Matthew, Chapter 22 Modern Greek

01 Και αποκριθείς ο Ιησούς πάλιν είπε προς αυτούς διά παραβολών, λέγων,
02 Ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών με άνθρωπον βασιλέα, όστις έκαμε γάμους εις τον υιόν αυτού
03 και απέστειλε τους δούλους αυτού να καλέσωσι τους προσκεκλημένους εις τους γάμους  και δεν ήθελον να έλθωσι.
04 Πάλιν απέστειλεν άλλους δούλους, λέγων, Είπατε προς τους προσκεκλημένους, ιδού το γεύμά μου ητοίμασα  οι ταύροί μου και τα θρεπτά είναι εσφαγμένα, και πάντα είναι έτοιμα έλθετε εις τους γάμους.
05 Εκείνοι όμως αμελήσαντες απήλθον, ο μεν εις τον αγρόν αυτού, ο δε εις το εμπόριον αυτού
06 οι δε λοιποί, πιάσαντες τους δούλους αυτού, ύβρισαν και εφόνευσαν.
07 Ακούσας δε ο βασιλεύς ωργίσθη  και πέμψας τα στρατεύματα αυτού, απώλεσε τους φονείς εκείνους, και την πόλιν αυτών κατέκαυσε.
08 Τότε λέγει πρός τους δούλους αυτού, Ο μεν γάμος είναι έτοιμος, οι δε προσκεκλημένοι δεν ήσαν άξιοι.
09  Υπάγετε λοιπόν εις τας διεξόδους των οδών, και όσους αν εύρητε, καλέσατε εις τους γάμους.
10 Και εξελθόντες οι δούλοι εκείνοι εις τας οδούς, συνήγαγον πάντας όσους εύρον, κακούς τε και καλούς  και εγεμίσθη ο γάμος από ανακεκλιμένων.
11 Εισελθών δε ο βασιλεύς διά να θεωρήση τους ανακεκλιμένους, είδεν εκεί άνθρωπον μη ενδεδυμένον ένδυμα γάμου
12 και λέγει πρός αυτόν, Φίλε, πως εισήλθες ενταύθα μη έχων ένδυμα γάμου; Ο δε απεστομώθη.
13 Τότε είπεν ο βασιλεύς πρός τους υπηρέτας, Δέσαντες αυτού πόδας και χείρας, σηκώσατε αυτόν, και ρίψατε εις το σκότος το εξώτερον  εκεί θέλει είσθαι ο κλαυθμός και ο τριγμός των οδόντων.
14 Διότι πολλοί είναι οι κεκλημένοι, ολίγοι δε οι εκλεκτοί.
15 ΤΟΤΕ υπήγον οι Φαρισαίοι και συνεβουλεύθησαν πως να παγιδεύσωσιν αυτόν εν λόγω.
16 Και αποστέλλουσι πρός αυτόν τους μαθητάς αυτών μετά των Ηρωδιανών, λέγοντες, Διδάσκαλε, εξεύρομεν ότι αληθής είσαι, και την οδόν του Θεού εν αληθεία διδάσκεις, και δεν σε μέλει περί ουδενός  διότι δεν βλέπεις εις πρόσωπον ανθρώπων.
17 Ειπέ λοιπόν πρός ημάς, Τι σοι φαίνεται; είναι συγκεχωρημένον να δώσωμεν δασμόν εις τον Καίσαρα, ή ουχί;
18 Γνωρίσας δε ο Ιησούς την πονηρίαν αυτών, είπε, Τι με πειράζετε, υποκριταί;
19 δείξατέ μοι το νόμισμα του δασμού.  Οι δε έφεραν πρός αυτόν δηνάριον.
20 Και λέγει πρός αυτούς, Τίνος είναι η εικών αύτη και η επιγραφή;
21 Λέγουσι πρός αυτόν, Του Καίσαρος. Τότε λέγει πρός αυτούς, Απόδοτε λοιπόν τα του Καίσαρος εις τον Καίσαρα, και τα του Θεού εις τον Θεόν.
22 Και ακούσαντες εθαύμασαν  και αφήσαντες αυτόν ανεχώρησαν.
23 Εν εκείνη τη ημέρα προσήλθον πρός αυτόν Σαδδουκαίοι, οι λέγοντες ότι δεν είναι ανάστασις  και ηρώτησαν αυτόν, λέγοντες,
24 Διδάσκαλε, ο Μωϋσής είπεν, «Εάν τις αποθάνη μη έχων τέκνα, θέλει νυμφευθή ο αδελφός αυτού την γυναίκα αυτού,» και θέλει αναστήσει σπέρμα εις τον αδελφόν αυτού.
25  Ήσαν δε παρ' ημίν επτά αδελφοί  και ο πρώτος αφού ενυμφεύθη, ετελεύτησε  και μη έχων τέκνον, αφήκε την γυναίκα αυτού εις τον αδελφόν αυτού
26 ομοίως και ο δεύτερος, και ο τρίτος, έως των επτά
27 ύστερον δε πάντων απέθανε και η γυνή
28 εν τη  αναστάσει λοιπόν τίνος των επτά θέλει είσθαι γυνή; διότι πάντες έλαβον αυτήν.
29 Αποκριθείς δε ο Ιησούς, είπε πρός αυτούς, Πλανάσθε, μη γνωρίζοντες τας γραφάς μηδέ την δύναμιν του Θεού.
30 Διότι εν τη αναστάσει ούτε νυμφεύονται, ούτε νυμφεύουσιν, αλλ' είναι ως άγγελοι του Θεού εν ουρανώ.
31 Περί δε της αναστάσεως των νεκρών, δεν ανεγνώσατε το ρηθέν πρός εσάς υπό του Θεού, λέγοντος,
32 «Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ, και ο Θεός του Ισαάκ, και ο Θεός του Ιακώβ;» Δεν είναι ο Θεός Θεός νεκρών, αλλά ζώντων.
33 Και ακούσαντες οι όχλοι, εξεπλήττοντο διά την διδαχήν αυτού.
34 Οι δε Φαρισαίοι ακούσαντες ότι απεστόμωσε τους Σαδδουκαίους, συνήχθησαν ομού.
35 Και εις εξ αυτών, νομικός, ηρώτησε πειράζων αυτόν, και λέγων,
36 Διδάσκαλε, ποία εντολή είναι μεγάλη εν τω νόμω;
37 Και ο Ιησούς είπε πρός αυτόν, «Θέλεις αγαπά Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου, και εξ όλης της ψυχής σου, και εξ όλης της διανοίας σου.»
38 Αύτη είναι πρώτη και μεγάλη εντολή.
39 Δευτέρα δε ομοία αυτής, «Θέλεις αγαπά τον πλησίον σου ως σεαυτόν.»
40 Εν ταύταις ταις δύο εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται.
41 Και ενώ ήσαν συνηγμένοι οι Φαρισαίοι, ηρώτησεν αυτούς ο Ιησούς,
42 λέγων, Τι σας φαίνεται περί του Χριστού;  τίνος υιός είναι;  Λέγουσι πρός αυτόν Του Δαβίδ.
43 Λέγει πρός αυτούς, Πως λοιπόν ο Δαβίδ διά Πνεύματος ονομάζει αυτόν Κύριον, λέγων,
44 «είπεν ο Κύριος πρός τον Κύριον μου, Κάθου εκ δεξιών μου, εωσού θέσω τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου;»  Ψαλμ.ρι'.1, Πραξ.β'.34, Κορ.Α'.ιε', Εφεσ.α'.20, Εβρ.α'.3
45 εάν λοιπόν ο Δαβίδ ονομάζη αυτόν Κύριον, πως είναι υιός αυτού;
46 Και ουδείς ηδύνατο ν' αποκριθή πρός αυτόν λόγον  ουδ' ετόλμησέ τις απ' εκείνης της ημέρας να ερωτήση πλέον αυτόν.















































































Matthew, Chapter 22 Demotic Greek

1. Κι αφού ξαναπήρε ο Ιησούς το λόγο, τους μίλησε με παραβολές λέγοντας:
2. «Η βασιλεία των ουρανών είναι όμοια με έναν βασιλιά, που έκανε τους γάμους του γιου του
3. κι έστειλε τους δούλους του να φωνάξουν τους καλεσμένους στους γάμους, αλλά εκείνοι δεν ήθελαν να έρθουν.
4. Ξανάστειλε άλλους δούλους λέγοντας: Να πείτε στους καλεσμένους: Ορίστε, το γεύμα μου το ετοίμασα. Οι ταύροι μου και τα θρεφτάρια είναι σφαγμένα και είναι όλα έτοιμα, ελάτε στους γάμους.
5. Εκείνοι όμως αδιαφόρησαν και πήγαν άλλος στο χωράφι του, άλλος στο εμπόριό του
6. και οι υπόλοιποι, αφού έπιασαν τους δούλους του, τους συμπεριφέρθηκαν άσχημα και τους σκότωσαν.
7. Και σαν το άκουσε ο βασιλιάς, οργίστηκε και έστειλε τα στρατεύματά του και εξολόθρεψε τους φονιάδες εκείνους και την πόλη τους την έκαψε.
8. Λέει τότε στους δούλους του: Ο γάμος, βέβαια, είναι έτοιμος, μα οι προσκαλεσμένοι δεν ήταν άξιοι.
9. Πηγαίνετε, λοιπόν, στα σταυροδρόμια και όσους βρείτε καλέστε τους στους γάμους.
10. Βγήκαν τότε οι δούλοι εκείνοι στους δρόμους και μάζεψαν όλους όσους βρήκαν, κακούς και καλούς. Και γέμισε ο χώρος του γάμου από τους προσκαλεσμένους για το γαμήλιο γεύμα.
11. Κι όταν μπήκε ο βασιλιάς να δει τους προσκαλεσμένους για το γαμήλιο γεύμα, είδε εκεί έναν που δεν ήταν ντυμένος με γαμήλια στολή.
12. Και του λέει: Φίλε, πώς μπήκες εδώ χωρίς να έχεις γαμήλια στολή; Κι εκείνος δεν μπόρεσε να απαντήσει.
13. Είπε, τότε, ο βασιλιάς στους υπηρέτες του: Αφού τον δέσετε χειροπόδαρα, σηκώστε τον και πετάξτε τον στο πιο απόμακρο και βαθύ σκοτάδι. Εκεί είναι που θα κλαίει και θα τρίζει τα δόντια του.
14. Γιατί πολλοί είναι οι καλεσμένοι αλλά λίγοι οι εκλεκτοί».
15. Τότε οι Φαρισαίοι πήγαν κι έκαναν συμβούλιο με σκοπό να τον παγιδέψουν αποσπώντας του κάποιον λόγο.
16. Του στέλνουν, λοιπόν, τους μαθητές τους μαζί με τους Ηρωδιανούς, και του λένε: «Δάσκαλε, ξέρουμε ότι είσαι ειλικρινής και ότι διδάσκεις το θέλημα του Θεού χωρίς να κρύβεις την αλήθεια και δε σε νοιάζει τι θα πει ο καθένας, γιατί δεν κοιτάς να κολακέψεις ανθρώπους.
17. Πες μας, λοιπόν, ποια είναι η γνώμη σου; Επιτρέπεται να δίνει κανείς φόρο στον Καίσαρα ή όχι;».
18. Ο Ιησούς όμως καταλαβαίνοντας την πονηριά τους, είπε: «Γιατί προσπαθείτε να με παραπλανήσετε, υποκριτές;
19. Δείξτε μου το νόμισμα του φόρου». Κι εκείνοι του έφεραν ένα δηνάριο.
20. Τους λέει τότε ο Ιησούς: «Τίνος είναι η εικόνα τούτη και η επιγραφή;».
21. »Του Καίσαρα», του απαντούν. Τους λέει τότε: «Αποδώστε, λοιπόν, στον Καίσαρα εκείνα που ανήκουν στον Καίσαρα, και στο Θεό εκείνα που ανήκουν στο Θεό».
22. Και σαν άκουσαν την απάντηση αυτή, θαύμασαν και αφήνοντάς τον έφυγαν.
23. Εκείνη την ημέρα τον πλησίασαν μερικοί Σαδδουκαίοι - αυτοί που λένε πως δεν υπάρχει ανάσταση - και τον ρώτησαν:
24. «Δάσκαλε, ο Μωυσής είπε: Αν κάποιος πεθάνει άτεκνος, τη γυναίκα του να την παντρευτεί ο αδελφός του και να κάνει απογόνους στον αδελφό του.
25. Στον τόπο μας λοιπόν, υπήρχαν εφτά αδέλφια. Ο πρώτος, αφού παντρεύτηκε, πέθανε. Κι επειδή δεν είχε παιδί, άφησε τη γυναίκα του στον αδελφό του.
26. Το ίδιο και ο δεύτερος και ο τρίτος ως τον έβδομο.
27. Ύστερα απ' όλους πέθανε και η γυναίκα.
28. Στην ανάσταση, λοιπόν, τίνος από τους εφτά θα είναι η γυναίκα; Γιατί την παντρεύτηκαν όλοι».
29. Αποκρίθηκε τότε ο Ιησούς και τους είπε: «Απατάστε, επειδή δε γνωρίζετε τις Γραφές μήτε τη δύναμη του Θεού.
30. Γιατί στην αναστημένη ζωή δεν παντρεύονται ούτε οι άντρες ούτε οι γυναίκες, αλλά είναι όλοι σαν άγγελοι του Θεού στον ουρανό.
31. Όσο για την ανάσταση των νεκρών, δε διαβάσατε αυτό που σας αποκαλύφθηκε από το Θεό, όταν λέει:
32. Εγώ είμαι ο Θεός του Αβραάμ και ο Θεός του Ισαάκ και ο Θεός του Ιακώβ; Ο Θεός δεν είναι Θεός νεκρών, αλλά ζωντανών».
33. Και σαν τον άκουσαν τα πλήθη, έμειναν κατάπληκτα από τη διδαχή του.
34. Οι Φαρισαίοι όμως, όταν άκουσαν ότι αποστόμωσε τους Σαδδουκαίους, μαζεύτηκαν στο ίδιο μέρος
35. κι ένας απ' αυτούς, που ήταν νομικός, τον ρώτησε δοκιμάζοντάς τον:
36. «Δάσκαλε, ποια είναι η μεγαλύτερη εντολή του νόμου;».
37. Κι ο Ιησούς του αποκρίθηκε: «Θ' αγαπήσεις τον Κύριο το Θεό σου με όλη την καρδιά σου και με όλη την ψυχή σου και με όλη τη διάνοιά σου.
38. Αυτή είναι η πρώτη και μεγαλύτερη εντολή.
39. Και δεύτερη, όμοια μ' αυτή, είναι: Θ' αγαπήσεις τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου.
40. Σ' αυτές τις δύο εντολές στηρίζονται όλος ο νόμος και οι προφήτες».
41. Στο μεταξύ, συγκεντρωμένοι καθώς ήταν οι Φαρισαίοι, τους ρώτησε ο Ιησούς:
42. «Τι γνώμη έχετε για τον Χριστό; Τίνος απόγονος είναι;». Του λένε: «Του Δαβίδ».
43. Τους λέει: «Τότε πώς ο Δαβίδ, με έμπνευση του Πνεύματος, τον αποκαλεί Κύριο, λέγοντας:
44. Είπε ο Κύριος στον Κύριό μου: Στα δεξιά μου να κάθεσαι, ώσπου να θέσω τους εχθρούς σου κάτω από τα πόδια σου;
45. Αν λοιπόν, ο Δαβίδ τον αποκαλεί Κύριο, τότε πώς γίνεται να είναι απόγονός του;».
46. Και κανένας δεν μπορούσε να του δώσει κάποια απάντηση κι ούτε τόλμησε πια κανείς από την ημέρα εκείνη να του κάνει ερωτήσεις.















































































Matthew

Matthew, Chapter 22 Ancient Greek

1. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς πάλιν εἶπεν αὐτοῖς ἐν παραβολαῖς λέγων·

2. ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅστις ἐποίησε γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ.

3. καὶ ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ καλέσαι τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους, καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν.

4. πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους λέγων· εἴπατε τοῖς κεκλημένοις· ἰδοὺ τὸ ἄριστόν μου ἡτοίμασα, οἱ ταῦροί μου καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς γάμους.

5. οἱ δὲ ἀμελήσαντες ἀπῆλθον, ὁ μὲν εἰς τὸν ἴδιον ἀγρόν, ὁ δὲ εἰς τὴν ἐμπορίαν αὐτοῦ·

6. οἱ δὲ λοιποὶ κρατήσαντες τοὺς δούλους αὐτοῦ ὕβρισαν καὶ ἀπέκτειναν.

7. ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος ὠργίσθη, καὶ πέμψας τὰ στρατεύματα αὐτοῦ ἀπώλεσε τοὺς φονεῖς ἐκείνους καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησε.

8. τότε λέγει τοῖς δούλοις αὐτοῦ· ὁ μὲν γάμος ἕτοιμός ἐστιν, οἱ δὲ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι·

9. πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἐὰν εὕρητε καλέσατε εἰς τοὺς γάμους.

10. καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς· καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων.

11. εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου,

12. καὶ λέγει αὐτῷ· ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; ὁ δὲ ἐφιμώθη.

13. τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις· δήσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας ἄρατε αὐτὸν καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων.

14. πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.

15. Τότε πορευθέντες οἱ Φαρισαῖοι συμβούλιον ἔλαβον ὅπως αὐτὸν παγιδεύσωσιν ἐν λόγῳ.

16. καὶ ἀποστέλλουσιν αὐτῷ τοὺς μαθητὰς αὐτῶν μετὰ τῶν Ἡρῳδιανῶν λέγοντες· διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς εἶ καὶ τὴν ὁδὸν τοῦ Θεοῦ ἐν ἀληθείᾳ διδάσκεις, καὶ οὐ μέλει σοι περὶ οὐδενός· οὐ γὰρ βλέπεις εἰς πρόσωπον ἀνθρώπων·

17. εἰπὲ οὖν ἡμῖν, τί σοι δοκεῖ; ἔξεστι δοῦναι κῆνσον Καίσαρι ἢ οὔ;

18. γνοὺς δὲ ὁ Ἰησοῦς τὴν πονηρίαν αὐτῶν εἶπε· τί με πειράζετε, ὑποκριταί;

19. ἐπιδείξατέ μοι τὸ νόμισμα τοῦ κήνσου. οἱ δὲ προσήνεγκαν αὐτῷ δηνάριον.

20. καὶ λέγει αὐτοῖς· τίνος ἡ εἰκὼν αὕτη καὶ ἡ ἐπιγραφή;

21. λέγουσιν αὐτῷ· Καίσαρος. τότε λέγει αὐτοῖς· ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ.

22. καὶ ἀκούσαντες ἐθαύμασαν, καὶ ἀφέντες αὐτὸν ἀπῆλθον.

23. Ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ προσῆλθον αὐτῷ Σαδδουκαῖοι, οἱ λέγοντες μὴ εἶναι ἀνάστασιν, καὶ ἐπηρώτησαν αὐτὸν

24. λέγοντες· διδάσκαλε, Μωϋσῆς εἶπεν, ἐάν τις ἀποθάνῃ μὴ ἔχων τέκνα, ἐπιγαμβρεύσει ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ ἀναστήσει σπέρμα τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ.

25. ἦσαν δὲ παρ' ἡμῖν ἑπτὰ ἀδελφοί· καὶ ὁ πρῶτος γαμήσας ἐτελεύτησε, καὶ μὴ ἔχων σπέρμα ἀφῆκε τὴν γυναῖκα αὐτοῦ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ·

26. ὁμοίως καὶ ὁ δεύτερος καὶ ὁ τρίτος, ἕως τῶν ἑπτά.

27. ὕστερον δὲ πάντων ἀπέθανε καὶ ἡ γυνή.

28. ἐν τῇ οὖν ἀναστάσει τίνος τῶν ἑπτὰ ἔσται γυνή; πάντες γὰρ ἔσχον αὐτήν.

29. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· πλανᾶσθε μὴ εἰδότες τὰς γραφὰς μηδὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ.

30. ἐν γὰρ τῇ ἀναστάσει οὔτε γαμοῦσιν οὔτε ἐκγαμίζονται, ἀλλ' ὡς ἄγγελοι Θεοῦ ἐν οὐρανῷ εἰσι.

31. περὶ δὲ τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν οὐκ ἀνέγνωτε τὸ ῥηθὲν ὑμῖν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ λέγοντος,

32. ἐγώ εἰμι ὁ Θεὸς Ἀβραὰμ καὶ ὁ Θεὸς Ἰσαὰκ καὶ ὁ Θεὸς Ἰακώβ; οὐκ ἔστιν ὁ Θεὸς Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων.

33. καὶ ἀκούσαντες οἱ ὄχλοι ἐξεπλήσσοντο ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ.

34. Οἱ δὲ Φαρισαῖοι, ἀκούσαντες ὅτι ἐφίμωσε τοὺς Σαδδουκαίους, συνήχθησαν ἐπὶ τὸ αὐτό,

35. καὶ ἐπηρώτησεν εἷς ἐξ αὐτῶν, νομικός, πειράζων αὐτὸν καὶ λέγων·

36. διδάσκαλε, ποία ἐντολὴ μεγάλη ἐν τῷ νόμῳ;

37. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔφη αὐτῷ· ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου.

38. αὕτη ἐστὶ πρώτη καὶ μεγάλη ἐντολή.

39. δευτέρα δὲ ὁμοία αὐτῇ· ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν.

40. ἐν ταύταις ταῖς δυσὶν ἐντολαῖς ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται κρέμανται.

41. Συνηγμένων δὲ τῶν Φαρισαίων ἐπηρώτησεν αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς

42. λέγων· τί ὑμῖν δοκεῖ περὶ τοῦ Χριστοῦ; τίνος υἱός ἐστι; λέγουσιν αὐτῷ· τοῦ Δαυΐδ.

43. λέγει αὐτοῖς· πῶς οὖν Δαυῒδ ἐν Πνεύματι Κύριον αὐτὸν καλεῖ λέγων,

44. εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Κυρίῳ μου, κάθου ἐκ δεξιῶν μου ἕως ἂν θῶ τοὺς ἐχθρούς σου ὑποπόδιον τῶν ποδῶν σου;

45. εἰ οὖν Δαυῒδ καλεῖ αὐτὸν Κύριον, πῶς υἱὸς αὐτοῦ ἐστι;

46. καὶ οὐδεὶς ἐδύνατο αὐτῷ ἀποκριθῆναι λόγον, οὐδὲ ἐτόλμησέ τις ἀπ' ἐκείνης τῆς ἡμέρας ἐπερωτῆσαι αὐτὸν οὐκέτι.

 

















































































Matthew, Chapter 22 (KJV)

01  And Jesus answered and spake unto them again by parables, and said,
02  The kingdom of heaven is like unto a certain king, which made a marriage for his son,
03  And sent forth his servants to call them that were bidden to the wedding: and they would not come.
04  Again, he sent forth other servants, saying, Tell them which are bidden, Behold, I have prepared my dinner: my oxen and my fatlings are killed, and all things are ready: come unto the marriage.
05  But they made light of it, and went their ways, one to his farm, another to his merchandise:
06  And the remnant took his servants, and entreated them spitefully, and slew them.
07  But when the king heard thereof, he was wroth: and he sent forth his armies, and destroyed those murderers, and burned up their city.
08  Then saith he to his servants, The wedding is ready, but they which were bidden were not worthy.
09  Go ye therefore into the highways, and as many as ye shall find, bid to the marriage.
10  So those servants went out into the highways, and gathered together all as many as they found, both bad and good: and the wedding was furnished with guests.
11  And when the king came in to see the guests, he saw there a man which had not on a wedding garment:
12  And he saith unto him, Friend, how camest thou in hither not having a wedding garment? And he was speechless.
13  Then said the king to the servants, Bind him hand and foot, and take him away, and cast him into outer darkness; there shall be weeping and gnashing of teeth.
14  For many are called, but few are chosen.
15  Then went the Pharisees, and took counsel how they might entangle him in his talk.
16  And they sent out unto him their disciples with the
Herodians, saying, Master, we know that thou art true, and teachest the way of God in truth, neither carest thou for any man: for thou regardest not the person of men.
17  Tell us therefore, What thinkest thou? Is it lawful to give tribute unto Caesar, or not?
18  But Jesus perceived their wickedness, and said, Why tempt ye me, ye hypocrites?
19  Show me the tribute money. And they brought unto him a penny.
20  And he saith unto them, Whose is this image and superscription?
21  They say unto him, Caesar's. Then saith he unto them, Render therefore unto Caesar the things which are Caesar's; and unto God the things that are God's.
22  When they had heard these words, they marvelled, and left him, and went their way.
23  The same day came to him the Sadducees, which say that there is no resurrection, and asked him,
24  Saying, Master, Moses said, If a man die, having no children, his brother shall marry his wife, and raise up seed unto his brother.
25  Now there were with us seven brethren: and the first, when he had married a wife, deceased, and, having no issue, left his wife unto his brother:
26  Likewise the second also, and the third, unto the seventh.
27  And last of all the woman died also.
28  Therefore in the resurrection whose wife shall she be of the seven? for they all had her.
29  Jesus answered and said unto them, Ye do err, not knowing the scriptures, nor the power of God.
30  For in the resurrection they neither marry, nor are given in marriage, but are as the angels of God in heaven.
31  But as touching the resurrection of the dead, have ye not read that which was spoken unto you by God, saying,
32  I am the God of Abraham, and the God of Isaac, and the God of Jacob? God is not the God of the dead, but of the living.
33  And when the multitude heard this, they were astonished at his doctrine.
34  But when the Pharisees had heard that he had put the Sadducees to silence, they were gathered together.
35  Then one of them, which was a lawyer, asked him a question, tempting him, and saying,
36  Master, which is the great commandment in the law?
37  Jesus said unto him, Thou shalt love the Lord thy God with all thy heart, and with all thy soul, and with all thy mind.
38  This is the first and great commandment.
39  And the second is like unto it, Thou shalt love thy neighbour as thyself.
40  On these two commandments hang all the law and the prophets.
41  While the Pharisees were gathered together, Jesus asked them,
42  Saying, What think ye of Christ? whose son is he? They say unto him, The son of David.
43  He saith unto them, How then doth David in spirit call him Lord, saying,
44  The Lord said unto my Lord, Sit thou on my right hand, till I make thine enemies thy footstool?
45 If David then call him Lord, how is he his son?
46  And no man was able to answer him a word, neither durst any man from that day forth ask him any more questions.