Matthew, Chapter 4 Modern Greek

01 ΤΟΤΕ ο Ιησούς εφέρθη υπό του Πνεύματος εις την έρημον, διά να πειρασθή υπό τού διαβόλου.
02 Καί νηστεύσας ημέρας τεσσαράκοντα, καί νύκτας τεσσαράκοντα, ύστερον επείνασε.
03 Καί ελθών πρός αυτόν ο πειράζων, είπεν, Εάν ήσαι Υιός του Θεού ειπέ να γείνωσιν άρτοι οι λίθοι ούτοι.
04 Ο δε αποκριθείς είπεν, Είναι γεγραμμένον, "Με άρτον μόνον δεν θέλει ζήσει ο άνθρωπος, αλλά με πάντα λόγον εξερχόμενον διά στόματος Θεού."
05 Τότε παραλαμβάνει αυτόν ο διάβολος εις την αγίαν πόλιν, καί στήνει αυτόν επί το πτερύγιον του ιερού,
06 καί λέγει προς αυτόν, Εάν ήσαι Υιός τού Θεού, ρίψον σεαυτόν κάτω διότι είναι γεγραμμένον, "Οτι θέλει προστάξει εις τους αγγέλους αυτού περί σού," καί Θέλουσι σε σηκόνει επί των χειρών αυτών, διά να μη προσκόψης προς λίθον τον πόδα σου."
07 Είπε προς αυτόν ο Ιησούς, Πάλιν είναι γεγραμμένον, "Δεν θέλεις πειράσει Κύριον τον Θεόν σου."
08 Πάλιν παραλαμβάνει αυτόν ο διάβολος εις όρος πολύ υψηλόν, καί δεικνύει εις αυτόν πάντα τα βασίλεια του κόσμου καί την δόξαν αυτών,
09 καί λέγει προς αυτόν, Ταύτα πάντα θέλω σοί δώσει, εάν πεσών προσκυνήσης με.
10 Τότε ο Ιησούς λέγει προς αυτόν, Ύπαγε, Σατανά διότι είναι γεγραμμένον, "Κύριον τον Θεόν σου θέλεις προσκυνήσει, καί αυτόν μόνον θέλεις λατρεύσει.
11 Τότε αφίνει αυτόν ο διάβολος καί ιδού, άγγελοι προσήλθον καί υπηρέτουν αυτόν.
12 Ακούσας δε ο Ιησούς ότι ο Ιωάννης παρεδόθη, ανεχώρησεν εις την Γαλιλαίαν.
13 Καί αφήσας την Ναζαρέτ, ήλθε καί κατώκησεν εις Καπερναούμ την παραθαλασσίαν, εν τοίς ορίοις Ζαβουλών καί Νεφθαλείμ
14 διά να πληρωθή το ρηθέν διά Ησαϊου τού προφήτου, λέγοντος,
15 "Γή ζαβουλών καί γή Νεφθαλείμ, κατά την οδόν της θαλάσσης, πέραν τού Ιορδάνου, Γαλιλαία των εθνών
16 ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φώς μέγα, καί εις τούς καθημένους εν τόπω καί σκιά θανάτου, φώς ανέτειλεν εις αυτούς."
17 Από τότε ήρχισεν ο Ιησούς να κηρύττη καί να λέγη, Μετανοείτε διότι επλησίασεν η βασιλεία των ουρανών.
18 περιπατών δέ ο Ιησούς παρά την θάλασσαν της Γαλιλαίας, είδε δύο αδελφούς, Σίμωνα τον λεγόμενον Πέτρον, καί Ανδρέαν τον αδελφόν αυτού, ρίπτοντας δίκτιον είς την θάλασσαν διότ ήσαν αλιείς.
19 Καί λέγει πρός αυτούς, Έλθετε οπίσω μου, καί θέλω σας κάμει αλιείς ανθρώπων.
20 Οι δε, αφήσαντες ευθύς τα δίκτυα, ηκολούθησαν αυτόν.
21 Καί προχωρήσας εκείθεν, είδεν άλους δύο αδελφούς, Ιάκωβον τον τού Ζεβεδαίου, καί Ιωάννην τον αδελφόν αυτού, εν τω πλοίω μετά Ζεβεδαίου τού πατρός αυτών, επισκευάζοντας τα δίκτια αυτών, καί εκάλεσεν αυτούς.
22 Οι δε, αφήσαντες ευθύς το πλοίον καί τον πατέρα αυτών, ηκολούθησαν αυτόν.
23 Καί περιήρχετο ο Ιησούς όλην την Γαλιλαίαν, διδάσκων εν ταίς συναγωγαίς αυτών, καί κηρύττων το ευαγγέλιον της βασιλείας, καί θεραπεύων πάσαν νόσον καί πάσαν ασθένειαν μεταξύ τού λαού.
24 Καί διήλθεν η φήμη αυτού εις όλην την Συρίαν, καί έφερον πρός αυτόν πάντας τούς κακώς έχοντας, υπό διαφόρων νοσημάτων καί βασάνων συνεχομένους, καί δαιμονιζομένους, καί σεληνιαζομένους, καί παραλυτικούς καί εθεράπευσεν αυτούς.
25 Καί ηκολούθησαν αυτόν όχλοι πολλοί από της Γαλιλαίας καί Δεκαπόλεως καί Ιεροσολύμων καί Ιουδαίας, καί από πέραν τού Ιορδάνου.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Matthew, Chapter 4 Demotic Greek

1. Τότε το Πνεύμα οδήγησε τον Ιησού στην έρημο για να υποβληθεί σε πειρασμό από το διάβολο.
2. Κι αφού νήστεψε σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες, κατόπιν πείνασε.
3. Τον πλησίασε τότε αυτός που πειράζει και του είπε: «Αν είσαι Γιος του Θεού, πες να γίνουν ψωμιά αυτές εδώ οι πέτρες».
4. Αλλ' εκείνος του αποκρίθηκε: «Είναι γραμμένο πως: ο άνθρωπος δε θα ζει μόνο για το ψωμί, αλλά για να εφαρμόζει κάθε λόγο που βγαίνει από το στόμα του Θεού».
5. Τότε τον φέρνει μαζί του ο διάβολος στην Άγια Πόλη, τον στήνει πάνω στο πτερύγιο του Ναού
6. και του λέει: «Αν είσαι Γιος του Θεού πήδα κάτω, αφού είναι γραμμένο πως: Θα προστάξει τους αγγέλους του για σένα και θα σε σηκώσουν πάνω στα χέρια τους, για να μην τυχόν και σκοντάψει το πόδι σου σε πέτρα».
7. Ο Ιησούς του είπε: «Είναι επίσης γραμμένο πως: Δε θα προκαλέσεις τον Κύριο, το Θεό σου».
8. Ξανά ο διάβολος τον παίρνει μαζί του σ' ένα πολύ ψηλό βουνό και του δείχνει όλα τα βασίλεια του κόσμου και τη δόξα τους
9. και του λέει: «Όλα αυτά σ' εσένα θα τα δώσω, αν πέσεις και με προσκυνήσεις».
10. Τότε λέει σ' αυτόν ο Ιησούς: «Φύγε Σατανά! Γιατί η Γραφή λέει: Τον Κύριο, το Θεό σου θα προσκυνήσεις και μόνο αυτόν θα λατρέψεις».
11. Τότε τον άφησε ο διάβολος, και ήρθαν άγγελοι κοντά του και τον υπηρετούσαν.
12. Στο μεταξύ άκουσε ο Ιησούς πως συνέλαβαν τον Ιωάννη και αναχώρησε στη Γαλιλαία.
13. Άφησε όμως τη Ναζαρέτ και ήρθε και εγκαταστάθηκε στην παράκτια Καπερναούμ, στην περιοχή του Ζαβουλών και του Νεφθαλείμ,
14. έτσι που να βρει την εκπλήρωσή της η προφητεία του προφήτη Ησαΐα, που λέει:
15. «Στην πατρίδα του Ζαβουλών και στην πατρίδα του Νεφθαλείμ, πάνω στον παράκτιο δρόμο, πέρα από τον Ιορδάνη, στη Γαλιλαία που κατοικείται από εθνικούς,
16. ο λαός που παρέμενε στο σκοτάδι είδε φως λαμπρό, και για κείνους που παρέμεναν σε τόπο και σκιά θανάτου, φως ανέτειλε γι' αυτούς».
17. Από τότε άρχισε ο Ιησούς να κηρύττει και να λέει: «Μετανοείτε, γιατί έχει φτάσει η βασιλεία των ουρανών».
18. Περπατώντας λοιπόν κοντά στη λίμνη της Γαλιλαίας είδε δύο αδελφούς, το Σίμωνα, που τον αποκαλούσαν Πέτρο, και τον αδελφό του τον Ανδρέα να ρίχνουν δίχτυ στη λίμνη, γιατί ήταν ψαράδες.
19. Και τους λέει: «Ακολουθήστε με και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων».
20. Κι εκείνοι εγκαταλείποντας αμέσως τα δίχτυα τον ακολούθησαν.
21. Προχωρώντας κατόπιν πιο πέρα, είδε άλλους δύο αδελφούς, τον Ιάκωβο το γιο του Ζεβεδαίου και τον αδελφό του τον Ιωάννη, μέσα στη βάρκα μαζί με το Ζεβεδαίο τον πατέρα τους να ετοιμάζουν τα δίχτυα, και τους κάλεσε.
22. Κι εκείνοι εγκαταλείποντας αμέσως τη βάρκα τους και τον πατέρα τους τον ακολούθησαν.
23. Έτσι, περιόδευε ο Ιησούς όλη τη Γαλιλαία διδάσκοντας στις συναγωγές τους και κηρύττοντας το Ευαγγέλιο της βασιλείας και θεραπεύοντας κάθε είδους αρρώστια και κάθε είδους πάθηση στο λαό.
24. Και η φήμη του διαδόθηκε σ' όλη τη Συρία, έτσι ώστε έφεραν όλους εκείνους που δεν ήταν καλά στην υγεία τους και υπέφεραν από διάφορες αρρώστιες και βάσανα: και δαιμονισμένους, και επιληπτικούς και παράλυτους, τους οποίους και θεράπευσε.
25. Έτσι, τον ακολούθησαν πολλά πλήθη από τη Γαλιλαία και τη Δεκάπολη και τα Ιεροσόλυμα και την Ιουδαία και πέρα από τον Ιορδάνη.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Matthew 1

Matthew, Chapter 4 Ancient Greek

1. Τότε ὁ Ἰησοῦς ἀνήχθη εἰς τὴν ἔρημον ὑπὸ τοῦ Πεύματος πειρασθῆναι ὑπὸ τοῦ διαβόλου,

2. καὶ νηστεύσας ἡμέρας τεσσαράκοντα καὶ νύκτας τεσσαράκοντα ὕστερον ἐπείνασε.

3. καὶ προσελθὼν αὐτῷ ὁ πειράζων εἶπεν· εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, εἰπὲ ἵνα οἱ λίθοι οὗτοι ἄρτοι γένωνται.

4. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε· γέγραπται, οὐκ ἐπ' ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ' ἐπὶ παντὶ ῥήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ.

5. Τότε παραλαμβάνει αὐτὸν ὁ διάβολος εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν, καὶ ἵστησιν αὐτὸν ἐπὶ τὸ πτερύγιον τοῦ ἱεροῦ

6. καὶ λέγει αὐτῷ· εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, βάλε σεαυτὸν κάτω· γέγραπται γὰρ ὅτι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ, καὶ ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσί σε, μήποτε προσκόψῃς πρὸς λίθον τὸν πόδα σου.

7. ἔφη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· πάλιν γέγραπται, οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου.

8. Πάλιν παραλαμβάνει αὐτὸν ὁ διάβολος εἰς ὄρος ὑψηλὸν λίαν, καὶ δείκνυσιν αὐτῷ πάσας τὰς βασιλείας τοῦ κόσμου καὶ τὴν δόξαν αὐτῶν

9. καὶ λέγει αὐτῷ· ταῦτα πάντα σοι δώσω, ἐὰν πεσὼν προσκυνήσῃς μοι.

10. τότε λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· γέγραπται γάρ, Κύριον τὸν Θεόν σου προσκυνήσεις καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις.

11. Τότε ἀφίησιν αὐτὸν ὁ διάβολος, καὶ ἰδοὺ ἄγγελοι προσῆλθον καὶ διηκόνουν αὐτῷ.

12. Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ὅτι ὁ Ἰωάννης παρεδόθη, ἀνεχώρησεν εἰς τὴν Γαλιλαίαν,

13. καὶ καταλιπὼν τὴν Ναζαρὲτ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς Καπερναοὺμ τὴν παραθαλασσίαν ἐν ὁρίοις Ζαβουλὼν καὶ Νεφθαλείμ,

14. ἵνα πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ Ἡσαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος·

15. γῆ Ζαβουλὼν καὶ γῆ Νεφθαλείμ, ὁδὸν θαλάσσης, πέραν τοῦ Ἰορδάνου, Γαλιλαία τῶν ἐθνῶν,

16. ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα, καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς.

17. Ἀπὸ τότε ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς κηρύσσειν καὶ λέγειν· μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

18. Περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς·

19. καὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων.

20. οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ.

21. Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν, καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς.

22. οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ.

23. Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.

24. καὶ ἀπῆλθεν ἡ ἀκοὴ αὐτοῦ εἰς ὅλην τὴν Συρίαν, καὶ προσήνεγκαν αὐτῷ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας ποικίλαις νόσοις καὶ βασάνοις συνεχομένους, καὶ δαιμονιζομένους καὶ σεληνιαζομένους καὶ παραλυτικούς, καὶ ἐθεράπευσεν αὐτούς·

25. καὶ ἠκολούθησαν αὐτῷ ὄχλοι πολλοὶ ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας καὶ Δεκαπόλεως καὶ Ἱεροσολύμων καὶ Ἰουδαίας καὶ πέραν τοῦ Ἰορδάνου.

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Matthew, Chapter 4 (KJV)

1. Then was Jesus led up of the Spirit into the wilderness to be tempted of the devil.
2. And when he had fasted forty days and forty nights, he was afterward an hungred.
3. And when the tempter came to him, he said, If thou be the Son of God, command that these stones be made bread.
4. But he answered and said, It is written, Man shall not live by bread alone, but by every word that proceedeth out of the mouth of God.
5. Then the devil taketh him up into the holy city, and setteth him on a pinnacle of the temple,
6. And saith unto him, If thou be the Son of God, cast thyself down: for it is written, He shall give his angels charge concerning thee: and in their hands they shall bear thee up, lest at any time thou dash thy foot against a stone.
7. Jesus said unto him, It is written again, Thou shalt not tempt the Lord thy God.
8. Again, the devil taketh him up into an exceeding high mountain, and sheweth him all the kingdoms of the world, and the glory of them;
9. And saith unto him, All these things will I give thee, if thou wilt fall down and worship me.
10. Then saith Jesus unto him, Get thee hence, Satan: for it is written, Thou shalt worship the Lord thy God, and him only shalt thou serve.
11. Then the devil leaveth him, and, behold, angels came and ministered unto him.
12. Now when Jesus had heard that John was cast into prison, he departed into Galilee;
13. And leaving Nazareth, he came and dwelt in Capernaum, which is upon the sea coast, in the borders of Zabulon and Nephthalim:
14. That it might be fulfilled which was spoken by Esaias the prophet, saying,
15. The land of Zabulon, and the land of Nephthalim, by the way of the sea, beyond Jordan, Galilee of the Gentiles;
16. The people which sat in darkness saw great light; and to them which sat in the region and shadow of death light is sprung up.
17. From that time Jesus began to preach, and to say, Repent: for the kingdom of heaven is at hand.
18. And Jesus, walking by the sea of Galilee, saw two brethren, Simon called Peter, and Andrew his brother, casting a net into the sea: for they were fishers.
19. And he saith unto them, Follow me, and I will make you fishers of men.
20. And they straightway left their nets, and followed him.
21. And going on from thence, he saw other two brethren, James the son of Zebedee, and John his brother, in a ship with Zebedee their father, mending their nets; and he called them.
22. And they immediately left the ship and their father, and followed him.
23. And Jesus went about all Galilee, teaching in their synagogues, and preaching the gospel of the kingdom, and healing all manner of sickness and all manner of disease among the people.
24. And his fame went throughout all Syria: and they brought unto him all sick people that were taken with divers diseases and torments, and those which were possessed with devils, and those which were lunatick, and those that had the palsy; and he healed them.
25. And there followed him great multitudes of people from Galilee, and from Decapolis, and from Jerusalem, and from Judaea, and from beyond Jordan.