Matthew, Chapter 21 Modern Greek

01 Και ότε επλησίασαν εις Ιεροσόλυμα, και ήλθον εις Βηθφαγή προς το όρος των ελαιών, τότε ο Ιησούς απέστειλε δύο μαθητάς, λέγων προς αυτούς,
02 Υπάγετε εις την κώμην την απέναντι υμών και ευθύς θέλετε ευρεί όνον δεδεμένην και πωλάριον μετ' αυτής  λύσατε, και φέρετέμοι.
03 Και εάν τις σας είπη τι, θέλετε ειπεί, ότι ο Κύριος έχει χρείαν αυτών  και ευθύς θέλει αποστείλει αυτά.
04 Τούτο δε όλον έγεινε, διά να πληρωθή το ρηθέν δια του προφήτου, λέγοντος,
05 « Είπατε προς την θυγατέρα Σιών,» « Ιδού, ο βασιλεύς σου έρχεται προς σε πραϋς και καθήμενος επί όνου, και πώλου υιού υποζυγίου.»Ιωάν.ιβ'.15, Ζαχ.θ'.9
06 Πορευθέντες δε οι μαθηταί και ποιήσαντες καθώς προσέταξεν αυτούς ο Ιησούς,
07 έφεραν την όνον και το πωλάριον, και έβαλον επάνω αυτών τα ιμάτια αυτών, και επεκάθισαν αυτόν επάνω αυτών.
08 Ο δε περισσότερος όχλος έστρωσαν τα ιμάτια εαυτών εις την οδόν  άλλοι δε έκοπτον κλάδους απο των δένδρων, και έστρωνον εις την οδόν.
09 Οι δε όχλοι οι προπορευόμενοι και οι ακολουθούντες έκραζον, λέγοντες, Ωσαννά τω υιώ Δαβίδ  ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου  Ωσαννά εν τοις υψίστοις
10 Και ότε εισήλθεν εις Ιεροσόλυμα,  εσείσθη πάσα η πόλις, λέγουσα, Τις είναι ούτος;
11 Οι δε όχλοι έλεγον,  Ούτος είναι Ιησούς ο προφήτης,  ο απο Ναζαρέτ της Γαλιλαίας.
12 Και εισήλθεν ο Ιησούς εις το ιερόν του Θεού, και εξέβαλε πάντας τους πωλούντας και αγοράζοντας εν τω ιερώ, και τας τραπέζας των αργυραμοιβών ανέτρεψε, και τα καθίσματα των πωλούντων τας περιστεράς Μαρκ.ια'.15, Λουκ.ιθ'.45, Ιωαν.β'.14
13 και λέγει προς αυτούς, Είναι γεγραμμένον,  «Ο οίκός μου, οίκος προσευχής θέλει ονομάζεσθαι»  σεις δε εκάμετε αυτόν «σπήλαιον ληστών.»
14 Και προσήλθον προς αυτόν τυφλοί και χωλοί εν τω ιερώ και εθεράπευσεν αυτούς.
15 Ιδόντες δε οι αρχιερείς και οι γραμματείς τα θαυμάσια τα οποία έκαμε, και τους παίδας κράζοντας εν τω ιερώ και λέγοντας, Ωσαννά τω υιώ Δαβίδ, ηγανάκτησαν,
16 και είπον προς αυτόν,  Ακούεις τι λέγουσιν ούτοι; Ο δε Ιησούς λέγει προς αυτού, Ναί ποτέ δεν ανεγνώσατε, «Ότι εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων ητοίμασας αίνεσι;»
17 Και αφήσας αυτούς, εξήλθεν έξω της πόλεως εις Βηθανίαν, και διενυκτέρευσεν εκεί
18 Ότε δε το πρωϊ επέστρεφεν εις την πόλιν, επείνασε
19 και ιδών μίαν συκήν επι της οδού, ήλθε προς αυτήν, και ουδέν εύρεν επ' αυτήν, ειμή φύλλα μόνον  και λέγει προς αυτήν, Να μη γείνη πλέον απο σου καρπός εις τον αιώνα.  Και παρευθύς εξηράνθη η συκή.
20 Και ιδόντες οι μαθηταί εθαύμασαν, λέγοντες, Πως παρευθύς εξηράνθη η συκή !
21 Αποκριθείς δε ο Ιησούς, είπε πρός αυτούς, Αληθώς σας λέγω, εάν έχητε πίστιν, και δε διστάσητε, ουχί μόνον το της συκής θέλετε κάμει, αλλά και εις το όρος τούτο αν είπητε, Σηκώθητι και ρίφθητι εις την θάλασσαν, θέλει γείνει.
22 Και πάντα όσα αν ζητήσητε εν τη προσευχή, έχοντες πίστιν, θέλετε λάβει.
23 Και ότε ήλθεν εις το ιερόν, προσήλθον πρός αυτόν, ενώ εδίδασκεν, οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού, λέγοντες, Εν ποία εξουσία πράττεις ταύτα; και τις σοι έδωκε την εξουσίαν ταύτην;
24 Αποκριθείς δε ο Ιησούς, είπε πρός αυτούς, Θέλω σας ερωτήσει και εγώ ένα λόγον τον οποίον εαν μοι είπητε, και εγώ θέλω σας ειπεί εν ποία εξουσία πράττω ταύτα.
25 Το βάπτισμα του Ιωάννου πόθεν ήτο; εξ ουρανού, ή εξ ανθρώπων;  Και εκείνοι διελογίζοντο καθ' εαυτούς, λέγοντες, Εαν είπωμεν, Εξ ουρανού, θέλει ειπεί πρός ημάς, Δια τι λοιπόν δεν επιστεύσατε εις αυτόν;
26 Εαν δε είπωμεν, Εξ ανθρώπων, φοβούμεθα τον όχλον  διότι πάντες έχουσι τον Ιωάννην ως προφήτην.
27 Και αποκριθέντες  πρός τον Ιησούν, είπον, Δεν εξεύρομεν. Είπε πρός αυτούς και αυτός, Ουδέ εγώ λέγω πρός υμάς εν ποία εξουσία πράττω ταύτα.
28 Αλλά τι σας φαίνεται; Άνθρωπός τις είχε δύο υιούς  και ελθών πρός τον πρώτον, είπε, Τέκνον, ύπαγε σήμερον εργάζου εν τω αμπελώνί μου.
29 Ο δε αποκριθείς είπε, Δεν θέλω  ύστερον όμως μετανοήσας, υπήγε.
30 Και ελθών πρός τον δεύτερον, είπεν ωσαύτως. Και εκείνος αποκριθείς είπεν, Εγώ υπάγω, κύριε  και δεν υπήγε.
31 Τις εκ των δύο έκαμε το θέλημα του πατρός;  Λέγουσι πρός αυτόν, Ο πρώτος. Λέγει πρός αυτούς ο Ιησούς, Αληθώς σας λέγω, ότι οι τελώναι και αι πόρναι υπάγουσι πρότεροι υμών εις την βασιλείαν του Θεού.
32 Διότι ήλθε πρός υμάς ο Ιωάννης εν οδώ δικαιοσύνης, και δεν επιστεύσατε εις αυτόν  οι τελώναι όμως και αι πόρναι επίστευσαν εις αυτόν  σεις δε ιδόντες, δεν μετεμελήθητε ύστερον, ώστε να πιστεύσητε εις αυτόν.
33 Άλλην παραβολήν ακούσατε  Ήτο άνθρωπός τις οικοδεσπότης, όστις εφύτευσεν αμπελώνα, και περιέβαλεν εις αυτόν φραγμόν, και έσκαψεν εν αυτώ ληνόν, και ωκοδόμησε πύργον  και εμίσθωσεν αυτόν εις γεωργούς, και απεδήμησεν.
34 Ότε δε επλησίασεν ο καιρός των καρπών, απέστειλε τους δούλους αυτού πρός τους γεωργούς, δια να λάβωσι τους καρπούς αυτού.
35 Και πιάσαντες οι γεωργοί τους δούλους αυτού, άλλον μεν έδειραν, άλλον δε εφόνευσαν, άλλον δε ελιθοβόλησαν.
36 Πάλιν απέστειλεν άλλους δούλους πλειοτέρους των πρώτων και έκαμον εις αυτούς ωσαύτως.
37  Ύστερον δε απέστειλε πρός αυτούς τον υιόν αυτού, λέγων, Θέλουσιν εντραπή τον υιόν μου.
38 Αλλ' οι γεωργοί ιδόντες τον υιόν, είπον πρός αλλήλους, Ούτος είναι ο κληρονόμος  έλθετε, ας φονεύσωμεν αυτόν, και ας κατακρατήσωμεν την κληρονομίαν αυτού.
39 Και πιάσαντες αυτόν, εξέβαλον έξω του αμπελώνος, και εφόνευσαν.
40 Όταν λοιπόν έλθη ο κύριος του αμπελώνος, τι θέλει κάμει εις τους γεωργούς εκείνους;
41 Λέγουσι πρός αυτόν, Κακούς κακώς θέλει απολέσει αυτούς και τον αμπελώνα θέλει μισθώσει εις άλλους γεωργούς, οίτινες θέλουσιν αποδώσει εις αυτόν τους καρπούς εν τοις καιροίς αυτών.
42 Λέγει πρός αυτούς ο Ιησούς, Ποτέ δεν ανεγνώσατε εν ταις γραφαίς, «Ο λίθος, τον οποίον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος έγεινε κεφαλή γωνίας  παρά Κυρίου έγεινεν αύτη και είναι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών;» Ψαλ.ριη'.22, Ησα.κη'16
43 Δια τούτο λέγω πρός υμάς, ότι θέλει αφαιρεθή αφ' υμών η βασιλεία του Θεού, και θέλει δοθή εις έθνος κάμνον τους καρπούς αυτής.
44 Και όστις πέση επί τον λίθον τούτον, θέλει συντριφθή εις όντινα δε επιπέση, θέλει κατασυντρίψει αυτόν.
45 Και ακούσαντες οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι τας παραβολάς αυτού, ενόησαν ότι περί αυτών λέγει
46 και ζητούντες να πιάσωσιν αυτόν, εφοβήθησαν τους όχλους, επειδή είχον αυτόν ως προφήτην.















































































Matthew, Chapter 21 Demotic Greek

1. Όταν πλησίασαν στα Ιεροσόλυμα και ήρθαν στη Βηθφαγή, στο όρος των Ελαιών, ο Ιησούς έστειλε δύο μαθητές
2. λέγοντάς τους: «Πηγαίνετε στο απέναντι χωριό και μόλις φτάσετε θα βρείτε ένα θηλυκό γαϊδούρι δεμένο μαζί μ' ένα πουλάρι. Να λύσετε και τα δυο ζώα και να μου τα φέρετε.
3. Κι αν κανένας σας πει τίποτε, πέστε του πως τα χρειάζεται ο Κύριος, και θα τα στείλει χωρίς καμιά αντίρρηση».
4. Κι όλο αυτό έγινε έτσι ώστε να εκπληρωθεί αυτό που λέχθηκε μέσω του προφήτη Ησαΐα:
5. «Πέστε στη θυγατέρα της Σιών: Νάτος ο βασιλιάς σου! Έρχεται σε σένα πράος και καβάλα πάνω σε γαϊδούρι, και πάνω σε πουλάρι, γέννημα υποζυγίου»!
6. Πήγαν, λοιπόν, οι μαθητές και κάνοντας όπως τους πρόσταξε ο Ιησούς,
7. έφεραν το θηλυκό γαϊδούρι και το πουλάρι και έβαλαν πάνω τους τα ρούχα τους και κάθισε ο Κύριος πάνω σ' αυτά.
8. Και οι περισσότεροι από τον κόσμο έστρωσαν τα ρούχα τους στο δρόμο, ενώ άλλοι έκοβαν κλαδιά από τα δέντρα και τα έστρωναν στο δρόμο.
9. Και τα πλήθη, τόσο εκείνα που προπορεύονταν όσο κι εκείνα που ακολουθούσαν, έλεγαν φωνάζοντας: «Ψάλτε ύμνο στο Γιο του Δαβίδ:  »Ευλογημένος αυτός που έρχεται στο όνομα του Κυρίου. »Ψάλτε ύμνο σ' αυτόν οι ύψιστες δυνάμεις»!
10. Και όταν μπήκε στα Ιεροσόλυμα, συγκλονίστηκε όλη η πόλη και ρωτούσαν οι κάτοικοι: «Ποιος είναι αυτός;».
11. Και τα πλήθη απαντούσαν: «Αυτός είναι ο Ιησούς! Ο προφήτης από τη Ναζαρέτ της Γαλιλαίας»!
12. Κατόπιν ο Ιησούς μπήκε στο ναό του Θεού και έδιωξε όλους εκείνους που έκαναν αγοραπωλησίες μέσα στο ναό, και τα τραπέζια των σαράφηδων τα αναποδογύρισε, καθώς και τα καθίσματα εκείνων που πουλούσαν τα περιστέρια,
13. και τους είπε: «Είναι γραμμένο: Ο οίκος μου θα ονομαστεί οίκος προσευχής, κι εσείς τον κάνατε λημέρι ληστών»!
14. Κι εκεί στο ναό ήρθαν κοντά του τυφλοί και κουτσοί και τους θεράπευσε.
15. Και σαν είδαν οι αρχιερείς και οι νομοδιδάσκαλοι τα αξιοθαύμαστα που έκανε, καθώς και τα παιδιά που φώναζαν μέσα στο ναό κι έλεγαν: «Ψάλτε ύμνο στο Γιο του Δαβίδ», αγανάκτησαν
16. και του είπαν: «Ακούς τι λένε αυτοί;». Κι ο Ιησούς τους απάντησε: «Ποτέ σας δε διαβάσατε ότι: Από στόμα νηπίων και βρεφών, που ακόμα θηλάζουν, συνέθεσες τέλειο ύμνο;».
17. Και αφήνοντάς τους βγήκε από την πόλη στη Βηθανία και διανυκτέρευσε εκεί.
18. Και το πρωί επιστρέφοντας στην πόλη πείνασε.
19. Βλέποντας λοιπόν μια συκιά στο δρόμο την πλησίασε αλλά δε βρήκε τίποτε σ' αυτήν παρά μονάχα φύλλα, και της λέει: «Ποτέ πια να μην παραχθεί καρπός από σένα». Και στη στιγμή ξεράθηκε η συκιά!
20. Και σαν το είδαν αυτό οι μαθητές, θαύμασαν και είπαν: «Πώς ξεράθηκε έτσι η συκιά από τη μια στιγμή στην άλλη;».
21. Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και τους είπε: «Πραγματικά, σας λέω, αν έχετε πίστη και δεν ταλαντευτείτε, όχι μόνο αυτό που συνέβη με τη συκιά θα κάνετε, αλλά κι αν ακόμα πείτε σε τούτο το βουνό: Σήκω και ρίξου στη θάλασσα, θα γίνει.
22. Και όλα όσα ζητήσετε στην προσευχή έχοντας πίστη, θα τα λάβετε».
23. Και όταν ήρθε στο ναό τον πλησίασαν, καθώς δίδασκε, οι αρχιερείς και πρεσβύτεροι του λαού ρωτώντας τον: «Με ποια εξουσία τα κάνεις αυτά; Και ποιος σου έδωσε την εξουσία αυτή;».
24. Κι ο Ιησούς αποκρίθηκε: «Θα σας ρωτήσω κι εγώ ένα πράγμα, στο οποίο αν μου απαντήσετε,  θα σας πω κι εγώ με ποια εξουσία τα κάνω αυτά:
25. Το βάφτισμα του Ιωάννη τι προέλευση είχε; Ουράνια ή ανθρώπινη;». Κι εκείνοι διαλογίζονταν μεταξύ τους κι έλεγαν: «Αν πούμε: Ουράνια, θα μας πει: Τότε γιατί δεν τον πιστέψατε;
26. Αν πάλι του πούμε: Ανθρώπινη, φοβόμαστε το λαό, γιατί όλοι τον έχουν για προφήτη τον Ιωάννη».
27. Αποκρίθηκαν λοιπόν στον Ιησού: «Δεν ξέρουμε». Τους είπε τότε κι αυτός: «Ούτε εγώ σας λέω με ποια εξουσία τα κάνω αυτά».
28. «Αλλά για πέστε μου τη γνώμη σας. Ένας άνθρωπος είχε δυο παιδιά. Πήγε λοιπόν στον πρώτο και του είπε: Παιδί μου, πήγαινε σήμερα να δουλέψεις στο αμπέλι μου.
29. Κι εκείνος του απάντησε: Δε θέλω. Ύστερα όμως μετάνιωσε και πήγε.
30. Πήγε επίσης στο δεύτερο και του είπε το ίδιο πράγμα. Κι εκείνος του απάντησε: Θα πάω, κύριε, αλλά δεν πήγε.
31. Ποιος από τους δυο έκανε το θέλημα του πατέρα;». Του λένε: «Ο πρώτος». Τους λέει ο Ιησούς: «Πραγματικά, σας λέω, οι τελώνες και οι πόρνες βρίσκονται πιο μπροστά από σας στο δρόμο που οδηγεί στη βασιλεία του Θεού.
32. Γιατί ήρθε σε σας ο Ιωάννης βαδίζοντας το δρόμο της δικαιοσύνης και δεν πιστέψατε σ' αυτόν. Οι τελώνες όμως και οι πόρνες πίστεψαν σ' αυτόν, ενώ εσείς, παρόλο που το είδατε αυτό, δε μεταμεληθήκατε κατόπιν, ώστε να πιστέψετε σ' αυτόν».
33. «Ακούστε μια άλλη παραβολή: Ήταν κάποιος οικοδεσπότης, που φύτεψε ένα αμπέλι και το περίφραξε. Επίσης έσκαψε σ' αυτό ένα πατητήρι και έχτισε έναν πύργο. Κατόπιν το ανάθεσε στη φροντίδα γεωργών κι έφυγε σε άλλη χώρα.
34. Κι όταν έφτασε ο καιρός των καρπών, έστειλε τους δούλους του στους γεωργούς για να πάρουν τους καρπούς του.
35. Οι γεωργοί όμως έπιασαν τους δούλους του, κι άλλον έδειραν, άλλον σκότωσαν, κι άλλον πετροβόλησαν.
36. Ξανάστειλε άλλους δούλους, περισσότερους από τους πρώτους. Αλλά τα ίδια έκαναν και σ' αυτούς.
37. Ύστερα έστειλε το γιο του, λέγοντας: Το γιο μου θα τον σεβαστούν.
38. Οι γεωργοί όμως, όταν είδαν το γιο, είπαν μεταξύ τους: Αυτός είναι ο κληρονόμος. Ελάτε να τον σκοτώσουμε και να κατακρατήσουμε την κληρονομιά του.
39. Έτσι, αφού τον έπιασαν, τον έβγαλαν έξω από το αμπέλι και τον σκότωσαν.
40. Όταν, λοιπόν, έρθει ο ιδιοκτήτης του αμπελιού, τι θα τους κάνει τους γεωργούς εκείνους;».
41. Του λένε: «Όπως αρμόζει σε κακούς, αλύπητα θα τους αφανίσει και το αμπέλι θα το αναθέσει στη φροντίδα άλλων γεωργών, που θα του αποδώσουν τους καρπούς στον καιρό τους».
42. Τους λέει ο Ιησούς: «Ποτέ σας δε διαβάσατε στις Γραφές πως: Η Πέτρα που περιφρόνησαν οι οικοδόμοι, αυτή έγινε το αγκωνάρι. Από τον Κύριο έγινε αυτό κι είναι αξιοθαύμαστο στα μάτια μας;
43. Γι' αυτό σας λέω πως η βασιλεία του Θεού θα αφαιρεθεί από σας και θα δοθεί σε έθνος που παράγει τους καρπούς της.
44. Συνεπώς όποιος πέσει πάνω σ' αυτή την πέτρα θα συντριφτεί. Και σ' όποιον αυτή πέσει, θα τον διαλύσει».
45. Και όταν άκουσαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι τις παραβολές του, κατάλαβαν ότι αυτούς εννοεί.
46. Και παρόλο που επιδίωκαν να τον συλλάβουν φοβήθηκαν τα πλήθη, γιατί τον θεωρούσαν προφήτη.















































































Matthew

Matthew, Chapter 21 Ancient Greek

1. Καὶ ὅτε ἤγγισαν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ἦλθον εἰς Βηθσφαγῆ πρὸς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν, τότε ὁ Ἰησοῦς ἀπέστειλε δύο μαθητὰς

2. λέγων αὐτοῖς· πορεύθητε εἰς τὴν κώμην τὴν ἀπέναντι ὑμῶν, καὶ εὐθέως εὑρήσετε ὄνον δεδεμένην καὶ πῶλον μετ' αὐτῆς· λύσαντες ἀγάγετέ μοι.

3. καὶ ἐάν τις ὑμῖν εἴπῃ τι, ἐρεῖτε ὅτι ὁ Κύριος αὐτῶν χρείαν ἔχει· εὐθέως δὲ ἀποστελεῖ αὐτούς.

4. τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος·

5. εἴπατε τῇ θυγατρὶ Σιών, ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεταί σοι πραῢς καὶ ἐπιβεβηκὼς ἐπὶ ὄνον καὶ πῶλον υἱὸν ὑποζυγίου.

6. πορευθέντες δὲ οἱ μαθηταὶ καὶ ποιήσαντες καθὼς προσέταξεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς,

7. ἤγαγον τὴν ὄνον καὶ τὸν πῶλον, καὶ ἐπέθηκαν ἐπάνω αὐτῶν τὰ ἱμάτια αὐτῶν, καὶ ἐπεκάθισεν ἐπάνω αὐτῶν.

8. ὁ δὲ πλεῖστος ὄχλος ἔστρωσαν ἑαυτῶν τὰ ἱμάτια ἐν τῇ ὁδῷ, ἄλλοι δὲ ἔκοπτον κλάδους ἀπὸ τῶν δένδρων καὶ ἐστρώννυον ἐν τῇ ὁδῷ.

9. οἱ δὲ ὄχλοι οἱ προάγοντες καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες ἔκραζον λέγοντες· ὡσαννὰ τῷ υἱῷ Δαυΐδ· εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου· ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις.

10. καὶ εἰσελθόντος αὐτοῦ εἰς Ἱεροσόλυμα ἐσείσθη πᾶσα ἡ πόλις λέγουσα· τίς ἐστιν οὗτος;

11. οἱ δὲ ὄχλοι ἔλεγον· οὗτός ἐστιν Ἰησοῦς ὁ προφήτης ὁ ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας.

12. Καὶ εἰσῆλθεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸ ἱερὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐξέβαλε πάντας τοὺς πωλοῦντας καὶ ἀγοράζοντας ἐν τῷ ἱερῷ, καὶ τὰς τραπέζας τῶν κολλυβιστῶν κατέστρεψε καὶ τὰς καθέδρας τῶν πωλούντων τὰς περιστεράς,

13. καὶ λέγει αὐτοῖς· γέγραπται, ὁ οἶκός μου οἶκος προσευχῆς κληθήσεται· ὑμεῖς δὲ αὐτὸν ἐποιήσατε σπήλαιον λῃστῶν.

14. Καὶ προσῆλθον αὐτῷ χωλοὶ καὶ τυφλοὶ ἐν τῷ ἱερῷ καὶ ἐθεράπευσεν αὐτούς.

15. ἰδόντες δὲ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς τὰ θαυμάσια ἃ ἐποίησε καὶ τοὺς παῖδας κράζοντας ἐν τῷ ἱερῷ καὶ λέγοντας, ὡσαννὰ τῷ υἱῷ Δαυΐδ, ἠγανάκτησαν

16. καὶ εἶπον αὐτῷ· ἀκούεις τί οὗτοι λέγουσιν; ὁ δὲ Ἰησοῦς λέγει αὐτοῖς· ναί· οὐδέποτε ἀνέγνωτε ὅτι ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον;

17. καὶ καταλιπὼν αὐτοὺς ἐξῆλθεν ἔξω τῆς πόλεως εἰς Βηθανίαν καὶ ηὐλίσθη ἐκεῖ.

18. Πρωΐας δὲ ἐπανάγων εἰς τὴν πόλιν ἐπείνασε.

19. καὶ ἰδὼν συκῆν μίαν ἐπὶ τῆς ὁδοῦ ἦλθεν ἐπ' αὐτήν, καὶ οὐδὲν εὗρεν ἐν αὐτῇ εἰ μὴ φύλλα μόνον, καὶ λέγει αὐτῇ· μηκέτι ἐκ σοῦ καρπὸς γένηται εἰς τὸν αἰῶνα. καὶ ἐξηράνθη παραχρῆμα ἡ συκῆ.

20. καὶ ἰδόντες οἱ μαθηταὶ ἐθαύμασαν λέγοντες· πῶς παραχρῆμα ἐξηράνθη ἡ συκῆ;

21. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν καὶ μὴ διακριθῆτε, οὐ μόνον τὸ τῆς συκῆς ποιήσετε, ἀλλὰ κἂν τῷ ὄρει τούτῳ εἴπητε, ἄρθητι καὶ βλήθητι εἰς τὴν θάλασσαν, γενήσεται·

22. καὶ πάντα ὅσα ἐὰν αἰτήσητε ἐν τῇ προσευχῇ πιστεύοντες, λήψεσθε.

23. Καὶ ἐλθόντι αὐτῷ εἰς τὸ ἱερὸν προσῆλθον αὐτῷ διδάσκοντι οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ λέγοντες· ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς, καὶ τίς σοι ἔδωκε τὴν ἐξουσίαν ταύτην;

24. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἐρωτήσω ὑμᾶς κἀγὼ λόγον ἕνα, ὃν ἐὰν εἴπητέ μοι, κἀγὼ ὑμῖν ἐρῶ ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ.

25. τὸ βάπτισμα Ἰωάννου πόθεν ἦν, ἐξ οὐρανοῦ ἢ ἐξ ἀνθρώπων; οἱ δὲ διελογίζοντο παρ' ἑαυτοῖς λέγοντες· ἐὰν εἴπωμεν, ἐξ οὐρανοῦ, ἐρεῖ ἡμῖν, διατί οὖν οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ·

26. ἐὰν δὲ εἴπωμεν, ἐξ ἀνθρώπων, φοβούμεθα τὸν ὄχλον· πάντες γὰρ ἔχουσι τὸν Ἰωάννην ὡς προφήτην.

27. καὶ ἀποκριθέντες τῷ Ἰησοῦ εἶπον· οὐκ οἴδαμεν. ἔφη αὐτοῖς καὶ αὐτός· οὐδὲ ἐγὼ λέγω ὑμῖν ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιῶ.

28. Τί δὲ ὑμῖν δοκεῖ; ἄνθρωπος εἶχε τέκνα δύο, καὶ προσελθὼν τῷ πρώτῳ εἶπε· τέκνον, ὕπαγε σήμερον ἐργάζου ἐν τῷ ἀμπελῶνί μου.

29. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐ θέλω· ὕστερον δὲ μεταμεληθεὶς ἀπῆλθε.

30. καὶ προσελθὼν τῷ δευτέρῳ εἶπεν ὡσαύτως. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἐγώ, κύριε· καὶ οὐκ ἀπῆλθε.

31. τίς ἐκ τῶν δύο ἐποίησε τὸ θέλημα τοῦ πατρός; λέγουσιν αὐτῷ· ὁ πρῶτος. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι προάγουσιν ὑμᾶς εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ.

32. ἦλθε γὰρ πρὸς ὑμᾶς Ἰωάννης ἐν ὁδῷ δικαιοσύνης, καὶ οὐκ ἐπιστεύσατε αὐτῷ· οἱ δὲ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι ἐπίστευσαν αὐτῷ· ὑμεῖς δὲ ἰδόντες οὐ μετεμελήθητε ὕστερον τοῦ πιστεῦσαι αὐτῷ.

33. Ἄλλην παραβολὴν ἀκούσατε. ἄνθρωπός τις ἦν οἰκοδεσπότης, ὅστις ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα καὶ φραγμὸν αὐτῷ περιέθηκε καὶ ὤρυξεν ἐν αὐτῷ ληνὸν καὶ ᾠκοδόμησε πύργον, καὶ ἐξέδοτο αὐτὸν γεωργοῖς καὶ ἀπεδήμησεν.

34. ὅτε δὲ ἤγγισεν ὁ καιρὸς τῶν καρπῶν, ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ πρὸς τοὺς γεωργοὺς λαβεῖν τοὺς καρποὺς αὐτοῦ.

35. καὶ λαβόντες οἱ γεωργοὶ τοὺς δούλους αὐτοῦ ὃν μὲν ἔδειραν, ὃν δὲ ἀπέκτειναν, ὃν δὲ ἐλιθοβόλησαν.

36. πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους πλείονας τῶν πρώτων, καὶ ἐποίησαν αὐτοῖς ὡσαύτως.

37. ὕστερον δὲ ἀπέστειλε πρὸς αὐτοὺς τὸν υἱὸν αὐτοῦ λέγων· ἐντραπήσονται τὸν υἱόν μου.

38. οἱ δὲ γεωργοὶ ἰδόντες τὸν υἱὸν εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· οὗτός ἐστιν ὁ κληρονόμος· δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτὸν καὶ κατάσχωμεν τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ.

39. καὶ λαβόντες αὐτὸν ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος καὶ ἀπέκτειναν.

40. ὅταν οὖν ἔλθῃ ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος, τί ποιήσει τοῖς γεωργοῖς ἐκείνοις;

41. λέγουσιν αὐτῷ· κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς, καὶ τὸν ἀμπελῶνα ἐκδώσεται ἄλλοις γεωργοῖς, οἵτινες ἀποδώσουσιν αὐτῷ τοὺς καρποὺς ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν.

42. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· οὐδέποτε ἀνέγνωτε ἐν ταῖς γραφαῖς, λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας· παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη, καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν;

43. διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν ὅτι ἀρθήσεται ἀφ' ὑμῶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ καὶ δοθήσεται ἔθνει ποιοῦντι τοὺς καρποὺς αὐτῆς·

44. καὶ ὁ πεσὼν ἐπὶ τὸν λίθον τοῦτον συνθλασθήσεται· ἐφ' ὃν δ' ἂν πέσῃ, λικμήσει αὐτόν.

45. καὶ ἀκούσαντες οἱ ἀρχιερεῖς καὶ Φαρισαῖοι τὰς παραβολὰς αὐτοῦ ἔγνωσαν ὅτι περὶ αὐτῶν λέγει·

46. καὶ ζητοῦντες αὐτὸν κρατῆσαι ἐφοβήθησαν τοὺς ὄχλους, ἐπειδὴ ὡς προφήτην αὐτὸν εἶχον.

 

















































































Matthew, Chapter 21 (KJV)

01  And when they drew nigh unto Jerusalem, and were come to Bethphage, unto the mount of Olives, then sent Jesus two disciples,
02  Saying unto them, Go into the village over against you, and straightway ye shall find an ass tied, and a colt with her: loose them, and bring them unto me.
03  And if any man say ought unto you, ye shall say, The Lord hath need of them; and straightway he will send them.
04  All this was done, that it might be fulfilled which was spoken by the prophet, saying,
05  Tell ye the daughter of Sion, Behold, thy King cometh unto thee, meek, and sitting upon an ass, and a colt the foal of an ass.
06  And the disciples went, and did as Jesus commanded them,
07  And brought the ass, and the colt, and put on them their clothes, and they set him thereon.
08  And a very great multitude spread their garments in the way; others cut down branches from the trees, and strowed them in the way.
09  And the multitudes that went before, and that followed, cried, saying, Hosanna to the son of David: Blessed is he that cometh in the name of the Lord; Hosanna in the highest.
10  And when he was come into Jerusalem, all the city was moved, saying, Who is this?
11  And the multitude said, This is Jesus the prophet of Nazareth of Galilee.
12  And Jesus went into the temple of God, and cast out all them that sold and bought in the temple, and overthrew the tables of the moneychangers, and the seats of them that sold doves,
13  And said unto them, It is written, My house shall be called the house of prayer; but ye have made it a den of thieves.
14  And the blind and the lame came to him in the temple; and he healed them.
15  And when the chief priests and scribes saw the wonderful things that he did, and the children crying in the temple, and saying, Hosanna to the son of David; they were sore displeased,
16  And said unto him, Hearest thou what these say? And Jesus saith unto them, Yea; have ye never read, Out of the mouth of babes and sucklings thou hast perfected praise?
17  And he left them, and went out of the city into Bethany; and he lodged there.
18  Now in the morning as he returned into the city, he hungered.
19  And when he saw a fig tree in the way, he came to it, and found nothing thereon, but leaves only, and said unto it, Let no fruit grow on thee henceforward for ever. And presently the fig tree withered away.
20  And when the disciples saw it, they marvelled, saying, How soon is the fig tree withered away!
21  Jesus answered and said unto them, Verily I say unto you, If ye have faith, and doubt not, ye shall not only do this which is done to the fig tree, but also if ye shall say unto this mountain, Be thou removed, and be thou cast into the sea; it shall be done.
22  And all things, whatsoever ye shall ask in prayer, believing, ye shall receive.
23  And when he was come into the temple, the chief priests and the elders of the people came unto him as he was teaching, and said, By what authority doest thou these things? and who gave thee this authority?
24  And Jesus answered and said unto them, I also will ask you one thing, which if ye tell me, I in like wise will tell you by what authority I do these things.
25  The baptism of John, whence was it? from heaven, or of men? And they reasoned with themselves, saying, If we shall say, From heaven; he will say unto us, Why did ye not then believe him?
26  But if we shall say, Of men; we fear the people; for all hold John as a prophet.
27  And they answered Jesus, and said, We cannot tell. And he said unto them, Neither tell I you by what authority I do these things.
28  But what think ye? A certain man had two sons; and he came to the first, and said, Son, go work to day in my vineyard.
29  He answered and said, I will not: but afterward he repented, and went.
30  And he came to the second, and said likewise. And he answered and said, I go, sir: and went not.
31  Whether of them twain did the will of his father? They say unto him, The first. Jesus saith unto them, Verily I say unto you, That the publicans and the harlots go into the kingdom of God before you.
32  For John came unto you in the way of righteousness, and ye believed him not: but the publicans and the harlots believed him: and ye, when ye had seen it, repented not afterward, that ye might believe him.
33  Hear another parable: There was a certain householder, which planted a vineyard, and hedged it round about, and digged a winepress in it, and built a tower, and let it out to husbandmen, and went into a far country:
34  And when the time of the fruit drew near, he sent his servants to the husbandmen, that they might receive the fruits of it.
35  And the husbandmen took his servants, and beat one, and killed another, and stoned another.
36  Again, he sent other servants more than the first: and they did unto them likewise.
37  But last of all he sent unto them his son, saying, They will reverence my son.
38  But when the husbandmen saw the son, they said among themselves, This is the heir; come, let us kill him, and let us seize on his inheritance.
39  And they caught him, and cast him out of the vineyard, and slew him.
40  When the lord therefore of the vineyard cometh, what will he do unto those husbandmen?
41  They say unto him, He will miserably destroy those wicked men, and will let out his vineyard unto other husbandmen, which shall render him the fruits in their seasons.
42  Jesus saith unto them, Did ye never read in the scriptures, The stone which the builders rejected, the same is become the head of the corner: this is the Lord's doing, and it is marvellous in our eyes?
43  Therefore say I unto you, The kingdom of God shall be taken from you, and given to a nation bringing forth the fruits thereof.
44  And whosoever shall fall on this stone shall be broken: but on whomsoever it shall fall, it will grind him to powder.
45  And when the chief priests and Pharisees had heard his parables, they perceived that he spake of them.
46  But when they sought to lay hands on him, they feared the multitude, because they took him for a prophet.