Matthew, Chapter 19 Modern Greek

01 Και ότε ετελείωσεν ο Ιησούς τους λόγους τούτους, ανεχώρησεν απο της Γαλιλαίας και ήλθεν εις τα όρια της Ιουδαίας,  πέραν του Ιορδάνου.
02 Και ηκολούθησαν αυτόν όχλοι πολλοί  και εθεράπευσεν αυτούς εκεί.
03 Και ήλθον πρός αυτόν οι Φαρισαίοι, πειράζοντες αυτόν, και λέγοντες πρός αυτόν Συγχωρείται εις τον άνθρωπον να χωρισθή την γυναίκα αυτού δια πάσαν αιτίαν;
04 Ο δε αποκριθείς είπε πρός αυτούς, Δεν ανεγνώσατε ότι ο πλάσας απ' αρχής άρσεν και θήλυ έπλασεν αυτούς;
05 Και είπεν, «Ένεκεν τούτου θέλει αφήσει άνθρωπος τον πατέρα και την μητέρα, και θέλει προσκολληθή εις την γυναίκα αυτού, και θέλουσιν είσθαι οι δύο εις σάρκα μίαν΄;»
06  Ώστε δεν είναι πλέον δύο, αλλά μία σάρξ. Εκείνο λοιπόν το οποίον ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος ας μη χωρίζη.
07 Λέγουσι πρός αυτόν, Δια τι λοιπόν ο Μωϋσής προσέταξε να δώση έγγραφον διαζυγίου, και να χωρισθή αυτήν;
08 Λέγει πρός αυτούς, Διότι ο Μωϋσής δια την σκληροκαρδίαν σας συνεχώρησεν εις εσάς να χωρίζησθε τας γυναίκας σας  απ' αρχής όμως δεν έγεινεν ούτω.
09 Σας λέγω δε, ότι όστις χωρισθή την γυναίκα αυτού, εκτός δια πορνείαν, και νυμφευθή άλλην, γίνεται μοιχός  και όστις νυμφευθή γυναίκα κεχωρισμένην, γίνεται μοιχός.
10 Λέγουσι πρός αυτόν οι μαθηταί αυτού, Εαν ούτως έχη η υποχρέωσις του ανδρός πρός την γυναίκα, δεν συμφέρει να νυμφευθή.
11 Ο δε είπε πρός αυτούς, Δεν δύνανται πάντες να δεχθώσι τον λόγον τούτον, αλλ' εις όσους είναι δεδομένον.
12 Διότι είναι ευνούχοι, οίτινες εκ κοιλίας μητρός εγεννήθησαν ούτω  και είναι ευνούχοι, οίτινες ευνουχίσθησαν υπό των ανθρώπων  και είναι ευνούχοι, οίτινες ευνούχισαν εαυτούς δια την βασιλείαν των ουρανών. 'όστις δύναται να δεχθή τούτο, ας δεχθή.
13 Τότε εφέρθησαν πρός αυτόν παιδία, δια να επιθέση τας χείρας επ' αυτά, και να ευχηθή  οι δε μαθηταί επέπληξαν αυτά.
14 Πλήν ο Ιησούς είπεν, Αφήσατε τα παιδία, και μη εμποδίζετε αυτά να έλθωσι πρός εμέ  διότι των τοιούτων είναι η βασιλεία των ουρανών.
15 Και αφού επέθηκεν επ' αυτά τας χείρας, ανεχώρησεν εκείθεν.
16  Και ιδού, προσελθών τις είπε πρός αυτόν, Διδάσκαλε αγαθέ, τι καλόν να πράξω δια να έχω ζωήν αιώνιον;
17  Ο δε είπε πρός αυτόν, Τι με λέγεις αγαθόν; ουδείς αγαθός ειμή εις, ο Θεός. Αλλ' εάν θέλης να εισέλθης εις την ζωήν, φύλαξον τας εντολάς.
18  Λέγει πρός αυτόν, Ποίας;  Και ο Ιησούς είπε,  Το «Μη φονεύσης  Μη μοιχεύσης  Μη κλέψης  Μη ψευδομαρτυρήσης.
19  Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα « και «Θέλεις αγαπά τον πλησίον σου ως σεαυτόν.»
20  Λέγει πρός αυτόν ο νεανίσκος, Πάντα ταύτα εφύλαξα εκ νεότητός μου  τι μοι λείπει έτι;
21  Είπε πρός αυτόν ο Ιησούς,  Εάν θέλης να ήσαι τέλειος, ύπαγε, πώλησον τα υπάρχοντά σου, και δος εις πτωχούς  και θέλεις έχει θησαυρόν εν ουρανώ  και ελθέ ακολούθει μοι.
22  Ακούσας δε ο νεανίσκος τον λόγον, ανεχώρησε λυπούμενος διότι είχε κτήματα πολλά.
23 Και ο Ιησούς είπε πρός τους μαθητάς αυτού, Αληθώς σας λέγω, ότι δυσκόλως θέλει  εισέλθει πλούσιος εις την βασιλείαν των ουρανών.
24 Και πάλιν σας λέγω, Ευκολώτερον είναι να περάση κάμηλος δια τρυπήματος βελόνης, παρά πλούσιος να εισέλθη εις την βασιλείαν του Θεού.
25 Ακούσαντες δε οι μαθηταί αυτού, εξεπλήττοντο σφόδρα, λέγοντες, Τις λοιπόν δύναται να σωθή;
26 Εμβλέψας δε ο Ιησούς είπε πρός αυτούς, Παρά ανθρώποις τούτο αδύνατον είναι, παρά τω Θεώ όμως τα πάντα είναι δυνατά.
27 Τότε αποκριθείς ο Πέτρος, είπε πρός αυτόν, Ιδού, ημείς αφήκαμεν πάντα και σοι ηκολουθήσαμεν  τι λοιπόν θέλει είσθαι εις ημάς;
28 Ο δε Ιησούς είπε πρός αυτούς, Αληθώς σας λέγω, ότι σεις οι ακολουθήσαντές μοι ,εν τη παλιγγενεσία, όταν καθίση ο Υιός του ανθρώπου επί του θρόνου της δόξης αυτού, θέλετε καθίσει και σείς επί δώδεκα θρόνους, κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ.
29 Και πάς όστις αφήκεν οικίας, ή αδελφούς, ή αδελφάς, ή πατέρα, ή μητέρα, ή γυναίκα, ή τέκνα, ή αγρούς, ένεκεν του ονόματός μου, εκατονταπλάσια θέλει λάβει, και ζωήν αιώνιον θέλει κληρονομήσει.
30 Πολλοί όμως πρώτοι θέλουσι είσθαι έσχατοι, και έσχατοι πρώτοι.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Matthew, Chapter 19 Demotic Greek

1. Κι όταν τελείωσε ο Ιησούς να τα λέει αυτά, αναχώρησε από τη Γαλιλαία και ήρθε στην περιοχή της Ιουδαίας, πέρα από τον Ιορδάνη,
2. όπου τον ακολούθησε πολύς λαός και τους θεράπευσε εκεί.
3. Τον πλησίασαν τότε οι Φαρισαίοι πειράζοντάς τον και λέγοντάς του: «Επιτρέπεται στον άντρα να χωρίσει τη γυναίκα του για οποιαδήποτε αιτία;».
4. Κι αποκρίθηκε εκείνος και τους είπε: «Δε διαβάσατε ότι από την αρχή ο Δημιουργός τούς δημιούργησε άντρα και γυναίκα
5. και είπε: Γι' αυτό θα εγκαταλείψει ο άντρας τον πατέρα του και τη μητέρα του και θα προσκολληθεί στη γυναίκα του, και θα γίνουν οι δύο μια σάρκα;
6. Επομένως δεν είναι δύο, αλλά μια σάρκα. Εκείνο, λοιπόν, που ο Θεός ζευγάρωσε ο άνθρωπος να μην το χωρίζει».
7. Του λένε: «Τότε γιατί ο Μωυσής έδωσε εντολή να της δώσει γραπτό διαζύγιο και να τη χωρίσει;».
8. Τους λέει: «Εξαιτίας της σκληροκαρδίας σας σας επέτρεψε ο Μωυσής να χωρίσετε τις γυναίκες σας, όμως από την αρχή δεν έχει γίνει έτσι.
9. Και σας λέω τούτο, ότι όποιος χωρίσει τη γυναίκα του, για λόγο άλλο εκτός από πορνεία, και παντρευτεί άλλη, γίνεται μοιχός και όποιος παντρευτεί χωρισμένη γυναίκα, γίνεται μοιχός».
10. Του λένε οι μαθητές του: «Αν είναι τέτοια η προϋπόθεση του δεσμού του άντρα με τη γυναίκα του, τότε δε συμφέρει να παντρευτεί κανείς».
11. Κι εκείνος τους είπε: «Δεν μπορούν όλοι να δεχτούν την αλήθεια αυτή, αλλά μόνο εκείνοι στους οποίους έχει δοθεί αυτή η χάρη.
12. Γιατί υπάρχουν ευνούχοι που από την κοιλιά των μητέρων τους γεννήθηκαν έτσι, και υπάρχουν ευνούχοι που ευνουχίστηκαν από τους ανθρώπους, και υπάρχουν ευνούχοι που ευνουχίστηκαν μόνοι τους για τη βασιλεία των ουρανών. Όποιος μπορεί να το δεχτεί αυτό, ας το δεχτεί».
13. Τότε του έφεραν μερικά παιδιά για να επιθέσει τα χέρια του πάνω τους και να προσευχηθεί, αλλά οι μαθητές τους μάλωσαν.
14. Ο Ιησούς όμως είπε: «Αφήστε τα παιδιά και μην τα εμποδίζετε να έρθουν σ' εμένα, γιατί η βασιλεία των ουρανών ανήκει σε ανθρώπους που είναι σαν κι αυτά».
15. Κι αφού έθεσε τα χέρια του πάνω σ' αυτά, αναχώρησε από εκεί.
16. Εμφανίστηκε τότε κάποιος που τον πλησίασε και του είπε: «Δάσκαλε αγαθέ, τι καλό να κάνω για να έχω ζωή αιώνια;».
17. Κι εκείνος του απάντησε: «Τι με λες αγαθό; Κανένας δεν είναι αγαθός, παρά μόνο ένας, ο Θεός. Μα αν θέλεις να μπεις στη ζωή, φύλαξε τις εντολές».
18. Τον ρωτάει: «Ποιες;». Κι ο Ιησούς του είπε: «Το Μη φονεύσεις, Μη μοιχέψεις, Μην κλέψεις, Μην ψευδομαρτυρήσεις,
19. Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, και Ν' αγαπήσεις τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου».
20. Του λέει ο νέος: «Όλα αυτά τα φύλαξα από την παιδική μου ηλικία. Σε τι άλλο υστερώ;».
21. Του είπε ο Ιησούς: «Αν θέλεις να είσαι τέλειος, πήγαινε πούλησε τα υπάρχοντά σου και δώσε τα σε φτωχούς, και θα αποκτήσεις θησαυρό στον ουρανό. Κι έλα εδώ και ακολούθα με».
22. Ο νέος όμως, σαν άκουσε την απάντηση, έφυγε λυπημένος, γιατί είχε κτήματα πολλά.
23. Τότε ο Ιησούς είπε στους μαθητές του: «Σας βεβαιώνω πως δύσκολα θα μπει πλούσιος στη βασιλεία των ουρανών.
24. Και πάλι σας το τονίζω πως είναι ευκολότερο να περάσει μια καμήλα από την τρύπα της βελόνας, παρά να μπει ένας πλούσιος στη βασιλεία του Θεού»!
25. Και όταν το άκουσαν αυτό οι μαθητές του, ένιωσαν πολύ μεγάλη έκπληξη κι έλεγαν: «Τότε, λοιπόν, ποιος μπορεί να σωθεί;».
26. Κι ο Ιησούς τους κοίταξε κατά πρόσωπο και τους είπε: «Για τους ανθρώπους αυτό είναι αδύνατο, για το Θεό όμως όλα είναι δυνατά».
27. Αποκρίθηκε τότε ο Πέτρος και του είπε: «Δες! Εμείς τ' αφήσαμε όλα και σε ακολουθήσαμε. Τι θα συμβεί, λοιπόν, σ' εμάς;».
28. Κι ο Ιησούς τους είπε: «Σας βεβαιώνω πως εσείς που με ακολουθήσατε, στο ξεκίνημα της νέας αναστημένης ζωής, τότε που ο Γιος του Ανθρώπου θα καθίσει στο θρόνο της δόξας του, θα καθίσετε κι εσείς πάνω σε δώδεκα θρόνους και θα κρίνετε τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ.
29. Και ο καθένας που άφησε σπίτια ή αδελφούς ή αδελφές ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή παιδιά ή χωράφια για χάρη μου, εκατονταπλάσια θα πάρει και θα κληρονομήσει ζωή αιώνια.
30. Όμως, πολλοί πρώτοι θα γίνουν τελευταίοι και τελευταίοι, πρώτοι».
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Matthew, Chapter 19 Ancient Greek

1. Καὶ ἐγένετο ὅτε ἐτέλεσεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς λόγους τούτους μετῆρεν ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας καὶ ἦλθεν εἰς τὰ ὅρια τῆς Ἰουδαίας πέραν τοῦ Ἰορδάνου.

2. καὶ ἠκολούθησαν αὐτῷ ὄχλοι πολλοί, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτοὺς ἐκεῖ.

3. Καὶ προσῆλθον αὐτῷ οἱ Φαρισαῖοι πειράζοντες αὐτὸν καὶ λέγοντες αὐτῷ· εἰ ἔξεστιν ἀνθρώπῳ ἀπολῦσαι τὴν γυναῖκα αὐτοῦ κατὰ πᾶσαν αἰτίαν;

4. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ ἀνέγνωτε ὅτι ὁ ποιήσας ἀπ' ἀρχῆς ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτοὺς καὶ εἶπεν,

5. ἕνεκεν τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα καὶ κολληθήσεται τῇ γυναικὶ αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν;

6. ὥστε οὐκέτι εἰσὶ δύο, ἀλλὰ σὰρξ μία. ὃ οὖν ὁ Θεὸς συνέζευξεν, ἄνθρωπος μὴ χωριζέτω.

7. λέγουσιν αὐτῷ· τί οὖν Μωϋσῆς ἐνετείλατο δοῦναι βιβλίον ἀποστασίου καὶ ἀπολῦσαι αὐτήν;

8. λέγει αὐτοῖς· ὅτι Μωϋσῆς πρὸς τὴν σκληροκαρδίαν ὑμῶν ἐπέτρεψεν ὑμῖν ἀπολῦσαι τὰς γυναῖκας ὑμῶν· ἀπ' ἀρχῆς δὲ οὐ γέγονεν οὕτω.

9. λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ εἰ μὴ ἐπὶ πορνείᾳ καὶ γαμήσῃ ἄλλην, μοιχᾶται· καὶ ὁ ἀπολελυμένην γαμήσας μοιχᾶται.

10. λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ· εἰ οὕτως ἐστὶν ἡ αἰτία τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τῆς γυναικός, οὐ συμφέρει γαμῆσαι.

11. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· οὐ πάντες χωροῦσι τὸν λόγον τοῦτον, ἀλλ' οἷς δέδοται·

12. εἰσὶ γὰρ εὐνοῦχοι οἵτινες ἐκ κοιλίας μητρὸς ἐγεννήθησαν οὕτω. καὶ εἰσὶν εὐνοῦχοι οἵτινες εὐνουχίσθησαν ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων, καὶ εἰσὶν εὐνοῦχοι οἵτινες εὐνούχισαν ἑαυτοὺς διὰ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. ὁ δυνάμενος χωρεῖν χωρείτω.

13. Τότε προσηνέχθη αὐτῷ παιδία, ἵνα ἐπιθῇ αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ προσεύξηται· οἱ δὲ μαθηταὶ ἐπετίμησαν αὐτοῖς.

14. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· ἄφετε τὰ παιδία καὶ μὴ κωλύετε αὐτὰ ἐλθεῖν πρός με· τῶν γὰρ τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

15. καὶ ἐπιθεὶς τὰς χεῖρας αὐτοῖς ἐπορεύθη ἐκεῖθεν.

16. Καὶ ἰδοὺ εἷς προσελθὼν εἶπεν αὐτῷ· διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ἀγαθὸν ποιήσω ἵνα ἔχω ζωὴν αἰώνιον;

17. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός. εἰ δὲ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωήν, τήρησον τὰς ἐντολάς.

18. λέγει αὐτῷ· ποίας; ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε· τὸ οὐ φονεύσεις, οὐ μοιχεύσεις, οὐ κλέψεις, οὐ ψευδομαρτυρήσεις,

19. τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα, καὶ ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν.

20. λέγει αὐτῷ ὁ νεανίσκος· πάντα ταῦτα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου· τί ἔτι ὑστερῶ;

21. ἔφη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· εἰ θέλεις τέλειος εἶναι, ὕπαγε πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς, καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῷ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι.

22. ἀκούσας δὲ ὁ νεανίσκος τὸν λόγον ἀπῆλθε λυπούμενος· ἦν γὰρ ἔχων κτήματα πολλά.

23. Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.

24. πάλιν δὲ λέγω ὑμῖν, εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ῥαφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν.

25. ἀκούσαντες δὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἐξεπλήσσοντο σφόδρα λέγοντες· τίς ἄρα δύναται σωθῆναι;

26. ἐμβλέψας δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· παρὰ ἀνθρώποις τοῦτο ἀδύνατόν ἐστι, παρὰ δὲ Θεῷ πάντα δυνατά ἐστι.

27. Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν;

28. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ.

29. καὶ πᾶς ὃς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει.

30. Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι.

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Matthew, Chapter 19 (KJV)

01  And it came to pass, that when Jesus had finished these sayings, he departed from Galilee, and came into the coasts of Judaea beyond Jordan;
02  And great multitudes followed him; and he healed them there.
03  The Pharisees also came unto him, tempting him, and saying unto him, Is it lawful for a man to put away his wife for every cause?
04  And he answered and said unto them, Have ye not read, that he which made them at the beginning made them male and female,
05  And said, For this cause shall a man leave father and mother, and shall cleave to his wife: and they twain shall be one flesh?
06  Wherefore they are no more twain, but one flesh. What therefore God hath joined together, let not man put asunder.
07  They say unto him, Why did Moses then command to give a writing of divorcement, and to put her away?
08  He saith unto them, Moses because of the hardness of your hearts suffered you to put away your wives: but from the beginning it was not so.
09  And I say unto you, Whosoever shall put away his wife, except it be for fornication, and shall marry another, committeth adultery: and whoso marrieth her which is put away doth commit adultery.
10  His disciples say unto him, If the case of the man be so with his wife, it is not good to marry.
11  But he said unto them, All men cannot receive this saying, save they to whom it is given.
12  For there are some eunuchs, which were so born from their mother's womb: and there are some eunuchs, which were made eunuchs of men: and there be eunuchs, which have made themselves eunuchs for the kingdom of heaven's sake. He that is able to receive it, let him receive it.
13  Then were there brought unto him little children, that he should put his hands on them, and pray: and the disciples rebuked them.
14  But Jesus said, Suffer little children, and forbid them not, to come unto me: for of such is the kingdom of heaven.
15  And he laid his hands on them, and departed thence.
16  And, behold, one came and said unto him, Good Master, what good thing shall I do, that I may have eternal life?
17  And he said unto him, Why callest thou me good? there is none good but one, that is, God: but if thou wilt enter into life, keep the commandments.
18  He saith unto him, Which? Jesus said, Thou shalt do no murder, Thou shalt not commit adultery, Thou shalt not steal, Thou shalt not bear false witness,
19  Honour thy father and thy mother: and, Thou shalt love thy neighbour as thyself.
20  The young man saith unto him, All these things have I kept from my youth up: what lack I yet?
21  Jesus said unto him, If thou wilt be perfect, go and sell that thou hast, and give to the poor, and thou shalt have treasure in heaven: and come and follow me.
22  But when the young man heard that saying, he went away sorrowful: for he had great possessions.
23  Then said Jesus unto his disciples, Verily I say unto you, That a rich man shall hardly enter into the kingdom of heaven.
24  And again I say unto you, It is easier for a camel to go through the eye of a needle, than for a rich man to enter into the kingdom of God.
25  When his disciples heard it, they were exceedingly amazed, saying, Who then can be saved?
26  But Jesus beheld them, and said unto them, With men this is impossible; but with God all things are possible.
27  Then answered Peter and said unto him, Behold, we have forsaken all, and followed thee; what shall we have therefore?
28  And Jesus said unto them, Verily I say unto you, That ye which have followed me, in the regeneration when the Son of man shall sit in the throne of his glory, ye also shall sit upon twelve thrones, judging the twelve tribes of Israel.
29  And every one that hath forsaken houses, or brethren, or sisters, or father, or mother, or wife, or children, or lands, for my name's sake, shall receive an hundredfold, and shall inherit everlasting life.
30  But many that are first shall be last; and the last shall be first.