Matthew, Chapter 25 Modern Greek

01 Τότε θέλει ομειωθή η βασιλεία των ουρανών με δέκα παρθένους, αίτινες λαβούσαι τας λαμπάδας αυτών, εξήλθον εις απάντησιν του νυμφίου.
02 Πέντε δε εξ αυτών ήσαν φρόνιμοι, και πέντε μωραί.
03 Αίτινες μωραί, λαβούσαι τας λαμπάδας αυτών, δεν έλαβον μεθ' εαυτών έλαιον
04 αι φρόνιμοι όμως έλαβον έλαιον εν τοίς αγγείοις αυτών μετά τών λαμπάδων αυτών
05 Και επειδή ο νυμφίος εβράδυνεν, ενύσταξαν πάσαι και εκοιμώντο.
06 Εν τω μέσω δε της νυκτός έγεινε κραυγή, Ιδού, ο νυμφίος έρχεται  εξέλθετε εις απάντησιν αυτού.,
07 Τότε εσηκώθησαν πάσαι αι παρθένοι εκείναι, και ητοίμασαν τας λαμπάδας αυτών.
08 Και αι μωραί είπον προς τας φρονίμους, Δότε εις ημάς εκ του ελαίου σας  διότι αι λαμπάδες ημών σβύνονται.
09 Απεκρίθησαν δε αι φρόνιμοι, λέγουσαι, Μήποτε δεν αρκέση εις ημάς και εις εσάς όθεν υπάγετε κάλλιον προς τους πωλούντας, και αγοράσατε εις εαυτάς.
10 Ενώ δε απήρχοντο διά να αγοράσωσιν, ήλθεν ο νυμφίος  και αι έτοιμοι εισήλθον μετ' αυτού εις τους γάμους, και εκλείσθη η θύρα.
11  Ύστερον δε έρχονται και αι λοιπαί παρθένοι, λέγουσαι,Κύριε, Κύριε, άνοιξον εις ημάς.
12 Ο δε αποκριθείς είπεν, Αληθώς σας λέγω, δεν σας γνωρίζω.
13 Αγρυπνείτε λοιπόν, διότι δεν εξεύρετε την ημέραν ουδέ την ώραν, καθ' ήν ο Υιός του ανθρώπου έρχεται.
14 Διότι θέλει ελθεί ως άνθρωπος όστις αποδημών, εκάλεσε τους δούλους αυτού, και παρέδωκεν εις αυτούς τα υπάρχοντα αυτού
15 και εις άλλον μεν έδωκε πέντε τάλαντα, εις άλλον δε δύο, εις άλλον δε έν  εις έκαστον κατά την ιδίαν αυτού ικανότητα  και απεδήμησεν ευθύς.
16 Υπήγε δε ο λαβών τα πέντε τάλαντα, και εργαζόμενος δι' αυτών, έκαμεν άλλα πέντε τάλαντα.
17 Ωσαύτως και ο τα δύο, εκέρδησε και αυτός άλλα δύο.
18Ο δε λαβών το εν, υπήγε και έσκαψεν εις την γην, και έκρυψε το αργύριον του Κυρίου αυτού.
19 Μετά δε καιρόν πολύ έρχεται ο κύριος των δούλων εκείνων, και θεωρεί λογαριασμόν μετ' αυτών.
20 Και ελθών ο λαβών τα πέντε τάλαντα, προσέφερεν άλλα πέντε τάλαντα, λέγων, Κύριε, πέντε τάλαντα μοι παρέδωκας ιδού, άλλα πέντε τάλαντα εκέρδησα επ' αυτοίς
21 Και είπε προς αυτόν ο κύριος αυτού, Εύγε, δούλε αγαθέ και πιστέ  εις τα ολίγα εστάθης πιστός, επί πολλών θέλω σε καταστήσει  είσελθε εις την χαράν του κυρίου σου.
22 Προσελθών δε και ο λαβών τα δύο τάλαντα, είπε, Κύριε, δύο τάλαντα μοι παρέδωκας  ιδού, άλλα δύο τάλαντα κέρδησα επ' αυτοίς.
23 Είπε προς αυτόν ο κύριος αυτού, Εύγε, δούλε αγαθέ, και πιστέ  εις τα ολίγα εστάθης πιστός, επί πολλών θέλω σε καταστήσει  είσελθε εις την χαράν του κυρίου σου.
24 Προσελθών δε και ο λαβών το εν τάλαντον, είπε, Κύριε, σε εγνώρισα ότι είσαι σκληρός άνθρωπος, θερίζων όπου δεν έσπειρας, και συνάγων όθεν δεν διεσκόρπισας
25 και φοβηθείς υπήγα και έκρυψα το τάλαντόν σου εν τη γη ιδού, έχεις το σόν.
26 Αποκριθείς δε ο κύριος αυτού, είπε προς αυτόν, Πονηρέ δούλε και οκνηρέ, ήξευρες ότι θερίζω όπου δεν έσπειρα, και συνάγω όθεν δεν διεσκόρπισα
27 έπρεπε λοιπόν να βάλης το αργύριόν μου εις τους τραπεζίτας  και ελθών εγώ, ήθελων λάβει το εμόν μετά τόκου.
28 Λάβετε λοιπόν απ' αυτού το τάλαντον, και δότε εις τον έχοντα τα δέκα τάλαντα.
29 Διότι εις πάντα τον έχοντα θέλει δοθή, και περισσευθή από δε του μη έχοντος, και εκείνο το οποίον έχει, θέλει αφαιρεθή απ' αυτού.
30 Και τον αχρείον δούλον ρίψατε εις το σκότος το εξώτερον εκεί θέλει είσθαι ο κλαυθμός και ο τριγμός των οδόντων.
31  Όταν δε έλθη ο Υιός του ανθρώπου εν τη δόξη αυτού, και πάντες οι άγιοι άγγελοι μετ' αυτού, τότε θέλει καθίσει επί του θρόνου της δόξης αυτού.
32 Και θέλουσι συναχθή έμπροσθεν αυτού πάντα τα έθνη  και θέλει χωρίσει αυτούς απ' αλλήλων, καθώς ο ποιμήν χωρίζει τα πρόβατα από των εριφίων
33 και θέλει στήσει τα μεν πρόβατα εκ δεξιών αυτού, τα δε ερίφια εξ αριστερών.
34 Τότε ο βασιλεύς θέλει ειπεί προς τους εκ δεξιών αυτού, Έλθετε, οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην εις εσάς βασιλείαν από καταβολής κόσμου
35 διότι επείνασα, και μοι εδώκατε να φάγω  εδίψησα, και με εποτίσατε  ξένος ήμην, και με εφιλοξενήσατε
36 γυμνός, και με ενεδύσατε  ησθένησα, και με επεσκέφθητε εν φυλακή ήμην, και ήλθετε προς εμέ.
37 Τότε θέλουσιν αποκριθή προς αυτόν οι δίκαιοι,  λέγοντες, Κύριε, πότε σε είδομεν πεινώντα, και εθρέψαμεν; ή διψώντα, και εποτίσαμεν;
38 πότε δε σε είδομεν ξένον, και εφιλοξενήσαμεν; ή γυμνόν, και ενεδύσαμεν;
39 πότε δε σε είδομεν ασθενή, ή εν φυλακή, και ήλθομεν προς σέ;
40 Και αποκριθείς ο βασιλεύς, θέλει ειπεί προς αυτούς, Αληθώς σας λέγω, καθ' όσον εκάμετε εις ένα τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εις εμέ εκάμετε.
41 Τότε θέλει ειπεί και προς τους εξ αριστερών, Υπάγετε απ' εμού, οι κατηραμένοι, εις το πυρ το αιώνιον, το ητοιμασμένον διά τον διάβολον και τους αγγέλους αυτού.
42 Διότι επείνασα, και δεν μοι εδώκατε να φάγω  εδίψησα, και δεν με εποτίσατε
43 ξένος ήμην, και δεν με εφιλοξενήσατε  γυμνός, και δεν με ενεδύσατε  ασθενής και εν φυλακή, και δεν με επεσκέφθητε.
44 Τότε θέλουσιν αποκριθή προς αυτόν και αυτοί, λέγοντες, Κύριε, πότε σε είδομεν πεινώντα, ή διψώντα, ή ξένον,  ή γυμνόν, ή ασθενή, ή εν φυλακή, και δεν σε υπηρετήσαμεν
45 Τότε θέλει αποκριθή προς αυτούς, λέγων, Αληθώς σας λέγω, καθ' όσον δεν εκάμετε εις ένα τούτων των ελαχίστων, ουδέ εις εμέ εκάμετε.
46 Και θέλουσιν απέλθει ούτοι μεν εις κόλασιν αιώνιον  οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Matthew, Chapter 25 Demotic Greek

1. «Τότε η βασιλεία των ουρανών θα μοιάσει με δέκα παρθένες, οι οποίες, αφού πήραν τα λυχνάρια τους, βγήκαν να προϋπαντήσουν το γαμπρό.
2. Ομως πέντε απ' αυτές ήταν μυαλωμένες και οι πέντε άμυαλες.
3. Οι άμυαλες λοιπόν, ενώ πήραν τα λυχνάρια τους, δεν πήραν μαζί τους λάδι.
4. Οι μυαλωμένες όμως πήραν λάδι στα δοχεία τους μαζί με τα λυχνάρια τους.
5. Κι επειδή ο γαμπρός αργούσε να έρθει, νύσταξαν όλες και κοιμούνταν. Κι εκεί στα μεσάνυχτα ακούστηκε μια δυνατή φωνή:
6. Νάτος ο γαμπρός! Έρχεται! Βγήτε να τον προϋπαντήσετε!
7. Τότε σηκώθηκαν όλες εκείνες οι παρθένες και ετοίμασαν τα λυχνάρια τους.
8. Και οι άμυαλες είπαν στις μυαλωμένες: Δώστε μας από το λάδι σας, γιατί τα λυχνάρια μας σβήνουν.
9. Αλλ' οι μυαλωμένες απάντησαν: Ίσως δε φτάσει και για μας και για σας. Γι' αυτό πηγαίνετε καλύτερα σ' αυτούς που πουλάνε και αγοράστε για σας.
10. Μα καθώς εκείνες πήγαιναν να αγοράσουν, ήρθε ο γαμπρός και οι έτοιμες μπήκαν μαζί του στους γάμους και η πόρτα έκλεισε.
11. Έρχονται ύστερα και οι υπόλοιπες παρθένες λέγοντας: Κύριε, κύριε άνοιξέ μας.
12. Αλλ' εκείνος αποκρίθηκε: Πραγματικά, σας λέω, δε σας γνωρίζω.
13. Να είστε, λοιπόν έτοιμοι κάθε στιγμή, γιατί δεν ξέρετε την ημέρα ούτε την ώρα που έρχεται ο Γιος του Ανθρώπου».
14. «Σαν έναν άνθρωπο, για παράδειγμα, που, επειδή έφευγε στα ξένα, κάλεσε τους δούλους του και τους παρέδωσε τα υπάρχοντά του.
15. Και στον έναν απ' αυτούς έδωσε πέντε τάλαντα, στον άλλο δύο και στον άλλο ένα, στον καθένα ανάλογα με την ικανότητά του, και αμέσως κατόπιν έφυγε.
16. Πήγε τότε εκείνος που πήρε τα πέντε τάλαντα και εργάστηκε μ' αυτά και κέρδισε άλλα πέντε τάλαντα.
17. Το ίδιο κι εκείνος που πήρε τα δύο, κέρδισε κι αυτός άλλα δύο.
18. 'Αλλ' εκείνος που πήρε το ένα τάλαντο, πήγε, έσκαψε στη γη και έκρυψε το χρήμα του κυρίου του.
19. Ύστερα λοιπόν από πολύ καιρό, έρχεται ο κύριος των δούλων εκείνων και ζητά απόδοση λογαριασμού απ' αυτούς.
20. Ήρθε τότε εκείνος που πήρε τα πέντε τάλαντα και του προσκόμισε άλλα πέντε τάλαντα, λέγοντας: Κύριε, πέντε τάλαντα μου παρέδωσες, ορίστε κέρδισα μ' αυτά άλλα πέντε τάλαντα.
21. Του απάντησε ο κύριός του: Εύγε, δούλε αγαθέ και πιστέ, στα λίγα στάθηκες πιστός, πάνω σε πολλά θα σε ορίσω υπεύθυνο. Μπες στη χαρά του κυρίου σου.
22. »Ήρθε έπειτα κι εκείνος που πήρε τα δύο τάλαντα και είπε: Κύριε, δύο τάλαντα μου παρέδωσες, ορίστε κέρδισα μ' αυτά άλλα δύο τάλαντα.
23. Του απάντησε ο κύριός του: Εύγε, δούλε αγαθέ και πιστέ, στα λίγα στάθηκες πιστός, πάνω σε πολλά θα σε ορίσω υπεύθυνο. Μπες στη χαρά του κυρίου σου.
24. Ήρθε κατόπιν κι εκείνος που είχε πάρει το ένα τάλαντο και είπε: Κύριε, διαπίστωσα ότι είσαι σκληρός άνθρωπος. Θερίζεις εκεί όπου δεν έσπειρες και συνάζεις από εκεί όπου δε σκόρπισες.
25. Επειδή φοβήθηκα, λοιπόν, πήγα κι έκρυψα το τάλαντό σου στη γη. Ορίστε, έχεις το δικό σου.
26. Αποκρίθηκε τότε ο κύριός του και του είπε: Πονηρέ δούλε και φυγόπονε! Το ήξερες ότι θερίζω εκεί όπου δεν έσπειρα και συνάζω από εκεί όπου δε σκόρπισα.
27. Όφειλες επομένως να βάλεις το χρήμα μου σε τράπεζα, κι εγώ σαν ερχόμουν θα έπαιρνα μαζί με το κεφάλαιό μου και τόκο.
28. Πάρτε, λοιπόν, το τάλαντο απ' αυτόν και δώστε το σ' εκείνον που έχει τα δέκα τάλαντα.
29. Γιατί στον καθένα που έχει, θα δοθεί και θα έχει περίσσευμα, ενώ από εκείνον που δεν έχει, θα αφαιρεθεί κι εκείνο που έχει.
30. Και τον ανάξιο δούλο ρίξτε τον έξω, στο πιο απόμακρο και βαθύ σκοτάδι. Εκεί είναι που θα κλαίει και θα τρίζει τα δόντια του».
31. «Όταν, λοιπόν, έρθει ο Γιος του Ανθρώπου μέσα στη δόξα του, και μαζί του όλοι οι άγιοι άγγελοί του, τότε θα καθίσει πάνω στον ένδοξο θρόνο του.
32. Και θα συναχτούν μπροστά του όλα τα έθνη και θα τους ξεχωρίσει τον έναν από τον άλλο, όπως ξεχωρίζει ο βοσκός τα πρόβατα από τα γίδια.
33. Και θα βάλει τα πρόβατα στα δεξιά του, ενώ τα γίδια θα τα βάλει στα αριστερά.
34. Έπειτα ο βασιλιάς θα πει σ' αυτούς που θα είναι στα δεξιά του: Ελάτε οι ευλογημένοι του Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία που έχει ετοιμαστεί για σας από τότε που θεμελιώθηκε ο κόσμος.
35. Γιατί πείνασα, και μου δώσατε να φάω, δίψασα, και μου δώσατε να πιω, ξένος ήμουν, και με περιμαζέψατε,
36. γυμνός ήμουν, και με ντύσατε, αρρώστησα, και με επισκεφθήκατε, στη φυλακή ήμουν, και ήρθατε κοντά μου.
37. Τότε θα αποκριθούν οι δίκαιοι και θα του πούνε: Κύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς και σε θρέψαμε ή να διψάς και σου δώσαμε να πιεις;
38. Και πότε σε είδαμε ξένο και σε περιμαζέψαμε ή γυμνό και σε ντύσαμε;
39. Και πότε σε είδαμε άρρωστο ή στη φυλακή και σε επισκεφτήκαμε;
40. Και θα αποκριθεί ο βασιλιάς και θα τους πει: Πραγματικά, σας λέω, καθόσο τα κάνατε αυτά σ' έναν από τους αδελφούς μου αυτούς τους ασήμαντους, σ' εμένα τα κάνατε.
41. »Κατόπιν θα πει και σ' εκείνους που θα είναι στ' αριστερά: Φύγετε από μένα εσείς οι καταραμένοι, στη φωτιά την αιώνια, που έχει ετοιμαστεί για το διάβολο και τους αγγέλους του.
42. Γιατί πείνασα, και δε μου δώσατε να φάω, δίψασα, και δε μου δώσατε να πιω,
43. ξένος ήμουν, και δε με περιμαζέψατε, γυμνός ήμουν, και δε με ντύσατε, άρρωστος και στη φυλακή, και δε με επισκεφθήκατε.
44. Τότε θα του αποκριθούν κι αυτοί: Κύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς ή να διψάς ή ξένο ή γυμνό ή άρρωστο ή στη φυλακή, και δε σε υπηρετήσαμε;
45. Θα τους αποκριθεί τότε εκείνος: Πραγματικά, σας λέω, καθόσο δεν τα κάνατε αυτά σ' έναν απ' αυτούς τους ασήμαντους, ούτε σε μένα τα κάνατε.
46. Και θα αναχωρήσουν αυτοί σε κόλαση αιώνια, και οι δίκαιοι σε ζωή αιώνια».
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Matthew

Matthew, Chapter 25 Ancient Greek

1. Τότε ὁμοιωθήσεται ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν δέκα παρθένοις, αἵτινες λαβοῦσαι τὰς λαμπάδας αὐτῶν ἐξῆλθον εἰς ἀπάντησιν τοῦ νυμφίου.

2. πέντε δὲ ἦσαν ἐξ αὐτῶν φρόνιμοι καὶ αἱ πέντε μωραί.

3. αἵτινες μωραὶ λαβοῦσαι τὰς λαμπάδας ἑαυτῶν οὐκ ἔλαβον μεθ' ἑαυτῶν ἔλαιον·

4. αἱ δὲ φρόνιμοι ἔλαβον ἔλαιον ἐν τοῖς ἀγγείοις αὐτῶν μετὰ τῶν λαμπάδων αὐτῶν.

5. χρονίζοντος δὲ τοῦ νυμφίου ἐνύσταξαν πᾶσαι καὶ ἐκάθευδον.

6. μέσης δὲ νυκτὸς κραυγὴ γέγονεν· ἰδοὺ ὁ νυμφίος ἔρχεται, ἐξέρχεσθε εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ.

7. τότε ἠγέρθησαν πᾶσαι αἱ παρθένοι ἐκεῖναι καὶ ἐκόσμησαν τὰς λαμπάδας αὐτῶν.

8. αἱ δὲ μωραὶ ταῖς φρονίμοις εἶπον· δότε ἡμῖν ἐκ τοῦ ἐλαίου ὑμῶν, ὅτι αἱ λαμπάδες ἡμῶν σβέννυνται.

9. ἀπεκρίθησαν δὲ αἱ φρόνιμοι λέγουσαι· μήποτε οὐκ ἀρκέσῃ ἡμῖν καὶ ὑμῖν· πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τοὺς πωλοῦντας καὶ ἀγοράσατε ἑαυταῖς.

10. ἀπερχομένων δὲ αὐτῶν ἀγοράσαι ἦλθεν ὁ νυμφίος καὶ αἱ ἕτοιμοι εἰσῆλθον μετ' αὐτοῦ εἰς τοὺς γάμους, καὶ ἐκλείσθη ἡ θύρα.

11. ὕστερον δὲ ἔρχονται καὶ αἱ λοιπαὶ παρθένοι λέγουσαι· κύριε κύριε, ἄνοιξον ἡμῖν.

12. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐκ οἶδα ὑμᾶς.

13. γρηγορεῖτε οὖν, ὅτι οὐκ οἴδατε τὴν ἡμέραν οὐδὲ τὴν ὥραν ἐν ᾗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρωπου ἔρχεται.

14. Ὥσπερ γὰρ ἄνθρωπος ἀποδημῶν ἐκάλεσε τοὺς ἰδίους δούλους καὶ παρέδωκεν αὐτοῖς τὰ ὑπάρχοντα αὐτοῦ,

15. καὶ ᾧ μὲν ἔδωκε πέντε τάλαντα, ᾧ δὲ δύο, ᾧ δὲ ἕν, ἑκάστῳ κατὰ τὴν ἰδίαν δύναμιν, καὶ ἀπεδήμησεν εὐθέως.

16. πορευθεὶς δὲ ὁ τὰ πέντε τάλαντα λαβὼν εἰργάσατο ἐν αὐτοῖς καὶ ἐποίησεν ἄλλα πέντε τάλαντα.

17. ὡσαύτως καὶ ὁ τὰ δύο ἐκέρδησε καὶ αὐτὸς ἄλλα δύο.

18. ὁ δὲ τὸ ἓν λαβὼν ἀπελθὼν ὤρυξεν ἐν τῇ γῇ καὶ ἀπέκρυψε τὸ ἀργύριον τοῦ κυρίου αὐτοῦ.

19. μετὰ δὲ χρόνον πολὺν ἔρχεται ὁ κύριος τῶν δούλων ἐκείνων καὶ συναίρει μετ' αὐτῶν λόγον.

20. καὶ προσελθὼν ὁ τὰ πέντε τάλαντα λαβὼν προσήνεγκεν ἄλλα πέντε τάλαντα λέγων· κύριε, πέντε τάλαντά μοι παρέδωκας· ἴδε ἄλλα πέντε τάλαντα ἐκέρδησα ἐπ' αὐτοῖς.

21. ἔφη αὐτῷ ὁ κύριος αὐτοῦ· εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου.

22. προσελθὼν δὲ καὶ ὁ τὰ δύο τάλαντα λαβὼν εἶπε· κύριε, δύο τάλαντά μοι πέδωκας· ἴδε ἄλλα δύο τάλαντα ἐκέρδησα ἐπ' αὐτοῖς.

23. ἔφη αὐτῷ ὁ κύριος αὐτοῦ· εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου.

24. προσελθὼν δὲ καὶ ὁ τὸ ἓν τάλαντον εἰληφὼς εἶπε· κύριε, ἔγνων σε ὅτι σκληρὸς εἶ ἄνθρωπος, θερίζων ὅπου οὐκ ἔσπειρας καὶ συνάγων ὅθεν οὐ διεσκόρπισας·

25. καὶ φοβηθεὶς ἀπελθὼν ἔκρυψα τὸ τάλαντόν σου ἐν τῇ γῇ· ἴδε ἔχεις τὸ σόν.

26. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ κύριος αὐτοῦ εἶπεν αὐτῷ· πονηρὲ δοῦλε καὶ ὀκνηρέ ᾔδεις ὅτι θερίζω ὅπου οὐκ ἔσπειρα καὶ συνάγω ὅθεν οὐ διεσκόρπισα

27. ἔδει οὖν σε βαλεῖν τὸ ἀργύριόν μου τοῖς τραπεζίταις, καὶ ἐλθὼν ἐγὼ ἐκομισάμην ἂν τὸ ἐμὸν σὺν τόκῳ.

28. ἄρατε οὖν ἀπ' αὐτοῦ τὸ τάλαντον καὶ δότε τῷ ἔχοντι τὰ δέκα τάλαντα.

29. τῷ γὰρ ἔχοντι παντὶ δοθήσεται καὶ περισσευθήσεται, ἀπὸ δὲ τοῦ μὴ ἔχοντος καὶ ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ' αὐτοῦ.

30. καὶ τὸν ἀχρεῖον δοῦλον ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων.

31. Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ' αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ,

32. καὶ συναχθήσονται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ' ἀλλήλων ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων,

33. καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων.

34. τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου.

35. ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με,

36. γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με.

37. τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν;

38. πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν;

39. πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῇ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ ἤλθομεν πρός σε;

40. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ' ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε.

41. τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ' ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ.

42. ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με,

43. ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με.

44. τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι;

45. τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ' ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε.

46. καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον.

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Matthew, Chapter 25 (KJV)

1. Then shall the kingdom of heaven be likened unto ten virgins, which took their lamps, and went forth to meet the bridegroom.
2. And five of them were wise, and five were foolish.
3. They that were foolish took their lamps, and took no oil with them:
4. But the wise took oil in their vessels with their lamps.
5. While the bridegroom tarried, they all slumbered and slept.
6. And at midnight there was a cry made, Behold, the bridegroom cometh; go ye out to meet him.
7. Then all those virgins arose, and trimmed their lamps.
8. And the foolish said unto the wise, Give us of your oil; for our lamps are gone out.
9. But the wise answered, saying, Not so ; lest there be not enough for us and you: but go ye rather to them that sell, and buy for yourselves.
10. And while they went to buy, the bridegroom came; and they that were ready went in with him to the marriage: and the door was shut.
11. Afterward came also the other virgins, saying, Lord, Lord, open to us.
12. But he answered and said, Verily I say unto you, I know you not.
13. Watch therefore, for ye know neither the day nor the hour wherein the Son of man cometh.
14. For the kingdom of heaven is as a man travelling into a far country, who called his own servants, and delivered unto them his goods.
15. And unto one he gave five talents, to another two, and to another one; to every man according to his several ability; and straightway took his journey.
16. Then he that had received the five talents went and traded with the same, and made them other five talents.
17. And likewise he that had received two, he also gained other two.
18. But he that had received one went and digged in the earth, and hid his lord's money.
19. After a long time the lord of those servants cometh, and reckoneth with them.
20. And so he that had received five talents came and brought other five talents, saying, Lord, thou deliveredst unto me five talents: behold, I have gained beside them five talents more.
21.  His lord said unto him, Well done, thou good and faithful servant: thou hast been faithful over a few things, I will make thee ruler over many things: enter thou into the joy of thy lord.
22.  He also that had received two talents came and said, Lord, thou deliveredst unto me two talents: behold, I have gained two other talents beside them.
23. His lord said unto him, Well done, good and faithful servant; thou hast been faithful over a few things, I will make thee ruler over many things: enter thou into the joy of thy lord.
24. Then he which had received the one talent came and said, Lord, I knew thee that thou art an hard man, reaping where thou hast not sown, and gathering where thou hast not strawed:
25. And I was afraid, and went and hid thy talent in the earth: lo, there thou hast that is thine.
26.  His lord answered and said unto him, Thou wicked and slothful servant, thou knewest that I reap where I sowed not, and gather where I have not strawed:
27. Thou oughtest therefore to have put my money to the exchangers, and then at my coming I should have received mine own with usury.
28. Take therefore the talent from him, and give it unto him which hath ten talents.
29. For unto every one that hath shall be given, and he shall have abundance: but from him that hath not shall be taken away even that which he hath.
30. And cast ye the unprofitable servant into outer darkness: there shall be weeping and gnashing of teeth.
31. When the Son of man shall come in his glory, and all the holy angels with him, then shall he sit upon the throne of his glory:
32. And before him shall be gathered all nations: and he shall separate them one from another, as a shepherd divideth his sheep from the goats:
33. And he shall set the sheep on his right hand, but the goats on the left.
34. Then shall the King say unto them on his right hand, Come, ye blessed of my Father, inherit the kingdom prepared for you from the foundation of the world:
35. For I was an hungred, and ye gave me meat: I was thirsty, and ye gave me drink: I was a stranger, and ye took me in:
36. Naked, and ye clothed me: I was sick, and ye visited me: I was in prison, and ye came unto me.
37. Then shall the righteous answer him, saying, Lord, when saw we thee an hungred, and fed thee ? or thirsty, and gave thee drink?
38.  When saw we thee a stranger, and took thee in? or naked, and clothed thee ?
39.  Or when saw we thee sick, or in prison, and came unto thee?
40. And the King shall answer and say unto them, Verily I say unto you, Inasmuch as ye have done it unto one of the least of these my brethren, ye have done it unto me.
41. Then shall he say also unto them on the left hand, Depart from me, ye cursed, into everlasting fire, prepared for the devil and his angels:
42. For I was an hungred, and ye gave me no meat: I was thirsty, and ye gave me no drink:
43. I was a stranger, and ye took me not in: naked, and ye clothed me not: sick, and in prison, and ye visited me not.
44. Then shall they also answer him, saying, Lord, when saw we thee an hungred, or athirst, or a stranger, or naked, or sick, or in prison, and did not minister unto thee?
45. Then shall he answer them, saying, Verily I say unto you, Inasmuch as ye did it not to one of the least of these, ye did it not to me.
46. And these shall go away into everlasting punishment: but the righteous into life eternal.