Matthew, Chapter 26 Modern Greek

01 Και ότε ετελείωσεν ο Ιησούς πάντας τους λόγους τούτους, είπε πρός τους μαθητάς αυτού
02 Εξεύρετε ότι μετά δύο ημέρας γίνεται το Πάσχα, και ο Υιός του ανθρώπου παραδίδεται διά να σταυρωθή.
03 τότε συνήχθησαν οι αρχιερείς και οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι του λαού εις την αυλήν του αρχιερέως, του λεγομένου Καϊάφα
04 και συνεβουλεύθησαν να συλλάβωσι τον Ιησούν με δόλον, και να θανατώσωσιν.
05  Έλεγον δε, Μη εν τη εορτή, διά να μη γείνη θόρυβος εν τω λαώ.
06 Ότε δε ο Ιησούς ήτο εν Βηθανία, εν τη οικία Σίμωνος του λεπρού, Μαρκ.ιδ'.3, Ιωάν.ιβ'.2
07 προσήλθε πρός αυτόν γυνή έχουσα αλάβαστρον μύρου βαρυτίμου, και κατέχεεν αυτό επί την κεφαλήν αυτού ενώ εκάθητο εις την τράπεζαν.
08 Ιδόντες δε οι μαθηταί αυτού, ηγανάκτησαν, λέγοντες, Εις τι η απώλεια αύτη;
09 διότι ηδύνατο τούτο το μύρον να πωληθή με πολλήν τιμήν, και να δοθή εις τους πτωχούς.
10 Νοήσας δε ο Ιησούς, είπε πρός αυτούς, Διά τι ενοχλείτε την γυναίκα; διότι έργον καλόν έπραξεν εις εμέ.
11 Διότι τους πτωχούς πάντοτε έχετε μεθ'  εαυτών  εμέ όμως πάντοτε δεν έχετε.
12 Επειδή χύσασα αύτη το μύρον τούτο επί του σώματός μου, έκαμε τούτο διά τον ενταφιασμόν μου.
13 Αληθώς σας λέγω, όπου εάν κηρυχθή το ευαγγέλιον τούτο εν όλω τω κόσμω, θέλει λαληθή και τούτο το οποίον έπραξεν αύτη εις μνημόσυνον σας.
14 Τότε υπήγεν εις των δώδεκα, ο λεγόμενος Ιούδας Ισκαριώτης, πρός τους αρχιερείς,
15 και είπε, Τι θέλετε να μοί δώσητε, και εγώ θέλω σας παραδώσει αυτόν; Και εκείνοι έδωκαν εις αυτόν τριάκοντα αργύρια.
16 Και από τότε εζήτει ευκαιρίαν διά να παραδώση αυτόν.
17 Την δε πρώτην των αζύμων προσήλθον οι μαθηταί πρός τον Ιησούν, λέγοντες πρός αυτόν, πού θέλεις να σοι ετοιμάσωμεν διά να φάγης το πάσχα;
18 Και εκείνος είπεν, Υπάγετε εις την πόλιν πρός τον δείνα, και είπατε πρός αυτόν, Ο διδάσκαλος λέγει, Ο καιρός μου επλησίασεν  εν τη οικία σου θέλω κάμει το πάσχα μετά των μαθητών μου.
19 Και έκαμον οι μαθηταί καθώς παρήγγειλεν εις αυτούς ο Ιησούς  και ητοίμασαν το πάσχα.
20  Ότε δε έγεινεν εσπέρα, εκάθητο εις την τράπεζαν μετά των δώδεκα
21 και ενώ έτρωγον, είπεν, Αληθώς σας λέγω, ότι εις εξ υμών θέλει με παραδώσει.
22 Και λυπούμενοι σφόδρα ήρχισαν να λέγωσι πρός αυτόν έκαστος αυτών, Μήπως εγώ είμαι, Κύριε;
23 Ο δε αποκριθείς είπεν, Ο εμβάψας μετ' εμού εν τω πινακίω την χείρα, ούτος θέλει με παραδώσει. Ψαλμ.μα'.9, Ιωάν.ιγ'.18
24Ο μεν Υιός του ανθρώπου υπάγει, καθώς είναι γεγραμμένον περί αυτού  ουαί δε εις τον άνθρωπον εκείνον, διά του οποίου ο Υιός του ανθρώπου παραδίδεται  καλόν ήτο εις τον άνθρωπον εκείνον, αν δεν ήθελε γεννηθή.
25 Αποκριθείς δε ο Ιούδας, όστις παρέδιδεν αυτόν, είπε, Μήπως εγώ είμαι, Ραββί; Λέγει πρός αυτόν, Συ είπας .
26 Και ενώ έτρωγον, λαβών ο Ιησούς τον άρτον, και ευλογήσας, έκοψε, και έδιδεν εις τους μαθητάς, και είπε, Λάβετε, φάγετε  τούτο είναι το σώμά μου.
27 Και λαβών το ποτήριον, και ευχαριστήσας, έδωκεν εις αυτούς, λέγων, Πίετε εξ αυτού πάντες
28 διότι τούτο είναι το αίμά μου το της καινής διαθήκης, το υπέρ πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών.
29 Σας λέγω δε, ότι δεν θέλω πίει εις το εξής εκ τούτου του γεννήματος της αμπέλου, έως της ημέρας εκείνης, όταν πίνω αυτό νέον μεθ' υμών εν τη βασιλεία του Πατρός μου.
30 Και αφού ύμνησαν, εξήλθον εις το όρος των ελαιών.
31 Τότε λέγει πρός αυτούς ο Ιησούς, Πάντες υμείς θέλετε σκανδαλισθή εν εμοί την νύκτα ταύτην  διότι είναι γεγραμμένον, "Θέλω πατάξει τον ποιμένα, και θέλουσι διασκορπισθή τα πρόβατα της ποίμνης."
32 αφού δε αναστηθώ, θέλω υπάγει πρότερον υμών εις την Γαλιλαίαν.
33 Αποκριθείς δε ο Πέτρος, είπε πρός αυτόν, Και αν πάντες σκανδαλισθώσιν εν σοι, εγώ ποτέ δεν θέλω σκανδαλισθή.
34 Είπε πρός αυτόν ο Ιησούς, Αληθώς σοι λέγω, ότι ταύτην την νύκτα πρίν φωνάξη ο αλέκτωρ, τρίς θέλεις με απαρνηθή.
35 Λέγει πρός αυτόν ο Πέτρος, Και αν γείνη χρεία να αποθάνω μετά σου, δεν θέλω σε απαρνηθή. Ομοίως είπον και πάντες οι μαθηταί.
36 Τότε έρχεται μετ'  αυτών ο Ιησούς εις χωρίον λεγόμενον Γεθσημανή  και λέγει πρός τους μαθητάς, Καθίσατε αυτού, εωσού υπάγω και προσευχηθώ εκεί.
37 Και παραλαβών τον Πέτρον και τους δύο υιούς του Ζεβεδαίου, ήρχισε να λυπήται και να αδημονή.
38 Τότε λέγει πρός αυτούς, Περίλυπος είναι η ψυχή μου έως θανάτου  μείνατε εδώ και αγρυπνείτε μετ' εμού.
39 Και προχωρήσας ολίγον, έπεσεν επί πρόσωπον αυτού, προσευχόμενος και λέγων, Πάτερ μου, εάν ήναι δυνατόν, ας παρέλθη απ' εμού το ποτήριον τούτο  πλήν ουχί ως εγώ θέλω, αλλ' ως σύ.
40 Και έρχεται πρός τους μαθητάς, και ευρίσκει αυτούς κοιμωμένους, και λέγει πρός τον Πέτρον, Ούτω δεν ηδυνήθητε μίαν ώραν να αγρυπνήσητε μετ' εμού;
41 αγρυπνείτε και προσεύχεσθε, διά να μη εισέλθητε εις πειρασμόν το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σάρξ ασθενής.
42 Πάλιν εκ δευτέρου υπήγε και προσευχήθη, λέγων, Πάτερ μου, εάν δεν ήναι δυνατόν τούτο το ποτήριον να παρέλθη απ' εμού, χωρίς να πίω αυτό, γενηθήτω το θέλημά σου.
43 Και ελθών ευρίσκει αυτούς πάλιν κοιμωμένους  διότι οι οφθαλμοί αυτών ήσαν βεβαρημένοι.
44 Και αφήσας αυτούς, υπήγε πάλιν και προσευχήθη εκ τρίτου, ειπών τον αυτόν λόγον.
45 Τότε έρχεται πρός τους μαθητάς αυτού, και λέγει πρός αυτούς, Κοιμάσθε το λοιπόν, και αναπαύεσθε  ιδού, επλησίασεν η ώρα, και ο Υιός του ανθρώπου παραδίδεται εις χείρας αμαρτωλών
46 εγέρθητε, ας υπάγωμεν  ιδού, επλησίασεν ο παραδίδων με.
47 Και ενώ αυτός ελάλει έτι, ιδού, ο Ιούδας, εις των δώδεκα, ήλθε  και μετ'  αυτού όχλος πολύς μετά μαχαιρών και ξύλων, παρά των αρχιερέων και πρεσβυτέρων του λαού
48 Ο δε παραδίδων αυτόν έδωκεν εις αυτούς σημείον, λέγων, Όντινα φιλήσω, αυτός είναι  πιάσατε αυτόν.
49 Και ευθύς πλησιάσας πρός τον Ιησούν, είπε, Χαίρε, Ραββί και κατεφίλησεν αυτόν
50 Ο δε Ιησούς είπε πρός αυτόν, Φίλε, διά τι ήλθες; Τότε προσελθόντες, επέβαλον τας χείρας επί τον Ιησούν, και επίασαν αυτόν.
51 Και ιδού, εις των μετά του Ιησού εκτείνας την χείρα, έσυρε την μάχαιραν αυτού και κτυπήσας τον δούλον του αρχιερέως, απέκοψε το ωτίον αυτού.
52 Τότε λέγει πρός αυτόν ο Ιησούς, Επίστρεψον την μάχαιράν σου εις τον τόπον αυτής  διότι πάντες όσοι πιάσωσι μάχαιραν, διά μαχαίρας θέλουσιν απολεσθή
53 ή νομίζεις ότι δεν δύναμαι ήδη να παρακαλέσω τον Πατέρα μου, και θέλει στήσει πλησίον μου περισσοτέρους παρά δώδεκα λεγεώνας αγγέλων;
54 πως λοιπόν θέλουσι πληρωθή αι γραφαί, ότι ούτω πρέπει να γείνη;
55 Εν εκείνη τη ώρα είπεν ο Ιησούς πρός τους όχλους, Ως επί ληστήν εξήλθετε μετά μαχαιρών και ξύλων να με συλλάβητε; καθ' ημέραν εκαθήμην πλησίον υμών διδάσκων εν τω ιερώ, και δεν με επιάσατε.
56 Τούτο δε όλον έγεινε, διά να πληρωθώσιν αι γραφαί των προφητών. Τότε οι μαθηταί πάντες αφήσαντες αυτόν, έφυγον.
57 Οι δε πιάσαντες τον Ιησούν, έφεραν πρός Καϊάφαν τον αρχιερέα,  όπου συνήχθησαν οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι.
58 Ο δε Πέτρος ηκολούθει αυτόν από μακρόθεν, έως της αυλής του αρχιερέως  και εισελθών έσω, εκάθητο μετά των υπηρετών, διά να ίδη το τέλος.
59 Οι δε αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι και το συνέδριον όλον εζήτουν ψευδομαρτυρίαν κατά του Ιησού, διά να θανατώσωσιν αυτόν
60 και δεν εύρον  και πολλών ψευδομαρτύρων προσελθόντων, δεν εύρον. Ύστερον δε προσελθόντες δύο ψευδομάρτυρες,
61 είπον, ούτος είπε, Δύναμαι να χαλάσω τον ναόν του Θεού, και διά τριών ημερών να οικοδομήσω αυτόν.
62 Και σηκωθείς ο αρχιερεύς, είπε πρός αυτόν, Δεν αποκρίνεσαι; τι μαρτυρούσιν ούτοι κατά σου;
63 Ο δε Ιησούς εσιώπα. Και αποκριθείς ο αρχιερεύς, είπε πρός αυτόν, Σε ορκίζω εις τον Θεόν τον ζώντα, να είπης πρός ημάς, αν συ ήσαι ο Χριστός ο Υιός του Θεού
64 Λέγει πρός αυτόν ο Ιησούς, Συ είπας  πλήν σας Λέγω, Εις το εξής θέλετε ιδεί τον Υιόν του ανθρώπου καθήμενον εκ δεξιών της δυνάμεως, και ερχόμενον επί των νεφελών του ουρανού.
65 Τότε ο αρχιερεύς διέσχισε τα ιμάτια αυτού, λέγων,  Ότι εβλασφήμησε  τι χρείαν έχομεν πλέον μαρτύρων; ιδού, τώρα ηκούσατε την βλασφημίαν αυτού
66 τι σας φαίνεται; Και εκείνοι αποκριθέντες είπον,  Ένοχος θανάτου είναι.
67 Τότε ενέπτυσαν εις το πρόσωπον αυτού, και εγρόνθισαν αυτόν  άλλοι δε ερράπισαν,
68 λέγοντες, Προφήτευσον εις ημάς, Χριστέ, τις είναι όστις σε εκτύπησεν;
69 Ο δε Πέτρος εκάθητο έξω εν τη αυλή  και προσήλθε πρός αυτόν μιά δούλη, λέγουσα Και συ ήσο μετά Ιησού του Γαλιλαίου.
70 Ο δε ηρνήθη έμπροσθεν πάντων, λέγων, Δεν εξεύρω τι λέγεις.
71 Και ότε εξήλθεν εις τον πυλώνα, είδεν αυτόν άλλη, και λέγει πρός τους εκεί, Και ούτος ήτο μετά Ιησού του Ναζωραίου.
72 Και πάλιν ηρνήθη μεθ' όρκου,  Ότι δεν γνωρίζω τον άνθρωπον.
73 Μετ' ολίγον δε προσελθόντες οι εστώτες, είπον πρός τον Πέτρον, Αληθώς και σύ εξ αυτών είσαι  διότι η λαλιά σου σε κάμνει φανερόν.
74 Τότε ήρχισε να καταναθεματίζη και να ομνύη,  Ότι δεν γνωρίζω τον άνθρωπον. Και ευθύς εφώναξεν ο αλέκτωρ.
75 Και ανεθυμήθη ο Πέτρος τον λόγον του Ιησού, όστις είχεν ειπεί πρός αυτόν, Ότι πρίν φωνάξη ο αλέκτωρ, τρίς θέλεις με απαρνηθή. Και εξελθών έξω, έκλαυσε πικρώς.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Matthew, Chapter 26 Demotic Greek

1. Κι όταν πια τελείωσε ο Ιησούς όλες αυτές τις διδαχές, είπε στους μαθητές του:
2. «Το ξέρετε πως ύστερα από δυο μέρες γιορτάζεται το Πάσχα· και ο Γιος του ανθρώπου παραδίνεται για να σταυρωθεί».
3. Τότε συγκεντρώθηκαν οι αρχιερείς και οι νομοδιδάσκαλοι και οι πρεσβύτεροι του λαού στην αυλή του αρχιερέα, που ονομαζόταν Καϊάφας
4. και συμφώνησαν να συλλάβουν με τέχνασμα τον Ιησού και να τον θανατώσουν.
5. Έλεγαν όμως: «Όχι τη μέρα της γιορτής, για να μην προκληθεί αναταραχή στο λαό».
6. Στο μεταξύ, ενώ ο Ιησούς βρισκόταν στη Βηθανία, στο σπίτι του Σίμωνα του λεπρού,
7. τον πλησίασε μια γυναίκα κρατώντας ένα αλαβάστρινο δοχείο με πανάκριβο μύρο και το έχυσε στο κεφάλι του την ώρα που αυτός καθόταν στο τραπέζι.
8. Κι όταν το είδαν αυτό οι μαθητές του, έλεγαν αγανακτισμένοι: «Γιατί τάχα αυτή η σπατάλη;
9. Καθότι μπορούσε το μύρο αυτό να πουληθεί έναντι ενός μεγάλου ποσού και να δοθεί στους φτωχούς».
10. Το κατάλαβε όμως ο Ιησούς και τους είπε: «Τι στεναχωρείτε τη γυναίκα; Μια καλή πράξη έκανε σ' εμένα.
11. Άλλωστε τους φτωχούς τους έχετε πάντοτε μαζί σας, εμένα όμως δε με έχετε πάντοτε.
12. Γιατί, βάζοντας αυτή το μύρο τούτο πάνω στο σώμα μου, το έκανε για τον ενταφιασμό μου.
13. Σας βεβαιώνω πως όπου κι αν κηρυχτεί το ευαγγέλιο τούτο, σ' όλο τον κόσμο, θα γίνει λόγος και γι' αυτό που έκανε αυτή, σε ανάμνησή της».
14. Τότε, ένας από τους δώδεκα, αυτός που λεγόταν Ιούδας Ισκαριώτης, πήγε στους αρχιερείς
15. και είπε: «Τι θέλετε να μου δώσετε; κι εγώ θα σας τον παραδώσω». Κι εκείνοι του μέτρησαν τριάντα αργύρια.
16. Από τότε, λοιπόν, ζητούσε κάποια ευκαιρία να τον παραδώσει.
17. Στο μεταξύ, την πρώτη μέρα της γιορτής των αζύμων ήρθαν οι μαθητές στον Ιησού και του είπαν: «Πού θέλεις να σου ετοιμάσουμε να φας το Πάσχα;».
18. Κι εκείνος είπε: «Πηγαίνετε στην πόλη, στον τάδε, και πείτε του: Ο Δάσκαλος λέει: Η ώρα μου πλησίασε, στο σπίτι σου θα γιορτάσω το Πάσχα μαζί με τους μαθητές μου».
19. Και οι μαθητές του έκαναν όπως τους πρόσταξε ο Ιησούς και ετοίμασαν το Πάσχα.
20. Έτσι, όταν βράδιασε, κάθισε στο τραπέζι με τους δώδεκα.
21. Και καθώς έτρωγαν, είπε: «Σας πληροφορώ να το ξέρετε, πως ένας από σας θα με προδώσει».
22. Εκείνοι, τότε, βαθιά λυπημένοι άρχισαν να του λένε ένας, ένας: «Μήπως είμαι εγώ, Κύριε;».
23. Κι εκείνος αποκρίθηκε: «Αυτός που βούτηξε μαζί μου το χέρι του στο πιάτο, αυτός θα με προδώσει.
24. Και όσο για το Γιο του Ανθρώπου, αυτός πηγαίνει βέβαια, όπως έχει γραφτεί γι' αυτόν, μα αλίμονο στον άνθρωπο εκείνο με ενέργεια του οποίου παραδίνεται ο Γιος του Ανθρώπου. Θα ήταν προτιμότερο γι' αυτόν αν δεν είχε γεννηθεί ο άνθρωπος εκείνος».
25. Μίλησε τότε ο Ιούδας, που επρόκειτο να τον προδώσει, και είπε: «Μήπως είμαι εγώ, Δάσκαλε;». Του λέει: «Μόνος σου το είπες».
26. Και καθώς έτρωγαν, πήρε ο Ιησούς το ψωμί, κι αφού το ευλόγησε, το έκοψε και το πρόσφερε στους μαθητές του λέγοντας: «Πάρτε, φάτε. Αυτό είναι το σώμα μου».
27. Πήρε κατόπιν το ποτήρι κι αφού ευχαρίστησε, τους έδωσε λέγοντας: «Πιέστε απ' αυτό όλοι,
28. γιατί τούτο είναι το αίμα μου, της Καινούργιας Διαθήκης, το οποίο χύνεται για χάρη πολλών, με σκοπό τη συγχώρηση των αμαρτιών.
29. Και σας πληροφορώ πως από τώρα κι ύστερα δε θα πιω πια από το προϊόν αυτό του αμπελιού, ως την ημέρα εκείνη που μαζί σας θα το πίνω καινούργιο στη βασιλεία του Πατέρα μου».
30. Κατόπιν, αφού έψαλαν, βγήκαν στο Όρος των Ελαιών.
31. Τότε τους λέει ο Ιησούς: «Όλοι εσείς θα κλονιστείτε όσο αφορά την πιστότητά σας σε μένα τη νύχτα τούτη, γιατί έχει γραφτεί: Θα αφανίσω το βοσκό και θα διασκορπιστούν τα πρόβατα του κοπαδιού.
32. Αλλά μετά την ανάστασή μου θα φτάσω πριν από σας στη Γαλιλαία».
33. Αποκρίθηκε τότε ο Πέτρος και του είπε: «Ακόμα κι αν η πιστότητα όλων σε σένα κλονιστεί, εγώ ποτέ δε θα κλονιστώ».
34. Του είπε ο Ιησούς: «Η αλήθεια είναι και σου τη λέω, πως τούτη τη νύχτα, πριν λαλήσει ο πετεινός, θα με αρνηθείς τρεις φορές».
35. Του λέει ο Πέτρος: «Ακόμα κι αν χρειαστεί να πεθάνω μαζί σου, όχι, δε θα σε απαρνηθώ». Το ίδιο είπαν κι όλοι οι άλλοι μαθητές.
36. Τότε έρχεται μαζί τους ο Ιησούς σ' έναν τόπο που ονομάζεται Γεθσημανή και λέει στους μαθητές: «Καθίστε εδώ, ώσπου να πάω και να προσευχηθώ πιο εκεί».
37. Και αφού πήρε μαζί του τον Πέτρο και τους δύο γιους του Ζεβεδαίου, άρχισε να λυπάται και να αγωνιά.
38. Τους λέει τότε: «Έχω τόση λύπη στην ψυχή μου, που μόνο ο θάνατος μπορεί να τη σβήσει. Μείνετε εδώ και αγρυπνείτε μαζί μου».
39. Και αφού προχώρησε λίγο, έπεσε με το πρόσωπο στη γη κι έλεγε προσευχόμενος: «Πατέρα μου, αν γίνεται, ας απομακρυνθεί το ποτήρι αυτό από μένα. Όμως ας μη γίνει όπως θέλω εγώ, αλλά όπως θέλεις εσύ».
40. Έρχεται κατόπιν στους μαθητές και τους βρίσκει να κοιμούνται. Λέει τότε στον Πέτρο: «Ώστε λοιπόν δεν μπορέσατε ούτε μια ώρα να ξαγρυπνήσετε μαζί μου;
41. Μένετε άγρυπνοι και προσεύχεστε, για να μην πέσετε σε πειρασμό. Το πνεύμα, βέβαια, είναι πρόθυμο, αλλά η σάρκα είναι αδύνατη».
42. Πήγε ξανά για δεύτερη φορά και προσευχήθηκε λέγοντας: «Πατέρα μου, αν δε γίνεται να απομακρυνθεί το ποτήρι αυτό από μένα χωρίς να το πιω, ας γίνει το θέλημά σου».
43. Κι όταν γύρισε, τους βρίσκει πάλι να κοιμούνται, γιατί τα μάτια τους ήταν βαριά από τη νύστα.
44. Κι αφήνοντάς τους, πήγε πάλι και προσευχήθηκε για τρίτη φορά λέγοντας την ίδια προσευχή.
45. Ύστερα έρχεται στους μαθητές του και τους λέει: «Κοιμάστε, το λοιπόν, και αναπαύεστε! Να, η ώρα έφτασε κι ο Γιος του Ανθρώπου παραδίνεται σε χέρια αμαρτωλών.
46. Σηκωθείτε να πάμε. Νάτος! Έφτασε αυτός που με προδίνει»!
47. Κι ενώ αυτός μιλούσε ακόμα, εμφανίστηκε ο Ιούδας, ένας από τους δώδεκα, και μαζί του όχλος πολύς με μαχαίρια και ρόπαλα, σταλμένος από τους αρχιερείς και τους πρεσβυτέρους του λαού.
48. Κι ο προδότης του, τους είχε δώσει σύνθημα λέγοντας: «Όποιον φιλήσω, αυτός είναι, πιάστε τον».
49. Πήγε, λοιπόν, κατευθείαν στον Ιησού και είπε: «Χαίρε, Δάσκαλε», και τον φίλησε επανειλημμένα.
50. Κι ο Ιησούς του είπε: «Σύντροφε, για ποιο λόγο βρίσκεσαι εδώ;». Τότε, αφού πλησίασαν, άπλωσαν με βιαιότητα τα χέρια τους στον Ιησού και τον έπιασαν.
51. Και ξαφνικά ένας απ' αυτούς που ήταν με τον Ιησού, απλώνοντας το χέρι του, έσυρε το μαχαίρι και χτυπώντας το δούλο του αρχιερέα τού έκοψε το αυτί.
52. Του λέει τότε ο Ιησούς: «Βάλε το μαχαίρι σου πίσω στη θέση του, γιατί όλοι όσοι κάνουν χρήση μαχαιριού, από μαχαίρι θα πεθάνουν.
53. Ή θαρρείς πως δεν μπορώ τώρα να παρακαλέσω τον Πατέρα μου και να μου παρατάξει περισσότερους από δώδεκα λεγεώνες αγγέλων;
54. Αλλά πώς αλλιώς θα εκπληρωθούν οι προφητείες της Γραφής, που λένε ότι έτσι πρέπει να γίνει;».
55. Ακριβώς εκείνη την ώρα είπε ο Ιησούς στους όχλους: «Ληστή θαρρείτε πως κυνηγάτε, και βγήκατε με μαχαίρια και ρόπαλα να με συλλάβετε; Κάθε μέρα μαζί σας καθόμουν στο ναό διδάσκοντάς σας, και δε με συλλάβατε.
56. Όμως όλο αυτό έγινε για να εκπληρωθούν τα όσα έγραψαν οι προφήτες». Τότε οι μαθητές του τον εγκατέλειψαν κι έφυγαν.
57. Κι εκείνοι που συνέλαβαν τον Ιησού, τον έφεραν στον Καϊάφα τον αρχιερέα, όπου μαζεύτηκαν οι νομοδιδάσκαλοι και οι πρεσβύτεροι.
58. Στο μεταξύ, ο Πέτρος τον ακολουθούσε από μακριά ως την αυλή του αρχιερέα, όπου και μπήκε μέσα και καθόταν μαζί με τους υπηρέτες, για να δει την κατάληξη.
59. Οι αρχιερείς, λοιπόν, και οι πρεσβύτεροι και όλο το συνέδριο ζητούσαν κάποια ψευδομαρτυρία σε βάρος του Ιησού για να τον καταδικάσουν σε θάνατο.
60. Όμως δε βρήκαν. Και παρόλο που παρουσιάστηκαν πολλοί ψευδομάρτυρες, πάλι δε βρήκαν. Ύστερα, όμως παρουσιάστηκαν δύο ψευδομάρτυρες,
61. που είπαν: «Αυτός είπε: Μπορώ να γκρεμίσω το ναό του Θεού και μέσα σε τρεις μέρες να τον ξαναχτίσω».
62. Τότε σηκώθηκε ο αρχιερέας και του είπε: «Δεν αποκρίνεσαι τίποτε; Τι μαρτυρούν αυτοί εναντίον σου;».
63. Ο Ιησούς όμως σιωπούσε. Τότε μίλησε ξανά ο αρχιερέας και του είπε: «Σε εξορκίζω στο όνομα του Ζωντανού Θεού, να μας πεις αν είσαι εσύ ο Χριστός, ο Γιος του Θεού».
64. Του λέει ο Ιησούς: «Μόνος σου το είπες. Αλλά σας λέω τούτο, ότι από τώρα κι ύστερα δε θα δείτε πια το Γιο του Ανθρώπου, παρά μονάχα να κάθεται στα δεξιά του Παντοδύναμου, και να έρχεται επάνω στις νεφέλες του ουρανού».
65. Τότε ο αρχιερέας ξέσχισε τα ρούχα του λέγοντας: «Βλαστήμησε! Τι ανάγκη έχουμε πια από μάρτυρες; Ορίστε! Μόλις τώρα ακούσατε τη βλαστήμια του!
66. Ποια είναι η γνώμη σας;». Κι εκείνοι αποκρίθηκαν: «Είναι ένοχος για θάνατο»!
67. Τότε τον έφτυσαν στο πρόσωπο και τον χαστούκισαν. Κι άλλοι τον ράπισαν
68. λέγοντας: «Μάντεψε Χριστέ και πες μας ποιος είναι αυτός που σε χτύπησε;».
69. Στο μεταξύ ο Πέτρος καθόταν έξω στην αυλή, όπου τον πλησίασε μια νεαρή δούλη και είπε: «Κι εσύ ήσουν με τον Ιησού το Γαλιλαίο».
70. Αλλ' εκείνος το αρνήθηκε μπροστά σε όλους λέγοντας: «Δεν καταλαβαίνω τι λες».
71. Κατόπιν, καθώς βγήκε στην αυλόπορτα, τον είδε μια άλλη και λέει σ' εκείνους που ήταν εκεί: «Κι αυτός ήταν με τον Ιησού τον Ναζωραίο»!
72. Μα και πάλι αρνήθηκε με όρκο λέγοντας: «Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο».
73. Κι ύστερα από λίγο πλησίασαν εκείνοι που στέκονταν εκεί και είπαν στον Πέτρο: «Πραγματικά είσαι ένας απ' αυτούς, αφού και η προφορά σου ακόμα σε φανερώνει».
74. Άρχισε τότε να καταριέται και να ορκίζεται λέγοντας: «Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο». Κι αμέσως κατόπιν λάλησε ο πετεινός.
75. Τότε θυμήθηκε ο Πέτρος το λόγο του Χριστού, που είχε πει: «Πριν λαλήσει ο πετεινός, θα με αρνηθείς τρεις φορές». Βγήκε τότε έξω κι έκλαψε πικρά.

Matthew 26
1. Κι όταν πια τελείωσε ο Ιησούς όλες αυτές τις διδαχές, είπε στους μαθητές του:
2. «Το ξέρετε πως ύστερα από δυο μέρες γιορτάζεται το Πάσχα· και ο Γιος του ανθρώπου παραδίνεται για να σταυρωθεί».
3. Τότε συγκεντρώθηκαν οι αρχιερείς και οι νομοδιδάσκαλοι και οι πρεσβύτεροι του λαού στην αυλή του αρχιερέα, που ονομαζόταν Καϊάφας
4. και συμφώνησαν να συλλάβουν με τέχνασμα τον Ιησού και να τον θανατώσουν.
5. Έλεγαν όμως: «Όχι τη μέρα της γιορτής, για να μην προκληθεί αναταραχή στο λαό».
6. Στο μεταξύ, ενώ ο Ιησούς βρισκόταν στη Βηθανία, στο σπίτι του Σίμωνα του λεπρού,
7. τον πλησίασε μια γυναίκα κρατώντας ένα αλαβάστρινο δοχείο με πανάκριβο μύρο και το έχυσε στο κεφάλι του την ώρα που αυτός καθόταν στο τραπέζι.
8. Κι όταν το είδαν αυτό οι μαθητές του, έλεγαν αγανακτισμένοι: «Γιατί τάχα αυτή η σπατάλη;
9. Καθότι μπορούσε το μύρο αυτό να πουληθεί έναντι ενός μεγάλου ποσού και να δοθεί στους φτωχούς».
10. Το κατάλαβε όμως ο Ιησούς και τους είπε: «Τι στεναχωρείτε τη γυναίκα; Μια καλή πράξη έκανε σ' εμένα.
11. Άλλωστε τους φτωχούς τους έχετε πάντοτε μαζί σας, εμένα όμως δε με έχετε πάντοτε.
12. Γιατί, βάζοντας αυτή το μύρο τούτο πάνω στο σώμα μου, το έκανε για τον ενταφιασμό μου.
13. Σας βεβαιώνω πως όπου κι αν κηρυχτεί το ευαγγέλιο τούτο, σ' όλο τον κόσμο, θα γίνει λόγος και γι' αυτό που έκανε αυτή, σε ανάμνησή της».
14. Τότε, ένας από τους δώδεκα, αυτός που λεγόταν Ιούδας Ισκαριώτης, πήγε στους αρχιερείς
15. και είπε: «Τι θέλετε να μου δώσετε; κι εγώ θα σας τον παραδώσω». Κι εκείνοι του μέτρησαν τριάντα αργύρια.
16. Από τότε, λοιπόν, ζητούσε κάποια ευκαιρία να τον παραδώσει.
17. Στο μεταξύ, την πρώτη μέρα της γιορτής των αζύμων ήρθαν οι μαθητές στον Ιησού και του είπαν: «Πού θέλεις να σου ετοιμάσουμε να φας το Πάσχα;».
18. Κι εκείνος είπε: «Πηγαίνετε στην πόλη, στον τάδε, και πείτε του: Ο Δάσκαλος λέει: Η ώρα μου πλησίασε, στο σπίτι σου θα γιορτάσω το Πάσχα μαζί με τους μαθητές μου».
19. Και οι μαθητές του έκαναν όπως τους πρόσταξε ο Ιησούς και ετοίμασαν το Πάσχα.
20. Έτσι, όταν βράδιασε, κάθισε στο τραπέζι με τους δώδεκα.
21. Και καθώς έτρωγαν, είπε: «Σας πληροφορώ να το ξέρετε, πως ένας από σας θα με προδώσει».
22. Εκείνοι, τότε, βαθιά λυπημένοι άρχισαν να του λένε ένας, ένας: «Μήπως είμαι εγώ, Κύριε;».
23. Κι εκείνος αποκρίθηκε: «Αυτός που βούτηξε μαζί μου το χέρι του στο πιάτο, αυτός θα με προδώσει.
24. Και όσο για το Γιο του Ανθρώπου, αυτός πηγαίνει βέβαια, όπως έχει γραφτεί γι' αυτόν, μα αλίμονο στον άνθρωπο εκείνο με ενέργεια του οποίου παραδίνεται ο Γιος του Ανθρώπου. Θα ήταν προτιμότερο γι' αυτόν αν δεν είχε γεννηθεί ο άνθρωπος εκείνος».
25. Μίλησε τότε ο Ιούδας, που επρόκειτο να τον προδώσει, και είπε: «Μήπως είμαι εγώ, Δάσκαλε;». Του λέει: «Μόνος σου το είπες».
26. Και καθώς έτρωγαν, πήρε ο Ιησούς το ψωμί, κι αφού το ευλόγησε, το έκοψε και το πρόσφερε στους μαθητές του λέγοντας: «Πάρτε, φάτε. Αυτό είναι το σώμα μου».
27. Πήρε κατόπιν το ποτήρι κι αφού ευχαρίστησε, τους έδωσε λέγοντας: «Πιέστε απ' αυτό όλοι,
28. γιατί τούτο είναι το αίμα μου, της Καινούργιας Διαθήκης, το οποίο χύνεται για χάρη πολλών, με σκοπό τη συγχώρηση των αμαρτιών.
29. Και σας πληροφορώ πως από τώρα κι ύστερα δε θα πιω πια από το προϊόν αυτό του αμπελιού, ως την ημέρα εκείνη που μαζί σας θα το πίνω καινούργιο στη βασιλεία του Πατέρα μου».
30. Κατόπιν, αφού έψαλαν, βγήκαν στο Όρος των Ελαιών.
31. Τότε τους λέει ο Ιησούς: «Όλοι εσείς θα κλονιστείτε όσο αφορά την πιστότητά σας σε μένα τη νύχτα τούτη, γιατί έχει γραφτεί: Θα αφανίσω το βοσκό και θα διασκορπιστούν τα πρόβατα του κοπαδιού.
32. Αλλά μετά την ανάστασή μου θα φτάσω πριν από σας στη Γαλιλαία».
33. Αποκρίθηκε τότε ο Πέτρος και του είπε: «Ακόμα κι αν η πιστότητα όλων σε σένα κλονιστεί, εγώ ποτέ δε θα κλονιστώ».
34. Του είπε ο Ιησούς: «Η αλήθεια είναι και σου τη λέω, πως τούτη τη νύχτα, πριν λαλήσει ο πετεινός, θα με αρνηθείς τρεις φορές».
35. Του λέει ο Πέτρος: «Ακόμα κι αν χρειαστεί να πεθάνω μαζί σου, όχι, δε θα σε απαρνηθώ». Το ίδιο είπαν κι όλοι οι άλλοι μαθητές.
36. Τότε έρχεται μαζί τους ο Ιησούς σ' έναν τόπο που ονομάζεται Γεθσημανή και λέει στους μαθητές: «Καθίστε εδώ, ώσπου να πάω και να προσευχηθώ πιο εκεί».
37. Και αφού πήρε μαζί του τον Πέτρο και τους δύο γιους του Ζεβεδαίου, άρχισε να λυπάται και να αγωνιά.
38. Τους λέει τότε: «Έχω τόση λύπη στην ψυχή μου, που μόνο ο θάνατος μπορεί να τη σβήσει. Μείνετε εδώ και αγρυπνείτε μαζί μου».
39. Και αφού προχώρησε λίγο, έπεσε με το πρόσωπο στη γη κι έλεγε προσευχόμενος: «Πατέρα μου, αν γίνεται, ας απομακρυνθεί το ποτήρι αυτό από μένα. Όμως ας μη γίνει όπως θέλω εγώ, αλλά όπως θέλεις εσύ».
40. Έρχεται κατόπιν στους μαθητές και τους βρίσκει να κοιμούνται. Λέει τότε στον Πέτρο: «Ώστε λοιπόν δεν μπορέσατε ούτε μια ώρα να ξαγρυπνήσετε μαζί μου;
41. Μένετε άγρυπνοι και προσεύχεστε, για να μην πέσετε σε πειρασμό. Το πνεύμα, βέβαια, είναι πρόθυμο, αλλά η σάρκα είναι αδύνατη».
42. Πήγε ξανά για δεύτερη φορά και προσευχήθηκε λέγοντας: «Πατέρα μου, αν δε γίνεται να απομακρυνθεί το ποτήρι αυτό από μένα χωρίς να το πιω, ας γίνει το θέλημά σου».
43. Κι όταν γύρισε, τους βρίσκει πάλι να κοιμούνται, γιατί τα μάτια τους ήταν βαριά από τη νύστα.
44. Κι αφήνοντάς τους, πήγε πάλι και προσευχήθηκε για τρίτη φορά λέγοντας την ίδια προσευχή.
45. Ύστερα έρχεται στους μαθητές του και τους λέει: «Κοιμάστε, το λοιπόν, και αναπαύεστε! Να, η ώρα έφτασε κι ο Γιος του Ανθρώπου παραδίνεται σε χέρια αμαρτωλών.
46. Σηκωθείτε να πάμε. Νάτος! Έφτασε αυτός που με προδίνει»!
47. Κι ενώ αυτός μιλούσε ακόμα, εμφανίστηκε ο Ιούδας, ένας από τους δώδεκα, και μαζί του όχλος πολύς με μαχαίρια και ρόπαλα, σταλμένος από τους αρχιερείς και τους πρεσβυτέρους του λαού.
48. Κι ο προδότης του, τους είχε δώσει σύνθημα λέγοντας: «Όποιον φιλήσω, αυτός είναι, πιάστε τον».
49. Πήγε, λοιπόν, κατευθείαν στον Ιησού και είπε: «Χαίρε, Δάσκαλε», και τον φίλησε επανειλημμένα.
50. Κι ο Ιησούς του είπε: «Σύντροφε, για ποιο λόγο βρίσκεσαι εδώ;». Τότε, αφού πλησίασαν, άπλωσαν με βιαιότητα τα χέρια τους στον Ιησού και τον έπιασαν.
51. Και ξαφνικά ένας απ' αυτούς που ήταν με τον Ιησού, απλώνοντας το χέρι του, έσυρε το μαχαίρι και χτυπώντας το δούλο του αρχιερέα τού έκοψε το αυτί.
52. Του λέει τότε ο Ιησούς: «Βάλε το μαχαίρι σου πίσω στη θέση του, γιατί όλοι όσοι κάνουν χρήση μαχαιριού, από μαχαίρι θα πεθάνουν.
53. Ή θαρρείς πως δεν μπορώ τώρα να παρακαλέσω τον Πατέρα μου και να μου παρατάξει περισσότερους από δώδεκα λεγεώνες αγγέλων;
54. Αλλά πώς αλλιώς θα εκπληρωθούν οι προφητείες της Γραφής, που λένε ότι έτσι πρέπει να γίνει;».
55. Ακριβώς εκείνη την ώρα είπε ο Ιησούς στους όχλους: «Ληστή θαρρείτε πως κυνηγάτε, και βγήκατε με μαχαίρια και ρόπαλα να με συλλάβετε; Κάθε μέρα μαζί σας καθόμουν στο ναό διδάσκοντάς σας, και δε με συλλάβατε.
56. Όμως όλο αυτό έγινε για να εκπληρωθούν τα όσα έγραψαν οι προφήτες». Τότε οι μαθητές του τον εγκατέλειψαν κι έφυγαν.
57. Κι εκείνοι που συνέλαβαν τον Ιησού, τον έφεραν στον Καϊάφα τον αρχιερέα, όπου μαζεύτηκαν οι νομοδιδάσκαλοι και οι πρεσβύτεροι.
58. Στο μεταξύ, ο Πέτρος τον ακολουθούσε από μακριά ως την αυλή του αρχιερέα, όπου και μπήκε μέσα και καθόταν μαζί με τους υπηρέτες, για να δει την κατάληξη.
59. Οι αρχιερείς, λοιπόν, και οι πρεσβύτεροι και όλο το συνέδριο ζητούσαν κάποια ψευδομαρτυρία σε βάρος του Ιησού για να τον καταδικάσουν σε θάνατο.
60. Όμως δε βρήκαν. Και παρόλο που παρουσιάστηκαν πολλοί ψευδομάρτυρες, πάλι δε βρήκαν. Ύστερα, όμως παρουσιάστηκαν δύο ψευδομάρτυρες,
61. που είπαν: «Αυτός είπε: Μπορώ να γκρεμίσω το ναό του Θεού και μέσα σε τρεις μέρες να τον ξαναχτίσω».
62. Τότε σηκώθηκε ο αρχιερέας και του είπε: «Δεν αποκρίνεσαι τίποτε; Τι μαρτυρούν αυτοί εναντίον σου;».
63. Ο Ιησούς όμως σιωπούσε. Τότε μίλησε ξανά ο αρχιερέας και του είπε: «Σε εξορκίζω στο όνομα του Ζωντανού Θεού, να μας πεις αν είσαι εσύ ο Χριστός, ο Γιος του Θεού».
64. Του λέει ο Ιησούς: «Μόνος σου το είπες. Αλλά σας λέω τούτο, ότι από τώρα κι ύστερα δε θα δείτε πια το Γιο του Ανθρώπου, παρά μονάχα να κάθεται στα δεξιά του Παντοδύναμου, και να έρχεται επάνω στις νεφέλες του ουρανού».
65. Τότε ο αρχιερέας ξέσχισε τα ρούχα του λέγοντας: «Βλαστήμησε! Τι ανάγκη έχουμε πια από μάρτυρες; Ορίστε! Μόλις τώρα ακούσατε τη βλαστήμια του!
66. Ποια είναι η γνώμη σας;». Κι εκείνοι αποκρίθηκαν: «Είναι ένοχος για θάνατο»!
67. Τότε τον έφτυσαν στο πρόσωπο και τον χαστούκισαν. Κι άλλοι τον ράπισαν
68. λέγοντας: «Μάντεψε Χριστέ και πες μας ποιος είναι αυτός που σε χτύπησε;».
69. Στο μεταξύ ο Πέτρος καθόταν έξω στην αυλή, όπου τον πλησίασε μια νεαρή δούλη και είπε: «Κι εσύ ήσουν με τον Ιησού το Γαλιλαίο».
70. Αλλ' εκείνος το αρνήθηκε μπροστά σε όλους λέγοντας: «Δεν καταλαβαίνω τι λες».
71. Κατόπιν, καθώς βγήκε στην αυλόπορτα, τον είδε μια άλλη και λέει σ' εκείνους που ήταν εκεί: «Κι αυτός ήταν με τον Ιησού τον Ναζωραίο»!
72. Μα και πάλι αρνήθηκε με όρκο λέγοντας: «Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο».
73. Κι ύστερα από λίγο πλησίασαν εκείνοι που στέκονταν εκεί και είπαν στον Πέτρο: «Πραγματικά είσαι ένας απ' αυτούς, αφού και η προφορά σου ακόμα σε φανερώνει».
74. Άρχισε τότε να καταριέται και να ορκίζεται λέγοντας: «Δεν τον ξέρω τον άνθρωπο». Κι αμέσως κατόπιν λάλησε ο πετεινός.
75. Τότε θυμήθηκε ο Πέτρος το λόγο του Χριστού, που είχε πει: «Πριν λαλήσει ο πετεινός, θα με αρνηθείς τρεις φορές». Βγήκε τότε έξω κι έκλαψε πικρά.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Matthew

Matthew, Chapter 26 Ancient Greek

1. Καὶ ἐγένετο ὅτε ἐτέλεσεν ὁ Ἰησοῦς πάντας τοὺς λόγους τούτους εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ·

2. οἴδατε ὅτι μετὰ δύο ἡμέρας τὸ πάσχα γίνεται, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς τὸ σταυρωθῆναι.

3. τότε συνήχθησαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀρχιερέως τοῦ λεγομένου Καϊάφα,

4. καὶ συνεβουλεύσαντο ἵνα τὸν Ἰησοῦν δόλῳ κρατήσωσι καὶ ἀποκτείνωσιν.

5. ἔλεγον δέ· μὴ ἐν τῇ ἑορτῇ, ἵνα μὴ θόρυβος γένηται ἐν τῷ λαῷ.

6. Τοῦ δὲ Ἰησοῦ γενομένου ἐν Βηθανίᾳ ἐν οἰκίᾳ Σίμωνος τοῦ λεπροῦ,

7. προσῆλθεν αὐτῷ γυνὴ ἀλάβαστρον μύρου ἔχουσα βαρυτίμου, καὶ κατέχεεν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἀνακειμένου.

8. ἰδόντες δὲ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠγανάκτησαν λέγοντες· εἰς τί ἡ ἀπώλεια αὕτη;

9. ἠδύνατο γὰρ τοῦτο τὸ μύρον πραθῆναι πολλοῦ καὶ δοθῆναι τοῖς πτωχοῖς.

10. γνοὺς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· τί κόπους παρέχετε τῇ γυναικί; ἔργον γὰρ καλὸν εἰργάσατο εἰς ἐμέ.

11. τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ' ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε.

12. βαλοῦσα γὰρ αὕτη τὸ μύρον τοῦτο ἐπὶ τοῦ σώματός μου, πρὸς τὸ ἐνταφιάσαι με ἐποίησεν.

13. ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅπου ἐὰν κηρυχθῇ τὸ εὐαγγέλιον τοῦτο ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ, λαληθήσεται καὶ ὃ ἐποίησεν αὕτη εἰς μνημόσυνον αὐτῆς.

14. Τότε πορευθεὶς εἷς τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Ἰούδας Ἰσκαριώτης, πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς εἶπε·

15. τί θέλετέ μοι δοῦναι, καὶ ἐγὼ ὑμῖν παραδώσω αὐτόν; οἱ δὲ ἔστησαν αὐτῷ τριάκοντα ἀργύρια.

16. καὶ ἀπὸ τότε ἐζήτει εὐκαιρίαν ἵνα αὐτὸν παραδῷ.

17. Τῇ δὲ πρώτῃ τῶν ἀζύμων προσῆλθον οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ λέγοντες αὐτῷ· ποῦ θέλεις ἑτοιμάσωμέν σοι φαγεῖν τὸ πάσχα;

18. ὁ δὲ εἶπεν· ὑπάγετε εἰς τὴν πόλιν πρὸς τὸν δεῖνα καὶ εἴπατε αὐτῷ· ὁ διδάσκαλος λέγει, ὁ καιρός μου ἐγγύς ἐστι· πρὸς σὲ ποιῶ τὸ πάσχα μετὰ τῶν μαθητῶν μου.

19. καὶ ἐποίησαν οἱ μαθηταὶ ὡς συνέταξεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἡτοίμασαν τὸ πάσχα.

20. Ὀψίας δὲ γενομένης ἀνέκειτο μετὰ τῶν δώδεκα.

21. καὶ ἐσθιόντων αὐτῶν εἶπεν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἷς ἐξ ὑμῶν παραδώσει με.

22. καὶ λυπούμενοι σφόδρα ἤρξαντο λέγειν αὐτῷ ἕκαστος αὐτῶν· μήτι ἐγώ εἰμι, Κύριε;

23. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ὁ ἐμβάψας μετ' ἐμοῦ ἐν τῷ τρυβλίῳ τὴν χεῖρα, οὗτός με παραδώσει.

24. ὁ μὲν υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὑπάγει καθὼς γέγραπται περὶ αὐτοῦ· οὐαὶ δὲ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι' οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται· καλὸν ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος.

25. ἀποκριθεὶς δὲ Ἰούδας ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν εἶπε· μήτι ἐγώ εἰμι, ῥαββί; λέγει αὐτῷ· σὺ εἶπας.

26. Ἐσθιόντων δὲ αὐτῶν λαβὼν ὁ Ἰησοῦς τὸν ἄρτον καὶ εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς καὶ εἶπε· λάβετε φάγετε· τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου·

27. καὶ λαβὼν τὸ ποτήριον καὶ εὐχαριστήσας ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων· πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες·

28. τοῦτο γάρ ἐστι τὸ αἷμά μου τὸ τῆς καινῆς διαθήκης τὸ περὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν.

29. λέγω δὲ ὑμῖν οὐ μὴ πίω ἀπ' ἄρτι ἐκ τούτου τοῦ γεννήματος τῆς ἀμπέλου ἕως τῆς ἡμέρας ἐκείνης ὅταν αὐτὸ πίνω μεθ' ὑμῶν καινὸν ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ πατρός μου.

30. Καὶ ὑμνήσαντες ἐξῆλθον εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν.

31. Τότε λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· πάντες ὑμεῖς σκανδαλισθήσεσθε ἐν ἐμοὶ ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ· γέγραπται γάρ, πατάξω τὸν ποιμένα, καὶ διασκορπισθήσονται τὰ πρόβατα τῆς ποίμνης·

32. μετὰ δὲ τὸ ἐγερθῆναί με προάξω ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν.

33. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· εἰ πάντες σκανδαλισθήσονται ἐν σοί, ἐγὼ οὐδέποτε σκανδαλισθήσομαι.

34. ἔφη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἀμὴν λέγω σοι ὅτι ἐν ταύτῃ τῇ νυκτὶ πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι τρὶς ἀπαρνήσῃ με.

35. λέγει αὐτῷ ὁ Πέτρος· κἂν δέῃ με σὺν σοὶ ἀποθανεῖν, οὐ μή σε ἀπαρνήσομαι. ὁμοίως δὲ καὶ πάντες οἱ μαθηταὶ εἶπον.

36. Τότε ἔρχεται μετ' αὐτῶν ὁ Ἰησοῦς εἰς χωρίον λεγόμενον Γεθσημανῆ, καὶ λέγει τοῖς μαθηταῖς· καθίσατε αὐτοῦ ἕως οὗ ἀπελθὼν προσεύξωμαι ἐκεῖ.

37. καὶ παραλαβὼν τὸν Πέτρον καὶ τοὺς δύο υἱοὺς Ζεβεδαίου ἤρξατο λυπεῖσθαι καὶ ἀδημονεῖν.

38. τότε λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου· μείνατε ὧδε καὶ γρηγορεῖτε μετ' ἐμοῦ.

39. καὶ προελθὼν μικρὸν ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον αὐτοῦ προσευχόμενος καὶ λέγων· πάτερ μου, εἰ δυνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ' ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο· πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ' ὡς σύ.

40. καὶ ἔρχεται πρὸς τοὺς μαθητὰς καὶ εὑρίσκει αὐτοὺς καθεύδοντας, καὶ λέγει τῷ Πέτρῳ· οὕτως οὐκ ἰσχύσατε μίαν ὥραν γρηγορῆσαι μετ' ἐμοῦ

41. γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν. τὸ μὲν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δὲ σὰρξ ἀσθενής.

42. πάλιν ἐκ δευτέρου ἀπελθὼν προσηύξατο λέγων· πάτερ μου, εἰ οὐ δύναται τοῦτο τὸ ποτήριον παρελθεῖν ἀπ' ἐμοῦ ἐὰν μὴ αὐτὸ πίω, γενηθήτω τὸ θέλημά σου.

43. καὶ ἐλθὼν εὐρίσκει αὐτοὺς πάλιν καθεύδοντας· ἦσαν γὰρ αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοὶ βεβαρημένοι.

44. καὶ ἀφεὶς αὐτοὺς ἀπελθὼν πάλιν προσηύξατο ἐκ τρίτου τὸν αὐτὸν λόγον εἰπών.

45. τότε ἔρχεται πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτοῖς· καθεύδετε τὸ λοιπὸν καὶ ἀναπαύεσθε ἰδοὺ ἤγγικεν ἡ ὥρα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς χεῖρας ἁμαρτωλῶν.

46. ἐγείρεσθε ἄγωμεν· ἰδοὺ ἤγγικεν ὁ παραδιδούς με.

47. Καὶ ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ Ἰούδας εἷς τῶν δώδεκα ἦλθε, καὶ μετ' αὐτοῦ ὄχλος πολὺς μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων ἀπὸ τῶν ἀρχιερέων καὶ πρεσβυτέρων τοῦ λαοῦ.

48. ὁ δὲ παραδιδοὺς αὐτὸν ἔδωκεν αὐτοῖς σημεῖον λέγων· ὃν ἂν φιλήσω, αὐτός ἐστι· κρατήσατε αὐτόν.

49. καὶ εὐθέως προσελθὼν τῷ Ἰησοῦ εἶπε· χαῖρε, ῥαββί, καὶ κατεφίλησεν αὐτόν.

50. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἑταῖρε, ἐφ' ᾧ πάρει; τότε προσελθόντες ἐπέβαλον τὰς χεῖρας ἐπὶ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἐκράτησαν αὐτόν.

51. καὶ ἰδοὺ εἷς τῶν μετὰ Ἰησοῦ ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἀπέσπασε τὴν μάχαιραν αὐτοῦ, καὶ πατάξας τὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως ἀφεῖλεν αὐτοῦ τὸ ὠτίον.

52. τότε λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἀπόστρεψόν σου τὴν μάχαιραν εἰς τὸν τόπον αὐτῆς· πάντες γὰρ οἱ λαβόντες μάχαιραν ἐν μαχαίρᾳ ἀποθανοῦνται.

53. ἢ δοκεῖς ὅτι οὐ δύναμαι ἄρτι παρακαλέσαι τὸν πατέρα μου, καὶ παραστήσει μοι πλείους ἢ δώδεκα λεγεῶνας ἀγγέλων;

54. πῶς οὖν πληρωθῶσιν αἱ γραφαὶ ὅτι οὕτω δεῖ γενέσθαι;

55. Ἐν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς τοῖς ὄχλοις· ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξήλθετε μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων συλλαβεῖν με· καθ' ἡμέραν πρὸς ὑμᾶς ἐκαθεζόμην διδάσκων ἐν τῷ ἱερῷ, καὶ οὐκ ἐκρατήσατέ με.

56. τοῦτο δὲ ὅλον γέγονεν ἵνα πληρωθῶσιν αἱ γραφαὶ τῶν προφητῶν. Τότε οἱ μαθηταὶ πάντες ἀφέντες αὐτὸν ἔφυγον.

57. Οἱ δὲ κρατήσαντες τὸν Ἰησοῦν ἀπήγαγον πρὸς Καϊάφαν τὸν ἀρχιερέα, ὅπου οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι συνήχθησαν.

58. ὁ δὲ Πέτρος ἠκολούθει αὐτῷ ἀπὸ μακρόθεν ἕως τῆς αὐλῆς τοῦ ἀρχιερέως, καὶ εἰσελθὼν ἔσω ἐκάθητο μετὰ τῶν ὑπηρετῶν ἰδεῖν τὸ τέλος.

59. Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ τὸ συνέδριον ὅλον ἐζήτουν ψευδομαρτυρίαν κατὰ τοῦ Ἰησοῦ ὅπως θανατώσωσιν αὐτόν,

60. καὶ οὐχ εὗρον· καὶ πολλῶν ψευδομαρτύρων προσελθόντων, οὐχ εὗρον. ὕστερον δὲ προσελθόντες δύο ψευδομάρτυρες

61. εἶπον· οὗτος ἔφη, δύναμαι καταλῦσαι τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ καὶ διὰ τριῶν ἡμερῶν οἰκοδομῆσαι αὐτόν.

62. καὶ ἀναστὰς ὁ ἀρχιερεὺς εἶπεν αὐτῷ· οὐδὲν ἀποκρίνῃ; τί οὗτοί σου καταμαρτυροῦσιν;

63. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐσιώπα. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἀρχιερεὺς εἶπεν αὐτῷ· ἐξορκίζω σε κατὰ τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος ἵνα ἡμῖν εἴπῃς εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ.

64. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· σὺ εἶπας· πλὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ' ἄρτι ὄψεσθε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου καθήμενον ἐκ δεξιῶν τῆς δυνάμεως καὶ ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ.

65. τότε ὁ ἀρχιερεὺς διέρρηξε τὰ ἱμάτια αὐτοῦ λέγων ὅτι ἐβλασφήμησε· τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτύρων; ἴδε νῦν ἠκούσατε τὴν βλασφημίαν αὐτοῦ·

66. τί ὑμῖν δοκεῖ; οἱ δὲ ἀποκριθέντες εἶπον· ἔνοχος θανάτου ἐστί.

67. τότε ἐνέπτυσαν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ ἐκολάφισαν αὐτόν, οἱ δὲ ἐρράπισαν

68. λέγοντες· προφήτευσον ἡμῖν, Χριστέ, τίς ἐστιν ὁ παίσας σε;

69. Ὁ δὲ Πέτρος ἔξω ἐκάθητο ἐν τῇ αὐλῇ· καὶ προσῆλθεν αὐτῷ μία παιδίσκη λέγουσα· καὶ σὺ ἦσθα μετὰ Ἰησοῦ τοῦ Γαλιλαίου.

70. ὁ δὲ ἠρνήσατο ἔμπροσθεν αὐτῶν πάντων λέγων· οὐκ οἶδα τί λέγεις.

71. ἐξελθόντα δὲ αὐτὸν εἰς τὸν πυλῶνα εἶδεν αὐτὸν ἄλλη καὶ λέγει αὐτοῖς· ἐκεῖ καὶ οὗτος ἦν μετὰ Ἰησοῦ τοῦ Ναζωραίου.

72. καὶ πάλιν ἠρνήσατο μεθ' ὅρκου ὅτι οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον.

73. μετὰ μικρὸν δὲ προσελθόντες οἱ ἑστῶτες εἶπον τῷ Πέτρῳ· ἀληθῶς καὶ σὺ ἐξ αὐτῶν εἶ· καὶ γὰρ ἡ λαλιά σου δῆλόν σε ποιεῖ.

74. τότε ἤρξατο καταθεματίζειν καὶ ὀμνύειν ὅτι οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον. καὶ εὐθέως ἀλέκτωρ ἐφώνησε.

75. καὶ ἐμνήσθη ὁ Πέτρος τοῦ ῥήματος Ἰησοῦ εἰρηκότος αὐτῷ ὅτι πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι τρὶς ἀπαρνήσῃ με· καὶ ἐξελθὼν ἔξω ἔκλαυσε πικρῶς.

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Matthew, Chapter 26 (KJV)

1. And it came to pass, when Jesus had finished all these sayings, he said unto his disciples,
2. Ye know that after two days is the feast of the passover, and the Son of man is betrayed to be crucified.
3. Then assembled together the chief priests, and the scribes, and the elders of the people, unto the palace of the high priest, who was called Caiaphas,
4. And consulted that they might take Jesus by subtilty, and kill him .
5. But they said, Not on the feast day , lest there be an uproar among the people.
6. Now when Jesus was in Bethany, in the house of Simon the leper,
7. There came unto him a woman having an alabaster box of very precious ointment, and poured it on his head, as he sat at meat .
8. But when his disciples saw it , they had indignation, saying, To what purpose is this waste?
9. For this ointment might have been sold for much, and given to the poor.
10. When Jesus understood it , he said unto them, Why trouble ye the woman? for she hath wrought a good work upon me.
11. For ye have the poor always with you; but me ye have not always.
12. For in that she hath poured this ointment on my body, she did it for my burial.
13. Verily I say unto you, Wheresoever this gospel shall be preached in the whole world, there shall also this, that this woman hath done, be told for a memorial of her.
14. Then one of the twelve, called Judas Iscariot, went unto the chief priests,
15. And said unto them , What will ye give me, and I will deliver him unto you? And they covenanted with him for thirty pieces of silver.
16. And from that time he sought opportunity to betray him.
17. Now the first day of the feast of unleavened bread the disciples came to Jesus, saying unto him, Where wilt thou that we prepare for thee to eat the passover?
18. And he said, Go into the city to such a man, and say unto him, The Master saith, My time is at hand; I will keep the passover at thy house with my disciples.
19. And the disciples did as Jesus had appointed them; and they made ready the passover.
20. Now when the even was come, he sat down with the twelve.
21. And as they did eat, he said, Verily I say unto you, that one of you shall betray me.
22. And they were exceeding sorrowful, and began every one of them to say unto him, Lord, is it I?
23. And he answered and said, He that dippeth his hand with me in the dish, the same shall betray me.
24.  The Son of man goeth as it is written of him: but woe unto that man by whom the Son of man is betrayed! it had been good for that man if he had not been born.
25. Then Judas, which betrayed him, answered and said, Master, is it I? He said unto him, Thou hast said.
26. And as they were eating, Jesus took bread, and blessed it , and brake it , and gave it to the disciples, and said, Take, eat; this is my body.
27. And he took the cup, and gave thanks, and gave it to them, saying, Drink ye all of it;
28. For this is my blood of the new testament, which is shed for many for the remission of sins.
29. But I say unto you, I will not drink henceforth of this fruit of the vine, until that day when I drink it new with you in my Father's kingdom.
30. And when they had sung an hymn, they went out into the mount of Olives.
31. Then saith Jesus unto them, All ye shall be offended because of me this night: for it is written, I will smite the shepherd, and the sheep of the flock shall be scattered abroad.
32. But after I am risen again, I will go before you into Galilee.
33. Peter answered and said unto him, Though all men shall be offended because of thee, yet  will I never be offended.
34. Jesus said unto him, Verily I say unto thee, That this night, before the cock crow, thou shalt deny me thrice.
35. Peter said unto him, Though I should die with thee, yet will I not deny thee. Likewise also said all the disciples.
36. Then cometh Jesus with them unto a place called Gethsemane, and saith unto the disciples, Sit ye here, while I go and pray yonder.
37. And he took with him Peter and the two sons of Zebedee, and began to be sorrowful and very heavy.
38. Then saith he unto them, My soul is exceeding sorrowful, even unto death: tarry ye here, and watch with me.
39. And he went a little further, and fell on his face, and prayed, saying, O my Father, if it be possible, let this cup pass from me: nevertheless not as I will, but as thou wilt.
40. And he cometh unto the disciples, and findeth them asleep, and saith unto Peter, What, could ye not watch with me one hour?
41. Watch and pray, that ye enter not into temptation: the spirit indeed is willing, but the flesh is weak.
42. He went away again the second time, and prayed, saying, O my Father, if this cup may not pass away from me, except I drink it, thy will be done.
43. And he came and found them asleep again: for their eyes were heavy.
44. And he left them, and went away again, and prayed the third time, saying the same words.
45. Then cometh he to his disciples, and saith unto them, Sleep on now, and take your rest: behold, the hour is at hand, and the Son of man is betrayed into the hands of sinners.
46. Rise, let us be going: behold, he is at hand that doth betray me.
47. And while he yet spake, lo, Judas, one of the twelve, came, and with him a great multitude with swords and staves, from the chief priests and elders of the people.
48. Now he that betrayed him gave them a sign, saying, Whomsoever I shall kiss, that same is he: hold him fast.
49. And forthwith he came to Jesus, and said, Hail, master; and kissed him.
50. And Jesus said unto him, Friend, wherefore art thou come? Then came they, and laid hands on Jesus, and took him.
51. And, behold, one of them which were with Jesus stretched out his hand, and drew his sword, and struck a servant of the high priest's, and smote off his ear.
52. Then said Jesus unto him, Put up again thy sword into his place: for all they that take the sword shall perish with the sword.
53.  Thinkest thou that I cannot now pray to my Father, and he shall presently give me more than twelve legions of angels?
54. But how then shall the scriptures be fulfilled, that thus it must be?
55. In that same hour said Jesus to the multitudes, Are ye come out as against a thief with swords and staves for to take me? I sat daily with you teaching in the temple, and ye laid no hold on me.
56. But all this was done, that the scriptures of the prophets might be fulfilled. Then all the disciples forsook him, and fled.
57. And they that had laid hold on Jesus led him away to Caiaphas the high priest, where the scribes and the elders were assembled.
58. But Peter followed him afar off unto the high priest's palace, and went in, and sat with the servants, to see the end.
59. Now the chief priests, and elders, and all the council, sought false witness against Jesus, to put him to death;
60. But found none: yea, though many false witnesses came, yet found they none. At the last came two false witnesses,
61. And said, This fellow said, I am able to destroy the temple of God, and to build it in three days.
62. And the high priest arose, and said unto him, Answerest thou nothing? what is it which these witness against thee?
63. But Jesus held his peace. And the high priest answered and said unto him, I adjure thee by the living God, that thou tell us whether thou be the Christ, the Son of God.
64. Jesus saith unto him, Thou hast said: nevertheless I say unto you, Hereafter shall ye see the Son of man sitting on the right hand of power, and coming in the clouds of heaven.
65. Then the high priest rent his clothes, saying, He hath spoken blasphemy; what further need have we of witnesses? behold, now ye have heard his blasphemy.
66. What think ye? They answered and said, He is guilty of death.
67. Then did they spit in his face, and buffeted him; and others smote him with the palms of their hands,
68. Saying, Prophesy unto us, thou Christ, Who is he that smote thee?
69. Now Peter sat without in the palace: and a damsel came unto him, saying, Thou also wast with Jesus of Galilee.
70. But he denied before them all, saying, I know not what thou sayest.
71. And when he was gone out into the porch, another maid saw him, and said unto them that were there, This fellow was also with Jesus of Nazareth.
72. And again he denied with an oath, I do not know the man.
73. And after a while came unto him they that stood by, and said to Peter, Surely thou also art one of them; for thy speech bewrayeth thee.
74. Then began he to curse and to swear, saying , I know not the man. And immediately the cock crew.
75. And Peter remembered the word of Jesus, which said unto him, Before the cock crow, thou shalt deny me thrice. And he went out, and wept bitterly.