Matthew, Chapter 26 Modern Greek
Matthew, Chapter 26 Demotic Greek
Matthew 26
1. Κι όταν πια τελείωσε ο Ιησούς όλες αυτές τις
διδαχές, είπε στους μαθητές του:
2. «Το ξέρετε πως ύστερα από δυο μέρες γιορτάζεται
το Πάσχα· και ο Γιος του ανθρώπου παραδίνεται για να σταυρωθεί».
3. Τότε συγκεντρώθηκαν οι αρχιερείς και οι νομοδιδάσκαλοι
και οι πρεσβύτεροι του λαού στην αυλή του αρχιερέα, που ονομαζόταν Καϊάφας
4. και συμφώνησαν να συλλάβουν με τέχνασμα τον
Ιησού και να τον θανατώσουν.
5. Έλεγαν όμως: «Όχι τη μέρα της γιορτής, για
να μην προκληθεί αναταραχή στο λαό».
6. Στο μεταξύ, ενώ ο Ιησούς βρισκόταν στη Βηθανία,
στο σπίτι του Σίμωνα του λεπρού,
7. τον πλησίασε μια γυναίκα κρατώντας ένα αλαβάστρινο
δοχείο με πανάκριβο μύρο και το έχυσε στο κεφάλι του την ώρα που αυτός
καθόταν στο τραπέζι.
8. Κι όταν το είδαν αυτό οι μαθητές του, έλεγαν
αγανακτισμένοι: «Γιατί τάχα αυτή η σπατάλη;
9. Καθότι μπορούσε το μύρο αυτό να πουληθεί έναντι
ενός μεγάλου ποσού και να δοθεί στους φτωχούς».
10. Το κατάλαβε όμως ο Ιησούς και τους είπε:
«Τι στεναχωρείτε τη γυναίκα; Μια καλή πράξη έκανε σ' εμένα.
11. Άλλωστε τους φτωχούς τους έχετε πάντοτε μαζί
σας, εμένα όμως δε με έχετε πάντοτε.
12. Γιατί, βάζοντας αυτή το μύρο τούτο πάνω στο
σώμα μου, το έκανε για τον ενταφιασμό μου.
13. Σας βεβαιώνω πως όπου κι αν κηρυχτεί το ευαγγέλιο
τούτο, σ' όλο τον κόσμο, θα γίνει λόγος και γι' αυτό που έκανε αυτή, σε
ανάμνησή της».
14. Τότε, ένας από τους δώδεκα, αυτός που λεγόταν
Ιούδας Ισκαριώτης, πήγε στους αρχιερείς
15. και είπε: «Τι θέλετε να μου δώσετε; κι εγώ
θα σας τον παραδώσω». Κι εκείνοι του μέτρησαν τριάντα αργύρια.
16. Από τότε, λοιπόν, ζητούσε κάποια ευκαιρία
να τον παραδώσει.
17. Στο μεταξύ, την πρώτη μέρα της γιορτής των
αζύμων ήρθαν οι μαθητές στον Ιησού και του είπαν: «Πού θέλεις να σου ετοιμάσουμε
να φας το Πάσχα;».
18. Κι εκείνος είπε: «Πηγαίνετε στην πόλη, στον
τάδε, και πείτε του: Ο Δάσκαλος λέει: Η ώρα μου πλησίασε, στο σπίτι σου
θα γιορτάσω το Πάσχα μαζί με τους μαθητές μου».
19. Και οι μαθητές του έκαναν όπως τους πρόσταξε
ο Ιησούς και ετοίμασαν το Πάσχα.
20. Έτσι, όταν βράδιασε, κάθισε στο τραπέζι με
τους δώδεκα.
21. Και καθώς έτρωγαν, είπε: «Σας πληροφορώ να
το ξέρετε, πως ένας από σας θα με προδώσει».
22. Εκείνοι, τότε, βαθιά λυπημένοι άρχισαν να
του λένε ένας, ένας: «Μήπως είμαι εγώ, Κύριε;».
23. Κι εκείνος αποκρίθηκε: «Αυτός που βούτηξε
μαζί μου το χέρι του στο πιάτο, αυτός θα με προδώσει.
24. Και όσο για το Γιο του Ανθρώπου, αυτός πηγαίνει
βέβαια, όπως έχει γραφτεί γι' αυτόν, μα αλίμονο στον άνθρωπο εκείνο με
ενέργεια του οποίου παραδίνεται ο Γιος του Ανθρώπου. Θα ήταν προτιμότερο
γι' αυτόν αν δεν είχε γεννηθεί ο άνθρωπος εκείνος».
25. Μίλησε τότε ο Ιούδας, που επρόκειτο να τον
προδώσει, και είπε: «Μήπως είμαι εγώ, Δάσκαλε;». Του λέει: «Μόνος σου το
είπες».
26. Και καθώς έτρωγαν, πήρε ο Ιησούς το ψωμί,
κι αφού το ευλόγησε, το έκοψε και το πρόσφερε στους μαθητές του λέγοντας:
«Πάρτε, φάτε. Αυτό είναι το σώμα μου».
27. Πήρε κατόπιν το ποτήρι κι αφού ευχαρίστησε,
τους έδωσε λέγοντας: «Πιέστε απ' αυτό όλοι,
28. γιατί τούτο είναι το αίμα μου, της Καινούργιας
Διαθήκης, το οποίο χύνεται για χάρη πολλών, με σκοπό τη συγχώρηση των αμαρτιών.
29. Και σας πληροφορώ πως από τώρα κι ύστερα
δε θα πιω πια από το προϊόν αυτό του αμπελιού, ως την ημέρα εκείνη που
μαζί σας θα το πίνω καινούργιο στη βασιλεία του Πατέρα μου».
30. Κατόπιν, αφού έψαλαν, βγήκαν στο Όρος των
Ελαιών.
31. Τότε τους λέει ο Ιησούς: «Όλοι εσείς θα κλονιστείτε
όσο αφορά την πιστότητά σας σε μένα τη νύχτα τούτη, γιατί έχει γραφτεί:
Θα αφανίσω το βοσκό και θα διασκορπιστούν τα πρόβατα του κοπαδιού.
32. Αλλά μετά την ανάστασή μου θα φτάσω πριν
από σας στη Γαλιλαία».
33. Αποκρίθηκε τότε ο Πέτρος και του είπε: «Ακόμα
κι αν η πιστότητα όλων σε σένα κλονιστεί, εγώ ποτέ δε θα κλονιστώ».
34. Του είπε ο Ιησούς: «Η αλήθεια είναι και σου
τη λέω, πως τούτη τη νύχτα, πριν λαλήσει ο πετεινός, θα με αρνηθείς τρεις
φορές».
35. Του λέει ο Πέτρος: «Ακόμα κι αν χρειαστεί
να πεθάνω μαζί σου, όχι, δε θα σε απαρνηθώ». Το ίδιο είπαν κι όλοι οι άλλοι
μαθητές.
36. Τότε έρχεται μαζί τους ο Ιησούς σ' έναν τόπο
που ονομάζεται Γεθσημανή και λέει στους μαθητές: «Καθίστε εδώ, ώσπου να
πάω και να προσευχηθώ πιο εκεί».
37. Και αφού πήρε μαζί του τον Πέτρο και τους
δύο γιους του Ζεβεδαίου, άρχισε να λυπάται και να αγωνιά.
38. Τους λέει τότε: «Έχω τόση λύπη στην ψυχή
μου, που μόνο ο θάνατος μπορεί να τη σβήσει. Μείνετε εδώ και αγρυπνείτε
μαζί μου».
39. Και αφού προχώρησε λίγο, έπεσε με το πρόσωπο
στη γη κι έλεγε προσευχόμενος: «Πατέρα μου, αν γίνεται, ας απομακρυνθεί
το ποτήρι αυτό από μένα. Όμως ας μη γίνει όπως θέλω εγώ, αλλά όπως θέλεις
εσύ».
40. Έρχεται κατόπιν στους μαθητές και τους βρίσκει
να κοιμούνται. Λέει τότε στον Πέτρο: «Ώστε λοιπόν δεν μπορέσατε ούτε μια
ώρα να ξαγρυπνήσετε μαζί μου;
41. Μένετε άγρυπνοι και προσεύχεστε, για να μην
πέσετε σε πειρασμό. Το πνεύμα, βέβαια, είναι πρόθυμο, αλλά η σάρκα είναι
αδύνατη».
42. Πήγε ξανά για δεύτερη φορά και προσευχήθηκε
λέγοντας: «Πατέρα μου, αν δε γίνεται να απομακρυνθεί το ποτήρι αυτό από
μένα χωρίς να το πιω, ας γίνει το θέλημά σου».
43. Κι όταν γύρισε, τους βρίσκει πάλι να κοιμούνται,
γιατί τα μάτια τους ήταν βαριά από τη νύστα.
44. Κι αφήνοντάς τους, πήγε πάλι και προσευχήθηκε
για τρίτη φορά λέγοντας την ίδια προσευχή.
45. Ύστερα έρχεται στους μαθητές του και τους
λέει: «Κοιμάστε, το λοιπόν, και αναπαύεστε! Να, η ώρα έφτασε κι ο Γιος
του Ανθρώπου παραδίνεται σε χέρια αμαρτωλών.
46. Σηκωθείτε να πάμε. Νάτος! Έφτασε αυτός που
με προδίνει»!
47. Κι ενώ αυτός μιλούσε ακόμα, εμφανίστηκε ο
Ιούδας, ένας από τους δώδεκα, και μαζί του όχλος πολύς με μαχαίρια και
ρόπαλα, σταλμένος από τους αρχιερείς και τους πρεσβυτέρους του λαού.
48. Κι ο προδότης του, τους είχε δώσει σύνθημα
λέγοντας: «Όποιον φιλήσω, αυτός είναι, πιάστε τον».
49. Πήγε, λοιπόν, κατευθείαν στον Ιησού και είπε:
«Χαίρε, Δάσκαλε», και τον φίλησε επανειλημμένα.
50. Κι ο Ιησούς του είπε: «Σύντροφε, για ποιο
λόγο βρίσκεσαι εδώ;». Τότε, αφού πλησίασαν, άπλωσαν με βιαιότητα τα χέρια
τους στον Ιησού και τον έπιασαν.
51. Και ξαφνικά ένας απ' αυτούς που ήταν με τον
Ιησού, απλώνοντας το χέρι του, έσυρε το μαχαίρι και χτυπώντας το δούλο
του αρχιερέα τού έκοψε το αυτί.
52. Του λέει τότε ο Ιησούς: «Βάλε το μαχαίρι
σου πίσω στη θέση του, γιατί όλοι όσοι κάνουν χρήση μαχαιριού, από μαχαίρι
θα πεθάνουν.
53. Ή θαρρείς πως δεν μπορώ τώρα να παρακαλέσω
τον Πατέρα μου και να μου παρατάξει περισσότερους από δώδεκα λεγεώνες αγγέλων;
54. Αλλά πώς αλλιώς θα εκπληρωθούν οι προφητείες
της Γραφής, που λένε ότι έτσι πρέπει να γίνει;».
55. Ακριβώς εκείνη την ώρα είπε ο Ιησούς στους
όχλους: «Ληστή θαρρείτε πως κυνηγάτε, και βγήκατε με μαχαίρια και ρόπαλα
να με συλλάβετε; Κάθε μέρα μαζί σας καθόμουν στο ναό διδάσκοντάς σας, και
δε με συλλάβατε.
56. Όμως όλο αυτό έγινε για να εκπληρωθούν τα
όσα έγραψαν οι προφήτες». Τότε οι μαθητές του τον εγκατέλειψαν κι έφυγαν.
57. Κι εκείνοι που συνέλαβαν τον Ιησού, τον έφεραν
στον Καϊάφα τον αρχιερέα, όπου μαζεύτηκαν οι νομοδιδάσκαλοι και οι πρεσβύτεροι.
58. Στο μεταξύ, ο Πέτρος τον ακολουθούσε από
μακριά ως την αυλή του αρχιερέα, όπου και μπήκε μέσα και καθόταν μαζί με
τους υπηρέτες, για να δει την κατάληξη.
59. Οι αρχιερείς, λοιπόν, και οι πρεσβύτεροι
και όλο το συνέδριο ζητούσαν κάποια ψευδομαρτυρία σε βάρος του Ιησού για
να τον καταδικάσουν σε θάνατο.
60. Όμως δε βρήκαν. Και παρόλο που παρουσιάστηκαν
πολλοί ψευδομάρτυρες, πάλι δε βρήκαν. Ύστερα, όμως παρουσιάστηκαν δύο ψευδομάρτυρες,
61. που είπαν: «Αυτός είπε: Μπορώ να γκρεμίσω
το ναό του Θεού και μέσα σε τρεις μέρες να τον ξαναχτίσω».
62. Τότε σηκώθηκε ο αρχιερέας και του είπε: «Δεν
αποκρίνεσαι τίποτε; Τι μαρτυρούν αυτοί εναντίον σου;».
63. Ο Ιησούς όμως σιωπούσε. Τότε μίλησε ξανά
ο αρχιερέας και του είπε: «Σε εξορκίζω στο όνομα του Ζωντανού Θεού, να
μας πεις αν είσαι εσύ ο Χριστός, ο Γιος του Θεού».
64. Του λέει ο Ιησούς: «Μόνος σου το είπες. Αλλά
σας λέω τούτο, ότι από τώρα κι ύστερα δε θα δείτε πια το Γιο του Ανθρώπου,
παρά μονάχα να κάθεται στα δεξιά του Παντοδύναμου, και να έρχεται επάνω
στις νεφέλες του ουρανού».
65. Τότε ο αρχιερέας ξέσχισε τα ρούχα του λέγοντας:
«Βλαστήμησε! Τι ανάγκη έχουμε πια από μάρτυρες; Ορίστε! Μόλις τώρα ακούσατε
τη βλαστήμια του!
66. Ποια είναι η γνώμη σας;». Κι εκείνοι αποκρίθηκαν:
«Είναι ένοχος για θάνατο»!
67. Τότε τον έφτυσαν στο πρόσωπο και τον χαστούκισαν.
Κι άλλοι τον ράπισαν
68. λέγοντας: «Μάντεψε Χριστέ και πες μας ποιος
είναι αυτός που σε χτύπησε;».
69. Στο μεταξύ ο Πέτρος καθόταν έξω στην αυλή,
όπου τον πλησίασε μια νεαρή δούλη και είπε: «Κι εσύ ήσουν με τον Ιησού
το Γαλιλαίο».
70. Αλλ' εκείνος το αρνήθηκε μπροστά σε όλους
λέγοντας: «Δεν καταλαβαίνω τι λες».
71. Κατόπιν, καθώς βγήκε στην αυλόπορτα, τον
είδε μια άλλη και λέει σ' εκείνους που ήταν εκεί: «Κι αυτός ήταν με τον
Ιησού τον Ναζωραίο»!
72. Μα και πάλι αρνήθηκε με όρκο λέγοντας: «Δεν
τον ξέρω τον άνθρωπο».
73. Κι ύστερα από λίγο πλησίασαν εκείνοι που
στέκονταν εκεί και είπαν στον Πέτρο: «Πραγματικά είσαι ένας απ' αυτούς,
αφού και η προφορά σου ακόμα σε φανερώνει».
74. Άρχισε τότε να καταριέται και να ορκίζεται
λέγοντας: «Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο». Κι αμέσως κατόπιν λάλησε ο πετεινός.
75. Τότε θυμήθηκε ο Πέτρος το λόγο του Χριστού,
που είχε πει: «Πριν λαλήσει ο πετεινός, θα με αρνηθείς τρεις φορές». Βγήκε
τότε έξω κι έκλαψε πικρά.
Matthew, Chapter 26 Ancient Greek
1. Καὶ
ἐγένετο ὅτε
ἐτέλεσεν ὁ
Ἰησοῦς πάντας
τοὺς λόγους
τούτους εἶπε
τοῖς μαθηταῖς
αὐτοῦ·
2.
οἴδατε ὅτι
μετὰ δύο
ἡμέρας τὸ
πάσχα γίνεται,
καὶ ὁ υἱὸς τοῦ
ἀνθρώπου
παραδίδοται
εἰς τὸ σταυρωθῆναι.
3. τότε
συνήχθησαν οἱ
ἀρχιερεῖς καὶ
οἱ γραμματεῖς
καὶ οἱ
πρεσβύτεροι
τοῦ λαοῦ εἰς
τὴν αὐλὴν τοῦ
ἀρχιερέως τοῦ
λεγομένου
Καϊάφα,
4. καὶ
συνεβουλεύσαντο
ἵνα τὸν Ἰησοῦν
δόλῳ κρατήσωσι
καὶ
ἀποκτείνωσιν.
5.
ἔλεγον δέ· μὴ ἐν
τῇ ἑορτῇ, ἵνα
μὴ θόρυβος
γένηται ἐν τῷ
λαῷ.
6. Τοῦ
δὲ Ἰησοῦ
γενομένου ἐν
Βηθανίᾳ ἐν
οἰκίᾳ Σίμωνος
τοῦ λεπροῦ,
7.
προσῆλθεν
αὐτῷ γυνὴ
ἀλάβαστρον
μύρου ἔχουσα βαρυτίμου,
καὶ κατέχεεν
ἐπὶ τὴν
κεφαλὴν αὐτοῦ
ἀνακειμένου.
8.
ἰδόντες δὲ οἱ
μαθηταὶ αὐτοῦ
ἠγανάκτησαν
λέγοντες· εἰς
τί ἡ ἀπώλεια
αὕτη;
9.
ἠδύνατο γὰρ
τοῦτο τὸ μύρον
πραθῆναι πολλοῦ
καὶ δοθῆναι
τοῖς πτωχοῖς.
10.
γνοὺς δὲ ὁ
Ἰησοῦς εἶπεν
αὐτοῖς· τί
κόπους παρέχετε
τῇ γυναικί;
ἔργον γὰρ
καλὸν
εἰργάσατο εἰς
ἐμέ.
11.
τοὺς πτωχοὺς
γὰρ πάντοτε
ἔχετε μεθ'
ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ
οὐ πάντοτε
ἔχετε.
12.
βαλοῦσα γὰρ
αὕτη τὸ μύρον
τοῦτο ἐπὶ τοῦ
σώματός μου,
πρὸς τὸ
ἐνταφιάσαι με
ἐποίησεν.
13.
ἀμὴν λέγω ὑμῖν,
ὅπου ἐὰν
κηρυχθῇ τὸ
εὐαγγέλιον τοῦτο
ἐν ὅλῳ τῷ
κόσμῳ,
λαληθήσεται
καὶ ὃ ἐποίησεν
αὕτη εἰς
μνημόσυνον
αὐτῆς.
14.
Τότε
πορευθεὶς εἷς
τῶν δώδεκα, ὁ
λεγόμενος
Ἰούδας
Ἰσκαριώτης,
πρὸς τοὺς
ἀρχιερεῖς
εἶπε·
15. τί
θέλετέ μοι
δοῦναι, καὶ ἐγὼ
ὑμῖν παραδώσω
αὐτόν; οἱ δὲ
ἔστησαν αὐτῷ
τριάκοντα
ἀργύρια.
16. καὶ
ἀπὸ τότε
ἐζήτει
εὐκαιρίαν ἵνα
αὐτὸν παραδῷ.
17. Τῇ
δὲ πρώτῃ τῶν
ἀζύμων
προσῆλθον οἱ
μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ
λέγοντες αὐτῷ·
ποῦ θέλεις
ἑτοιμάσωμέν
σοι φαγεῖν τὸ πάσχα;
18. ὁ δὲ
εἶπεν· ὑπάγετε
εἰς τὴν πόλιν
πρὸς τὸν δεῖνα καὶ
εἴπατε αὐτῷ· ὁ
διδάσκαλος
λέγει, ὁ καιρός
μου ἐγγύς ἐστι·
πρὸς σὲ ποιῶ τὸ
πάσχα μετὰ τῶν
μαθητῶν μου.
19. καὶ
ἐποίησαν οἱ
μαθηταὶ ὡς
συνέταξεν
αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς,
καὶ ἡτοίμασαν
τὸ πάσχα.
20.
Ὀψίας δὲ
γενομένης
ἀνέκειτο μετὰ
τῶν δώδεκα.
21. καὶ
ἐσθιόντων
αὐτῶν εἶπεν·
ἀμὴν λέγω ὑμῖν
ὅτι εἷς ἐξ
ὑμῶν
παραδώσει με.
22. καὶ
λυπούμενοι
σφόδρα
ἤρξαντο
λέγειν αὐτῷ
ἕκαστος αὐτῶν·
μήτι ἐγώ εἰμι,
Κύριε;
23. ὁ δὲ
ἀποκριθεὶς
εἶπεν· ὁ
ἐμβάψας μετ'
ἐμοῦ ἐν τῷ τρυβλίῳ
τὴν χεῖρα,
οὗτός με
παραδώσει.
24. ὁ
μὲν υἱὸς τοῦ
ἀνθρώπου
ὑπάγει καθὼς
γέγραπται περὶ
αὐτοῦ· οὐαὶ δὲ
τῷ ἀνθρώπῳ
ἐκείνῳ δι' οὗ ὁ
υἱὸς τοῦ
ἀνθρώπου
παραδίδοται·
καλὸν ἦν αὐτῷ
εἰ οὐκ
ἐγεννήθη ὁ
ἄνθρωπος
ἐκεῖνος.
25.
ἀποκριθεὶς δὲ
Ἰούδας ὁ
παραδιδοὺς
αὐτὸν εἶπε·
μήτι ἐγώ εἰμι,
ῥαββί; λέγει
αὐτῷ· σὺ εἶπας.
26.
Ἐσθιόντων δὲ
αὐτῶν λαβὼν ὁ
Ἰησοῦς τὸν
ἄρτον καὶ
εὐχαριστήσας
ἔκλασε καὶ
ἐδίδου τοῖς
μαθηταῖς καὶ
εἶπε· λάβετε
φάγετε· τοῦτό
ἐστι τὸ σῶμά
μου·
27. καὶ
λαβὼν τὸ
ποτήριον καὶ
εὐχαριστήσας
ἔδωκεν αὐτοῖς
λέγων· πίετε ἐξ
αὐτοῦ πάντες·
28.
τοῦτο γάρ ἐστι
τὸ αἷμά μου τὸ
τῆς καινῆς
διαθήκης τὸ
περὶ πολλῶν
ἐκχυνόμενον
εἰς ἄφεσιν
ἁμαρτιῶν.
29.
λέγω δὲ ὑμῖν οὐ
μὴ πίω ἀπ' ἄρτι
ἐκ τούτου τοῦ
γεννήματος
τῆς ἀμπέλου
ἕως τῆς ἡμέρας
ἐκείνης ὅταν αὐτὸ
πίνω μεθ' ὑμῶν
καινὸν ἐν τῇ
βασιλείᾳ τοῦ
πατρός μου.
30. Καὶ
ὑμνήσαντες
ἐξῆλθον εἰς τὸ
ὄρος τῶν
ἐλαιῶν.
31.
Τότε λέγει
αὐτοῖς ὁ
Ἰησοῦς· πάντες
ὑμεῖς σκανδαλισθήσεσθε
ἐν ἐμοὶ ἐν τῇ
νυκτὶ ταύτῃ·
γέγραπται γάρ,
πατάξω τὸν
ποιμένα, καὶ
διασκορπισθήσονται
τὰ πρόβατα τῆς
ποίμνης·
32.
μετὰ δὲ τὸ
ἐγερθῆναί με
προάξω ὑμᾶς
εἰς τὴν Γαλιλαίαν.
33.
ἀποκριθεὶς δὲ
ὁ Πέτρος εἶπεν
αὐτῷ· εἰ πάντες
σκανδαλισθήσονται
ἐν σοί, ἐγὼ
οὐδέποτε
σκανδαλισθήσομαι.
34. ἔφη
αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς·
ἀμὴν λέγω σοι
ὅτι ἐν ταύτῃ τῇ
νυκτὶ πρὶν
ἀλέκτορα
φωνῆσαι τρὶς
ἀπαρνήσῃ με.
35.
λέγει αὐτῷ ὁ
Πέτρος· κἂν δέῃ
με σὺν σοὶ
ἀποθανεῖν, οὐ
μή σε
ἀπαρνήσομαι.
ὁμοίως δὲ καὶ
πάντες οἱ μαθηταὶ
εἶπον.
36.
Τότε ἔρχεται
μετ' αὐτῶν ὁ
Ἰησοῦς εἰς
χωρίον λεγόμενον
Γεθσημανῆ, καὶ
λέγει τοῖς
μαθηταῖς·
καθίσατε
αὐτοῦ ἕως οὗ
ἀπελθὼν
προσεύξωμαι
ἐκεῖ.
37. καὶ
παραλαβὼν τὸν
Πέτρον καὶ
τοὺς δύο υἱοὺς
Ζεβεδαίου
ἤρξατο
λυπεῖσθαι καὶ
ἀδημονεῖν.
38.
τότε λέγει
αὐτοῖς ὁ
Ἰησοῦς·
περίλυπός
ἐστιν ἡ ψυχή
μου ἕως
θανάτου·
μείνατε ὧδε
καὶ
γρηγορεῖτε μετ'
ἐμοῦ.
39. καὶ
προελθὼν
μικρὸν ἔπεσεν
ἐπὶ πρόσωπον
αὐτοῦ
προσευχόμενος
καὶ λέγων·
πάτερ μου, εἰ
δυνατόν ἐστι,
παρελθέτω ἀπ'
ἐμοῦ τὸ
ποτήριον
τοῦτο· πλὴν οὐχ
ὡς ἐγὼ θέλω,
ἀλλ' ὡς σύ.
40. καὶ
ἔρχεται πρὸς
τοὺς μαθητὰς
καὶ εὑρίσκει
αὐτοὺς
καθεύδοντας,
καὶ λέγει τῷ
Πέτρῳ· οὕτως
οὐκ ἰσχύσατε
μίαν ὥραν
γρηγορῆσαι μετ'
ἐμοῦ
41.
γρηγορεῖτε
καὶ
προσεύχεσθε,
ἵνα μὴ
εἰσέλθητε εἰς
πειρασμόν. τὸ
μὲν πνεῦμα
πρόθυμον, ἡ δὲ
σὰρξ ἀσθενής.
42.
πάλιν ἐκ
δευτέρου
ἀπελθὼν
προσηύξατο
λέγων· πάτερ
μου, εἰ οὐ
δύναται τοῦτο
τὸ ποτήριον
παρελθεῖν ἀπ'
ἐμοῦ ἐὰν μὴ
αὐτὸ πίω,
γενηθήτω τὸ θέλημά
σου.
43. καὶ
ἐλθὼν
εὐρίσκει
αὐτοὺς πάλιν
καθεύδοντας· ἦσαν
γὰρ αὐτῶν οἱ
ὀφθαλμοὶ
βεβαρημένοι.
44. καὶ
ἀφεὶς αὐτοὺς
ἀπελθὼν πάλιν
προσηύξατο ἐκ
τρίτου τὸν
αὐτὸν λόγον
εἰπών.
45.
τότε ἔρχεται
πρὸς τοὺς
μαθητὰς αὐτοῦ
καὶ λέγει αὐτοῖς·
καθεύδετε τὸ
λοιπὸν καὶ
ἀναπαύεσθε
ἰδοὺ ἤγγικεν ἡ
ὥρα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ
ἀνθρώπου
παραδίδοται
εἰς χεῖρας
ἁμαρτωλῶν.
46.
ἐγείρεσθε
ἄγωμεν· ἰδοὺ
ἤγγικεν ὁ
παραδιδούς με.
47. Καὶ
ἔτι αὐτοῦ
λαλοῦντος
ἰδοὺ Ἰούδας
εἷς τῶν δώδεκα
ἦλθε, καὶ μετ'
αὐτοῦ ὄχλος
πολὺς μετὰ
μαχαιρῶν καὶ
ξύλων ἀπὸ τῶν
ἀρχιερέων καὶ
πρεσβυτέρων
τοῦ λαοῦ.
48. ὁ δὲ
παραδιδοὺς
αὐτὸν ἔδωκεν
αὐτοῖς
σημεῖον λέγων·
ὃν ἂν φιλήσω,
αὐτός ἐστι·
κρατήσατε
αὐτόν.
49. καὶ
εὐθέως
προσελθὼν τῷ
Ἰησοῦ εἶπε·
χαῖρε, ῥαββί,
καὶ
κατεφίλησεν
αὐτόν.
50. ὁ δὲ
Ἰησοῦς εἶπεν
αὐτῷ· ἑταῖρε,
ἐφ' ᾧ πάρει; τότε
προσελθόντες
ἐπέβαλον τὰς
χεῖρας ἐπὶ τὸν
Ἰησοῦν καὶ
ἐκράτησαν
αὐτόν.
51. καὶ
ἰδοὺ εἷς τῶν
μετὰ Ἰησοῦ
ἐκτείνας τὴν
χεῖρα ἀπέσπασε
τὴν μάχαιραν
αὐτοῦ, καὶ
πατάξας τὸν δοῦλον
τοῦ ἀρχιερέως
ἀφεῖλεν αὐτοῦ
τὸ ὠτίον.
52.
τότε λέγει
αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς·
ἀπόστρεψόν
σου τὴν
μάχαιραν εἰς
τὸν τόπον αὐτῆς·
πάντες γὰρ οἱ
λαβόντες
μάχαιραν ἐν
μαχαίρᾳ ἀποθανοῦνται.
53. ἢ
δοκεῖς ὅτι οὐ
δύναμαι ἄρτι
παρακαλέσαι
τὸν πατέρα μου,
καὶ
παραστήσει μοι
πλείους ἢ
δώδεκα λεγεῶνας
ἀγγέλων;
54. πῶς
οὖν
πληρωθῶσιν αἱ
γραφαὶ ὅτι
οὕτω δεῖ
γενέσθαι;
55. Ἐν
ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ
εἶπεν ὁ Ἰησοῦς
τοῖς ὄχλοις· ὡς ἐπὶ
λῃστὴν
ἐξήλθετε μετὰ
μαχαιρῶν καὶ
ξύλων συλλαβεῖν
με· καθ' ἡμέραν
πρὸς ὑμᾶς
ἐκαθεζόμην
διδάσκων ἐν τῷ
ἱερῷ, καὶ οὐκ
ἐκρατήσατέ με.
56.
τοῦτο δὲ ὅλον
γέγονεν ἵνα
πληρωθῶσιν αἱ γραφαὶ
τῶν προφητῶν.
Τότε οἱ
μαθηταὶ
πάντες ἀφέντες
αὐτὸν ἔφυγον.
57. Οἱ
δὲ
κρατήσαντες
τὸν Ἰησοῦν
ἀπήγαγον πρὸς
Καϊάφαν τὸν
ἀρχιερέα, ὅπου
οἱ γραμματεῖς
καὶ οἱ πρεσβύτεροι
συνήχθησαν.
58. ὁ δὲ
Πέτρος
ἠκολούθει
αὐτῷ ἀπὸ
μακρόθεν ἕως
τῆς αὐλῆς τοῦ
ἀρχιερέως, καὶ
εἰσελθὼν ἔσω
ἐκάθητο μετὰ
τῶν ὑπηρετῶν
ἰδεῖν τὸ τέλος.
59. Οἱ
δὲ ἀρχιερεῖς
καὶ οἱ
πρεσβύτεροι
καὶ τὸ συνέδριον
ὅλον ἐζήτουν
ψευδομαρτυρίαν
κατὰ τοῦ Ἰησοῦ
ὅπως
θανατώσωσιν
αὐτόν,
60. καὶ
οὐχ εὗρον· καὶ
πολλῶν
ψευδομαρτύρων
προσελθόντων,
οὐχ εὗρον. ὕστερον
δὲ
προσελθόντες
δύο
ψευδομάρτυρες
61.
εἶπον· οὗτος
ἔφη, δύναμαι
καταλῦσαι τὸν
ναὸν τοῦ Θεοῦ
καὶ διὰ τριῶν
ἡμερῶν
οἰκοδομῆσαι
αὐτόν.
62. καὶ
ἀναστὰς ὁ
ἀρχιερεὺς
εἶπεν αὐτῷ·
οὐδὲν ἀποκρίνῃ;
τί οὗτοί σου
καταμαρτυροῦσιν;
63. ὁ δὲ
Ἰησοῦς ἐσιώπα.
καὶ ἀποκριθεὶς
ὁ ἀρχιερεὺς
εἶπεν αὐτῷ·
ἐξορκίζω σε
κατὰ τοῦ Θεοῦ
τοῦ ζῶντος ἵνα
ἡμῖν εἴπῃς εἰ
σὺ εἶ ὁ Χριστὸς
ὁ υἱὸς τοῦ
Θεοῦ.
64.
λέγει αὐτῷ ὁ
Ἰησοῦς· σὺ
εἶπας· πλὴν
λέγω ὑμῖν, ἀπ' ἄρτι
ὄψεσθε τὸν
υἱὸν τοῦ
ἀνθρώπου
καθήμενον ἐκ δεξιῶν
τῆς δυνάμεως
καὶ ἐρχόμενον
ἐπὶ τῶν
νεφελῶν τοῦ
οὐρανοῦ.
65.
τότε ὁ
ἀρχιερεὺς
διέρρηξε τὰ
ἱμάτια αὐτοῦ
λέγων ὅτι
ἐβλασφήμησε·
τί ἔτι χρείαν
ἔχομεν
μαρτύρων; ἴδε
νῦν ἠκούσατε
τὴν
βλασφημίαν
αὐτοῦ·
66. τί
ὑμῖν δοκεῖ; οἱ
δὲ
ἀποκριθέντες
εἶπον· ἔνοχος θανάτου
ἐστί.
67.
τότε
ἐνέπτυσαν εἰς
τὸ πρόσωπον
αὐτοῦ καὶ
ἐκολάφισαν
αὐτόν, οἱ δὲ
ἐρράπισαν
68.
λέγοντες·
προφήτευσον
ἡμῖν, Χριστέ,
τίς ἐστιν ὁ παίσας
σε;
69. Ὁ δὲ
Πέτρος ἔξω
ἐκάθητο ἐν τῇ
αὐλῇ· καὶ
προσῆλθεν
αὐτῷ μία
παιδίσκη
λέγουσα· καὶ σὺ
ἦσθα μετὰ Ἰησοῦ
τοῦ Γαλιλαίου.
70. ὁ δὲ
ἠρνήσατο ἔμπροσθεν
αὐτῶν πάντων
λέγων· οὐκ οἶδα
τί λέγεις.
71.
ἐξελθόντα δὲ
αὐτὸν εἰς τὸν
πυλῶνα εἶδεν
αὐτὸν ἄλλη καὶ
λέγει αὐτοῖς·
ἐκεῖ καὶ οὗτος
ἦν μετὰ Ἰησοῦ
τοῦ Ναζωραίου.
72. καὶ
πάλιν
ἠρνήσατο μεθ'
ὅρκου ὅτι οὐκ
οἶδα τὸν ἄνθρωπον.
73.
μετὰ μικρὸν δὲ
προσελθόντες
οἱ ἑστῶτες
εἶπον τῷ Πέτρῳ·
ἀληθῶς καὶ σὺ
ἐξ αὐτῶν εἶ·
καὶ γὰρ ἡ λαλιά
σου δῆλόν σε
ποιεῖ.
74.
τότε ἤρξατο
καταθεματίζειν
καὶ ὀμνύειν
ὅτι οὐκ οἶδα
τὸν ἄνθρωπον.
καὶ εὐθέως
ἀλέκτωρ
ἐφώνησε.
75. καὶ
ἐμνήσθη ὁ
Πέτρος τοῦ
ῥήματος Ἰησοῦ
εἰρηκότος
αὐτῷ ὅτι πρὶν
ἀλέκτορα
φωνῆσαι τρὶς
ἀπαρνήσῃ με·
καὶ ἐξελθὼν
ἔξω ἔκλαυσε
πικρῶς.
Matthew, Chapter 26 (KJV)