες, Ότι φάντασμα είναι και απο του φόβου έκραξαν.
27 Ευθύς δε ελάλησε προς αυτούς ο Ιησούς, λέγων, θαρσείτε εγώ είμαι  μη φοβείσθε.
28 Αποκριθείς δε προς αυτόν ο Πέτρος είπε, Κύριε, εαν ήσαι συ πρόσταξον με να Έλθω προς σε επι τα ύδατα.
29 Ο δε είπεν, Ελθέ. Και καταβάς απο του πλοίου ο Πέτρος περιεπάτησεν επι τα ύδατα, δια να έλθη προς τον Ιησούν.
30 Βλέπων όμως τον άνεμον δυνατόν, εφοβήθη  και αρχίσας να καταποντίζηται, έκραξε,  λέγων, Κύριε, σώσον με.
31 Και ευθύς ο Ιησούς εκτείνας την χείρα, επίασεν αυτόν, και λέγει προς αυτόν, Ολιγόπιστε, εις τι εδίστασας;
32 Και αφού εισήλθον εις το πλοίον, έπαυσεν ο άνεμος.
33 Οι δε εν τω πλοίω, ελθόντες προσεκύνησαν αυτόν, λέγοντες, Αληθώς Θεού Υιός είσαι.
34 Και διαπεράσαντες ήλθον εις την γην Γεννησαρέτ.
35 Και γνωρίσαντες αυτόν οι άνθρωποι του τόπου εκείνου, απέστειλαν εις όλην την περίχωρον εκείνην, και έφεραν προς αυτόν πάντας τους πάσχοντας΄
36 Καί παρεκάλουν αυτόν να εγγίσωσι μόνον το άκρον του ιματίου αυτού΄ και όσοι ήγγισαν, ιατρεύθησαν.















































































Matthew, Chapter 14 Demotic Greek

1. Εκείνο τον καιρό, άκουσε ο Τετράρχης Ηρώδης τη φήμη για τον Ιησού
2. και είπε στους δούλους του: «Αυτός είναι ο Ιωάννης ο Βαφτιστής. Αυτός αναστήθηκε από τους νεκρούς και γι' αυτό ενεργούν οι θαυματουργικές δυνάμεις μέσω αυτού».
3. Γιατί ο Ηρώδης είχε συλλάβει τον Ιωάννη και τον είχε ρίξει δεμένο στη φυλακή εξαιτίας της Ηρωδιάδας, της γυναίκας του Φίλιππου, του αδελφού του,
4. επειδή ο Ιωάννης του έλεγε: «δε σου επιτρέπεται να την έχεις γυναίκα σου».
5. Και παρόλο που ήθελε να τον σκοτώσει, φοβήθηκε τον όχλο, γιατί τον είχαν για προφήτη.
6. Καθώς όμως γιορτάζονταν τα γενέθλια του Ηρώδη, η κόρη της Ηρωδιάδας χόρεψε μπροστά σε όλους και άρεσε στον Ηρώδη.
7. Γι' αυτό και της έταξε με όρκο να της δώσει ό,τι κι αν του ζητήσει.
8. Κι εκείνη, ύστερα από παρακίνηση της μητέρας της, «Δώσε μου», του λέει, «εδώ, πάνω σε πιάτο, το κεφάλι του Ιωάννη του Βαφτιστή».
9. Στεναχωρέθηκε τότε ο βασιλιάς αλλά εξαιτίας των όρκων του και των προσκαλεσμένων πρόσταξε να της δοθεί.
10. Έστειλε λοιπόν και αποκεφάλισε τον Ιωάννη μέσα στη φυλακή
11. και προσκόμισαν το κεφάλι του πάνω σε πιάτο και το έδωσαν στην κοπέλα κι εκείνη το πρόσφερε στη μητέρα της.
12. Παρουσιάστηκαν τότε οι μαθητές του και αφού πήραν το σώμα του και το έθαψαν, ήρθαν κατόπιν και το ανάγγειλαν στον Ιησού.
13. Όταν το άκουσε ο Ιησούς αναχώρησε από εκεί με πλοίο για μια ερημική τοποθεσία μόνος του. Το έμαθαν όμως τα πλήθη και τον ακολούθησαν πεζοπορώντας από τις πόλεις.
14. Κι όταν αποβιβάστηκε ο Ιησούς, είδε πολύ κόσμο και τους σπλαχνίστηκε και θεράπευσε όσους απ' αυτούς ήταν άρρωστοι.
15. Κι όταν πια πήρε να βραδιάζει, τον πλησίασαν οι μαθητές του και του είπαν: «Είναι ερημικός ο τόπος και η ώρα έχει περάσει πια. Απόλυσέ τα τα πλήθη, ώστε να πάνε στα χωριά και να αγοράσουν φαγώσιμα για να φάνε».
16. Αλλ' ο Ιησούς τους είπε: «Δε χρειάζεται να φύγουν. Δώστε τους εσείς να φάνε».
17. Και του λένε: «Δεν έχουμε εδώ παρά μόνο πέντε ψωμιά και δύο ψάρια».
18. Τότε εκείνος τους είπε: «Φέρτε τα εδώ, σε μένα».
19. Κι αφού πρόσταξε τα πλήθη να καθίσουν πάνω στο χορτάρι, πήρε τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια και υψώνοντας το βλέμμα του στον ουρανό τα ευλόγησε. Έπειτα, αφού τα έκοψε, έδωσε στους μαθητές του και οι μαθητές στα πλήθη.
20. Και έφαγαν όλοι και χόρτασαν. Μάζεψαν έπειτα τα κομμάτια που περίσσεψαν, δώδεκα κοφίνια γεμάτα.
21. Κι εκείνοι που είχαν φάει ήταν σχεδόν πέντε χιλιάδες άντρες χωρίς γυναίκες και παιδιά.
22. Αμέσως κατόπιν ο Ιησούς ανάγκασε τους μαθητές του να μπουν στο πλοίο και να πάνε πριν απ' αυτόν στην απέναντι όχθη, ώσπου να απολύσει τα πλήθη.
23. Κι αφού απέλυσε τα πλήθη, ανέβηκε μόνος του στο βουνό για να προσευχηθεί. Κι όταν βράδιασε ήταν μόνος του εκεί,
24. ενώ το πλοίο βρισκόταν κιόλας καταμεσής της λίμνης ταλαιπωρούμενο από τα κύματα, γιατί ο άνεμος ήταν αντίθετος.
25. Και κατά την τέταρτη βάρδια της νύχτας ξεκίνησε ο Ιησούς να πάει κοντά τους περπατώντας πάνω στη λίμνη.
26. Και σαν τον είδαν οι μαθητές να περπατά πάνω στη λίμνη, ταράχτηκαν λέγοντας πως είναι φάντασμα, και από το φόβο τους κραύγασαν.
27. Αμέσως τότε τους μίλησε ο Ιησούς λέγοντάς τους: «Θάρρος! Εγώ είμαι, μη φοβάστε»! Αποκρίθηκε τότε ο Πέτρος και του είπε:
28. «Κύριε, αν είσαι εσύ, πρόσταξέ με να έρθω κοντά σου βαδίζοντας πάνω στα νερά».
29. Κι εκείνος του είπε: «Έλα». Τότε κατέβηκε ο Πέτρος από το πλοίο και περπάτησε επάνω στα νερά για να έρθει στον Ιησού.
30. Βλέποντας, όμως, δυνατό τον άνεμο, φοβήθηκε. Κι επειδή άρχισε να βουλιάζει, φώναξε: «Κύριε, σώσε με».
31. Αμέσως τότε ο Ιησούς απλώνοντας το χέρι του τον έπιασε και του λέει: «Ολιγόπιστε, τι σε έκανε να διστάσεις;».
32. Και μόλις μπήκαν στο πλοίο κόπασε ο άνεμος.
33. Τότε, εκείνοι που βρίσκονταν στο πλοίο, ήρθαν και τον προσκύνησαν λέγοντάς του: «Πραγματικά είσαι Γιος Θεού»!
34. Κι αφού πέρασαν απέναντι, αποβιβάστηκαν στη Γεννησαρέτ.
35. Επειδή όμως τον αναγνώρισαν οι κάτοικοι του τόπου εκείνου, έστειλαν ανθρώπους σ' όλα τα γειτονικά χωριά και του έφεραν όλους εκείνους που δεν ήταν καλά,
36. και τον παρακαλούσαν ν' αγγίξουν μόνο την άκρη του ρούχου του. Και όσοι άγγιξαν έγιναν καλά.















































































Matthew

Matthew, Chapter 14 Ancient Greek

1. Ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ ἤκουσεν Ἡρῴδης ὁ τετράρχης τὴν ἀκοὴν Ἰησοῦ

2. καὶ εἶπε τοῖς παισὶν αὐτοῦ· οὗτός ἐστιν Ἰωάννης ὁ βαπτιστής· αὐτὸς ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν, καὶ διὰ τοῦτο αἱ δυνάμεις ἐνεργοῦσιν ἐν αὐτῷ.

3. ὁ γὰρ Ἡρῴδης κρατήσας τὸν Ἰωάννην ἔδησεν αὐτὸν καὶ ἔθετο ἐν φυλακῇ διὰ Ἡρῳδιάδα τὴν γυναῖκα Φιλίππου τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ.

4. ἔλεγε γὰρ αὐτῷ ὁ Ἰωάννης· οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν αὐτήν.

5. καὶ θέλων αὐτὸν ἀποκτεῖναι ἐφοβήθη τὸν ὄχλον, ὅτι ὡς προφήτην αὐτὸν εἶχον.

6. γενεσίων δὲ ἀγομένων τοῦ Ἡρῴδου ὠρχήσατο ἡ θυγάτηρ τῆς Ἡρῳδιάδος ἐν τῷ μέσῳ καὶ ἤρεσε τῷ Ἡρῴδῃ·

7. ὅθεν μεθ' ὅρκου ὡμολόγησεν αὐτῇ δοῦναι ὃ ἐὰν αἰτήσηται.

8. ἡ δέ, προβιβασθεῖσα ὑπὸ τῆς μητρὸς αὐτῆς, δός μοι, φησίν, ὧδε ἐπὶ πίνακι τὴν κεφαλὴν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ.

9. καὶ ἐλυπήθη ὁ βασιλεύς, διὰ δὲ τοὺς ὅρκους καὶ τοὺς συνανακειμένους ἐκέλευσε δοθῆναι,

10. καὶ πέμψας ἀπεκεφάλισε τὸν Ἰωάννην ἐν τῇ φυλακῇ.

11. καὶ ἠνέχθη ἡ κεφαλὴ αὐτοῦ ἐπὶ πίνακι καὶ ἐδόθη τῷ κορασίῳ, καὶ ἤνεγκε τῇ μητρὶ αὐτῆς.

12. καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἦραν τὸ σῶμα καὶ ἔθαψαν αὐτό, καὶ ἐλθόντες ἀπήγγειλαν τῷ Ἰησοῦ.

13. Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν ἐν πλοίῳ εἰς ἔρημον τόπον κατ' ἰδίαν· καὶ ἀκούσαντες οἱ ὄχλοι ἠκολούθησαν αὐτῷ πεζῇ ἀπὸ τῶν πόλεων.

14. Καὶ ἐξελθὼν ὁ Ἰησοῦς εἶδε πολὺν ὄχλον, καὶ ἐσπλαγχνίσθη ἐπ' αὐτοῖς καὶ ἐθεράπευσε τοὺς ἀρρώστους αὐτῶν.

15. ὀψίας δὲ γενομένης προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ἔρημός ἐστιν ὁ τόπος καὶ ἡ ὥρα ἤδη παρῆλθεν· ἀπόλυσον τοὺς ὄχλους, ἵνα ἀπελθόντες εἰς τὰς κώμας ἀγοράσωσιν ἑαυτοῖς βρώματα.

16. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐ χρείαν ἔχουσιν ἀπελθεῖν· δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν.

17. οἱ δὲ λέγουσιν αὐτῷ· οὐκ ἔχομεν ὧδε εἰ μὴ πέντε ἄρτους καὶ δύο ἰχθύας.

18. ὁ δὲ εἶπε· φέρετέ μοι αὐτοὺς ὧδε.

19. καὶ κελεύσας τοὺς ὄχλους ἀνακλιθῆναι ἐπὶ τοὺς χόρτους, λαβὼν τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς τοὺς ἄρτους, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις.

20. καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις.

21. οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν ἄνδρες ὡσεὶ πεντακισχίλιοι χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων.

22. Καὶ εὐθέως ἠνάγκασεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐμβῆναι εἰς τὸ πλοῖον καὶ προάγειν αὐτὸν εἰς τὸ πέραν, ἕως οὗ ἀπολύσῃ τοὺς ὄχλους.

23. καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος κατ' ἰδίαν προσεύξασθαι. ὀψίας δὲ γενομένης μόνος ἦν ἐκεῖ.

24. τὸ δὲ πλοῖον ἤδη μέσον τῆς θαλάσσης ἦν, βασανιζόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων· ἦν γὰρ ἐναντίος ὁ ἄνεμος.

25. τετάρτῃ δὲ φυλακῇ τῆς νυκτὸς ἀπῆλθε πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς περιπατῶν ἐπὶ τῆς θαλάσσης.

26. καὶ ἰδόντες αὐτὸν οἱ μαθηταὶ ἐπὶ τὴν θάλασσαν περιπατοῦντα ἐταράχθησαν λέγοντες ὅτι φάντασμά ἐστι, καὶ ἀπὸ τοῦ φόβου ἔκραξαν.

27. εὐθέως δὲ ἐλάλησεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· θαρσεῖτε, ἐγώ εἰμι· μὴ φοβεῖσθε.

28. ἀποκριθεὶς δὲ αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε· Κύριε, εἰ σὺ εἶ, κέλευσόν με πρός σε ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα.

29. ὁ δὲ εἶπεν, ἐλθέ. καὶ καταβὰς ἀπὸ τοῦ πλοίου ὁ Πέτρος περιεπάτησεν ἐπὶ τὰ ὕδατα ἐλθεῖν πρὸς τὸν Ἰησοῦν.

30. βλέπων δὲ τὸν ἄνεμον ἰσχυρὸν ἐφοβήθη, καὶ ἀρξάμενος καταποντίζεσθαι ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῶσόν με.

31. εὐθέως δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἐπελάβετο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ· ὀλιγόπιστε εἰς τί ἐδίστασας;

32. καὶ ἐμβάντων αὐτῶν εἰς τὸ πλοῖον ἐκόπασεν ὁ ἄνεμος·

33. οἱ δὲ ἐν τῷ πλοίῳ ἐλθόντες προσεκύνησαν αὐτῷ λέγοντες· ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς εἶ.

34. Καὶ διαπεράσαντες ἦλθον εἰς τὴν γῆν Γεννησαρέτ.

35. καὶ ἐπιγνόντες αὐτὸν οἱ ἄνδρες τοῦ τόπου ἐκείνου ἀπέστειλαν εἰς ὅλην τὴν περίχωρον ἐκείνην, καὶ προσήνεγκαν αὐτῷ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας,

36. καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα κἂν μόνον ἅψωνται τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ· καὶ ὅσοι ἥψαντο διεσώθησαν.

 

















































































Matthew, Chapter 14 (KJV)

1. At that time Herod the tetrarch heard of the fame of Jesus,
2. And said unto his servants, This is John the Baptist; he is risen from the dead; and therefore mighty works do shew forth themselves in him.
3. For Herod had laid hold on John, and bound him, and put him in prison for Herodias' sake, his brother Philip's wife.
4. For John said unto him, It is not lawful for thee to have her.
5. And when he would have put him to death, he feared the multitude, because they counted him as a prophet.
6. But when Herod's birthday was kept, the daughter of Herodias danced before them, and pleased Herod.
7. Whereupon he promised with an oath to give her whatsoever she would ask.
8. And she, being before instructed of her mother, said, Give me here John Baptist's head in a charger.
9. And the king was sorry: nevertheless for the oath's sake, and them which sat with him at meat, he commanded it to be given her .
10. And he sent, and beheaded John in the prison.
11. And his head was brought in a charger, and given to the damsel: and she brought it to her mother.
12. And his disciples came, and took up the body, and buried it, and went and told Jesus.
13. When Jesus heard of it , he departed thence by ship into a desert place apart: and when the people had heard thereof , they followed him on foot out of the cities.
14. And Jesus went forth, and saw a great multitude, and was moved with compassion toward them, and he healed their sick.
15. And when it was evening, his disciples came to him, saying, This is a desert place, and the time is now past; send the multitude away, that they may go into the villages, and buy themselves victuals.
16. But Jesus said unto them, They need not depart; give ye them to eat.
17. And they say unto him, We have here but five loaves, and two fishes.
18.  He said, Bring them hither to me.
19. And he commanded the multitude to sit down on the grass, and took the five loaves, and the two fishes, and looking up to heaven, he blessed, and brake, and gave the loaves to his disciples, and the disciples to the multitude.
20. And they did all eat, and were filled: and they took up of the fragments that remained twelve baskets full.
21. And they that had eaten were about five thousand men, beside women and children.
22. And straightway Jesus constrained his disciples to get into a ship, and to go before him unto the other side, while he sent the multitudes away.
23. And when he had sent the multitudes away, he went up into a mountain apart to pray: and when the evening was come, he was there alone.
24. But the ship was now in the midst of the sea, tossed with waves: for the wind was contrary.
25. And in the fourth watch of the night Jesus went unto them, walking on the sea.
26. And when the disciples saw him walking on the sea, they were troubled, saying, It is a spirit; and they cried out for fear.
27. But straightway Jesus spake unto them, saying, Be of good cheer; it is I; be not afraid.
28. And Peter answered him and said, Lord, if it be thou, bid me come unto thee on the water.
29. And he said, Come. And when Peter was come down out of the ship, he walked on the water, to go to Jesus.
30. But when he saw the wind boisterous, he was afraid; and beginning to sink, he cried, saying, Lord, save me.
31. And immediately Jesus stretched forth his hand, and caught him, and said unto him, O thou of little faith, wherefore didst thou doubt?
32. And when they were come into the ship, the wind ceased.
33. Then they that were in the ship came and worshipped him, saying, Of a truth thou art the Son of God.
34. And when they were gone over, they came into the land of Gennesaret.
35. And when the men of that place had knowledge of him, they sent out into all that country round about, and brought unto him all that were diseased;
36. And besought him that they might only touch the hem of his garment: and as many as touched were made perfectly whole.