Matthew, Chapter 5 Modern Greek

01 Ιδών δε τούς όχλους, ανέβη είς το όρος, καί αφού εκάθισε, προσήλθον προς αυτόν οι μαθηταί αυτού.
02 Καί ανοίξας τό στόμα αυτού, εδίδασκεν αυτούς, λέγων,
03 Μακάριοι οι πτωχοί τώ πνεύματι διότι αυτών είναι η βασιλεία των ουρανών.
04 Μακάριοι οι πενθούντες διότι αυτοί θέλουσι παρηγορηθή.
05 Μακάριοι οι πραείς διότι αυτοί θέλουσι κληρονομήσει την γήν.
06 Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην διότι αυτοί θέλουσιν χορτασθή.
07 Μακάριοι  οι ελεήμονες διότι αυτοί θέλουσιν ελεηθή.
08 Μακάριοι οι καθαροί την καρδίαν διότι αυτοί θέλουσιν δεί τον Θεόν.
09 Μακάριοι οι ειρηνοποιοί διότι αυτοί θέλουσιν ονομασθή υοί Θεού.
10 Μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης διότι αυτών είναι η βασιλεία των ουρανών.
11 Μακάριοι είσθε, όταν σας ονειδίσωσι καί διώξωσι, καί είπωσιν εναντίον σας πάντα κακόν λόγον ψευδόμενοι, ένεκεν εμού.
12 Χαίρετε καί αγαλλιάσθε, διότι ο μισθός σας είναι πολύς εν τοίς ουρανοίς επειδή ούτως εδίωξαν τούς προφήτας τούς πρό υμών.
13 Σείς είσθε το άλας της γής εάν δε το άλας διαφθαρή, με τι θέλει αλατισθή; είς ουδέν πλέον χρησιμεύει, ειμή να ριφθή έξω, καί να καταπατήται υπό τών ανθρώπων.
14 Σείς είσθε το φώς τού κόσμου. Πόλις κειμένη επάνω όρους δεν δύναται να κρυφθή.
15 Ουδέ ανάπτουσι λύχνον,καί θέτουσιν αυτόν υπό τον μόδιον, αλλ' επί τον λυχνοστάτην, καί φέγγει είς πάντας τούς εν τη οικία.
16 Ούτως ας λάμψη το φως σας έμπροσθεν των ανθρώπων, διά να ίδωσι τα καλά σας έργα, καί δοξάσωσι τον Πατέρα σας τον εν τοί ουρανοίς.
17 Μή νομίσητε ότι ήλθον να καταλύσω τον νόμον η τούς προφήτας  δεν ήλθον να καταλύσω, αλλά να εκπληρώσω.
18 Διότι αληθώς σας λέγω, έως αν παρέλθη ο ουρανός καί η γή, ιώτα εν, ή μία κεραία δεν θέλει παρέλθει από τού νόμου, εωσού εκπληρωθώσι πάντα.
19 Oστις λοιπόν αθετήση μία των εντολών τούτων των ελαχίστων, καί διδάξη ούτω τούς ανθρώπους, ελάχιστος θέλει ονομασθή εν τη βασιλεία των ουρανών όστις δε εκτελέση καί διδάξη, ούτος μέγας θέλει ονομασθή εν τη βασιλεία των ουρανών.
20 Επειδή σας λέγω, ότι, εάν μή περισσεύση η δικαιοσύνησας πλειότερον της των γραμματέων καί Φαρισαίων, δεν θέλετε εισέλθει εις την βασιλείαν των ουρανών.
21 Ηκούσατε ότι ερρέθη εις τούς αρχαίους, "Μη φονεύσης " όστις δε φονεύση, θέλει είσθαι ένοχος εις την κρίσιν.
22 Εγώ όμως σας λέγω, ότι πας ο οργιζόμενος αναιτίως κατά τού αδελφού αυτού, θέλει είσθαι ένοχος εις την κρίσιν, καί όστις είπη πρός τον αδελφόν αυτού, Ρακά, θέλει είσθαι ένοχος εις το συνέδριον  όστις δε είπη, Μωρέ, θέλει είσθαι ένοχος εις την γέενναν τού πυρός.
23 Εάν λοιπόν προσφέρης το δώρον σου εις το θυσιαστήριον, καί εκεί ενθυμηθής, ότι ο αδελφός σου έχει τι κατά σού,
24 άφες εκεί το δώρον σου έμπροσθεν τού θυσιασττηρίου, καί ύπαγε, πρώτον φιλιώθητι με τον αδελφόν σου, καί τότε ελθών πρόσφερε το δώρον σου.
25 Ειρήνευσον με τον αντίδικόν σου ταχέως, ενόσω είσαι καθ' οδόν μετ' αυτού μήποτε σε παραδώση ο αντίδικος είς τον κριτήν, καί ο κριτής σε παραδώση είς τόν υπηρέτην, καί ριφθής είς φυλακήν.
26 Αληθώς σοί λέγω, Δεν θέλεις εξέλθει εκείθεν, εωσού αποδώσης τό έσχατον λεπτόν.
27 Ηκούσατε ότι ερρέθη είς τούς αρχαίους, "Μη μοιχεύσης." 28 Εγώ όμως σας λέγω, ότι πας ο βλέπων γυναίκα διά νά επιθυμήση αυτήν, ήδη εμοίχευσεν αυτήν εν τη καρδία αυτού.
29 Εάν δε ο οφθαλμός σου ο δεξιός σε σκανδαλίζη, έκβαλε αυτόν, καί ρίψον από σού διότι σε συμφέρει να χαθή εν των μελών σου, καί να μή ριφθή όλον το σώμα σου είς την γέενναν.
30 Καί εάν η δεξιά σου χείρ σε σκανδαλίζη, έκκοψον αυτήν, καί ρίψον από σού διότι σε συμφέρει να χαθή εν των μελών σου, καί να μη ριφθή όλον το σώμα σου είς την γέενναν.
31 Ερρέθη πρός τούτοις, ότι όστις χωρισθή την γυναίκα αυτού, ας δώση εις αυτήν διαζύγιον.
32 Εγώ όμως σας λέγω, ότι όστις χωρισθή την γυναίκα αυτού, παρεκτός λόγου πορνείας, κάμνει αυτήν να μοιχεύηται και όστις λάβη γυναίκα κεχωρισμένην, γίνεται μοιχός.
33 Πάλιν ηκούσατε ότι ερρέθη εις τους αρχαίους, Μη επιορκήσης, αλλά εκπλήρωσον εις τον Κύριον τους όρκους σου
34 Εγώ όμως σας λέγω, να μήν ομόσητε μηδόλως μήτε εις τον ουράνον, διότι είναι θρόνος του Θεού.
35 μήτε εις την γήν, διότι είναι υποπόδιον των ποδών αυτού μήτε εις τα Ιεροσόλυμα, διότι είναι πόλις του μεγάλου βασιλέως.
36 μήτε εις την κεφαλήν σου να ομόσης, διότι δεν δύνασαι μίαν τρίχα να κάμης λευκήν η μέλαιναν.
37 Αλλ' ας ήναι ο λόγος σας, Ναί, ναί  Ου, ου  το δε πλειότερον τούτων είναι εκ του πονηρού.
38 Ηκούσατε ότι ερρέθη,  "Οφθαλμόν αντί οφθαλμού, και οδόντα αντί οδόντος."
39 Εγώ όμως σας λέγω, να μη αντισταθήτε πρός τον πονηρόν αλλ' όστις σε ραπίση εις την δεξιάν σου σιαγόνα, στρέψον εις αυτόν και την άλλην
40 και εις τον θέλοντα να κριθή μετά σου, και να λάβη τον χιτώνα σου, άφες εις αυτόν και το ιμάτιον.
41 και αν σε αγγαρεύση τις μίλιον εν, ύπαγε μετ' αυτού δύο.
42 Εις τον ζητούντα παρά σου δίδε και τον θέλοντα να δανεισθή από σου μη αποστραφής.
43 Ηκούσατε ότι ερρέθη, "Θέλεις αγαπά τον πλησίον σου," και μίσει τον εχθρόν σου.
44 Εγώ όμως σας λέγω,  Αγαπάτε τους εχθρούς σας, ευλογείτε εκείνους οίτινες σας καταρώνται, ευεργετείτε εκείνους οίτινες σας μισούσι, και προσεύχεσθε υπέρ εκείνων οίτινες σας βλάπτουσι και σας κατατρέχουσι.
45 δια να γείνητε υιοί του Πατρός σας του εν τοις ουρανοίς, διότι αυτός ανατέλλει τον ήλιον αυτού επί πονηρούς και αγαθούς και βρέχει επί δικαίους και αδίκους.
46 Διότι εάν αγαπήσητε τους αγαπώντας σας, ποίον μισθόν έχετε; και οι τελώναι δεν κάμνουσι το αυτό;
47 και εάν ασπασθήτε τους αδελφούς σας μόνον, τι περισσότερον κάμνετε; και οι τελώναι δεν κάμνουσιν ούτως;
48 Έστε λοιπόν σείς τέλειοι, καθώς ο Πατήρ σας ο εν τοίς ουρανοίς είναι τέλειος.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Matthew, Chapter 5 Demotic Greek

1. Όταν είδε τα πλήθη ανέβηκε στο βουνό και, αφού κάθισε, τον πλησίασαν οι μαθητές του.
2. Τότε άνοιξε το στόμα του και άρχισε να τους διδάσκει λέγοντας:
3. «Μακάριοι όσοι νιώθουν την πνευματική τους φτώχεια, γιατί σ' αυτούς ανήκει η βασιλεία των ουρανών.
4. »Μακάριοι εκείνοι που πενθούν, γιατί αυτοί θα παρηγορηθούν.
5. »Μακάριοι οι πράοι, γιατί αυτοί θα κληρονομήσουν τη γη.
6. »Μακάριοι όσοι πεινούν και διψούν για τη δικαιοσύνη, γιατί αυτοί θα χορτάσουν.
7. »Μακάριοι οι ελεήμονες, γιατί αυτοί θα ελεηθούν.
8. »Μακάριοι οι καθαροί στην καρδιά, γιατί αυτοί θα δουν το Θεό.
9. »Μακάριοι οι ειρηνοποιοί, γιατί αυτοί θα ονομαστούν γιοι του Θεού.
10. »Μακάριοι όσοι διώκονται επειδή εφαρμόζουν τη δικαιοσύνη, γιατί σ' αυτούς ανήκει η βασιλεία των ουρανών.
11. »Μακάριοι είστε όταν σας προσβάλουν και σας κατατρέξουν και πουν, ψευδόμενοι, κάθε είδους κακόβουλο λόγο εναντίον σας, επειδή είστε δικοί μου.
12. »Να χαίρεστε και να αγάλλεστε, γιατί θα είναι πολύς ο μισθός σας στους ουρανούς. Άλλωστε έτσι κατέτρεξαν τους προφήτες που έζησαν πριν από σας».
13. «Εσείς είστε το αλάτι της γης. Κι αν το αλάτι χάσει τις ιδιότητές του με τι θα αλατιστεί; Σε τίποτε δε χρησιμεύει πια και δεν απομένει παρά να πεταχτεί έξω και να καταπατιέται από τους ανθρώπους.
14. »Εσείς είστε το φως του κόσμου. Δεν είναι δυνατόν να κρυφτεί μια πόλη που είναι χτισμένη πάνω σε βουνό.
15. Ούτε και θέτουν κάτω από το μόδι ένα λυχνάρι, όταν το ανάψουν, αλλά το θέτουν στο λυχνοστάτη και φέγγει σε όλους εκείνους που είναι μέσα στο σπίτι.
16. Έτσι να λάμψει το φως σας μπροστά στους ανθρώπους, ώστε να δουν τα καλά σας έργα και να δοξάσουν τον ουράνιο Πατέρα σας».
17. «Μη νομίσετε ότι ήρθα να καταργήσω το νόμο ή τους προφήτες. Δεν ήρθα να καταργήσω, αλλά να εκπληρώσω.
18. Γιατί, σας βεβαιώνω πως μέχρι που να αφανιστούν ο ουρανός και η γη, ούτε ένα γιώτα ούτε ένας τόνος δεν πρόκειται να καταργηθεί από το νόμο, ώσπου να πραγματοποιηθούν όλα.
19. Όποιος, λοιπόν, αθετήσει έστω και μια από τις πιο μικρές τούτες εντολές και διδάξει τους άλλους να κάνουν το ίδιο, αυτός θα ονομαστεί πολύ μικρός στη βασιλεία των ουρανών. Όποιος όμως τις εφαρμόσει και τις διδάξει, αυτός θα ονομαστεί μεγάλος στη βασιλεία των ουρανών.
20. »Γιατί, σας λέω πως, αν η δικαιοσύνη σας δεν ξεπεράσει κατά πολύ τη δικαιοσύνη των δασκάλων του νόμου και των Φαρισαίων, δε θα μπείτε στη βασιλεία των ουρανών.
21. »Ακούσατε πως δόθηκε στους αρχαίους η εντολή: Να μη διαπράξεις φόνο - συνεπώς, όποιος διαπράξει φόνο θα κηρυχτεί ένοχος στην Κρίση.
22. Εγώ όμως σας λέω, πως ο καθένας που οργίζεται αδικαιολόγητα κατά του αδελφού του, θα κηρυχτεί ένοχος στην Κρίση. Και όποιος αποκαλέσει ηλίθιο τον αδελφό του, θα κηρυχτεί ένοχος στο Δικαστήριο. Και όποιος τον πει βλάκα, θα κηρυχτεί ένοχος για τη γέεννα της φωτιάς.
23. »Συνεπώς, αν προσφέρεις το δώρο σου στο θυσιαστήριο, κι εκεί θυμηθείς πως ο αδελφός σου έχει κάτι σε βάρος σου,
24. άφησέ το εκεί το δώρο σου, μπροστά στο θυσιαστήριο, και πήγαινε πρώτα να συμφιλιωθείς με τον αδελφό σου και τότε μόνο να έρθεις να προσφέρεις το δώρο σου.
25. Βιάσου να δείξεις καλές διαθέσεις στον αντίδικό σου όσο ακόμα βρίσκεσαι μαζί του στο δρόμο, για να μη σε παραδώσει ο αντίδικός σου στο δικαστή και ο δικαστής σε παραδώσει στο δεσμοφύλακα και ριχτείς στη φυλακή.
26. Σε βεβαιώνω πως δε θα βγεις από εκεί μέχρι που να ξεπληρώσεις και την τελευταία δεκάρα».
27. «Ακούσατε πως δόθηκε στους αρχαίους η εντολή: Μη μοιχέψεις.
28. Εγώ όμως σας λέω πως, όποιος κοιτάει γυναίκα παρακινούμενος από σαρκική επιθυμία, έχει κιόλας διαπράξει μοιχεία μαζί της μέσα στην καρδιά του.
29. Γι' αυτό, αν σε σκανδαλίζει το δεξί σου μάτι, βγάλε το και πέταξέ το από πάνω σου, γιατί σε συμφέρει να χαθεί ένα από τα μέλη σου, παρά να πεταχτεί ολόκληρο το σώμα σου στη γέεννα.
30. Κι αν το δεξί σου χέρι σε σκανδαλίζει, κόψε το και πέταξέ το από πάνω σου, γιατί σε συμφέρει να χαθεί ένα από τα μέλη σου, παρά να πεταχτεί ολόκληρο το σώμα σου στη γέεννα».
31. «Ειπώθηκε ακόμα πως: Όποιος χωρίσει τη γυναίκα του, να της δώσει γραπτό διαζύγιο.
32. Εγώ όμως σας λέω πως, όποιος χωρίσει τη γυναίκα του για κάθε άλλο λόγο εκτός από πορνεία, την κάνει μοιχαλίδα, και όποιος παντρευτεί χωρισμένη γίνεται μοιχός».
33. «Ακούσατε επίσης, πως δόθηκε στους αρχαίους η εντολή: Να μην αθετήσεις τους όρκους σου, αλλά να αποδώσεις στον Κύριο όσα ορκίστηκες.
34. Εγώ όμως σας λέω να μην ορκιστείτε καθόλου· μήτε στον ουρανό, γιατί είναι θρόνος του Θεού·
35. μήτε στη γη, γιατί είναι ακουμπιστήρι των ποδιών του· μήτε στα Ιεροσόλυμα, γιατί είναι πόλη του μεγάλου βασιλιά.
36. Μήτε στο κεφάλι σου να ορκιστείς, γιατί δεν μπορείς ούτε μια τρίχα του να την κάνεις άσπρη ή μαύρη.
37. Ο λόγος σας λοιπόν να σημαίνει ναι, όταν λέτε ναι, και όχι, όταν λέτε όχι, γιατί καθετί πέρα απ' αυτά πηγάζει από τον πονηρό».
38. «Ακούσατε πως ειπώθηκε: Μάτι σου έβγαλαν, μάτι να βγάλεις· δόντι σου έβγαλαν, δόντι να βγάλεις.
39. Εγώ όμως σας λέω να μην αντιστέκεστε στον κακόβουλο αλλά όποιος σε χτυπήσει στο δεξί μάγουλο, στρέψε του και το άλλο.
40. Και σ' εκείνον που θέλει να σε πάει στο δικαστήριο και να σου πάρει το πουκάμισο, άφησέ του και το σακάκι σου.
41. Και όποιος σε αγγαρέψει ένα μίλι, πήγαινε μαζί του δυο μίλια.
42. Σ' εκείνον που σου ζητά δίνε κι εκείνον που θέλει να δανειστεί από σένα μην τον αποστραφείς».
43. «Ακούσατε πως δόθηκε η εντολή: Να αγαπήσεις τον πλησίον σου και να μισήσεις τον εχθρό σου.
44. Εγώ όμως σας λέω να αγαπάτε τους εχθρούς σας, να ευλογείτε εκείνους που σας καταριούνται, να φέρεστε καλά σ' εκείνους που σας μισούν και να προσεύχεστε για εκείνους που σας προσβάλλουν και σας κατατρέχουν,
45. για να γίνετε γιοι του Πατέρα σας του ουράνιου, γιατί αυτός τον ήλιο του τον ανατέλλει σε κακούς και σε καλούς, και δίνει τη βροχή σε δίκαιους και σε άδικους.
46. Άλλωστε, αν αγαπήσετε μόνο εκείνους που σας αγαπούν, ποια θα είναι η ανταμοιβή σας; Το ίδιο δεν κάνουν και οι τελώνες;
47. Και αν χαιρετάτε τους αδελφούς σας μόνο, τι παραπάνω κάνετε; Μήπως δεν κάνουν το ίδιο και οι τελώνες;
48. Εσείς, λοιπόν, θα είστε τέλειοι, ακριβώς όπως ο Πατέρας σας ο ουράνιος είναι τέλειος».
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Matthew 1

Matthew, Chapter 5 Ancient Greek

1. Ἰδὼν δὲ τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος, καὶ καθίσαντος αὐτοῦ προσῆλθον αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ,

2. καὶ ἀνοίξας τὸ στόμα αὐτοῦ ἐδίδασκεν αὐτοὺς λέγων·

3. μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

4. μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται.

5. μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν.

6. μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται.

7. μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται.

8. μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται.

9. μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται.

10. μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

11. μακάριοί ἐστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ῥῆμα καθ' ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ.

12. χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς· οὕτω γὰρ ἐδίωξαν τοὺς προφήτας τοὺς πρὸ ὑμῶν.

13. Ὑμεῖς ἐστε τὸ ἅλας τῆς γῆς· ἐὰν δὲ τὸ ἅλας μωρανθῇ, ἐν τίνι ἁλισθήσεται; εἰς οὐδὲν ἰσχύει ἔτι εἰ μὴ βληθῆναι ἔξω καὶ καταπατεῖσθαι ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων.

14. Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου. οὐ δύναται πόλις κρυβῆναι ἐπάνω ὄρους κειμένη·

15. οὐδὲ καίουσι λύχνον καὶ τιθέασιν αὐτὸν ὑπὸ τὸν μόδιον, ἀλλ' ἐπὶ τὴν λυχνίαν, καὶ λάμπει πᾶσι τοῖς ἐν τῇ οἰκίᾳ.

16. οὕτω λαμψάτω τὸ φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τὰ καλὰ ἔργα καὶ δοξάσωσι τὸν πατέρα ὑμῶν τὸν ἐν τοῖς οὐρανοῖς.

17. Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας· οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι.

18. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται.

19. ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτω τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· ὃς δ' ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.

20. λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι ἐὰν μὴ περισσεύσῃ ἡ δικαιοσύνη ὑμῶν πλεῖον τῶν γραμματέων καὶ Φαρισαίων, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν.

21. Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις, οὐ φονεύσεις· ὃς δ' ἂν φονεύσῃ, ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει.

22. Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ ὀργιζόμενος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ εἰκῆ ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει· ὃς δ' ἂν εἴπῃ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ῥακά, ἔνοχος ἔσται τῷ συνεδρίῳ· ὃς δ' ἂν εἴπῃ μωρέ, ἔνοχος ἔσται εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός.

23. Ἐὰν οὖν προσφέρῃς τὸ δῶρόν σου ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον κἀκεῖ μνησθῇς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει τι κατὰ σοῦ,

24. ἄφες ἐκεῖ τὸ δῶρόν σου ἔμπροσθεν τοῦ θυσιαστηρίου, καὶ ὕπαγε πρῶτον διαλλάγηθι τῷ ἀδελφῷ σου, καὶ τότε ἐλθὼν πρόσφερε τὸ δῶρόν σου.

25. ἴσθι εὐνοῶν τῷ ἀντιδίκῳ σου ταχὺ ἕως ὅτου εἶ ἐν τῇ ὁδῷ μετ' αὐτοῦ, μήποτέ σε παραδῷ ὁ ἀντίδικος τῷ κριτῇ καὶ ὁ κριτής σε παραδῷ τῷ ὑπηρέτῃ, καὶ εἰς φυλακὴν βληθήσῃ·

26. ἀμὴν λέγω σοι, οὐ μὴ ἐξέλθῃς ἐκεῖθεν ἕως οὗ ἀποδῷς τὸν ἔσχατον κοδράντην.

27. Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις, οὐ μοιχεύσεις.

28. Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ βλέπων γυναῖκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτὴν ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ.

29. εἰ δὲ ὁ ὀφθαλμός σου ὁ δεξιὸς σκανδαλίζει σε, ἔξελε αὐτὸν καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ· συμφέρει γάρ σοι ἵνα ἀπόληται ἓν τῶν μελῶν σου καὶ μὴ ὅλον τὸ σῶμά σου βληθῇ εἰς γέενναν.

30. καὶ εἰ ἡ δεξιά σου χεὶρ σκανδαλίζει σε, ἔκκοψον αὐτὴν καὶ βάλε ἀπὸ σοῦ· συμφέρει γάρ σοι ἵνα ἀπόληται ἓν τῶν μελῶν σου καὶ μὴ ὅλον τὸ σῶμά σου βληθῇ εἰς γέενναν.

31. Ἐρρέθη δέ· ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, δότω αὐτῇ ἀποστάσιον.

32. Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι ὁς ἀν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ παρεκτὸς λόγου πορνείας, ποιεῖ αὐτὴν μοιχᾶσθαι, καὶ ὃς ἐὰν ἀπολελυμένην γαμήσῃ, μοιχᾶται.

33. Πάλιν ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις, οὐκ ἐπιορκήσεις, ἀποδώσεις δὲ τῷ Κυρίῳ τοὺς ὅρκους σου.

34. Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ὀμόσαι ὅλως· μήτε ἐν τῷ οὐρανῷ, ὅτι θρόνος ἐστὶ τοῦ Θεοῦ·

35. μήτε ἐν τῇ γῇ, ὅτι ὑποπόδιόν ἐστι τῶν ποδῶν αὐτοῦ· μήτε εἰς Ἱεροσόλυμα, ὅτι πόλις ἐστὶ τοῦ μεγάλου βασιλέως·

36. μήτε ἐν τῇ κεφαλῇ σου ὀμόσῃς, ὅτι οὐ δύνασαι μίαν τρίχα λευκὴν ἢ μέλαιναν ποιῆσαι.

37. ἔστω δὲ ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ ναί, οὒ οὔ· τὸ δὲ περισσὸν τούτων ἐκ τοῦ πονηροῦ ἐστιν.

38. Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη, ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος.

39. Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ· ἀλλ' ὅστις σε ῥαπίσει ἐπὶ τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην·

40. καὶ τῷ θέλοντί σοι κριθῆναι καὶ τὸν χιτῶνά σου λαβεῖν, ἄφες αὐτῷ καὶ τὸ ἱμάτιον·

41. καὶ ὅστις σε ἀγγαρεύσει μίλιον ἕν, ὕπαγε μετ' αὐτοῦ δύο·

42. τῷ αἰτοῦντί σε δίδου καὶ τὸν θέλοντα ἀπὸ σοῦ δανείσασθαι μὴ ἀποστραφῇς.

43. Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη, ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου καὶ μισήσεις τὸν ἐχθρόν σου.

44. Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπιρεαζόντων ὑμᾶς καὶ διωκόντων ὑμᾶς,

45. ὅπως γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς, ὅτι τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους.

46. ἐὰν γὰρ ἀγαπήσητε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, τίνα μισθὸν ἔχετε; οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι τὸ αὐτὸ ποιοῦσι;

47. καὶ ἐὰν ἀσπάσησθε τοὺς φίλους ὑμῶν μόνον, τὶ περισσὸν ποιεῖτε; οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι οὕτω ποιοῦσιν;

48. Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὥσπερ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστι.

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Matthew, Chapter 5 (KJV)

1. And seeing the multitudes, he went up into a mountain: and when he was set, his disciples came unto him:
2. And he opened his mouth, and taught them, saying,
3. Blessed are the poor in spirit: for theirs is the kingdom of heaven.
4. Blessed are they that mourn: for they shall be comforted.
5. Blessed are the meek: for they shall inherit the earth.
6. Blessed are they which do hunger and thirst after righteousness: for they shall be filled.
7. Blessed are the merciful: for they shall obtain mercy.
8. Blessed are the pure in heart: for they shall see God.
9. Blessed are the peacemakers: for they shall be called the children of God.
10. Blessed are they which are persecuted for righteousness' sake: for theirs is the kingdom of heaven.
11. Blessed are ye, when men shall revile you, and persecute you , and shall say all manner of evil against you falsely, for my sake.
12. Rejoice, and be exceeding glad: for great is your reward in heaven: for so persecuted they the prophets which were before you.
13. Ye are the salt of the earth: but if the salt have lost his savour, wherewith shall it be salted? it is thenceforth good for nothing, but to be cast out, and to be trodden under foot of men.
14. Ye are the light of the world. A city that is set on an hill cannot be hid.
15. Neither do men light a candle, and put it under a bushel, but on a candlestick; and it giveth light unto all that are in the house.
16. Let your light so shine before men, that they may see your good works, and glorify your Father which is in heaven.
17. Think not that I am come to destroy the law, or the prophets: I am not come to destroy, but to fulfil.
18. For verily I say unto you, Till heaven and earth pass, one jot or one tittle shall in no wise pass from the law, till all be fulfilled.
19. Whosoever therefore shall break one of these least commandments, and shall teach men so, he shall be called the least in the kingdom of heaven: but whosoever shall do and teach them , the same shall be called great in the kingdom of heaven.
20. For I say unto you, That except your righteousness shall exceed the righteousness of the scribes and Pharisees, ye shall in no case enter into the kingdom of heaven.
21. Ye have heard that it was said by them of old time, Thou shalt not kill; and whosoever shall kill shall be in danger of the judgment:
22. But I say unto you, That whosoever is angry with his brother without a cause shall be in danger of the judgment: and whosoever shall say to his brother, Raca, shall be in danger of the council: but whosoever shall say, Thou fool, shall be in danger of hell fire.
23. Therefore if thou bring thy gift to the altar, and there rememberest that thy brother hath ought against thee;
24. Leave there thy gift before the altar, and go thy way; first be reconciled to thy brother, and then come and offer thy gift.
25. Agree with thine adversary quickly, whiles thou art in the way with him; lest at any time the adversary deliver thee to the judge, and the judge deliver thee to the officer, and thou be cast into prison.
26. Verily I say unto thee, Thou shalt by no means come out thence, till thou hast paid the uttermost farthing.
27. Ye have heard that it was said by them of old time, Thou shalt not commit adultery:
28. But I say unto you, That whosoever looketh on a woman to lust after her hath committed adultery with her already in his heart.
29. And if thy right eye offend thee, pluck it out, and cast it from thee: for it is profitable for thee that one of thy members should perish, and not that thy whole body should be cast into hell.
30. And if thy right hand offend thee, cut it off, and cast it from thee: for it is profitable for thee that one of thy members should perish, and not that thy whole body should be cast into hell.
31.  It hath been said, Whosoever shall put away his wife, let him give her a writing of divorcement:
32. But I say unto you, That whosoever shall put away his wife, saving for the cause of fornication, causeth her to commit adultery: and whosoever shall marry her that is divorced committeth adultery.
33. Again, ye have heard that it hath been said by them of old time, Thou shalt not forswear thyself, but shalt perform unto the Lord thine oaths:
34. But I say unto you, Swear not at all; neither by heaven; for it is God's throne:
35. Nor by the earth; for it is his footstool: neither by Jerusalem; for it is the city of the great King.
36. Neither shalt thou swear by thy head, because thou canst not make one hair white or black.
37. But let your communication be, Yea, yea; Nay, nay: for whatsoever is more than these cometh of evil.
38. Ye have heard that it hath been said, An eye for an eye, and a tooth for a tooth:
39. But I say unto you, That ye resist not evil: but whosoever shall smite thee on thy right cheek, turn to him the other also.
40. And if any man will sue thee at the law, and take away thy coat, let him have thy cloke also.
41. And whosoever shall compel thee to go a mile, go with him twain.
42. Give to him that asketh thee, and from him that would borrow of thee turn not thou away.
43. Ye have heard that it hath been said, Thou shalt love thy neighbour, and hate thine enemy.
44. But I say unto you, Love your enemies, bless them that curse you, do good to them that hate you, and pray for them which despitefully use you, and persecute you;
45. That ye may be the children of your Father which is in heaven: for he maketh his sun to rise on the evil and on the good, and sendeth rain on the just and on the unjust.
46. For if ye love them which love you, what reward have ye? do not even the publicans the same?
47. And if ye salute your brethren only, what do ye more than others ? do not even the publicans so?
48. Be ye therefore perfect, even as your Father which is in heaven is perfect.