Matthew, Chapter 15 Modern Greek

01 ΤΟΤΕ προσέρχονται προς τον Ιησούν οι από Ιεροσολύμων γραμματείς και Φαρισαίοι λέγοντες,
02 Διά τι οι μαθηταί σου παραβαίνουσι την παράδοσιν των πρεσβυτέρων; διότι δεν νίπτονται τας χείρας αυτών, όταν τρώγωσιν άρτον.
03 Ο δε αποκριθείς, είπε προς αυτούς, Διά τι και σείς παραβαίνετε την εντολήν το Θεού διά την παράδοσιν σας;
04 Διότι ο Θεός προσέταξε, λέγων, «Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα.» και « Ο κακολογών πατέρα ή μητέρα, εξάπαντος να θανατόνηται.»
05 Σείς όμως λέγετε,  Όστις είπη προς τον πατέρα, ή προς την μητέρα, Δώρον είναι ό,τι ήθελες ωφεληθή εξ εμού, αρκεί, και δύναται να μη τιμήση τον πατέρα αυτού, ή την μητέρα αυτού.
06 Και ηκυρώσατε την εντολήν του Θεού διά την παράδοσίν σας.
07 Υποκριταί, καλώς προεφήτευσε περί υμών ο Ησαϊας, λέγων,
08 « Ο λαός ούτος με πλησιάζει με το στόμα αυτών, και με τα χείλη με τιμά  η δε καρδία αυτών, μακράν απέχει απ' εμού Ησα.κθ'' 13, Ιεζ.λγ'.31
09 εις μάτην δε με σέβονται, διδάσκοντες διδασκαλίας, εντάλματα ανθρώπων.»
10 Και προσκαλέσας τον όχλον, είπε προς υτούς, Ακούετε και νοείτε.
11 Δεν μολύνει τον άνθρωπον το εισερχόμενον εις το στόμα, αλλά το εξερχόμενον εκ του στόματος, τούτο μολύνει τον άνθρωπον.
12 Τότε προσελθόντες οι μαθηταί αυτού είπον προς αυτόν, Εξεύρεις ότι οι Φαρισαίοι ακούσαντες τον λόγον τούτον εσκανδαλίσθησαν;
13 Ο δε αποκριθείς είπε, Πάσα φυτεία, την οποίαν δεν εφύτευσεν ο Πατήρ μου ο ουράνιος, θέλει εκριζωθή.
14 Αφήσατε αυτούς  είναι οδηγοί τυφλοί τυφλών  τυφλός δε τυφλόν εάν οδηγή, αμφότεροι εις βόθρον θέλουσι πέσει.
15 Αποκριθείς δε ο Πέτρος είπε προς αυτόν, Εξήγησον εις ημάς την παραβολήν ταύτην.
16 Και ο Ιησούς είπεν, Έτι και σείς ασύνετοι είσθε;
17 Δεν εννοείτε έτι, ότι παν το εισερχόμενον εις το στόμα καταβαίνει εις την κοιλίαν, και εκβάλλεται εις αφεδρώνα;
18 Τα δε εξερχόμενα εκ του στόματος, εκ της καρδίας εξέρχονται, και εκείνα μολύνουσι τον άνθρωπον.
19 Διότι εκ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι.
20 Ταύτα είναι τα μολύνοντα τον άνθρωπον  το δε να φάγη τις με ανίπτους χείρας δεν μολύνει τον άνθρωπον.
21 Και εξελθών εκείθεν ο Ιησούς, ανεχώρησεν εις τα μέρη Τύρου και Σιδώνος.
22 Και ιδού, γυνή Χαναναία εξελθούσα από των ορίων εκείνων εκραύγασε προς αυτόν, λέγουσα, Ελέησόν με, Κύριε, υιέ του Δαβίδ  η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται.
23 Ο δε δεν απεκρίθη προς αυτήν λόγον. Και προσελθόντες οι μαθηταί αυτού παρεκάλουν αυτόν, λέγοντες, Απόλυσον αυτήν, διότι κράζει όπισθεν ημών.
24 Ο δε αποκριθείς είπε, Δεν απεστάλην, ειμή εις τα πρόβατα τα απολωλότα του οίκου Ισραήλ.
25 Η δε ελθούσα προσεκύνει αυτόν, λέγουσα, Κύριε βοήθει μοι.
26 Ο δε αποκριθείς είπε, Δεν είναι καλόν να λάβη τις τον άρτον των τέκνων, και να ρίψη εις τα κυνάρια.
27 Η δε είπε, Ναί Κύριε  αλλά και τα κυνάρια τρώγουσιν από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών.
28 Τότε αποκριθείς ο Ιησούς είπε προς αυτήν,  Ώ γύναι, μεγάλη σου η πίστις  ας γείνη εις σε ως θέλεις. Και ιατρεύθη η θυγάτηρ αυτής από της ώρας εκείνης.
29 Και μεταβάς εκείθεν ο Ιησούς, ήλθε παρά την θάλασσαν της Γαλιλαίας  και αναβάς εις το όρος, εκάθητο εκεί.
30 Και ήλθον προς αυτόν όχλοι πολλοί, έχοντες μεθ' εαυτών χωλούς, τυφλούς, κωφούς , κουλλούς, και άλλους πολλούς  και έρριψαν αυτούς εις τους πόδας του Ιησού, και εθεράπευσεν αυτούς
31 ώστε οι όχλοι εθαύμασαν βλέποντες κωφούς λαλούντας, κουλλούς υγιείς, χωλούς περιπατούντας, και τυφλούς βλέποντας  και εδόξασαν τον Θεόν του Ισραήλ.
32 Ο δε Ιησούς προσκαλέσας τους μαθητάς αυτού, είπε, Σπλαγχνίζομαι δια τον όχλον , διότι τρείς ήδη ημέρας μένουσι πλησίον μου, και δεν έχουσι τι να φάγωσι  και να απολύσω αυτούς νήστεις δεν θέλω, μήποτε αποκάμωσι καθ' οδόν.
33 Και λέγουσι προς αυτόν οι μαθηταί αυτού, Πόθεν εις ημάς εν τη ερημία άρτοι τόσοι, ώστε να χορτάσωμεν τόσον όχλον;
34 Και λέγει προς αυτούς ο Ιησούς, Πόσους άρτους έχετε;  Οι δε είπον, Επτά, και ολίγα οψαράκια.
35 Και προσέταξε τους όχλους να καθίσωσιν επί την γην.
36 Και λαβών τους επτά άρτους και τα οψάρια, αφού ευχαρίστησεν, έκοψε, και έδωκεν εις τους μαθητάς αυτού, οι δε μαθηταί εις τον όχλον.
37 Και έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν  και εσήκωσαν το περίσσευμα των κλασμάτων επτά σπυρίδας πλήρεις.
38 Οι δε τρώγοντες ήσαν τετρακισχίλιοι άνδρες, εκτός γυναικών και παιδίων.
39 Αφού δε απέλυσε τούς όχλους, εισήλθεν εις το πλοίον, και ηλθεν εις τα όρια Μαγδαλά.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Matthew, Chapter 15 Demotic Greek

1. Έρχονται τότε στον Ιησού οι νομοδιδάσκαλοι και οι Φαρισαίοι των Ιεροσολύμων και του λένε:
2. «Γιατί οι μαθητές σου παραβαίνουν την παράδοση των πρεσβυτέρων; Διότι δεν πλένουν τα χέρια τους όταν τρώνε ψωμί».
3. Κι εκείνος τους αποκρίθηκε: «Κι εσείς γιατί παραβαίνετε την εντολή του Θεού για χάρη της παράδοσής σας;
4. Διότι ο Θεός έδωσε εντολή λέγοντας: Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου κι επίσης: Όποιος κακολογεί τον πατέρα του ή τη μητέρα του πρέπει να θανατώνεται».
5. Εσείς όμως λέτε: Μπορεί κανείς να πει στον πατέρα του ή τη μητέρα του: Εκείνο που ήταν να ωφεληθείς από μένα το κάνω δωρεά στο ναό, κι έτσι να μην τιμήσει τον πατέρα του ή τη μητέρα του και να είναι εντάξει!
6. Και καταργήσατε έτσι την εντολή του Θεού για χάρη της παράδοσής σας.
7. Υποκριτές! Καλά προφήτεψε για σας ο Ησαΐας, που λέει:
8. Ο λαός αυτός με το στόμα του με πλησιάζει και με τα χείλη με τιμάει αλλά η καρδιά του απέχει πολύ από μένα!
9. Άδικα, λοιπόν, με λατρεύουν διδάσκοντας διδαχές που είναι ανθρώπινα παραγγέλματα».
10. Έπειτα, αφού κάλεσε τον κόσμο κοντά του, τους είπε: «Ν' ακούτε και να καταλαβαίνετε:
11. Τον άνθρωπο δεν τον μολύνει αυτό που μπαίνει από το στόμα, αλλά αυτό που βγαίνει από το στόμα, αυτό είναι που μολύνει τον άνθρωπο».
12. Τότε τον πλησίασαν οι μαθητές του και του είπαν: «Το ξέρεις πως οι Φαρισαίοι σκανδαλίστηκαν ακούοντας αυτό που είπες;».
13. Κι αποκρίθηκε εκείνος και είπε: «Κάθε φυτεία που δεν τη φύτεψε ο Πατέρας μου ο ουράνιος θα ξεριζωθεί.
14. Αφήστε τους αυτούς. Είναι τυφλοί οδηγοί τυφλών ανθρώπων. Κι όταν τυφλός οδηγεί τυφλό και οι δυο θα πέσουν σε λάκκο».
15. Μίλησε τότε ο Πέτρος και είπε: «Εξήγησέ μας την παραβολή αυτή».
16. Κι ο Ιησούς απάντησε: «Ακόμα κι από σας λείπει η σύνεση;
17. Δεν καταλαβαίνετε ακόμα πως καθετί που μπαίνει στο στόμα, προχωράει στην κοιλιά και αποβάλλεται έπειτα στο αποχωρητήριο;
18. Εκείνα όμως που βγαίνουν από το στόμα, πηγάζουν από την καρδιά, κι εκείνα είναι που μολύνουν τον άνθρωπο.
19. Γιατί από την καρδιά πηγάζουν οι πονηρές σκέψεις, οι φόνοι, οι μοιχείες, οι πορνείες, οι κλεψιές, οι ψευδομαρτυρίες, οι βλαστήμιες.
20. Αυτά είναι που μολύνουν τον άνθρωπο, ενώ το να φάει με χέρια άπλυτα δε μολύνει τον άνθρωπο».
21. Βγήκε κατόπιν από εκεί ο Ιησούς και αναχώρησε στα μέρη της Τύρου και της Σιδώνας.
22. Εμφανίστηκε τότε μια Χαναναία γυναίκα, που βγήκε από την περιοχή εκείνη, και είπε κραυγάζοντας: «Ελέησέ με, Κύριε, Γιε του Δαβίδ. Η θυγατέρα μου δαιμονίζεται άσχημα».
23. Εκείνος όμως δεν της αποκρίθηκε ούτε λέξη. Τον πλησίασαν τότε οι μαθητές του και τον παρακαλούσαν λέγοντας: «Απομάκρυνέ την, γιατί μας ακολουθεί φωνάζοντας».
24. Κι εκείνος αποκρίθηκε: «Δε στάλθηκα, παρά μονάχα για τα χαμένα πρόβατα του λαού Ισραήλ».
25. Εκείνη όμως ήρθε και τον προσκυνούσε λέγοντας: «Κύριε, βοήθα με».
26. Αλλ' εκείνος της αποκρίθηκε: «Δεν είναι σωστό να πάρει κανείς το ψωμί των παιδιών του και να το πετάξει στα σκυλιά».
27. Τότε εκείνη του είπε: «Ναι, Κύριε, αλλά και τα σκυλιά θρέφονται από τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των αφεντικών τους».
28. Τότε ο Ιησούς της αποκρίθηκε: «Γυναίκα, μεγάλη είναι η πίστη σου! Να γίνει αυτό που θέλεις». Και γιατρεύτηκε η κόρη της την ώρα εκείνη.
29. Έφυγε κατόπιν ο Ιησούς από εκεί κι αφού ήρθε κοντά στη λίμνη της Γαλιλαίας, ανέβηκε στο βουνό κι εκεί καθόταν.
30. Τότε ήρθαν κοντά του πλήθη λαού έχοντας μαζί τους κουτσούς, τυφλούς, κωφάλαλους, κουλούς και πολλούς άλλους, που τους άφησαν μπροστά στα πόδια του Ιησού κι αυτός τους θεράπευσε,
31. έτσι ώστε ο κόσμος θαύμασε βλέποντας κωφάλαλους ν' ακούν και να μιλούν, κουλούς να έχουν γίνει καλά, κουτσούς να περπατούν και τυφλούς να βλέπουν, και δόξασαν το Θεό του Ισραήλ.
32. Τότε ο Ιησούς, αφού κάλεσε κοντά του τους μαθητές του, είπε: «Σπλαχνίζομαι τον κόσμο, γιατί τρεις μέρες τώρα παραμένουν κοντά μου και δεν έχουν τι να φάνε. Να τους σχολάσω όμως και νηστικούς, δεν το θέλω, μήπως και αποκάμουν στο δρόμο».
33. Του λένε τότε οι μαθητές του: «Πού να βρούμε μέσα εδώ στην ερημιά τόσα ψωμιά για να χορτάσουμε τόσο κόσμο;».
34. Και τους ρωτά ο Ιησούς: «Πόσα ψωμιά έχετε;». Κι εκείνοι απάντησαν: «Εφτά και λίγα ψαράκια».
35. Πρόσταξε τότε τα πλήθη να καθίσουν καταγής.
36. Κατόπιν πήρε τα εφτά ψωμιά και τα ψάρια κι αφού ευχαρίστησε, τα τεμάχισε κι έδωσε στους μαθητές του, και οι μαθητές στον κόσμο.
37. Κι έφαγαν όλοι και χόρτασαν. Κατόπιν σήκωσαν τα κομμάτια που περίσσεψαν, εφτά καλάθια γεμάτα.
38. Κι εκείνοι που είχαν φάει ήταν τέσσερις χιλιάδες άντρες, χωρίς γυναίκες και παιδιά.
39. Ύστερα, αφού απέλυσε τον κόσμο, ανέβηκε στο πλοίο και ήρθε στην περιοχή της Μαγδαλά.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Matthew

Matthew, Chapter 15 Ancient Greek

1. Τότε προσέρχονται τῷ Ἰησοῦ οἱ ἀπὸ Ἱεροσολύμων γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι λέγοντες·

2. διατί οἱ μαθηταί σου παραβαίνουσι τὴν παράδοσιν τῶν πρεσβυτέρων; οὐ γὰρ νίπτονται τὰς χεῖρας αὐτῶν ὅταν ἄρτον ἐσθίωσιν.

3. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· διατί καὶ ὑμεῖς παραβαίνετε τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν παράδοσιν ὑμῶν;

4. ὁ γὰρ Θεὸς ἐνετείλατο λέγων· τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα· καί· ὁ κακολογῶν πατέρα ἢ μητέρα θανάτῳ τελευτάτω.

5. ὑμεῖς δὲ λέγετε· ὃς ἂν εἴπῃ τῷ πατρὶ ἢ τῇ μητρί, δῶρον ὃ ἐὰν ἐξ ἐμοῦ ὠφεληθῇς, καὶ οὐ μὴ τιμήσῃ τὸν πατέρα αὐτοῦ ἢ τὴν μητέρα αὐτοῦ·

6. καὶ ἠκυρώσατε τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν παράδοσιν ὑμῶν.

7. ὑποκριταί καλῶς προεφήτευσε περὶ ὑμῶν Ἡσαΐας λέγων·

8. ἐγγίζει μοι ὁ λαὸς οὗτος τῷ στόματι αὐτῶν καὶ τοῖς χείλεσί με τιμᾷ, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ' ἐμοῦ·

9. μάτην δὲ σέβονταί με, διδάσκοντες διδασκαλίας ἐντάλματα ἀνθρώπων.

10. Καὶ προσκαλεσάμενος τὸν ὄχλον εἶπεν αὐτοῖς· ἀκούετε καὶ συνίετε·

11. οὐ τὸ εἰσερχόμενον εἰς τὸ στόμα κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὸ ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ στόματος τοῦτο κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον.

12. τότε προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ εἶπον αὐτῷ· οἶδας ὅτι οἱ Φαρισαῖοι ἐσκανδαλίσθησαν ἀκούσαντες τὸν λόγον;

13. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε· πᾶσα φυτεία ἣν οὐκ ἐφύτευσεν ὁ πατήρ μου ὁ οὐράνιος ἐκριζωθήσεται.

14. ἄφετε αὐτούς· ὁδηγοί εἰσι τυφλοὶ τυφλῶν· τυφλὸς δὲ τυφλὸν ἐὰν ὁδηγῇ, ἀμφότεροι εἰς βόθυνον πεσοῦνται.

15. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· φράσον ἡμῖν τὴν παραβολὴν ταύτην.

16. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· ἀκμὴν καὶ ὑμεῖς ἀσύνετοί ἐστε;

17. οὔπω νοεῖτε ὅτι πᾶν τὸ εἰσπορευόμενον εἰς τὸ στόμα εἰς τὴν κοιλίαν χωρεῖ καὶ εἰς ἀφεδρῶνα ἐκβάλλεται;

18. τὰ δὲ ἐκπορευόμενα ἐκ τοῦ στόματος ἐκ τῆς καρδίας ἐξέρχεται, κἀκεῖνα κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον.

19. ἐκ γὰρ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, πορνεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι.

20. ταῦτά ἐστι τὰ κοινοῦντα τὸν ἄνθρωπον· τὸ δὲ ἀνίπτοις χερσὶ φαγεῖν οὐ κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον.

21. Καὶ ἐξελθὼν ἐκεῖθεν ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος.

22. καὶ ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία ἀπὸ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγασεν αὐτῷ λέγουσα· ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυΐδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται.

23. ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον. καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν.

24. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ.

25. ἡ δὲ ἐλθοῦσα προσεκύνησεν αὐτῷ λέγουσα· Κύριε, βοήθει μοι.

26. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις.

27. ἡ δὲ εἶπε· ναί, Κύριε· καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν.

28. τότε ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης.

29. Καὶ μεταβὰς ἐκεῖθεν ὁ Ἰησοῦς ἦλθε παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἀναβὰς εἰς τὸ ὄρος ἐκάθητο ἐκεῖ.

30. καὶ προσῆλθον αὐτῷ ὄχλοι πολλοὶ ἔχοντες μεθ' ἑαυτῶν χωλούς, τυφλούς, κωφούς, κυλλοὺς καὶ ἑτέρους πολλούς, καὶ ἔρριψαν αὐτοὺς παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτούς,

31. ὥστε τοὺς ὄχλους θαυμάσαι βλέποντας κωφοὺς ἀκούοντας, ἀλάλους λαλοῦντας, κυλλοὺς ὑγιεῖς, χωλοὺς περιπατοῦντας καὶ τυφλοὺς βλέποντας· καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν Ἰσραήλ.

32. Ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ εἶπε· σπλαγχνίζομαι ἐπὶ τὸν ὄχλον, ὅτι ἤδη ἡμέραι τρεῖς προσμένουσί μοι καὶ οὐκ ἔχουσι τί φάγωσι· καὶ ἀπολῦσαι αὐτοὺς νήστεις οὐ θέλω, μήποτε ἐκλυθῶσιν ἐν τῇ ὁδῷ.

33. καὶ λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· πόθεν ἡμῖν ἐν ἐρημίᾳ ἄρτοι τοσοῦτοι ὥστε χορτάσαι ὄχλον τοσοῦτον;

34. καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· πόσους ἄρτους ἔχετε; οἱ δὲ εἶπον· ἑπτά, καὶ ὀλίγα ἰχθύδια.

35. καὶ ἐκέλευσε τοῖς ὄχλοις ἀναπεσεῖν ἐπὶ τὴν γῆν.

36. καὶ λαβὼν τοὺς ἑπτὰ ἄρτους καὶ τοὺς ἰχθύας, εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἔδωκε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις.

37. καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων ἑπτὰ σπυρίδας πλήρεις·

38. οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν τετρακισχίλιοι ἄνδρες χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων.

39. καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἐνέβη εἰς τὸ πλοῖον καὶ ἦλθεν εἰς τὰ ὅρια Μαγδαλά.

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Matthew, Chapter 15 (KJV)

 1. Then came to Jesus scribes and Pharisees, which were of Jerusalem, saying,
2. Why do thy disciples transgress the tradition of the elders? for they wash not their hands when they eat bread.
3. But he answered and said unto them, Why do ye also transgress the commandment of God by your tradition?
4. For God commanded, saying, Honour thy father and mother: and, He that curseth father or mother, let him die the death.
5. But ye say, Whosoever shall say to his father or his mother, It is a gift, by whatsoever thou mightest be profited by me;
6. And honour not his father or his mother, he shall be free . Thus have ye made the commandment of God of none effect by your tradition.
7.  Ye hypocrites, well did Esaias prophesy of you, saying,
8. This people draweth nigh unto me with their mouth, and honoureth me with their lips; but their heart is far from me.
9. But in vain they do worship me, teaching for doctrines the commandments of men.
10. And he called the multitude, and said unto them, Hear, and understand:
11. Not that which goeth into the mouth defileth a man; but that which cometh out of the mouth, this defileth a man.
12. Then came his disciples, and said unto him, Knowest thou that the Pharisees were offended, after they heard this saying?
13. But he answered and said, Every plant, which my heavenly Father hath not planted, shall be rooted up.
14. Let them alone: they be blind leaders of the blind. And if the blind lead the blind, both shall fall into the ditch.
15. Then answered Peter and said unto him, Declare unto us this parable.
16. And Jesus said, Are ye also yet without understanding?
17. Do not ye yet understand, that whatsoever entereth in at the mouth goeth into the belly, and is cast out into the draught?
18. But those things which proceed out of the mouth come forth from the heart; and they defile the man.
19. For out of the heart proceed evil thoughts, murders, adulteries, fornications, thefts, false witness, blasphemies:
20. These are the things which defile a man: but to eat with unwashen hands defileth not a man.
21. Then Jesus went thence, and departed into the coasts of Tyre and Sidon.
22. And, behold, a woman of Canaan came out of the same coasts, and cried unto him, saying, Have mercy on me, O Lord, thou Son of David; my daughter is grievously vexed with a devil.
23. But he answered her not a word. And his disciples came and besought him, saying, Send her away; for she crieth after us.
24. But he answered and said, I am not sent but unto the lost sheep of the house of Israel.
25. Then came she and worshipped him, saying, Lord, help me.
26. But he answered and said, It is not meet to take the children's bread, and to cast it to dogs.
27. And she said, Truth, Lord: yet the dogs eat of the crumbs which fall from their masters' table.
28. Then Jesus answered and said unto her, O woman, great is thy faith: be it unto thee even as thou wilt. And her daughter was made whole from that very hour.
29. And Jesus departed from thence, and came nigh unto the sea of Galilee; and went up into a mountain, and sat down there.
30. And great multitudes came unto him, having with them those that were lame, blind, dumb, maimed, and many others, and cast them down at Jesus' feet; and he healed them:
31. Insomuch that the multitude wondered, when they saw the dumb to speak, the maimed to be whole, the lame to walk, and the blind to see: and they glorified the God of Israel.
32. Then Jesus called his disciples unto him , and said, I have compassion on the multitude, because they continue with me now three days, and have nothing to eat: and I will not send them away fasting, lest they faint in the way.
33. And his disciples say unto him, Whence should we have so much bread in the wilderness, as to fill so great a multitude?
34. And Jesus saith unto them, How many loaves have ye? And they said, Seven, and a few little fishes.
35. And he commanded the multitude to sit down on the ground.
36. And he took the seven loaves and the fishes, and gave thanks, and brake them , and gave to his disciples, and the disciples to the multitude.
37. And they did all eat, and were filled: and they took up of the broken meat that was left seven baskets full.
38. And they that did eat were four thousand men, beside women and children.
39. And he sent away the multitude, and took ship, and came into the coasts of Magdala.