Matthew, Chapter 6 Modern Greek

01 Προσέχετε να μη κάμνητε την ελεημοσύνην σας έμπροσεν των ανθρώπων, διά να βλέπησθε υπ' αυτών ει δε μη, δεν έχετε μισθόν πλησίον τού Πατρός σας τού εν τοίς ουρανοίς.
02  Όταν λοιπόν κάμνης ελεημοσύνην, μη σαλπίσης έμπροσθέν σου, καθώς κάμνουσιν οι υποκριταί εν ταίς συναγωγαίς καί εν ταίς οδοίς, διά να δοξασθώσιν υπό τών ανθρώπων αληθώς σας λέγω, έχουσιν ήδη τον μισθόν αυτών.
03  Όταν δε συ κάμνης ελεημοσύνην, ας μη γνωρίση η αριστερά σου τι κάμνει η δεξιά σου
04 διά να ήναι η ελεημοσύνη σου εν τω κρυπτώ καί ο Πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ, αυτός θέλει σοί ανταποδώσει εν τω φανερώ.
05 Καί όταν προσεύχησαι, μη έσο ως οι υποκριταί διότι αγαπώσι να προσεύχωνται ιστάμενοι εν ταίς συναγωγαίς καί εν ταίς γωνίαις των πλατειών, διά να φανώσιν είς τούς ανθρώπους αληθώς σας λέγω, ότι έχουσιν ήδη τον μισθόν αυτών
06 συ όμως, όταν προσεύχησαι, είσελθε εις το ταμείον σου, και κλείσας την θύραν σου, προσευχήθητι εις τον Πατέρα σου τον εν τω κρυπτώ  και ο Πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ, θέλει σοι ανταποδώσει εν τω φανερώ.
07  Όταν δε προσεύχησθε, μη βαττολογήσητε, ως οι εθνικοί διότι νομίζουσιν ότι με την πολυλογίαν αυτών θέλουσιν εισακουσθή.
08 Μη ομοιωθήτε λοιπόν με αυτούς διότι εξεύρει ο Πατήρ σας, τίνων έχετε χρείαν, πρίν σείς ζητήσητε παρ; αυτού.
09 Ούτω λοιπόν προσεύχεσθε σεις, Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομα σου.
10 ελθέτω η βασιλεία σου γενηθήτω το θέλημα σου, ως εν  ουρανώ, και επί της γής
11 τον άρτον ημών τον επιούσιον δος εις ημάς σήμερον
12 και συγχώρησον εις ημάς τας αμαρτίας ημών, καθώς και ημείς συγχωρούμεν εις τους αμαρτάνοντας εις ημάς
13 και μη φέρης ημάς εις πειρασμόν, αλλά ελευθέρωσον ημάς απο του πονηρού, διότι σού είναι η βασιλεία και η δύναμις καί η δόξα εις τους αιώνας  Αμήν.
14 Διότι εαν συγχωρήσητε εις τους ανθρώπους τα πταίσματα αυτών, θέλει συγχωρήσει και εις εσάς ο Πατήρ σας ο ουράνιος.
15 Εαν όμως δεν συγχωρήσητε εις τους ανθρώπους τα πταίσματα αυτών, ουδέ ο Πατήρ  σας θέλει συγχωρήσει τα πταίσματα σας.
16 Και όταν νηστεύητε, μη γίνεσθε, ως οι υποκριταί, σκυθρωποί διότι αφανίζουσι τα πρόσωπα αυτών, δια να φανώσιν εις τους ανθρώπους ότι νηστεύουσιν αληθώς σας λέγω, ότι έχουσιν ήδη τον μισθόν αυτών.
17 Σύ όμως,  όταν νηστεύης, άλειψον την κεφαλήν σου, και νίψον το πρόσωπόν σου.
18 δια να μη φανής εις τους ανθρώπους ότι νηστεύεις, αλλ' εις τον Πατέρα σου εν τω κρυπτώ  και ο Πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ, θέλει σοι ανταποδώσει εν τω φανερώ.
19 Μη θησαυρίζετε εις εαυτούς θησαυρούς επί της γής, όπου σκώληξ και σκωρία αφανίζει, και όπου κλέπται διατρυπούσι και κλέπτουσιν
20 αλλά θησαυρίζετε εις εαυτούς θησαυρούς εν ουρανώ, όπου ούτε σκώληξ ούτε σκωρία αφανίζει, και όπου κλέπται δεν διατρυπούσιν ουδέ κλέπτουσιν.
21 Επειδή όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θέλει είσθαι και η καρδία σας.
22 Ο λύχνος του σώματος είναι ο οφθαλμός  εαν λοιπόν ο οφθαλμός σου ήναι καθαρός, όλον το σώμα σου θέλει είσθαι φωτεινόν
23 εαν όμως ο οφθαλμός σου ήναι πονηρός, όλον το σώμα σου θέλει είσθαι σκοτεινόν. Εαν λοιπόν το φώς το εν σοι ήναι σκότος, το σκότος πόσον;
24 Ουδείς δύναται δύο κυρίους να δουλεύη  διότι ή τον ένα θέλει μισήσει, και τον άλλον θέλει αγαπήσει  ή εις τον ένα θέλει προσκολληθή, και τον άλλον θέλει καταφρονήσει. Δεν δύνασθε να δουλεύητε Θεόν και Μαμμωνά.
25 Διά τούτο σας λέγω, Μη μεριμνάτε περί της ζωής σας, τι να φάγητε και τι να πίητε  μηδέ περί του σώματός σας, τι να ενδυθήτε. Δεν είναι η ζωή τιμιώτερον της τροφής, και το σώμα του ενδύματος;
26 Εμβλέψατε εις τα πετεινά του ουρανού, ότι δεν σπείρουσιν, ουδέ θερίζουσιν, ουδέ συνάγουσιν εις αποθήκας, και ο Πατήρ σας ο ουράνιος τρέφει αυτά  σεις δεν είσθε πολύ ανώτεροι αυτών;
27 Αλλά τις απο σας μεριμνών δύναται να προσθέση μίαν πήχην εις το ανάστημα αυτού;
28 Και περί ενδύματος τι μεριμνάτε; Παρατηρήσατε τα κρίνα του αγρού πως αυξάνουσι  δεν κοπιάζουσιν, ουδέ κλώθουσι.
29 Σας λέγω όμως ότι ουδέ ο Σολομών εν πάση τη δόξη αυτού ενεδύθη ως εν τούτων.
30 Αλλ' εαν τον χόρτον του αγρού, όστις σήμερον υπάρχει, και αύριον ρίπτεται εις κλίβανον, ο Θεός ενδύη ούτω, δεν θέλει ενδύσει πολλώ μάλλον εσάς, ολιγόπιστοι;
31 Μη μεριμνήσητε λοιπόν, λέγοντες, Τι να φάγωμεν, ή τι να πίωμεν, ή τι να ενδυθώμεν;
32 Διότι πάντα ταύτα ζητούσιν οι ενθικοί  επειδή εξεύρει ο Πατήρ σας ο ουράνιος ότι έχετε χρείαν πάντων τούτων.
33 Αλλά ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του θεού, και την δικαιοσύνην αυτού  και ταύτα πάντα θέλουσι σας προστεθή.
34 Μη μεριμνήσητε λοιπόν περί της αύριον  διότι η αύριον θέλει μεριμνήσει τα εαυτής  αρκετόν είναι εις την ημέραν το κακόν αυτής.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Matthew, Chapter 6 Demotic Greek

 1. «Προσέχετε να μην κάνετε την ελεημοσύνη σας μπροστά στους ανθρώπους για να επιδειχτείτε σ' αυτούς. Διαφορετικά, μισθό από τον Πατέρα σας τον ουράνιο δε θα έχετε.
2. Όταν, λοιπόν, κάνεις ελεημοσύνη, μην το διατυμπανίσεις όπου πας, όπως κάνουν οι υποκριτές στις συναγωγές και στους δρόμους για να δοξαστούν από τους ανθρώπους. Σας βεβαιώνω, πως αυτοί έχουν κιόλας πληρωθεί ολόκληρη την αμοιβή τους.
3. Εσύ, όμως, όταν κάνεις ελεημοσύνη, να μην ξέρει το αριστερό σου χέρι τι κάνει το δεξί σου,
4. έτσι που η ελεημοσύνη σου να μείνει κρυφή. Και ο Πατέρας σου, που βλέπει τα κρυφά, θα σου το ανταποδώσει φανερά».
5. «Κι όταν προσεύχεσαι, μην είσαι σαν τους υποκριτές, που τους αρέσει στις γωνιές των πλατειών και στις συναγωγές να στέκονται και να προσεύχονται για να επιδειχτούν στους ανθρώπους. Σας βεβαιώνω πως έχουν κιόλας πάρει ολόκληρη την αμοιβή τους.
6. Εσύ απεναντίας, όταν θέλεις να προσευχηθείς, μπες στο δωμάτιό σου και, αφού κλείσεις την πόρτα σου, προσευχήσου κρυφά στον Πατέρα σου, που είναι παρών παντού. Και ο Πατέρας σου, που βλέπει τι κάνεις στα κρυφά, θα σε ανταμείψει φανερά.
7. Και όταν προσεύχεστε, μην περιττολογείτε όπως κάνουν οι ειδωλολάτρες, γιατί νομίζουν πως χάρη στην πολυλογία τους θα εισακουστούν.
8. Λοιπόν, μη μοιάσετε σ' αυτούς, γιατί ξέρει ο Πατέρας σας τι είναι εκείνα που χρειάζεστε, προτού εσείς του τα ζητήσετε».
9. «Εσείς λοιπόν, να προσεύχεστε έτσι:   Πατέρα μας ουράνιε, Ας αγιαστεί τ' όνομά σου.
10. Ας έρθει η βασιλεία σου.Ας γίνει το θέλημά σου και στη γη έτσι όπως γίνεται στον ουρανό.
11. Δώσε μας σήμερα το καθημερινό ψωμί μας.
12. Και συγχώρησέ μας τις αμαρτίες μας, όπως κι εμείς συγχωρούμε εκείνους    που αμάρτησαν σε βάρος μας.
13. Και μη μας αφήσεις να μπούμε σε πειρασμό, αλλά προστάτεψέ μας από τον πονηρό.   Γιατί δική σου είναι η βασιλεία και η δύναμη και η δόξα στους αιώνες. Αμήν».
14. «Γιατί, αν συγχωρήσετε στους ανθρώπους τα σφάλματά τους, θα συγχωρήσει και τα δικά σας ο Πατέρας σας ο ουράνιος.
15. Αν όμως δε συγχωρήσετε στους ανθρώπους τα σφάλματά τους, ούτε ο Πατέρας σας θα συγχωρήσει τα δικά σας σφάλματα».
16. «Και όταν νηστεύετε, μη γίνεστε σαν τους υποκριτές, που αλλοιώνουν την όψη του προσώπου τους για να φανούν στους ανθρώπους ότι νηστεύουν. Σας βεβαιώνω πως έχουν κιόλας πάρει ολόκληρη την αμοιβή τους.
17. Εσύ απεναντίας, όταν νηστεύεις, άλειψε το κεφάλι σου και πλύνε το πρόσωπό σου,
18. για να μη φανείς στους ανθρώπους ότι νηστεύεις, αλλά στον Πατέρα σου που βλέπει τα κρυφά. Και ο Πατέρας σου που βλέπει τα κρυφά, θα σου το ανταποδώσει φανερά».
19. «Μη θησαυρίζετε θησαυρούς στη γη, όπου ο σκόρος και η σκουριά καταστρέφουν και όπου κλέφτες κάνουν διαρρήξεις και κλέβουν.
20. Αντίθετα, να θησαυρίζετε για τους εαυτούς σας θησαυρούς στον ουρανό, όπου ούτε σκόρος καταστρέφει ούτε σκουριά και όπου κλέφτες δεν κάνουν διαρρήξεις ούτε κλέβουν.
21. Γιατί όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί θα είναι και η καρδιά σας».
22. «Το λυχνάρι του σώματος είναι το μάτι. Συνεπώς, αν το μάτι σου είναι απονήρευτο, ολόκληρο το σώμα σου θα είναι φωτεινό.
23. Αν όμως το μάτι σου είναι πονηρό, τότε όλο το σώμα σου θα είναι σκοτεινό. Αν λοιπόν, το φως που υπάρχει μέσα σου είναι σκοτάδι, πόσο χειρότερο θα είναι το σκοτάδι;».
24. «Κανένας δεν μπορεί να υπηρετεί δύο κυρίους, γιατί ή θα μισήσει τον έναν και θα αγαπήσει τον άλλο ή θα προσηλωθεί στον έναν και θα καταφρονήσει τον άλλο. Δεν μπορείτε να υπηρετείτε και το Θεό και το Μαμωνά».
25. «Γι' αυτό σας λέω, μην ανησυχείτε για τη ζωή σας, τι θα φάτε και τι θα πιείτε ούτε για το σώμα σας, τι θα ντυθείτε. Δεν είναι μήπως η ζωή σας πολυτιμότερη από την τροφή και το σώμα σας από τα ρούχα;
26. Παρατηρήστε τα πουλιά τ' ουρανού που δε σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε συνάζουν σε αποθήκες, όμως ο Πατέρας σας ο ουράνιος τα τρέφει. Εσείς δε διαφέρετε πολύ περισσότερο απ' αυτά;
27. Αλλά και ποιος από σας μπορεί, με το να ανησυχεί, να προσθέσει έστω και λίγα εκατοστά στη διάρκεια της ζωής του;
28. Και για ρούχα τι ανησυχείτε; Παρατηρήστε προσεκτικά τα κρίνα στην εξοχή και μάθετε πώς μεγαλώνουν. Ούτε κοπιάζουν ούτε γνέθουν.
29. Κι όμως, σας λέω, ούτε ο Σολομών με όλη του τη δόξα, δεν ντυνόταν σαν ένα απ' αυτά.
30. Κι αν της εξοχής το χορτάρι, που σήμερα υπάρχει και αύριο πετιέται στο φούρνο, ο Θεός το ντύνει έτσι, δε θα ντύσει πολύ περισσότερο εσάς, ολιγόπιστοι;
31. Μην ανησυχείτε, λοιπόν, λέγοντας τι θα φάμε ή τι θα πιούμε ή τι θα ντυθούμε -
32. άλλωστε όλα αυτά τα επιδιώκουν οι ειδωλολάτρες - επειδή ξέρει ο Πατέρας σας ο ουράνιος ότι όλα αυτά τα χρειάζεστε.
33. Αντίθετα, να ζητάτε πρώτα τη βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη του, κι όλα αυτά θα σας προστεθούν.
34. Μην ανησυχείτε, λοιπόν, για την αυριανή ημέρα, γιατί η αυριανή ημέρα θα φροντίσει για τα δικά της. Αρκετό είναι για την κάθε μέρα το δικό της πρόβλημα».
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Matthew

Matthew, Chapter 6 Ancient Greek

1. Προσέχετε δὲ τὴν ἐλεημοσύνην ὑμῶν μὴ ποιεῖν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸ θεαθῆναι αὐτοῖς· εἰ δὲ μήγε, μισθὸν οὐκ ἔχετε παρὰ τῷ πατρὶ ὑμῶν τῷ ἐν τοῖς οὐρανοῖς.

2. Ὅταν οὖν ποιῇς ἐλεημοσύνην, μὴ σαλπίσῃς ἔμπροσθέν σου, ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ ποιοῦσιν ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ ἐν ταῖς ῥύμαις, ὅπως δοξασθῶσιν ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν.

3. σοῦ δὲ ποιοῦντος ἐλεημοσύνην μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου,

4. ὅπως ᾖ σου ἡ ἐλεημοσύνη ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ.

5. Καὶ ὅταν προσεύχη, οὐκ ἔσῃ ὥσπερ οἱ ὑποκριταί, ὅτι φιλοῦσιν ἐν ταῖς συναγωγαῖς καὶ ἐν ταῖς γωνίαις τῶν πλατειῶν ἑστῶτες προσεύχεσθαι, ὅπως ἂν φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν.

6. σὺ δὲ ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τὸ ταμεῖόν σου, καὶ κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ.

7. Προσευχόμενοι δὲ μὴ βαττολογήσητε ὥσπερ οἱ ἐθνικοί· δοκοῦσι γὰρ ὅτι ἐν τῇ πολυλογίᾳ αὐτῶν εἰσακουσθήσονται.

8. μὴ οὖν ὁμοιωθῆτε αὐτοῖς· οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὧν χρείαν ἔχετε πρὸ τοῦ ὑμᾶς αἰτῆσαι αὐτόν.

9. Οὕτως οὖν προσεύχεσθε ὑμεῖς· Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς· ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου·

10. ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου· γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς·

11. τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον·

12. καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν·

13. καὶ μὴ εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ. ὅτι σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμις καὶ ἡ δοξα εἰς τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.

14. Ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος·

15. ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν.

16. Ὅταν δὲ νηστεύητε, μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ σκυθρωποί· ἀφανίζουσι γὰρ τὰ πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν.

17. σὺ δὲ νηστεύων ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι,

18. ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ.

19. Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς, ὅπου σὴς καὶ βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται διορύσσουσι καὶ κλέπτουσι·

20. θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανῷ, ὅπου οὔτε σὴς οὔτε βρῶσις ἀφανίζει, καὶ ὅπου κλέπται οὐ διορύσσουσιν οὐδὲ κλέπτουσιν·

21. ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν.

22. Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται·

23. ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον;

24. Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ.

25. Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος;

26. ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν;

27. τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα;

28. καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει·

29. λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων.

30. Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι;

31. μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἢ τί πίωμεν ἢ τί περιβαλώμεθα;

32. πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων.

33. ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.

34. μὴ οὖν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔριον· ἡ γὰρ αὔριον μεριμνήσει τὰ ἑαυτῆς· ἀρκετὸν τῇ ἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς.

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Matthew, Chapter 6 (KJV)

1. Take heed that ye do not your alms before men, to be seen of them: otherwise ye have no reward of your Father which is in heaven.
2. Therefore when thou doest thine alms, do not sound a trumpet before thee, as the hypocrites do in the synagogues and in the streets, that they may have glory of men. Verily I say unto you, They have their reward.
3. But when thou doest alms, let not thy left hand know what thy right hand doeth:
4. That thine alms may be in secret: and thy Father which seeth in secret himself shall reward thee openly.
5. And when thou prayest, thou shalt not be as the hypocrites are : for they love to pray standing in the synagogues and in the corners of the streets, that they may be seen of men. Verily I say unto you, They have their reward.
6. But thou, when thou prayest, enter into thy closet, and when thou hast shut thy door, pray to thy Father which is in secret; and thy Father which seeth in secret shall reward thee openly.
7. But when ye pray, use not vain repetitions, as the heathen do : for they think that they shall be heard for their much speaking.
8. Be not ye therefore like unto them: for your Father knoweth what things ye have need of, before ye ask him.
9. After this manner therefore pray ye: Our Father which art in heaven, Hallowed be thy name.
10. Thy kingdom come. Thy will be done in earth, as it is in heaven.
11. Give us this day our daily bread.
12. And forgive us our debts, as we forgive our debtors.
13. And lead us not into temptation, but deliver us from evil: For thine is the kingdom, and the power, and the glory, for ever. Amen.
14. For if ye forgive men their trespasses, your heavenly Father will also forgive you:
15. But if ye forgive not men their trespasses, neither will your Father forgive your trespasses.
16. Moreover when ye fast, be not, as the hypocrites, of a sad countenance: for they disfigure their faces, that they may appear unto men to fast. Verily I say unto you, They have their reward.
17. But thou, when thou fastest, anoint thine head, and wash thy face;
18. That thou appear not unto men to fast, but unto thy Father which is in secret: and thy Father, which seeth in secret, shall reward thee openly.
19. Lay not up for yourselves treasures upon earth, where moth and rust doth corrupt, and where thieves break through and steal:
20. But lay up for yourselves treasures in heaven, where neither moth nor rust doth corrupt, and where thieves do not break through nor steal:
21. For where your treasure is, there will your heart be also.
22. The light of the body is the eye: if therefore thine eye be single, thy whole body shall be full of light.
23. But if thine eye be evil, thy whole body shall be full of darkness. If therefore the light that is in thee be darkness, how great is that darkness!
24. No man can serve two masters: for either he will hate the one, and love the other; or else he will hold to the one, and despise the other. Ye cannot serve God and mammon.
25. Therefore I say unto you, Take no thought for your life, what ye shall eat, or what ye shall drink; nor yet for your body, what ye shall put on. Is not the life more than meat, and the body than raiment?
26. Behold the fowls of the air: for they sow not, neither do they reap, nor gather into barns; yet your heavenly Father feedeth them. Are ye not much better than they?
27.  Which of you by taking thought can add one cubit unto his stature?
28. And why take ye thought for raiment? Consider the lilies of the field, how they grow; they toil not, neither do they spin:
29. And yet I say unto you, That even Solomon in all his glory was not arrayed like one of these.
30. Wherefore, if God so clothe the grass of the field, which to day is, and to morrow is cast into the oven, shall he  not much more clothe you, O ye of little faith?
31. Therefore take no thought, saying, What shall we eat? or, What shall we drink? or, Wherewithal shall we be clothed?
32. (For after all these things do the Gentiles seek:) for your heavenly Father knoweth that ye have need of all these things.
33. But seek ye first the kingdom of God, and his righteousness; and all these things shall be added unto you.
34. Take therefore no thought for the morrow: for the morrow shall take thought for the things of itself. Sufficient unto the day  is the evil thereof.