Matthew, Chapter 16 Modern Greek

01 Και προσελθόντες οι Φαρισαίοι και οι Σαδδουκαίοι, πειράζοντες αυτόν, εζήτησαν να δείξη εις αυτούς σημείον εκ του ουρανού.
02 Ο δε αποκριθείς είπε προς αυτούς, Όταν γείνη εσπέρα, λέγετε, Καλωσύνη διότι κοκκινίζει ο ουρανός.
03 Και το πρωϊ, Σήμερον χειμών  διότι κοκκινίζει σκυθρωπάζων ο ουρανός. Υποκριταί το μεν πρόσωπον του ουρανού εξεύρετε να διακρίνητε, τα δε σημεία των καιρών δεν δύνασθε;
04 Γενεά πονηρά και μοιχαλίς σημείον ζητεί  και σημείον δεν θέλει δοθή εις αυτήν ειμή το σημείον Ιωνά του προφήτου. Και αφήσας αυτούς ανεχώρησε.
05 Και ελθόντες οι μαθηταί αυτού εις το πέραν, ελησμόνησαν να λάβωσιν άρτους.
06 Ο δε Ιησούς είπε προς αυτούς, Βλέπετε και προσέχετε από της ζύμης των Φαρισαίων και Σαδδουκαίων.
07 Και εκείνοι διελογίζοντο εν εαυτοίς, λέγοντες,  Ότι άρτους δεν ελάβομεν.
08 Νοήσας δε ο Ιησούς, είπε προς αυτούς, Τι διαλογίζεσθε εν εαυτοίς, ολιγόπιστοι ότι άρτους δεν ελάβετε;
09 έτι δεν καταλαμβάνετε, ουδέ ενθυμείσθε τους πέντε άρτους των πεντακισχιλίων, και πόσους κοφίνους ελάβετε;
10 ουδέ τους επτά άρτους των τετρακισχιλίων, και πόσας σπυρίδας ελάβετε;
11 πως δεν καταλαμβάνετε ότι περί άρτου δεν σας είπον να προσέχητε από της ζύμης των Φαρισαίων και Σαδδουκαίων;
12 Τότε ενόησαν ότι δεν είπε να προσέχωσιν από της ζύμης του άρτου, αλλ' από της διδαχής των Φαρισαίων και Σαδδουκαίων.
13 Ότε δε ήλθεν ο Ιησούς εις τα μέρη της Καισαρείας της Φιλίππου, ηρώτα τους μαθητάς αυτού, λέγων, Τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι ότι είμαι εγώ ο Υιός του ανθρώπου;
14 Οι δε είπον,  Άλλοι μεν Ιωάννην τον Βαπτιστήν  άλλοι δε Ηλίαν  και άλλοι Ιερεμίαν, η ένα των Προφητών.
15 Λέγει πρός αυτούς, Αλλά σεις τίνα με λέγετε ότι είμαι;
16 Και αποκριθείς ο Σίμων Πέτρος, είπε, Συ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος.
17 Και αποκριθείς ο Ιησούς είπε προς αυτόν, Μακάριος είσαι, Σίμων υιέ του Ιωνά, διότι σάρξ και αίμα δεν σοί απεκάλυψε τούτο, αλλ' ο Πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς
18 Και εγώ δε σοι λέγω, Ότι σύ είσαι Πέτρος, και επι ταύτης της πέτρας θέλω οικοδομήσει την εκκλησίαν μου  και πύλαι άδου δε θέλουσιν ισχύσει κατ' αυτής.
19 Και θέλω σοι δώσει τα κλειδία της βασιλείας των ουρανών και ότι εάν δέσης επί της γής, θέλει είσθαι δεδεμένον εν τοις ουρανοίς  και ότι εαν λύσης επί της γής, θέλει είσθαι λελυμένον εν τοις ουρανοίς.
20 τότε παρήγγειλεν εις τους μαθητάς αυτού να μη είπωσι πρός μηδένα, ότι αυτός είναι Ιησούς ο Χριστός.
21 Από τότε ήρχισεν ο Ιησούς να δεικνύη εις τους μαθητάς αυτού, ότι πρέπει να υπάγη εις Ιεροσόλυμα, και να πάθη πολλά από των πρεσβυτέρων και αρχιερέων και γραμματέων, και να θανατωθή, και την τρίτην ημέραν να αναστηθή.
22 Και παραλαβών αυτόν ο Πέτρος κατ' ιδίαν, ήρχισε να επιτιμά αυτόν, λέγων, Γενού ίλεως εις σεαυτόν, Κύριε  δεν θέλει γείνει τούτο εις σε.
23 Εκείνος δε στραφείς είπε προς τον Πέτρον, Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά, σκάνδαλόν μου είσαι  διότι δεν φρονείς τα του Θεού, αλλά τα των ανθρώπων.
24 Τότε ο  Ιησούς είπε προς τους μαθητάς αυτού, Εαν τις θέλη να έλθη οπίσω μου, ας απαρνηθή εαυτόν, και ας σηκώση τον σταυρόν αυτού, και ας με ακολουθή.
25 Διότι όστις θέλει να σώση την ζωήν αυτού, θέλει απολέσει αυτήν  και όστις απολέση την ζωή αυτού ένεκεν εμού, θέλει ευρεί αυτήν.
26 Επειδή τι ωφελείται άνθρωπος, εαν τον κόσμον όλον κερδήση, την δε ψυχήν αυτού ζημιωθή; η τι θέλει δώσει άνθρωπος εις ανταλλαγήν της ψυχής αυτού;
27 Διότι μέλλει ο Υιός του ανθρώπου να έλθη εν τη δόξη του Πατρός αυτού μετά των αγγέλων αυτού  και τότε θέλει αποδώσει εις έκαστον κατά την πράξιν αυτού.
28 Αληθώς σας λέγω, είναι τινές των εδώ ισταμένων, οίτινες δεν θέλουσι  γευθή θάνατον, εωσού ίδωσι τον Υιόν του ανθρώπου ερχόμενον εν τη βασιλεία αυτού.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Matthew, Chapter 16 Demotic Greek

1. Ήρθαν τότε οι Φαρισαίοι και οι Σαδουκαίοι και θέλοντας να τον δοκιμάσουν του ζήτησαν να τους δείξει κάποιο αποδεικτικό σημάδι ουράνιας προέλευσης.
2. Κι εκείνος τους αποκρίθηκε: «Όταν αρχίσει να βραδιάζει, λέτε: Καλό καιρό θα έχουμε, γιατί ο ουρανός παίρνει το χρώμα της φωτιάς.
3. Και το πρωί λέτε: Κακοκαιρία θα έχουμε σήμερα, γιατί παίρνει το χρώμα της φωτιάς σκυθρωπάζοντας ο ουρανός. Υποκριτές! Τα χαρακτηριστικά του ουρανού ξέρετε να τα διακρίνετε, και δεν μπορείτε να διακρίνετε τα σημάδια των καιρών;
4. Γενιά πονηρή και μοιχαλίδα! Σημάδι ζητάει επίμονα, μα σημάδι δε θα της δοθεί πέρα από το σημάδι του προφήτη Ιωνά». Και παρατώντας τους έφυγε.
5. Κι όταν οι μαθητές του έφτασαν στην απέναντι όχθη της λίμνης, είδαν πως είχαν ξεχάσει να πάρουν ψωμιά.
6. Εκεί ο Ιησούς τους είπε: «Να έχετε το νου σας και να φυλάγεστε από το προζύμι των Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων».
7. Εκείνοι τότε άρχισαν να συλλογίζονται μέσα τους και να λένε: «Δεν πήραμε ψωμιά»!
8. Ο Ιησούς όμως κατάλαβε τη σκέψη τους και τους είπε: «Γιατί συλλογίζεστε μέσα σας πως δεν πήρατε ψωμιά, ολιγόπιστοι;
9. Ακόμα δεν καταλαβαίνετε; Ούτε θυμάστε τα πέντε ψωμιά των πέντε χιλιάδων και πόσα κοφίνια περισσεύματα μαζέψατε;
10. Καθώς και τα εφτά ψωμιά των τεσσάρων χιλιάδων και πόσα καλάθια περισσεύματα μαζέψατε;
11. Πώς δεν καταλαβαίνετε ότι δεν εννοούσα το ψωμί, όταν σας είπα να φυλάγεστε από το προζύμι των Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων;».
12. Τότε κατάλαβαν ότι δεν τους είπε να φυλάγονται από το προζύμι του ψωμιού, αλλά από τη διδαχή των Φαρισαίων και των Σαδδουκαίων.
13. Κι όταν ο Ιησούς ήρθε στα μέρη της Καισάρειας του Φιλίππου, ρωτούσε τους μαθητές του: «Ποιος, λένε οι άνθρωποι, ότι είμαι; Ποιος νομίζουν πως είμαι εγώ, ο Γιος του Ανθρώπου;».
14. Κι εκείνοι απάντησαν: «Άλλοι λένε πως είσαι ο Ιωάννης ο Βαφτιστής, άλλοι πως είσαι ο Ηλίας, κι άλλοι πάλι πως είσαι ο Ιερεμίας ή ένας από τους προφήτες».
15. Τους λέει: «Κι εσείς; Ποιος λέτε ότι είμαι;».
16. Απάντησε ο Πέτρος και είπε: «Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Γιος του Ζωντανού Θεού».
17. Τότε ο Ιησούς αποκρίθηκε: «Μακάριος είσαι Σίμωνα, γιε του Ιωνά, γιατί αυτό δε σου το αποκάλυψε άνθρωπος αλλά ο Πατέρας μου ο ουράνιος.
18. Κι εγώ σου λέω, λοιπόν, πως εσύ είσαι ο Πέτρος και πάνω σ' αυτήν την πέτρα θα χτίσω την εκκλησία μου και οι πύλες του Άδη δε θα μπορέσουν να την κατανικήσουν.
19. Και θα σου δώσω τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών και ό,τι αποκλείσεις στη γη, θα είναι αποκλεισμένο και στους ουρανούς. Και ό,τι λύσεις στη γη, θα είναι λυμένο και στους ουρανούς».
20. Τότε έδωσε αυστηρή εντολή στους μαθητές του να μην πουν σε κανέναν πως αυτός είναι ο Ιησούς, ο Χριστός.
21. Από τότε άρχισε ο Ιησούς να αποκαλύπτει στους μαθητές του, ότι πρέπει να πάει στα Ιεροσόλυμα και να πάθει πολλά από τους πρεσβυτέρους και από τους αρχιερείς και τους νομοδιδασκάλους και να θανατωθεί και την τρίτη μέρα να αναστηθεί.
22. Τότε ο Πέτρος, αφού τον πήρε παράμερα, άρχισε να του κάνει παρατηρήσεις λέγοντάς του: «Ο Θεός να σε φυλάει, Κύριε, να μη σου συμβεί αυτό το πράγμα»!
23. Εκείνος όμως στράφηκε και του είπε: «Φύγε από μπρος μου, Σατανά! Είσαι το εμπόδιό μου, γιατί δε συλλογιέσαι εκείνα που θέλει ο Θεός αλλά εκείνα που αρέσουν στους ανθρώπους».
24. Τότε ο Ιησούς είπε στους μαθητές του: «Αν κανείς θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του και ας σηκώσει το σταυρό του και ας με ακολουθεί.
25. Γιατί, όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του, θα τη χάσει. Και όποιος χάσει τη ζωή του για χάρη μου, αυτός θα τη βρει.
26. Κι άλλωστε τι ωφελείται ο άνθρωπος, αν κερδίσει τον κόσμο ολόκληρο αλλά χάσει τη ζωή του; Ή τι θα δώσει ο άνθρωπος σαν αντάλλαγμα για τη ζωή του;
27. Γιατί ο Γιος του ανθρώπου πρόκειται να έρθει με τη δόξα του Πατέρα του μαζί με τους αγγέλους του, και τότε θα αποδώσει στον καθένα ανάλογα με την πράξη του.
28. Πραγματικά, σας λέω, υπάρχουν μερικοί απ' αυτούς που βρίσκονται εδώ, οι οποίοι δε θα γευτούν θάνατο ωσότου δουν το Γιο του Ανθρώπου να έρχεται στη βασιλεία του»
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Matthew

Matthew, Chapter 16 Ancient Greek

1. Καὶ προσελθόντες οἱ Φαρισαῖοι καὶ Σαδδουκαῖοι πειράζοντες ἐπηρώτησαν αὐτὸν σημεῖον ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἐπιδεῖξαι αὐτοῖς.

2. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· ὀψίας γενομένης λέγετε· εὐδία· πυρράζει γὰρ ὁ οὐρανός·

3. καὶ πρωΐ· σήμερον χειμών· πυρράζει γὰρ στυγνάζων ὁ οὐρανός. ὑποκτιταί, τὸ μὲν πρόσωπον τοῦ οὐρανοῦ γινώσκετε διακρίνειν, τὰ δὲ σημεῖα τῶν καιρῶν οὐ δύνασθε γνῶναι;

4. γενεὰ πονηρὰ καὶ μοιχαλὶς σημεῖον ἐπιζητεῖ, καὶ σημεῖον οὐ δοθήσεται αὐτῇ εἰ μὴ τὸ σημεῖον Ἰωνᾶ τοῦ προφήτου. καὶ καταλιπὼν αὐτοὺς ἀπῆλθεν.

5. Καὶ ἐλθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ εἰς τὸ πέραν ἐπελάθοντο ἄρτους λαβεῖν.

6. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ὁρᾶτε καὶ προσέχετε ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων.

7. οἱ δὲ διελογίζοντο ἐν ἑαυτοῖς λέγοντες ὅτι ἄρτους οὐκ ἐλάβομεν.

8. γνοὺς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· τί διαλογίζεσθε ἐν ἑαυτοῖς, ὀλιγόπιστοι, ὅτι ἄρτους οὐκ ἐλάβετε;

9. οὔπω νοεῖτε, οὐδὲ μνημονεύετε τοὺς πέντε ἄρτους τῶν πεντακισχιλίων καὶ πόσους κοφίνους ἐλάβετε;

10. οὐδὲ τοὺς ἑπτὰ ἄρτους τῶν τετρακισχιλίων καὶ πόσας σπυρίδας ἐλάβετε;

11. πῶς οὐ νοεῖτε ὅτι οὐ περὶ ἄρτου εἶπον ὑμῖν προσέχειν ἀπὸ τῆς ζύμης τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων;

12. τότε συνῆκαν ὅτι οὐκ εἶπε προσέχειν ἀπὸ τῆς ζύμης τοῦ ἄρτου, ἀλλ' ἀπὸ τῆς διδαχῆς τῶν Φαρισαίων καὶ Σαδδουκαίων.

13. Ἐλθὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἰς τὰ μέρη Καισαρείας τῆς Φιλίππου ἠρώτα τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ λέγων· τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου;

14. οἱ δὲ εἶπον· οἱ μὲν Ἰωάννην τὸν βαπτιστήν, ἄλλοι δὲ Ἠλίαν, ἕτεροι δὲ Ἱερεμίαν ἢ ἕνα τῶν προφητῶν.

15. λέγει αὐτοῖς· ὑμεῖς δὲ τίνα με λέγετε εἶναι;

16. ἀποκριθεὶς δὲ Σίμων Πέτρος εἶπε· σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος.

17. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· μακάριος εἶ, Σίμων Βαριωνᾶ, ὅτι σὰρξ καὶ αἷμα οὐκ ἀπεκάλυψέ σοι, ἀλλ' ὁ πατήρ μου ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς.

18. κἀγὼ δέ σοι λέγω ὅτι σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς.

19. καὶ δώσω σοι τὰς κλεῖς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, καὶ ὃ ἐὰν δήσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς, καὶ ὃ ἐὰν λύσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται λελυμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς.

20. τότε διεστείλατο τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ἵνα μηδενὶ εἴπωσιν ὅτι αὐτός ἐστιν Ἰησοῦς ὁ Χριστός.

21. Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς δεικνύειν τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ὅτι δεῖ αὐτὸν ἀπελθεῖν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ πολλὰ παθεῖν ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων καὶ ἀρχιερέων καὶ γραμματέων καὶ ἀποκτανθῆναι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθῆναι.

22. καὶ προσλαβόμενος αὐτὸν ὁ Πέτρος ἤρξατο ἐπιτιμᾶν αὐτῷ λέγων· ἵλεώς σοι, Κύριε· οὐ μὴ ἔσται σοι τοῦτο.

23. ὁ δὲ στραφεὶς εἶπε τῷ Πέτρῳ· ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· σκάνδαλον μου εἶ· ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων.

24. Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι.

25. ὃς γὰρ ἂν θέλῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ' ἂν ἀπολέσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ, εὑρήσει αὐτήν.

26. τί γὰρ ὠφελεῖται ἄνθρωπος ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῇ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;

27. μέλλει γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεσθαι ἐν τῇ δόξῃ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων αὐτοῦ, καὶ τότε ἀποδώσει ἑκάστῳ κατὰ τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ.

28. ἀμὴν λέγω ὑμῖν, εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστικότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν τῇ βασιλείᾳ αὐτοῦ.

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Matthew, Chapter 16 (KJV)

01  The Pharisees also with the Sadducees came, and tempting desired him that he would show them a sign from heaven.
02  He answered and said unto them, When it is evening, ye say, It will be fair weather: for the sky is red.
03  And in the morning, It will be foul weather to day: for the sky is red and lowering. O ye hypocrites, ye can discern the face of the sky; but can ye not discern the signs of the times?
04  A wicked and adulterous generation seeketh after a sign; and there shall no sign be given unto it, but the sign of the prophet Jonas. And he left them, and departed.
05  And when his disciples were come to the other side, they had forgotten to take bread.
06  Then Jesus said unto them, Take heed and beware of the leaven of the Pharisees and of the Sadducees.
07  And they reasoned among themselves, saying, It is because we have taken no bread.
08  Which when Jesus perceived, he said unto them, O ye of little faith, why reason ye among yourselves, because ye have brought no bread?
09  Do ye not yet understand, neither remember the five loaves of the five thousand, and how many baskets ye took up?
10  Neither the seven loaves of the four thousand, and how many baskets ye took up?
11  How is it that ye do not understand that I spake it not to you concerning bread, that ye should beware of the leaven of the Pharisees and of the Sadducees?
12  Then understood they how that he bade them not beware of the leaven of bread, but of the doctrine of the Pharisees and of the Sadducees.
13  When Jesus came into the coasts of Caesarea Philippi, he asked his disciples, saying, Whom do men say that I the Son of man am?
14  And they said, Some say that thou art John the Baptist: some, Elias; and others, Jeremias, or one of the prophets.
15  He saith unto them, But whom say ye that I am?
16  And Simon Peter answered and said, Thou art the Christ, the Son of the living God.
17  And Jesus answered and said unto him, Blessed art thou, Simon Barjona: for flesh and blood hath not revealed it unto thee, but my Father which is in heaven.
18  And I say also unto thee, That thou art Peter, and upon this rock I will build my church; and the gates of hell shall not prevail against it.
19  And I will give unto thee the keys of the kingdom of heaven: and whatsoever thou shalt bind on earth shall be bound in heaven: and whatsoever thou shalt loose on earth shall be loosed in heaven.
20  Then charged he his disciples that they should tell no man that he was Jesus the Christ.
21  From that time forth began Jesus to show unto his disciples, how that he must go unto Jerusalem, and suffer many things of the elders and chief priests and scribes, and be killed, and be raised again the third day.
22  Then Peter took him, and began to rebuke him, saying, Be it far from thee, Lord: this shall not be unto thee.
23  But he turned, and said unto Peter, Get thee behind me, Satan: thou art an offence unto me: for thou savourest not the things that be of God, but those that be of men.
24  Then said Jesus unto his disciples, If any man will come after me, let him deny himself, and take up his cross, and follow me.
25  For whosoever will save his life shall lose it: and whosoever will lose his life for my sake shall find it.
26  For what is a man profited, if he shall gain the whole world, and lose his own soul? or what shall a man give in exchange for his soul?
27  For the Son of man shall come in the glory of his Father with his angels; and then he shall reward every man according to his works.
28  Verily I say unto you, There be some standing here, which shall not taste of death, till they see the Son of man coming in his kingdom.