Matthew, Chapter 20 Modern Greek

01  Διότι η βασιλεία των ουρανών είναι ομοία με άνθρωπον οικοδεσπότην, όστις εξήλθεν άμα τω πρωϊ δια να μισθώση εργάτας δια τον αμπελώνα αυτού
02  αφού δε συνεφώνησε μετά των εργατών προς εν δηνάριον την ημέραν, απέστειλεν αυτούς εις τον αμπελώνα αυτού.
03  Και εξελθών περί την τρίτην ώραν, είδεν άλλους ισταμένους εν τη αγορά αργούς.
04  Και προς εκείνους είπεν, Υπάγετε και σεις εις τον αμπελώνα, και ό, τι είναι δίκαιον θέλω σας δώσει. Και εκείνοι υπήγον.
05 Πάλιν εξελθών περί την έκτην και εννάτην ώραν έκαμεν ωσαύτως.
06 Περί δε την ενδεκάτην ώραν εξελθών, εύρεν άλλους ισταμένους αργούς, και λέγει προς αυτούς, Δια τι ίστασθε εδώ όλην την ημέραν αργοί;
07 Λέγουσι προς αυτόν, Διότι ουδείς εμίσθωσεν ημάς. Λέγει προς αυτούς, Υπάγετε και σεις εις τον αμπελώνα, και ό,τι είναι δίκαιον, θέλετε λάβει.
08 Αφού δε έγεινεν εσπέρα, λέγει ο κύριος του αμπελώνος προς τον επίτροπον αυτού Κάλεσον τούς εργάτας, και απόδος εις αυτούς τον μισθόν, αρχίσας απο των εσχάτων έως των πρώτων.
09 Και ελθόντες οι περί την ενδεκάτην ώραν μισθωθέντες, έλαβον ανά εν δηνάριον.
10 Ελθόντες δε οι πρώτοι ενόμισαν ότι θέλουσι λάβει πλειότερα  έλαβον όμως και αυτοί ανά εν δηνάριον.
11 Και λαβόντες, εγόγγυζον κατά του οικοδεσπότου,
12λέγοντες, Ότι ούτοι οι έσχατοι μίαν ώραν έκαμον, και έκαμες αυτούς ίσους με ημάς, οίτινες εβαστάσαμεν το βάρος της ημέρας και τον καύσωνα.
13 Ο δε αποκριθείς, είπε προς ένα εξ αυτών, Φίλε, δεν σε αδικώ  δεν συνεφώνησας εν δηνάριον μετ' εμού;
14 Λάβε το σόν, και ύπαγε θέλω δε να δώσω εις τούτον τον έσχατον, ως και εις σε
15 ή δεν έχω την εξουσίαν να κάμω ότι θέλω εις τα εμά; ή ο οφθαλμός σου είναι πονηρός, διότι εγώ είμαι αγαθός;
16 Ούτω θέλουσιν είσθαι οι έσχατοι πρώτοι, και οι πρώτοι έσχατοι  διότι πολλοί είναι οι κεκλημένοι, ολίγοι δε οι εκλεκτοί.
17  Και αναβαίνων ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα, παρέλαβε τους δώδεκα μαθητάς κατ' ιδίαν εν τη οδώ, και είπε πρός αυτούς,
18  Ιδού, αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα, και ο Υιός του ανθρώπου θέλει παραδοθή εις τούς αρχιερείς και γραμματείς, και θέλουσι καταδικάσει αυτόν εις θάνατον
19 και θέλουσι παραδώσει αυτόν εις τα έθνη δια να εμπαίξωσι και μαστιγώσωσι και σταυρώσωσι  και τη τρίτη ημέρα θέλει αναστηθή.
20 Τότε προσήλθε πρός αυτόν η μήτηρ των υιών του ζεβεδαίου μετά των υιών αυτής, προσκυνούσα, και ζητούσά τι παρ' αυτού.
21 Ο δε είπε πρός αυτήν, Τι θέλεις;  Λέγει πρός αυτόν, Ειπέ να καθίσωσιν ούτοι οι δύο υιοί μου, εις εκ δεξιών σου, και εις εξ αριστερών, εν τη βασιλεία σου.
22 Αποκριθείς δε ο Ιησούς, είπε, Δεν εξεύρετε τι ζητείτε δύνασθε να πίητε το ποτήριον, το οποίον εγώ μέλλω να πίω, και να βαπτισθήτε το βάπτισμα, το οποίον εγώ βαπτίζομαι; Λέγουσι πρός αυτόν, Δυνάμεθα.
23 Και λέγει πρός αυτούς, Το μέν ποτήριόν μου θέλετε πίει, και το βάπτισμα, το οποίον εγώ βαπτίζομαι, θέλετε βαπτισθή το να καθίσητε όμως εκ δεξιών μου και εξ αριστερών μου , δεν είναι εμού να δώσω, ειμή εις όσους είναι ητοιμασμένον υπό του Πατρός μου.
24 Και ακούσαντες οι δέκα, ηγανάκτησαν περί των δύο αδελφών.
25 Ο δε Ιησούς προσκαλέσας αυτούς είπεν, Εξεύρετε ότι οι άρχοντες των εθνών κατακυριεύουσιν αυτά, και οι μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αυτά
26 ούτως όμως δεν θέλει είσθαι εν υμίν αλλ' όστις θέλη να γείνη μέγας εν υμίν, ας ήναι υπηρέτης υμών
27 και όστις θέλη να ήναι πρώτος εν υμίν, ας ήναι δούλος υμών
28 καθώς ο Υιός του ανθρώπου δεν ήλθε δια να υπηρετηθή, αλλά δια να υπηρετήση, και να δώση την ζωήν αυτού λύτρον αντί πολλών.
29 Και ενώ εξήρχοντο απο της ίεριχώ, ηκολούθησεν αυτόν όχλος πολύς.
30 Και ιδού, δύο τυφλοί καθήμενοι παρά την οδόν, ακούσαντες ότι ο Ιησούς διαβαίνει, έκραξαν, λέγοντες, Ελέησον ημάς,  Κύριε, υιέ του Δαβίδ.
31 Ο δε όχλος επέπληξεν αυτούς δια να σιωπήσωσιν  αλλ' εκείνοι έκραζον δυνατώτερα, λέγοντες, Ελέησον ημάς, Κύριε, υιέ του Δαβίδ.
32 Και σταθείς ο Ιησούς, έκραξεν αυτούς, και είπε, Τι θέλετε να σας κάμω;
33 Λέγουσι πρός αυτόν, Κύριε, να ανοιχθώσιν οι οφθαλμοί ημών.
34 Και ο Ιησούς σπλαγχνισθείς, ήγγισε τους οφθαλμούς αυτών και ευθύς ανέβλεψαν αυτών οι οφθαλμοί, και ηκολούθησαν αυτόν.











































































Matthew, Chapter 20 Demotic Greek

1. «Η βασιλεία των ουρανών είναι όμοια μ' έναν οικοδεσπότη που βγήκε το πρωί με τα χαράματα να προσλάβει εργάτες για το αμπέλι του.
2. Κι αφού συμφώνησε με τους εργάτες ένα δηνάριο την ημέρα, τους έστειλε στο αμπέλι του.
3. Βγήκε κατόπιν στις εννιά η ώρα και είδε άλλους, που στέκονταν στην αγορά χωρίς δουλειά.
4. Και σ' εκείνους είπε: Πηγαίνετε κι εσείς στο αμπέλι και ό,τι είναι δίκαιο θα σας το δώσω. Κι εκείνοι πήγαν.
5. Μετά ξαναβγήκε στις δώδεκα και στις τρεις η ώρα και έκανε το ίδιο.
6. Και γύρω στις πέντε η ώρα βγήκε ξανά και είδε άλλους που στέκονταν εκεί χωρίς δουλειά, και τους λέει: Γιατί μείνατε εδώ όλη την ημέρα χωρίς δουλειά;
7. Του λένε: Γιατί δε μας προσέλαβε κανένας. Τους λέει: Πηγαίνετε κι εσείς στο αμπέλι και ό,τι είναι δίκαιο θα το πάρετε.
8. Όταν, λοιπόν, βράδιασε, λέει ο ιδιοκτήτης του αμπελιού στο διαχειριστή του: Κάλεσε τους εργάτες και πλήρωσέ τους το μεροκάματό τους αρχίζοντας από τους τελευταίους και φτάνοντας ως τους πρώτους.
9. Ήρθαν τότε εκείνοι που προσλήφθηκαν γύρω στις πέντε η ώρα και πήραν από ένα δηνάριο.
10. Έτσι, όταν ήρθαν οι πρώτοι νόμισαν πως θα πάρουν περισσότερα, αλλά πήραν κι αυτοί από ένα δηνάριο.
11. Κι όταν το πήραν άρχισαν να γκρινιάζουν εναντίον του οικοδεσπότη,
12. λέγοντας: Αυτοί οι τελευταίοι εργάστηκαν μια ώρα και τους εξίσωσες μ' εμάς που υπομείναμε το βάρος της ημέρας και τον καύσωνα.
13. Εκείνος όμως αποκρίθηκε και είπε σ' έναν απ' αυτούς: Φίλε, δε σε αδικώ. Ένα δηνάριο δε συμφώνησες μαζί μου;
14. Πάρε το δηνάριό σου και πήγαινε. Θέλω όμως και σ' αυτόν τον τελευταίο να δώσω όσο και σε σένα.
15. Ή δεν έχω το δικαίωμα να χειριστώ την περιουσία μου όπως εγώ θέλω; Ή μήπως βλέπεις με πονηριά την καλοσύνη μου;
16. Έτσι, οι τελευταίοι θα γίνουν πρώτοι και οι πρώτοι τελευταίοι, γιατί πολλοί είναι οι προσκαλεσμένοι, αλλά λίγοι οι εκλεκτοί».
17. Και καθώς ανέβαινε ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα, πήρε παράμερα μαζί του τους δώδεκα στο δρόμο και τους είπε:
18. «Όπως βλέπετε, ανεβαίνουμε στα Ιεροσόλυμα. Κι εκεί ο Γιος του Ανθρώπου θα παραδοθεί στους αρχιερείς και στους νομοδιδασκάλους και θα τον καταδικάσουν σε θάνατο
19. και θα τον παραδώσουν στους εθνικούς για να τον περιγελάσουν και να τον μαστιγώσουν και να τον σταυρώσουν. Όμως την τρίτη μέρα θα αναστηθεί».
20. Τότε τον πλησίασε η μητέρα των γιων του Ζεβεδαίου, μαζί με τους γιους της και τον προσκυνούσε ζητώντας του μια χάρη.
21. Κι εκείνος τη ρώτησε: «Τι θέλεις;». Του λέει: «Πες να καθίσουν οι δυο αυτοί γιοι μου ο ένας στα δεξιά σου και ο άλλος στα αριστερά σου στη βασιλεία σου».
22. Κι αποκρίθηκε ο Ιησούς και είπε: «Δεν ξέρετε τι ζητάτε. Μπορείτε να πιείτε το ποτήρι, που πρόκειται να πιω εγώ ή να βαφτιστείτε το βάφτισμα που εγώ βαφτίζομαι;». Του λένε: «μπορούμε».
23. Τους λέει τότε ο Ιησούς: «Το ποτήρι μου βέβαια, θα το πιείτε και το βάφτισμα που εγώ βαφτίζομαι θα βαφτιστείτε, μα το να καθίσετε στα δεξιά μου και στα αριστερά μου δε είμαι εγώ που θα αποφασίσω να σας το δώσω αλλά θα δοθεί σ' εκείνους για τους οποίους έχει ετοιμαστεί από τον Πατέρα μου».
24. Όταν το άκουσαν αυτό οι δέκα, αγανάκτησαν με τους δύο αδελφούς.
25. Τους κάλεσε τότε κοντά του ο Ιησούς και είπε: «Το ξέρετε βέβαια, ότι οι άρχοντες των εθνών επιβάλλουν την κυριαρχία τους πάνω σ' αυτά, και οι μεγάλοι τα κατεξουσιάζουν.
26. Δε θα είναι το ίδιο μ' εσάς, αλλά όποιος από σας θέλει να γίνει μεγάλος, θα είναι υπηρέτης σας.
27. Και όποιος από σας θέλει να είναι πρώτος, θα είναι δούλος σας.
28. Ακριβώς όπως ο Γιος του Ανθρώπου, ο οποίος δεν ήρθε για να υπηρετηθεί αλλά για να υπηρετήσει και να δώσει τη ζωή του λύτρο για πολλούς».
29. Στο μεταξύ, την ώρα που αναχωρούσαν από την Ιεριχώ, τους ακολούθησε πολύς λαός.
30. Τότε, δυο τυφλοί, που κάθονταν στην άκρη του δρόμου και άκουσαν ότι περνάει ο Ιησούς, φώναξαν: «Ελέησέ μας Κύριε, Γιε του Δαβίδ».
31. Ο λαός όμως τους μάλωσε για να σωπάσουν. Μα εκείνοι κράζοντας πιο δυνατά έλεγαν: «Ελέησέ μας Κύριε, Γιε του Δαβίδ».
32. Στάθηκε τότε ο Ιησούς, τους φώναξε και τους είπε: «Τι θέλετε να σας κάνω;».
33. Του λένε: «Κύριε, ν' ανοιχτούν τα μάτια μας».
34. Κι ο Ιησούς τους σπλαχνίστηκε και άγγιξε τα μάτια τους κι αμέσως απέκτησαν την όρασή τους και τον ακολούθησαν.















































































Matthew

Matthew, Chapter 20 Ancient Greek

1. Ὁμοία γάρ ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ οἰκοδεσπότῃ, ὅστις ἐξῆλθεν ἅμα πρωῒ μισθώσασθαι ἐργάτας εἰς τὸν ἀμπελῶνα αὐτοῦ.

2. καὶ συμφωνήσας μετὰ τῶν ἐργατῶν ἐκ δηναρίου τὴν ἡμέραν ἀπέστειλεν αὐτοὺς εἰς τὸν ἀμπελῶνα αὐτοῦ.

3. καὶ ἐξελθὼν περὶ τρίτην ὥραν εἶδεν ἄλλους ἑστῶτας ἐν τῇ ἀγορᾷ ἀργούς,

4. καὶ ἐκείνοις εἶπεν· ὑπάγετε καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν ἀμπελῶνα, καὶ ὃ ἐὰν ᾖ δίκαιον δώσω ὑμῖν. οἱ δὲ ἀπῆλθον.

5. πάλιν ἐξελθὼν περὶ ἕκτην καὶ ἐνάτην ὥραν ἐποίησεν ὡσαύτως.

6. περὶ δὲ τὴν ἑνδεκάτην ἐξελθὼν εὗρεν ἄλλους ἑστῶτας ἀργούς, καὶ λέγει αὐτοῖς· τί ὧδε ἑστήκατε ὅλην τὴν ἡμέραν ἀργοί;

7. λέγουσιν αὐτῷ· ὅτι οὐδεὶς ἡμᾶς ἐμισθώσατο. λέγει αὐτοῖς· ὑπάγετε καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν ἀμπελῶνα, καὶ ὃ ἐὰν ᾖ δίκαιον λήψεσθε.

8. ὀψίας δὲ γενομένης λέγει ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος τῷ ἐπιτρόπῳ αὐτοῦ· κάλεσον τοὺς ἐργάτας καὶ ἀπόδος αὐτοῖς τὸν μισθόν, ἀρξάμενος ἀπὸ τῶν ἐσχάτων ἕως τῶν πρώτων.

9. καὶ ἐλθόντες οἱ περὶ τὴν ἑνδεκάτην ὥραν ἔλαβον ἀνὰ δηνάριον.

10. ἐλθόντες δὲ οἱ πρῶτοι ἐνόμισαν ὅτι πλείονα λήψονται, καὶ ἔλαβον καὶ αὐτοὶ ἀνὰ δηνάριον.

11. λαβόντες δὲ ἐγόγγυζον κατὰ τοῦ οἰκοδεσπότου

12. λέγοντες ὅτι οὗτοι οἱ ἔσχατοι μίαν ὥραν ἐποίησαν, καὶ ἴσους ἡμῖν αὐτοὺς ἐποίησας τοῖς βαστάσασι τὸ βάρος τῆς ἡμέρας καὶ τὸν καύσωνα.

13. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν ἑνὶ αὐτῶν· ἑταῖρε, οὐκ ἀδικῶ σε· οὐχὶ δηναρίου συνεφώνησάς μοι;

14. ἆρον τὸ σὸν καὶ ὕπαγε· θέλω δὲ τούτῳ τῷ ἐσχάτῳ δοῦναι ὡς καὶ σοί.

15. ἢ οὐκ ἔξεστί μοι ποιῆσαι ὃ θέλω ἐν τοῖς ἐμοῖς; εἰ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρός ἐστιν ὅτι ἐγὼ ἀγαθός εἰμι;

16. Οὕτως ἔσονται οἱ ἔσχατοι πρῶτοι καὶ οἱ πρῶτοι ἔσχατοι· πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.

17. Καὶ ἀναβαίνων ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα παρέλαβε τοὺς δώδεκα μαθητὰς κατ' ἰδίαν ἐν τῇ ὁδῷ καὶ εἶπεν αὐτοῖς·

18. ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ,

19. καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσιν εἰς τὸ ἐμπαῖξαι καὶ μαστιγῶσαι καὶ σταυρῶσαι, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται.

20. Τότε προσῆλθεν αὐτῷ ἡ μήτηρ τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου μετὰ τῶν υἱῶν αὐτῆς προσκυνοῦσα καὶ αἰτοῦσά τι παρ' αὐτοῦ.

21. ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· τί θέλεις; λέγει αὐτῷ· εἰπὲ ἵνα καθίσωσιν οὗτοι οἱ δύο υἱοί μου εἷς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.

22. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ μέλλω πίνειν, ἢ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι; λέγουσιν αὐτῷ· δυνάμεθα.

23. καὶ λέγει αὐτοῖς· τὸ μὲν ποτήριόν μου πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε· τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων μου οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ' οἷς ἡτοίμασται ὑπὸ τοῦ πατρός μου.

24. καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἠγανάκτησαν περὶ τῶν δύο ἀδελφῶν.

25. ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς εἶπεν· οἴδατε ὅτι οἱ ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν.

26. οὐχ οὕτως ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ' ὃς ἐὰν θέλῃ ἐν ὑμῖν μέγας γενέσθαι, ἔσται ὑμῶν διάκονος,

27. καὶ ὃς ἂν θέλῃ ἐν ὑμῖν εἶναι πρῶτος, ἔσται ὑμῶν δοῦλος·

28. ὥσπερ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν.

29. Καὶ ἐκπορευομένων αὐτῶν ἀπὸ Ἱεριχὼ ἠκολούθησεν αὐτῷ ὄχλος πολύς.

30. καὶ ἰδοὺ δύο τυφλοὶ καθήμενοι παρὰ τὴν ὁδόν, ἀκούσαντες ὅτι Ἰησοῦς παράγει, ἔκραξαν λέγοντες· ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, υἱὸς Δαυΐδ.

31. ὁ δὲ ὄχλος ἐπετίμησεν αὐτοῖς ἵνα σιωπήσωσιν· οἱ δὲ μεῖζον ἔκραζον λέγοντες· ἐλέησον ἡμᾶς, Κύριε, υἱὸς Δαυΐδ.

32. καὶ στὰς ὁ Ἰησοῦς ἐφώνησεν αὐτοὺς καὶ εἶπε· τί θέλετε ποιήσω ὑμῖν;

33. λέγουσιν αὐτῷ· Κύριε, ἵνα ἀνοιχθῶσιν ἡμῶν οἱ ὀφθαλμοί.

34. σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν, καὶ εὐθέως ἀνέβλεψαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί, καὶ ἠκολούθησαν αὐτῷ.

 

















































































Matthew, Chapter 20 (KJV)

01  For the kingdom of heaven is like unto a man that is an householder, which went out early in the morning to hire labourers into his vineyard.
02  And when he had agreed with the labourers for a penny a day, he sent them into his vineyard.
03  And he went out about the third hour, and saw others standing idle in the marketplace,
04  And said unto them; Go ye also into the vineyard, and whatsoever is right I will give you. And they went their way.
05  Again he went out about the sixth and ninth hour, and did likewise.
06  And about the eleventh hour he went out, and found others standing idle, and saith unto them, Why stand ye here all the day idle?
07  They say unto him, Because no man hath hired us. He saith unto them, Go ye also into the vineyard; and whatsoever is right, that shall ye receive.
08  So when even was come, the lord of the vineyard saith unto his steward, Call the labourers, and give them their hire, beginning from the last unto the first.
09  And when they came that were hired about the eleventh hour, they received every man a penny.
10  But when the first came, they supposed that they should have received more; and they likewise received every man a penny.
11  And when they had received it, they murmured against the goodman of the house,
12  Saying, These last have wrought but one hour, and thou hast made them equal unto us, which have borne the burden and heat of the day.
13  But he answered one of them, and said, Friend, I do thee no wrong: didst not thou agree with me for a penny?
14  Take that thine is, and go thy way: I will give unto this last, even as unto thee.
15  Is it not lawful for me to do what I will with mine own? Is thine eye evil, because I am good?
16  So the last shall be first, and the first last: for many be called, but few chosen.
17  And Jesus going up to Jerusalem took the twelve disciples apart in the way, and said unto them,
18  Behold, we go up to Jerusalem; and the Son of man shall be betrayed unto the chief priests and unto the scribes, and they shall condemn him to death,
19  And shall deliver him to the Gentiles to mock, and to scourge, and to crucify him: and the third day he shall rise again.
20  Then came to him the mother of Zebedee's children with her sons, worshipping him, and desiring a certain thing of him.
21  And he said unto her, What wilt thou? She saith unto him, Grant that these my two sons may sit, the one on thy right hand, and the other on the left, in thy kingdom.
22  But Jesus answered and said, Ye know not what ye ask. Are ye able to drink of the cup that I shall drink of, and to be baptized with the baptism that I am baptized with? They say unto him, We are able.
23  And he saith unto them, Ye shall drink indeed of my cup, and be baptized with the baptism that I am baptized with: but to sit on my right hand, and on my left, is not mine to give, but it shall be given to them for whom it is prepared of my Father.
24  And when the ten heard it, they were moved with indignation against the two brethren.
25  But Jesus called them unto him, and said, Ye know that the princes of the Gentiles exercise dominion over them, and they that are great exercise authority upon them.
26  But it shall not be so among you: but whosoever will be great among you, let him be your minister;
27  And whosoever will be chief among you, let him be your servant:
28  Even as the Son of man came not to be ministered unto, but to minister, and to give his life a ransom for many.
29  And as they departed from Jericho, a great multitude followed him.
30  And, behold, two blind men sitting by the way side, when they heard that Jesus passed by, cried out, saying, Have mercy on us, O Lord, thou son of David.
31  And the multitude rebuked them, because they should hold their peace: but they cried the more, saying, Have mercy on us, O Lord, thou son of David.
32  And Jesus stood still, and called them, and said, What will ye that I shall do unto you?
33  They say unto him, Lord, that our eyes may be opened.
34  So Jesus had compassion on them, and touched their eyes: and immediately their eyes received sight, and they followed him.