Matthew, Chapter 27 Modern Greek

01  Ότε δε έγεινε πρωϊ συνεβουλεύθησαν πάντες οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού κατά του Ιησού διά να θανατώσωσιν αυτόν.
02 Και δέσαντες αυτόν, έφεραν και παρέδωκαν αυτόν εις τον Πόντιον Πιλάτον τον ηγεμόνα.
03 Τότε ιδών Ιούδας ο παραδόσας αυτόν, ότι κατεδικάσθη, μεταμεληθείς επέστρεψε τα τριάκοντα αργύρια εις τους πρεσβυτέρους,
04 λέγων  Ήμαρτον παραδόσας αίμα αθώον. Οι δε είπον, Τι πρός ημάς; συ όψει.
05 Και ρίψας τα αργύρια εν τω ναώ, ανεχώρησε  και απελθών εκρεμάσθη.
06 Οι δε αρχιερείς λαβόντες τα αργύρια, είπον, Δεν είναι συγκεχωρημένον να βάλωμεν αυτά εις το θησαυροφυλάκιον διότι είναι τιμή αίματος.
07 Και συμβουλευθέντες ηγόρασαν με αυτά τον αγρόν του κεραμέως, διά να ενταφιάζωνται εκεί οι ξένοι.
08 Διά τούτο ωνομάσθη ο αγρός εκείνος Αγρός αίματος, έως της σήμερον.
09 Τότε επληρώθη το ρηθέν διά Ιερεμίου του προφήτου, λέγοντος, «Και έλαβον τα τριάκοντα αργύρια, την τιμήν του εκτιμηθέντος, τον οποίον εξετίμησαν από των υιών Ισραήλ,
10 και έδωκαν αυτά εις τον αγρόν του κεραμέως, καθώς μοι παρήγγειλεν ο Κύριος».
11 Ο δε Ιησούς εστάθη έμπροσθεν του ηγεμόνος  και ηρώτησεν αυτόν ο ηγεμών, λέγων Συ είσαι ο βασιλεύς των Ιουδαίων; Ο δε Ιησούς είπε πρός αυτόν, Συ λέγεις.
12 Και ενώ εκατηγορείτο υπό των αρχιερέων και των πρεσβυτέρων, ουδέν απεκρίθη.
13 Τότε λέγει πρός αυτόν ο Πιλάτος, Δεν ακούεις πόσα σου καταμαρτυρούσι;
14 Και δεν απεκρίθη πρός αυτόν ουδέ πρός ένα λόγον  ώστε ο ηγεμών εθαύμαζε πολύ.
15 Κατά δε την εορτήν εσυνείθιζεν ο ηγεμών να απολύη εις τον όχλον ένα δέσμιον, όντινα ήθελον.
16 Και είχον τότε δέσμιον περιβόητον, λεγόμενον Βαραββάν.
17 Ενώ λοιπόν ήσαν συνηγμένοι, είπε πρός αυτούς ο Πιλάτος, Τίνα θέλετε να σας απολύσω; τον Βαραββάν, ή τον Ιησούν τον λεγόμενον Χριστόν;
18 Επειδή ήξευρεν ότι διά φθόνον παρέδωκαν αυτόν.
19 Ενώ δε εκάθητο επί του βήματος, απέστειλε πρός αυτόν η γυνή αυτού, λέγουσα,  Άπεχε του δικαίου εκείνου  διότι πολλά έπαθον σήμερον κατ' όναρ δι' αυτόν.
20 Οι δε αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι έπεισαν τους όχλους να ζητήσωσι τον Βαραββάν, τον δε Ιησούν να απολέσωσι.
21 Και αποκριθείς ο ηγεμών, είπε πρός αυτούς, Τίνα θέλετε από των δύο να σας απολύσω; Οι δε είπον, Τον Βαραββάν.
22 Λέγει πρός αυτούς ο Πιλάτος, Τι λοιπόν να κάμω τον Ιησούν, τον λεγόμενον Χριςτόν; Λέγουσι πρός αυτόν πάντες, Σταυρωθήτω.
23 Ο δε ηγεμών είπε, Και τι κακόν έπραξεν; Οι δε περισσότερον έκραζον, λέγοντες, Σταυρωθήτω.
24 Και ιδών ο Πιλάτος, ότι ουδέν ωφελεί, αλλά μάλλον θόρυβος γίνεται, λαβών ύδωρ ένιψε τας χείρας αυτού έμπροσθεν του όχλου, λέγων, Αθώος είμαι από του αίματος του δικαίου τούτου  υμείς όψεσθε.
25 Και αποκριθείς πάς ο λαός είπε, Το αίμα αυτού ας ήναι εφ' ημάς, και επί τα τέκνα ημών.
26 Τότε απέλυσεν εις αυτούς τον Βαραββάν  τον δε Ιησούν μαστιγώσας, παρέδωκε διά να σταυρωθή.
27 Τότε οι στρατιώται του ηγεμόνος παραλαβόντες τον Ιησούν εις το πραιτώριον, συνήθροισαν επ' αυτόν όλον το τάγμα των στρατιωτών.
28 Και εκδύσαντες αυτόν, ανέδυσαν αυτόν χλαμύδα κοκκίνην.
29 Και πλέξαντες στέφανον εξ ακανθών, έθεσαν επί την κεφαλήν αυτού, και κάλαμον εις την δεξιάν αυτού  και γονυπετήσαντες έμπροσθεν αυτού, ανέπαιζον αυτόν, λέγοντες, Χαίρε, ο βασιλεύς των Ιουδαίων.
30 Και εμπτύσαντες εις αυτόν, έλαβον τον κάλαμον, και έτυπτον εις την κεφαλήν αυτού.
31 Και αφού ανέπαιξαν αυτόν, εξέδυσαν αυτόν την χλαμύδα, και ανέδυσαν αυτόν τα ιμάτια αυτού  και έφεραν αυτόν διά να σταυρώσωσιν.
32 Ενώ δε εξήρχοντο, εύρον άνθρωπον Κυρηναίον, ονομαζόμενον Σίμωνα  τούτον ηγγάρευσαν διά να σηκώση τον σταυρόν αυτού.
33 Και ότε ήλθον εις τόπον λεγόμενον Γολγοθά, όστις λέγεται Κρανίου τόπος,
34 έδωκαν εις αυτόν να πίη όξος μεμιγμένον μετά χολής  και γευθείς δεν ήθελε να πίη.
35 Αφού δε  εσταύρωσαν αυτόν, διεμερίσθησαν τα ιμάτια αυτού, βάλλοντες κλήρον  διά να πληρωθή το ρηθέν υπό του προφήτου, «Διεμερίσθησαν τα ιμάτιά μου εις εαυτούς, και επί τον ιματισμόν μου έβαλον κλήρον.»Ψαλμ.κβ'.18
36 Και καθήμενοι, εφύλαττον αυτόν εκεί.
37 Και έθεσαν επάνωθεν της κεφαλής αυτού την κατηγορίαν αυτού γεγραμμένην, ΟΥΤΟΣ ΕΣΤΙΝ ΙΗΣΟΥΣ Ο ΒΑΣΙΛΕYΣ ΤΩΝ ΙΟΥΔΑΙΩΝ.
38 Τότε εσταυρώθησαν μετ'  αυτού δύο λησταί, εις εκ δεξιών, και εις εξ αριστερών. Ησα.νγ.12, Λουκ.κγ'.32,   Ιωάν.ιθ'.18
39 Οι δε διαβαίνοντες εβλασφήμουν αυτόν, κινούντες τας κεφαλάς αυτών,
40 και λέγοντες, Ο χαλών τον ναόν, και διά τριών ημερών οικοδομών, σώσον σεαυτόν αν ήσαι Υιός του Θεού, κατάβα από του σταυρού.
41 Ομοίως δε και οι αρχιερείς εμπαίζοντες μετά των γραμματέων και πρεσβυτέρων έλεγον,
42  Άλλους έσωσεν, εαυτόν δεν δύναται να σώση  αν ήναι βασιλεύς του Ισραήλ, ας καταβή τώρα από του σταυρού, και θέλομεν πιστεύσει εις αυτόν
43 πέποιθεν επί τον Θεόν  ας σώση τώρα αυτόν, εάν θέλη αυτόν  επειδή είπεν,  Ότι Θεού Υιός είμαι.
44 Το αυτό δε και οι λησταί οι συσταυρωθέντες μετ' αυτού, ωνείδιζον εις αυτόν.
45 Από δε έκτης ώρας σκότος έγεινεν εφ' Όλην την γήν έως ώρας εννάτης.
46 Περί δε την εννάτην ώραν ανεβόησεν ο Ιησούς μετά φωνής μεγάλης, λέγων, «Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί;» τουτέστι «Θεέ μου, Θεέ μου, διά τι με εγκατέλιπες;»
47 Και τινές των εκεί εστώτων, ακούσαντες, έλεγον, Ότι τον Ηλίαν φωνάζει ούτος.
48 Και ευθύς έδραμεν εις εξ αυτών, και λαβών σπόγγον, και γεμίσας όξους, και περιθέσας εις κάλαμον, επότιζεν αυτόν.
49 Οι δε λοιποί έλεγον,  Άφες, ας ίδωμεν αν έρχηται ο Ηλίας να σώση αυτόν.
50 Ο δε Ιησούς, πάλιν κράξας μετά φωνής μεγάλης, αφήκε το πνεύμα.
51 Και ιδού, το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη εις δύο από άνωθεν έως κάτω  και η γή εσείσθη, και αι πέτραι εσχίσθησαν
52 και τα μνημεία ηνοίχθησαν, και πολλά σώματα των κεκοιμημένων αγίων ανέστησαν
53 και εξελθόντες εκ των μνημείων μετά την ανάστασιν αυτού, εισήλθον εις την αγίαν πόλιν, και ανεφανίσθησαν εις πολλούς.
54 Ο δε εκατόνταρχος και οι μετ' αυτού φυλάττοντες τον Ιησούν, ιδόντες τον σεισμόν και τα γενόμενα, εφοβήθησαν σφόδρα, λέγοντες, Αληθώς Θεού Υιός ήτο ούτος
55  Ήσαν δε εκεί γυναίκες πολλαί, από μακρόθεν θεωρούσαι αίτινες ηκολούθησαν τον Ιησούν από της Γαλιλαίας, υπηρετούσαι αυτόν
56 μεταξύ των οποίων ήτο Μαρία η Μαγδαληνή, και Μαρία η μήτηρ του Ιακώβου και Ιωσή, και η μήτηρ των υιών Ζεβεδαίου.
57 Ότε δε έγεινεν εσπέρα ήλθεν άνθρωπος πλούσιος από Αριμαθαίας, το όνομα Ιωσήφ, όστις και αυτός εμαθήτευσεν εις τον Ιησούν.
58 Ούτος ελθών πρός τον Πιλάτον, εζήτησε το σώμα του Ιησού. Τότε ο Πιλάτος προσέταξε να αποδοθή το σώμα.
59 Και λαβών το σώμα ο Ιωσήφ, ετύλιξεν αυτό με σινδόνα καθαράν,
60 και έθεσεν αυτό εν τω νέω αυτού μνημείω, το οποίον ελατόμησεν εν τη πέτρα  και προσκυλίσας λίθον μέγαν εις την θύραν του μνημείου, ανεχώρησεν.
62 Ήτο δε εκεί Μαρία η Μαγδαληνή, και η άλλη Μαρία, καθήμεναι απέναντι του τάφου.
62 Και τη επαύριον, ήτις είναι μετά την παρασκευήν, συνήχθησαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι πρός τον Πιλάτον,
63 λέγοντες, Κύριε, ανεθυμήθημεν, ότι εκείνος ο πλάνος είπεν έτι ζών, Μετά τρείς ημέρας θέλω αναστηθή
64 Πρόσταξον λοιπόν να ασφαλισθή ο τάφος έως της τρίτης ημέρας, μήποτε οι μαθηταί αυτού ελθόντες διά νυκτός
κλέψωσιν αυτόν, και είπωσι πρός τον λαόν, Ανέστη εκ των νεκρών  και θέλει είσθαι η εσχάτη πλάνη χειροτέρα της πρώτης.
65 Είπε δε πρός αυτούς ο Πιλάτος, Έχετε φύλακας  υπάγετε, ασφαλίσατε καθώς εξεύρετε.
66 Οι δε υπήγον, και ησφάλισαν τον τάφον, σφραγίσαντες τον λίθον, και επιστήσαντες τους φύλακας.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Matthew, Chapter 27 Demotic Greek

1. Και σαν ξημέρωσε, όλοι οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του λαού συγκάλεσαν συμβούλιο εναντίον του Ιησού με σκοπό να τον καταδικάσουν σε θάνατο.
2. Κατόπιν τον έδεσαν, τον έσυραν και τον παρέδωσαν στον Πόντιο Πιλάτο, το Διοικητή.
3. Τότε, όταν είδε ο Ιούδας, που τον είχε προδώσει, ότι καταδικάστηκε, μεταμελήθηκε και επέστρεψε τα τριάντα αργύρια στους αρχιερείς και τους πρεσβυτέρους,
4. λέγοντας: «Αμάρτησα έχοντας παραδώσει στο θάνατο αθώο άνθρωπο». Μα εκείνοι του είπαν: «Και τι μας μέλει εμάς; Δικός σου λογαριασμός»!
5. Τότε, εκείνος, αφού πέταξε τα αργύρια μέσα στο ναό, έφυγε και πήγε και κρεμάστηκε.
6. Οι αρχιερείς, λοιπόν, αφού πήραν τα αργύρια είπαν: «Δεν επιτρέπεται να τα βάλουμε αυτά στο ταμείο του Ναού, γιατί είναι αντίτιμο αίματος».
7. Έτσι, πήραν την απόφαση σε σύσκεψη και αγόρασαν μ' αυτά το χωράφι του κεραμιδά για νεκροταφείο των ξένων.
8. Γι' αυτό και ονομάστηκε το χωράφι εκείνο «Χωράφι Αίματος», όπως λέγεται ως και σήμερα.
9. Μ' αυτό εκπληρώθηκε η προφητεία που έγινε μέσω του προφήτη Ιερεμία, που λέει: «Πήραν, λοιπόν, τα τριάντα αργύρια, που καθορίστηκαν από μερικούς Ισραηλίτες σαν αντίτιμο του ανεκτίμητου,
10. και τα έδωσαν για το χωράφι του κεραμιδά, όπως ακριβώς μου το όρισε ο Κύριος».
11. Ο Ιησούς, λοιπόν, στάθηκε μπροστά στο Διοικητή, ο οποίος άρχισε την ανάκριση ρωτώντας τον: «Εσύ είσαι ο βασιλιάς των Ιουδαίων;». Κι ο Ιησούς του είπε: «Μόνος σου το λες».
12. Και ενώ κατηγορούνταν από τους αρχιερείς και τους πρεσβυτέρους, εκείνος δεν αποκρίθηκε τίποτε.
13. Τότε του λέει ο Πιλάτος: «Δεν ακούς πόσα σου καταμαρτυρούνε;».
14. Μα εκείνος δεν του απολογήθηκε για καμιά από τις κατηγορίες, έτσι που ο Διοικητής ν' απορεί πάρα πολύ.
15. Στο μεταξύ ο Διοικητής το είχε συνήθεια στη διάρκεια της γιορτής να αφήνει ελεύθερο έναν κρατούμενο για χάρη του λαού, όποιον ήθελαν αυτοί.
16. Είχαν λοιπόν έναν διαβόητο κρατούμενο, που λεγόταν Βαραββάς.
17. Έτσι, καθώς ήταν συγκεντρωμένοι, τους είπε ο Πιλάτος: «Ποιον θέλετε να σας αφήσω ελεύθερο; Τον Βαραββά ή τον Ιησού, το λεγόμενο Χριστό;».
18. Γιατί το είχε καταλάβει πως τον παρέδωσαν από φθόνο.
19. Κι ενώ καθόταν στην έδρα, του έστειλε μήνυμα η γυναίκα του λέγοντας: «Καθόλου μην ανακατεύεσαι εσύ με εκείνον τον αθώο, γιατί πολλά τράβηξα σήμερα στ' όνειρό μου εξαιτίας του».
20. Οι αρχιερείς όμως και οι πρεσβύτεροι έπεισαν τους όχλους να ζητήσουν τον Βαραββά και να θανατώσουν τον Ιησού.
21. Κι αφού πήρε ξανά το λόγο ο Διοικητής, τους είπε: «Ποιον από τους δύο θέλετε να σας ελευθερώσω;». Κι εκείνοι απάντησαν: «Τον Βαραββά»!
22. Τους λέει ο Πιλάτος: «Και τι να κάνω τον Ιησού, το λεγόμενο Χριστό;». Του λένε όλοι μαζί: «Να σταυρωθεί»!
23. Τότε ο ηγεμόνας τους ρώτησε: «Τι κακό έκανε τέλος πάντων;». Αλλ' εκείνοι φώναζαν περισσότερο λέγοντας: «Να σταυρωθεί!».
24. Ο Πιλάτος, τότε, σαν είδε ότι τίποτε δεν ωφελεί, αλλά μάλλον γίνεται θόρυβος, πήρε νερό και ένιψε τα χέρια του μπροστά στο λαό λέγοντας: «Εγώ είμαι αθώος από το αίμα αυτού του δικαίου. Δική σας θάναι η ευθύνη.
25. Κι αποκρίθηκε όλος ο λαός: «Το αίμα του ας βαραίνει εμάς και τα παιδιά μας».
26. Τότε τους ελευθέρωσε τον Βαραββά, ενώ τον Ιησού, αφού τον μαστίγωσε, τον παρέδωσε να σταυρωθεί.
27. Και οι στρατιώτες του Διοικητή, αφού μετέφεραν τον Ιησού στο Διοικητήριο, συγκέντρωσαν γύρω του όλη τη φρουρά
28. κι αφού τον έγδυσαν, τον περιτύλιξαν με έναν κόκκινο μανδύα.
29. Κατόπιν έπλεξαν ένα στεφάνι από αγκάθια και το έβαλαν πάνω στο κεφάλι του. Επίσης στο δεξί του χέρι έβαλαν ένα καλάμι και γονατίζοντας μπροστά του τον περιπαίζανε λέγοντας: «Χαίρε βασιλιά των Ιουδαίων»!
30. Ύστερα, αφού τον έφτυσαν, πήραν το καλάμι και άρχισαν να τον χτυπούν στο κεφάλι.
31. Κι αφού τον περιπαίξανε, του έβγαλαν το μανδύα και τον έντυσαν με τα ρούχα του και τον πήραν για να τον σταυρώσουν.
32. Καθώς έβγαιναν, αντάμωσαν έναν άνθρωπο από την Κυρήνη, που λεγόταν Σίμωνας. Αυτόν αγγάρεψαν να κουβαλήσει το σταυρό του Ιησού.
33. Κι όταν έφτασαν σ' έναν τόπο που λέγεται Γολγοθάς - το οποίο σημαίνει «Τόπος Κρανίου» -
34. του έδωσαν να πιει ξίδι ανακατεμένο με χολή, κι εκείνος, όταν το γεύτηκε, δεν ήθελε να το πιει.
35. Κι αφού τον σταύρωσαν, μοιράστηκαν τα ρούχα του βάζοντάς τα σε κλήρωση.
36. Κάθισαν κατόπιν εκεί και τον φύλαγαν.
37. Και πάνω από το κεφάλι του τοποθέτησαν γραπτή την αιτία της καταδίκης του: ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΙΗΣΟΥΣ, Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΩΝ ΙΟΥΔΑΙΩΝ.
38. Μαζί μ' αυτόν σταυρώθηκαν τότε και δυο ληστές, ένας στα δεξιά του κι ένας στ' αριστερά του.
39. Και οι περαστικοί τον βλαστημούσαν κουνώντας τα κεφάλια τους και
40. λέγοντας: «Εσύ που γκρεμίζεις το ναό και τον ξαναχτίζεις μέσα σε τρεις μέρες, σώσε τον εαυτό σου. Αν είσαι Γιος του Θεού, κατέβα από το σταυρό»!
41. Παρόμοια και οι αρχιερείς μαζί με τους νομοδιδασκάλους και τους πρεσβυτέρους, έλεγαν κοροϊδευτικά:
42. «Άλλους έσωσε, τον εαυτό του δεν μπορεί να σώσει! Αν είναι βασιλιάς του Ισραήλ, ας κατέβει τώρα από το σταυρό και θα πιστέψουμε σ' αυτόν.
43. Έχει εμπιστευθεί στο Θεό, ας τον γλιτώσει τώρα αν τον θέλει, γιατί είπε: Είμαι Γιος του Θεού».
44. Το ίδιο κι οι ληστές που σταυρώθηκαν μαζί του, τον περιγελούσαν.
45. Ύστερα, από τις δώδεκα η ώρα το μεσημέρι, έπεσε σκοτάδι σ' όλη τη γη ως τις τρεις το απόγευμα.
46. Και γύρω στις τρεις η ώρα, αναφώνησε ο Ιησούς με δυνατή φωνή και είπε: «Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί;». Που σημαίνει: «Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί μ' εγκατέλειψες;».
47. Κι όταν το άκουσαν αυτό μερικοί απ' αυτούς που στέκονταν εκεί, έλεγαν: «Τον Ηλία φωνάζει αυτός».
48. Τότε ένας απ' αυτούς έτρεξε αμέσως, πήρε ένα σφουγγάρι, το γέμισε με ξίδι, κι αφού το τοποθέτησε σ' ένα καλάμι, του το έδινε να πιει.
49. Και οι υπόλοιποι έλεγαν: «Άσε να δούμε αν θα έρθει ο Ηλίας να τον σώσει».
50. Ο Ιησούς, όμως, αφού έκραξε ξανά με δυνατή φωνή, άφησε το πνεύμα.
51. Και ξαφνικά το καταπέτασμα του ναού σκίστηκε στα δύο από πάνω ως κάτω και η γη σείστηκε και οι πέτρες σκίστηκαν
52. κι ανοίχτηκαν τα μνήματα και τα σώματα πολλών πεθαμένων αγίων αναστήθηκαν
53. και βγήκαν από τα μνήματα. Και μετά την ανάστασή του μπήκαν στην Άγια Πόλη και εμφανίστηκαν σε πολλούς.
54. Ο εκατόνταρχος λοιπόν, κι εκείνοι που μαζί μ' αυτόν φύλαγαν τον Ιησού, σαν είδαν το σεισμό κι εκείνα που συνέβαιναν, φοβήθηκαν πάρα πολύ και είπαν: «Στ' αλήθεια Γιος του Θεού ήταν αυτός»!
55. Εκεί βρίσκονταν επίσης και παρακολουθούσαν από μακριά και πολλές γυναίκες, που ακολουθούσαν τον Ιησού από τη Γαλιλαία υπηρετώντας τον.
56. Ανάμεσα σ' αυτές ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή, η Μαρία, η μητέρα του Ιάκωβου και του Ιωσή και η μητέρα των γιων του Ζεβεδαίου.
57. Κι όταν πια βράδιασε, ήρθε από την Αριμαθαία ένας πλούσιος άνθρωπος, Ιωσήφ τ' όνομά του, που κι αυτός μαθήτεψε κοντά στον Ιησού.
58. Αυτός ο άνθρωπος πήγε στον Πιλάτο και ζήτησε το σώμα του Ιησού. Κι ο Πιλάτος διέταξε να δοθεί το σώμα.
59. Πήρε τότε ο Ιωσήφ το σώμα, το τύλιξε σ' ένα καθαρό σεντόνι
60. και το έβαλε στο δικό του καινούργιο μνήμα, που το είχε λαξέψει στο βράχο. Κατόπιν κύλισε μια μεγάλη πέτρα στην είσοδο του μνήματος κι έφυγε.
61. Στο μεταξύ, παρούσες εκεί, καθισμένες απέναντι από τον τάφο, ήταν η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία.
62. Την άλλη μέρα, λοιπόν, δηλαδή την επόμενη της Παρασκευής, συγκεντρώθηκαν οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι στον Πιλάτο
63. και του είπαν: «Κύριε, θυμηθήκαμε ότι εκείνος ο πλάνος, όταν ακόμα ζούσε, είπε: Μετά από τρεις μέρες θ' αναστηθώ.
64. Δώσε λοιπόν διαταγή να ασφαλιστεί ο τάφος ως την τρίτη μέρα, μην τυχόν κι έρθουν οι μαθητές του τη νύχτα και τον κλέψουν και ισχυριστούν στο λαό ότι αναστήθηκε από τους νεκρούς, και γίνει έτσι η στερνή πλάνη χειρότερη από την πρώτη».
65. Ο Πιλάτος τους απάντησε: «Η φρουρά είναι στη διάθεσή σας. Πηγαίνετε, λοιπόν, και ασφαλίστε τον όπως νομίζετε».
66. Πήγαν τότε εκείνοι και ασφάλισαν τον τάφο σφραγίζοντας την πέτρα παράλληλα με την τοποθέτηση της φρουράς.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Matthew

Matthew, Chapter 27 Ancient Greek

1. Πρωΐας δὲ γενομένης συμβούλιον ἔλαβον πάντες οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ κατὰ τοῦ Ἰησοῦ ὥστε θανατῶσαι αὐτόν·

2. καὶ δήσαντες αὐτὸν ἀπήγαγον καὶ παρέδωκαν αὐτὸν Ποντίῳ Πιλάτῳ τῷ ἡγεμόνι.

3. Τότε ἰδὼν Ἰούδας ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν ὅτι κατεκρίθη, μεταμεληθεὶς ἀπέστρεψε τὰ τριάκοντα ἀργύρια τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ πρεσβυτέροις

4. λέγων· ἥμαρτον παραδοὺς αἷμα ἀθῷον. οἱ δὲ εἶπον· τί πρὸς ἡμᾶς; σὺ ὄψει.

5. καὶ ῥίψας τὰ ἀργύρια ἐν τῷ ναῷ ἀνεχώρησε, καὶ ἀπελθὼν ἀπήγξατο.

6. οἱ δὲ ἀρχιερεῖς λαβόντες τὰ ἀργύρια εἶπον· οὐκ ἔξεστι βαλεῖν αὐτὰ εἰς τὸν κορβανᾶν, ἐπεὶ τιμὴ αἵματός ἐστι.

7. συμβούλιον δὲ λαβόντες ἠγόρασαν ἐξ αὐτῶν τὸν ἀγρὸν τοῦ κεραμέως εἰς ταφὴν τοῖς ξένοις·

8. διὸ ἐκλήθη ὁ ἀγρὸς ἐκεῖνος ἀγρὸς αἵματος ἕως τῆς σήμερον.

9. τότε ἐπληρώθη τὸ ῥηθὲν διὰ Ἱερεμίου τοῦ προφήτου λέγοντος· καὶ ἔλαβον τὰ τριάκοντα ἀργύρια, τὴν τιμὴν τοῦ τετιμημένου ὃν ἐτιμήσαντο ἀπὸ υἱῶν Ἰσραήλ,

10. καὶ ἔδωκαν αὐτὰ εἰς τὸν ἀγρὸν τοῦ κεραμέως, καθὰ συνέταξέ μοι Κύριος.

11. Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔστη ἔμπροσθεν τοῦ ἡγεμόνος· καὶ ἐπηρώτησεν αὐτὸν ὁ ἡγεμὼν λέγων· σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔφη αὐτῷ· σὺ λέγεις.

12. καὶ ἐν τῷ κατηγορεῖσθαι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν πρεσβυτέρων οὐδὲν ἀπεκρίνατο.

13. τότε λέγει αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· οὐκ ἀκούεις πόσα σου καταμαρτυροῦσι;

14. καὶ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῷ πρὸς οὐδὲ ἓν ῥῆμα, ὥστε θαυμάζειν τὸν ἡγεμόνα λίαν.

15. Κατὰ δὲ ἑορτὴν εἰώθει ὁ ἡγεμὼν ἀπολύειν ἕνα τῷ ὄχλῳ δέσμιον, ὃν ἤθελον.

16. εἶχον δὲ τότε δέσμιον ἐπίσημον λεγόμενον Βαραββᾶν.

17. συνηγμένων οὖν αὐτῶν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· τίνα θέλετε ἀπολύσω ὑμῖν; Βαραββᾶν ἢ Ἰησοῦν τὸν λεγόμενον Χριστόν;

18. ᾔδει γὰρ ὅτι διὰ φθόνον παρέδωκαν αὐτόν.

19. Καθημένου δὲ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ βήματος ἀπέστειλε πρὸς αὐτὸν ἡ γυνὴ αὐτοῦ λέγουσα· μηδέν σοι καὶ τῷ δικαίῳ ἐκείνῳ· πολλὰ γὰρ ἔπαθον σήμερον κατ' ὄναρ δι' αὐτόν.

20. Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι ἔπεισαν τοὺς ὄχλους ἵνα αἰτήσωνται τὸν Βαραββᾶν, τὸν δὲ Ἰησοῦν ἀπολέσωσιν.

21. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἡγεμὼν εἶπεν αὐτοῖς· τίνα θέλετε ἀπὸ τῶν δύο ἀπολύσω ὑμῖν; οἱ δὲ εἶπον· Βαραββᾶν.

22. λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· τί οὖν ποιήσω Ἰησοῦν τὸν λεγόμενον Χριστόν; λέγουσιν αὐτῷ πάντες· σταυρωθήτω.

23. ὁ δὲ ἡγεμὼν ἔφη· τί γὰρ κακὸν ἐποίησεν; οἱ δὲ περισσῶς ἔκραζον λέγοντες· σταυρωθήτω.

24. ἰδὼν δὲ ὁ Πιλᾶτος ὅτι οὐδὲν ὠφελεῖ, ἀλλὰ μᾶλλον θόρυβος γίνεται, λαβὼν ὕδωρ ἀπενίψατο τὰς χεῖρας ἀπέναντι τοῦ ὄχλου λέγων· ἀθῷός εἰμι ἀπὸ τοῦ αἵματος τοῦ δικαίου τούτου· ὑμεῖς ὄψεσθε.

25. καὶ ἀποκριθεὶς πᾶς ὁ λαὸς εἶπε· τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐφ' ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ἡμῶν.

26. τότε ἀπέλυσεν αὐτοῖς τὸν Βαραββᾶν, τὸν δὲ Ἰησοῦν φραγελλώσας παρέδωκεν ἵνα σταυρωθῇ.

27. Τότε οἱ στρατιῶται τοῦ ἡγεμόνος παραλαβόντες τὸν Ἰησοῦν εἰς τὸ πραιτώριον συνήγαγον ἐπ' αὐτὸν ὅλην τὴν σπεῖραν·

28. καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν περιέθηκαν αὐτῷ χλαμύδα κοκκίνην,

29. καὶ πλέξαντες στέφανον ἐξ ἀκανθῶν ἐπέθηκαν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ καὶ κάλαμον ἐπὶ τὴν δεξιὰν αὐτοῦ, καὶ γονυπετήσαντες ἔμπροσθεν αὐτοῦ ἐνέπαιζον αὐτῷ λέγοντες· χαῖρε ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων·

30. καὶ ἐμπτύσαντες εἰς αὐτὸν ἔλαβον τὸν κάλαμον καὶ ἔτυπτον εἰς τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ.

31. καὶ ὅτε ἐνέπαιξαν αὐτῷ, ἐξέδυσαν αὐτὸν τὴν χλαμύδα καὶ ἐνέδυσαν αὐτὸν τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, καὶ ἀπήγαγον αὐτὸν εἰς τὸ σταυρῶσαι.

32. Ἐξερχόμενοι δὲ εὗρον ἄνθρωπον Κυρηναῖον ὀνόματι Σίμωνα· τοῦτον ἠγγάρευσαν ἵνα ἄρῃ τὸν σταυρὸν αὐτοῦ.

33. Καὶ ἐλθόντες εἰς τόπον λεγόμενον Γολγοθᾶ, ὅ ἐστι λεγόμενος κρανίου τόπος,

34. ἔδωκαν αὐτῷ πιεῖν ὄξος μετὰ χολῆς μεμιγμένον· καὶ γευσάμενος οὐκ ἤθελε πιεῖν.

35. σταυρώσαντες δὲ αὐτὸν διεμερίσαντο τὰ ἱμάτια αὐτοῦ βαλόντες κλῆρον,

36. καὶ καθήμενοι ἐτήρουν αὐτὸν ἐκεῖ.

37. καὶ ἐπέθηκαν ἐπάνω τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ τὴν αἰτίαν αὐτοῦ γεγραμμένην· οὗτός ἐστιν Ἰησοῦς ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων.

38. Τότε σταυροῦνται σὺν αὐτῷ δύο λῃσταί, εἷς ἐκ δεξιῶν καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων.

39. Οἱ δὲ παραπορευόμενοι ἐβλασφήμουν αὐτὸν κινοῦντες τὰς κεφαλὰς αὐτῶν

40. καὶ λέγοντες· ὁ καταλύων τὸν ναὸν καὶ ἐν τρισὶν ἡμέραις οἰκοδομῶν σῶσον σεαυτόν· εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, κατάβηθι ἀπὸ τοῦ σταυροῦ.

41. ὁμοίως δὲ καὶ οἱ ἀρχιερεῖς ἐμπαίζοντες μετὰ τῶν γραμματέων καὶ πρεσβυτέρων καὶ Φαρισαίων ἔλεγον·

42. ἄλλους ἔσωσεν, ἑαυτὸν οὐ δύναται σῶσαι· εἰ βασιλεὺς Ἰσραήλ ἐστι, καταβάτω νῦν ἀπὸ τοῦ σταυροῦ καὶ πιστεύσομεν ἐπ' αὐτῷ·

43. πέποιθεν ἐπὶ τὸν Θεόν, ῥυσάσθω νῦν αὐτόν, εἰ θέλει αὐτόν· εἶπε γὰρ ὅτι Θεοῦ εἰμι υἱός.

44. τὸ δ' αὐτὸ καὶ οἱ λῃσταὶ οἱ συσταυρωθέντες αὐτῷ ὠνείδιζον αὐτόν.

45. Ἀπὸ δὲ ἕκτης ὥρας σκότος ἐγένετο ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἕως ὥρας ἐνάτης·

46. περὶ δὲ τὴν ἐνάτην ὥραν ἀνεβόησεν ὁ Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ λέγων· ἠλὶ ἠλί, λιμὰ σαβαχθανί; τοῦτ' ἔστι, Θεέ μου Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες;

47. τινὲς δὲ τῶν ἐκεῖ ἑστώτων ἀκούσαντες ἔλεγον ὅτι Ἠλίαν φωνεῖ οὗτος.

48. καὶ εὐθέως δραμὼν εἷς ἐξ αὐτῶν καὶ λαβὼν σπόγγον πλήσας τε ὄξους καὶ περιθεὶς καλάμῳ ἐπότιζεν αὐτόν.

49. οἱ δὲ λοιποὶ ἔλεγον· ἄφες ἴδωμεν εἰ ἔρχεται Ἠλίας σώσων αὐτόν.

50. ὁ δὲ Ἰησοῦς πάλιν κράξας φωνῇ μεγάλῃ ἀφῆκε τὸ πνεῦμα.

51. Καὶ ἰδοὺ τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ ἐσχίσθη εἰς δύο ἀπὸ ἄνωθεν ἕως κάτω, καὶ ἡ γῆ ἐσείσθη καὶ αἱ πέτραι ἐσχίσθησαν,

52. καὶ τὰ μνημεῖα ἀνεῴχθησαν καὶ πολλὰ σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἠγέρθη,

53. καὶ ἐξελθόντες ἐκ τῶν μνημείων, μετὰ τὴν ἔγερσιν αὐτοῦ εἰσῆλθον εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν καὶ ἐνεφανίσθησαν πολλοῖς.

54. Ὁ δὲ ἑκατόνταρχος καὶ οἱ μετ' αὐτοῦ τηροῦντες τὸν Ἰησοῦν, ἰδόντες τὸν σεισμὸν καὶ τὰ γενόμενα ἐφοβήθησαν σφόδρα λέγοντες· ἀληθῶς Θεοῦ υἱὸς ἦν οὗτος.

55. Ἦσαν δὲ ἐκεῖ καὶ γυναῖκες πολλαὶ ἀπὸ μακρόθεν θεωροῦσαι, αἵτινες ἠκολούθησαν τῷ Ἰησοῦ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας διακονοῦσαι αὐτῷ·

56. ἐν αἷς ἦν Μαρία ἡ Μαγδαληνή, καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Ἰωσῆ μήτηρ, καὶ ἡ μήτηρ τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου.

57. Ὀψίας δὲ γενομένης ἦλθεν ἄνθρωπος πλούσιος ἀπὸ Ἀριμαθαίας, τοὔνομα Ἰωσήφ, ὃς καὶ αὐτὸς ἐμαθήτευσε τῷ Ἰησοῦ·

58. οὗτος προσελθὼν τῷ Πιλάτῳ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. τότε ὁ Πιλᾶτος ἐκέλευσεν ἀποδοθῆναι τὸ σῶμα.

59. καὶ λαβὼν τὸ σῶμα ὁ Ἰωσὴφ ἐνετύλιξεν αὐτὸ σινδόνι καθαρᾷ,

60. καὶ ἔθηκεν αὐτὸ ἐν τῷ καινῷ αὐτοῦ μνημείῳ ὃ ἐλατόμησεν ἐν τῇ πέτρᾳ, καὶ προσκυλίσας λίθον μέγαν τῇ θύρᾳ τοῦ μνημείου ἀπῆλθεν.

61. Ἦν δὲ ἐκεῖ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἡ ἄλλη Μαρία, καθήμεναι ἀπέναντι τοῦ τάφου.

62. Τῇ δὲ ἐπαύριον, ἥτις ἐστὶ μετὰ τὴν παρασκευήν, συνήχθησαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι πρὸς Πιλᾶτον

63. λέγοντες· κύριε, ἐμνήσθημεν ὅτι ἐκεῖνος ὁ πλάνος εἶπεν ἔτι ζῶν, μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι.

64. κέλευσον οὖν ἀσφαλισθῆναι τὸν τάφον ἕως τῆς τρίτης ἡμέρας, μήποτε ἐλθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ νυκτὸς κλέψωσιν αὐτὸν καὶ εἴπωσι τῷ λαῷ, ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν· καὶ ἔσται ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης.

65. ἔφη αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· ἔχετε κουστωδίαν· ὑπάγετε ἀσφαλίσασθε ὡς οἴδατε.

66. οἱ δὲ πορευθέντες ἠσφαλίσαντο τὸν τάφον σφραγίσαντες τὸν λίθον μετὰ τῆς κουστωδίας.

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Matthew, Chapter 27 (KJV)

1. When the morning was come, all the chief priests and elders of the people took counsel against Jesus to put him to death:
2. And when they had bound him, they led him away, and delivered him to Pontius Pilate the governor.
3. Then Judas, which had betrayed him, when he saw that he was condemned, repented himself, and brought again the thirty pieces of silver to the chief priests and elders,
4. Saying, I have sinned in that I have betrayed the innocent blood. And they said, What is that to us? see thou to that .
5. And he cast down the pieces of silver in the temple, and departed, and went and hanged himself.
6. And the chief priests took the silver pieces, and said, It is not lawful for to put them into the treasury, because it is the price of blood.
7. And they took counsel, and bought with them the potter's field, to bury strangers in.
8. Wherefore that field was called, The field of blood, unto this day.
9. Then was fulfilled that which was spoken by Jeremy the prophet, saying, And they took the thirty pieces of silver, the price of him that was valued, whom they of the children of Israel did value;
10. And gave them for the potter's field, as the Lord appointed me.
11. And Jesus stood before the governor: and the governor asked him, saying, Art thou the King of the Jews? And Jesus said unto him, Thou sayest.
12. And when he was accused of the chief priests and elders, he answered nothing.
13. Then said Pilate unto him, Hearest thou not how many things they witness against thee?
14. And he answered him to never a word; insomuch that the governor marvelled greatly.
15. Now at that feast the governor was wont to release unto the people a prisoner, whom they would.
16. And they had then a notable prisoner, called Barabbas.
17. Therefore when they were gathered together, Pilate said unto them, Whom will ye that I release unto you? Barabbas, or Jesus which is called Christ?
18. For he knew that for envy they had delivered him.
19. When he was set down on the judgment seat, his wife sent unto him, saying, Have thou nothing to do with that just man: for I have suffered many things this day in a dream because of him.
20. But the chief priests and elders persuaded the multitude that they should ask Barabbas, and destroy Jesus.
21. The governor answered and said unto them, Whether of the twain will ye that I release unto you? They said, Barabbas.
22. Pilate saith unto them, What shall I do then with Jesus which is called Christ? They all say unto him, Let him be crucified.
23. And the governor said, Why, what evil hath he done? But they cried out the more, saying, Let him be crucified.
24. When Pilate saw that he could prevail nothing, but that rather a tumult was made, he took water, and washed his hands before the multitude, saying, I am innocent of the blood of this just person: see ye to it .
25. Then answered all the people, and said, His blood be on us, and on our children.
26. Then released he Barabbas unto them: and when he had scourged Jesus, he delivered him to be crucified.
27. Then the soldiers of the governor took Jesus into the common hall, and gathered unto him the whole band of soldiers .
28. And they stripped him, and put on him a scarlet robe.
29. And when they had platted a crown of thorns, they put it upon his head, and a reed in his right hand: and they bowed the knee before him, and mocked him, saying, Hail, King of the Jews!
30. And they spit upon him, and took the reed, and smote him on the head.
31. And after that they had mocked him, they took the robe off from him, and put his own raiment on him, and led him away to crucify him .
32. And as they came out, they found a man of Cyrene, Simon by name: him they compelled to bear his cross.
33. And when they were come unto a place called Golgotha, that is to say, a place of a skull,
34. They gave him vinegar to drink mingled with gall: and when he had tasted thereof , he would not drink.
35. And they crucified him, and parted his garments, casting lots: that it might be fulfilled which was spoken by the prophet, They parted my garments among them, and upon my vesture did they cast lots.
36. And sitting down they watched him there;
37. And set up over his head his accusation written, THIS IS JESUS THE KING OF THE JEWS.
38. Then were there two thieves crucified with him, one on the right hand, and another on the left.
39. And they that passed by reviled him, wagging their heads,
40. And saying, Thou that destroyest the temple, and buildest it in three days, save thyself. If thou be the Son of God, come down from the cross.
41.  Likewise also the chief priests mocking him , with the scribes and elders, said,
42. He saved others; himself he cannot save. If he be the King of Israel, let him now come down from the cross, and we will believe him.
43. He trusted in God; let him deliver him now, if he will have him: for he said, I am the Son of God.
44.  The thieves also, which were crucified with him, cast the same in his teeth.
45. Now from the sixth hour there was darkness over all the land unto the ninth hour.
46. And about the ninth hour Jesus cried with a loud voice, saying, Eli, Eli, lama sabachthani? that is to say, My God, my God, why hast thou forsaken me?
47.  Some of them that stood there, when they heard that , said, This man calleth for Elias.
48. And straightway one of them ran, and took a spunge, and filled it with vinegar, and put it on a reed, and gave him to drink.
49. The rest said, Let be, let us see whether Elias will come to save him.
50.  Jesus, when he had cried again with a loud voice, yielded up the ghost.
51. And, behold, the veil of the temple was rent in twain from the top to the bottom; and the earth did quake, and the rocks rent;
52. And the graves were opened; and many bodies of the saints which slept arose,
53. And came out of the graves after his resurrection, and went into the holy city, and appeared unto many.
54. Now when the centurion, and they that were with him, watching Jesus, saw the earthquake, and those things that were done, they feared greatly, saying, Truly this was the Son of God.
55. And many women were there beholding afar off, which followed Jesus from Galilee, ministering unto him:
56. Among which was Mary Magdalene, and Mary the mother of James and Joses, and the mother of Zebedee's children.
57. When the even was come, there came a rich man of Arimathaea, named Joseph, who also himself was Jesus' disciple:
58. He went to Pilate, and begged the body of Jesus. Then Pilate commanded the body to be delivered.
59. And when Joseph had taken the body, he wrapped it in a clean linen cloth,
60. And laid it in his own new tomb, which he had hewn out in the rock: and he rolled a great stone to the door of the sepulchre, and departed.
61. And there was Mary Magdalene, and the other Mary, sitting over against the sepulchre.
62. Now the next day, that followed the day of the preparation, the chief priests and Pharisees came together unto Pilate,
63. Saying, Sir, we remember that that deceiver said, while he was yet alive, After three days I will rise again.
64. Command therefore that the sepulchre be made sure until the third day, lest his disciples come by night, and steal him away, and say unto the people, He is risen from the dead: so the last error shall be worse than the first.
65.  Pilate said unto them, Ye have a watch: go your way, make it as sure as ye can.
66. So they went, and made the sepulchre sure, sealing the stone, and setting a watch.