Matthew, Chapter 7 Modern Greek

01 Μη κρίνετε διά να μη κριθήτε
02 διότι με οποίαν κρίσιν κρίνετε, θέλετε κριθή  καί με οποίον μέτρον μετρείτε, θέλει αντιμετρηθή εις εσάς.
03 Και διά τι βλέπεις το ξυλάριον το εν τω οφθαλμώ του αδελφού σου, την δε δοκόν την εν τω οφθαλμώ σου δεν παρατηρείς;
04 Η πως θέλεις ειπεί προς τον αδελφόν σου,  Άφες να εκβάλω το ξυλάριον από του οφθαλμού σου, ενώ η δοκός είναι εν τω οφθαλμώ σου;
05 Υποκριτά, έκβαλε πρώτον την δοκόν εκ του οφθαλμού σου, και τότε θέλεις ιδεί καθαρώς διά να εκβάλης το ξυλάριον εκ του οφθαλμού του αδελφού σου.
06 Μη δώσητε το άγιον εις τους κύνας  μηδέ ρίψητε τους μαργαρίτας σας έμπροσθεν των χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αυτούς με τους πόδας αυτών, και στραφέντες σας διασχίσωσιν.
07 Αιτείτε, και θέλει σας δοθή ζητείτε, και θέλετε ευρεί κρούετε, και θέλει σας ανοιχθή
08 διότι πας ο αιτών λαμβάνει, και ο ζητών ευρίσκει, και εις τον κρούοντα θέλει ανοιχθή.
09 Η τις άνθρωπος είναι από σας, όστις, εάν ο υιός αυτού ζητήση άρτον, μήπως θέλει δώσει εις αυτόν λίθον;
10 και εάν ζητήση οψάριον, μήπως θέλει δώσει εις αυτόν όφιν;
11 εάν λοιπόν σεις, πονηροί όντες, εξεύρητε να δίδητε καλάς δόσεις εις τα τέκνα σας, πόσω μάλλον ο Πατήρ σας ο εν τοις ουρανοίς, θέλει δώσει αγαθά εις τους ζητούντας παρ' αυτού;.
12 Λοιπόν πάντα όσα αν θέλητε να κάμνωσιν εις εσάς οι άνθρωποι, ούτω και σεις κάμνετε εις αυτούς διότι ούτος είναι ο νόμος και οι προφήται.
13 Εισέλθετε διά της στενής πύλης  διότι πλατεία είναι η πύλη, και ευρύχωρος η οδός η φέρουσα εις την απώλειαν, και πολλοί είναι οι εισερχόμενοι δι αυτής.
14 Επειδή στενή είναι η πύλη, και τεθλιμμένη η οδός η φέρουσα εις την ζωήν, και ολίγοι είναι οι ευρίσκοντες αυτήν.
15 Προσέχετε δε απο των ψευδοπροφητών, οίτινες έρχονται πρός εσάς με ενδύματα προβάτων, έσωθεν όμως είναι λύκοι άρπαγες.
16 Απο των καρπών αυτών θέλετε γνωρίσει αυτούς μήποτε συνάγουσιν απο ακανθών σταφύλια, η από τριβόλων σύκα;
17 ούτω παν δένδρον καλόν κάμνει καλούς καρπούς το δε σαπρόν δένδρον κάμνει κακούς καρπούς.
18 Δεν δύναται δένδρον καλόν να κάμνη καρπούς κακούς, ουδέ δένδρον σαπρόν να κάμνη καρπούς καλούς.
19 Παν δένδρον μη κάμνον καρπόν καλόν εκκόπτεται και εις πύρ βάλλεται.
20  Άρα απο των καρπών αυτών θέλετε γνωρίσει αυτούς.
21 Δεν θέλει εισέλθει εις την βασιλείαν των ουρανών πάς ο λέγων πρός εμέ, Κύριε, Κύριε αλλ' ο πράττων το θέλημα του Πατρός μου του εν τοις ουρανοίς.
22 Πολλοί θέλουσιν ειπεί πρός εμέ εν εκείνη τη ημέρα, Κύριε, Κύριε, δεν προεφητεύσαμεν εν τω ονόματί σου, και εν τω ονόματί σου εξεβάλομεν δαιμόνια, και εν τω ονόματί σου εκάμομεν θαύματα πολλά;
23 Και τότε θέλω ομολογήσει πρός αυτούς, ότι ποτέ δεν σας εγνώρισα  φεύγετε απ' εμού οι εργαζόμενοι την ανομίαν.
24 Πάς λοιπόν όστις ακούει τους λόγους μου τούτους, και κάμνει αυτούς, θέλω ομοιώσει αυτόν με άνδρα φρόνιμον, όστις ωκοδόμησε την οικίαν αυτού επί την πέτραν
25 και κατέβη η βροχή, και ήλθον οι ποταμοί, και έπνευσαν οι άνεμοι, και προσέβαλον εις την οικίαν εκείνην, και δεν έπεσε  διότι ήτο τεθεμελιωμένη επί την πέτραν.
26 Και πάς ο ακούων τους λόγους μου τούτους και μη κάμνων αυτούς, θέλει ομοιωθή με άνδρα μωρόν, όστις ωκοδόμησε την οικίαν αυτού επί την άμμον
27 και κατέβη η βροχή, και ήλθον οι ποταμοί, και έπνευσαν οι άνεμοι, και προσέβαλον εις την οικίαν εκείνην, και έπεσε  και ήτο η πτώσις αυτής μεγάλη.
28  Ότε δε ετελείωσεν ο Ιησούς τους λόγους τούτους, εξεπλήττοντο οι όχλοι δια την διδαχήν αυτού.
29 Διότι εδίδασκεν αυτούς ως έχων εξουσίαν, και ουχί ως οι γραμματείς.














































































Matthew, Chapter 7 Demotic Greek

1. «Μην κρίνετε για να μην κριθείτε.
2. Γιατί με βάση το κριτήριο που κρίνετε θα κριθείτε και με βάση το μέτρο που μετράτε θα σας μετρηθεί.
3. Και γιατί βλέπεις το ξυλαράκι στο μάτι του αδελφού σου και δεν αντιλαμβάνεσαι το δοκάρι που είναι μέσα στο δικό σου το μάτι;
4. Ή πώς θα πεις στον αδελφό σου, άφησε να βγάλω το ξυλαράκι από το μάτι σου, τη στιγμή που το δοκάρι βρίσκεται στο μάτι σου;
5. Υποκριτή! Βγάλε πρώτα το δοκάρι από το μάτι σου και τότε θα δεις καθαρά για να βγάλεις το ξυλαράκι από το μάτι του αδελφού σου».
6. «Μη δώσετε αυτό που είναι άγιο στα σκυλιά ούτε να ρίξετε τα μαργαριτάρια σας μπροστά στους χοίρους, μήπως τα καταπατήσουν με τα πόδια τους και στραφούν και σας ξεσκίσουν».
7. «Ζητάτε και θα σας δοθεί. Γυρεύετε και θα βρείτε. Χτυπάτε και θα σας ανοιχτεί.
8. Γιατί, ο καθένας που ζητάει, παίρνει κι εκείνος που γυρεύει, βρίσκει και σ' εκείνον που χτυπάει, θ' ανοιχτεί.
9. Ή μήπως υπάρχει κανένας από σας τους ανθρώπους, που, αν ο γιος του του ζητήσει ψωμί, αυτός θα του δώσει πέτρα;
10. Ή αν του ζητήσει ψάρι θα του δώσει φίδι;
11. Αν λοιπόν εσείς, παρόλο που είστε πονηροί, ξέρετε να δίνετε ωφέλιμα πράγματα στα παιδιά σας, σκεφτείτε πόσο περισσότερο ο Πατέρας σας ο ουράνιος θα δώσει ωφέλιμα πράγματα σ' εκείνους που του ζητούνε».
12. «Συνεπώς, όλα όσα θέλετε να κάνουν σ' εσάς οι άνθρωποι, αυτά να κάνετε κι εσείς σ' αυτούς, γιατί αυτός είναι ο κανόνας που διέπει το νόμο και τους προφήτες».
13. «Μπείτε από τη στενή πύλη, γιατί, επειδή είναι πλατιά η πύλη και ευρύχωρος ο δρόμος που οδηγεί στο χαμό, πολλοί είναι εκείνοι που μπαίνουν απ' αυτήν.
14. Κι επειδή είναι στενή η πύλη και στενόχωρος ο δρόμος που οδηγεί στη ζωή, λίγοι είναι εκείνοι που τη βρίσκουν».
15. «Και να φυλάγεστε από τους ψευδοπροφήτες, που σας πλησιάζουν ντυμένοι σαν πρόβατα αλλ' από μέσα είναι λύκοι αρπαχτικοί.
16. Από τους καρπούς τους θα τους αναγνωρίσετε. Μήπως μαζεύουν σταφύλια από αγκάθια ή σύκα από τριβόλια;
17. Έτσι, κάθε καλό δέντρο κάνει καλούς καρπούς, ενώ το σάπιο δέντρο κάνει κακούς καρπούς.
18. Δεν μπορεί ένα καλό δέντρο να κάνει κακούς καρπούς, ούτε ένα σάπιο δέντρο να κάνει καλούς καρπούς.
19. Κάθε δέντρο που δεν κάνει καλό καρπό, το κόβουν και το πετούν στη φωτιά.
20. Επομένως, από τους καρπούς τους θα τους αναγνωρίσετε».
21. «Στη βασιλεία των ουρανών δε θα μπει ο καθένας που μου λέει: Κύριε, Κύριε, αλλά όποιος κάνει το θέλημα του Πατέρα μου του ουράνιου.
22. Πολλοί θα μου πουν εκείνη την ημέρα: Κύριε, Κύριε, στο δικό σου όνομα δεν κηρύξαμε και στο δικό σου όνομα δε βγάλαμε δαιμόνια και στο δικό σου όνομα δεν κάναμε πολλά θαυμαστά έργα;
23. Και τότε θα τους πω: Ποτέ δε σας γνώρισα, φύγετε από μένα εσείς που το έργο σας είναι η ανομία».
24. «Καθέναν λοιπόν, που ακούει τα λόγια μου τούτα και τα εκτελεί, θα τον παρομοιάσω με φρόνιμο άνθρωπο, που έχτισε το σπίτι του πάνω στην πέτρα.
25. Και κατέβηκε η βροχή και ήρθαν τα ποτάμια και φύσηξαν οι άνεμοι και έπεσαν με ορμή πάνω στο σπίτι εκείνο, μα δεν γκρεμίστηκε, γιατί είχε θεμελιωθεί επάνω στην πέτρα.
26. Απεναντίας, καθένας που ακούει τα λόγια μου τούτα και δεν τα εφαρμόζει, θα μοιάσει σε ανόητο άνθρωπο, που έχτισε το σπίτι του επάνω στην άμμο.
27. Και κατέβηκε η βροχή και ήρθαν τα ποτάμια και φύσηξαν οι άνεμοι και χτύπησαν το σπίτι εκείνο και τότε έπεσε και ήταν το πέσιμό του ολοκληρωτικό».
28. Όταν τέλειωσε ο Ιησούς τα λόγια αυτά, τα πλήθη εκδήλωναν την έκπληξή τους για τη διδαχή του.
29. Γιατί τους δίδασκε με τρόπο που έδειχνε πως έχει εξουσία και όχι όπως οι νομοδιδάσκαλοι.















































































Matthew

Matthew, Chapter 7 Ancient Greek

1. Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε·

2. ἐν ᾧ γὰρ κρίματι κρίνετε κριθήσεσθε, καὶ ἐν ᾧ μέτρῳ μετρεῖτε μετρηθήσεται ὑμῖν.

3. τί δὲ βλέπεις τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου, τὴν δὲ ἐν τῷ σῷ ὀφθαλμῷ δοκὸν οὐ κατανοεῖς;

4. ἢ πῶς ἐρεῖς τῷ ἀδελφῷ σου, ἄφες ἐκβάλω τὸ κάρφος ἀπὸ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καὶ ἰδοὺ ἡ δοκὸς ἐν τῷ ὀφθαλμῷ σου;

5. ὑποκριτά, ἔκβαλε πρῶτον τὴν δοκὸν ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ σου, καὶ τότε διαβλέψεις ἐκβαλεῖν τὸ κάρφος ἐκ τοῦ ὀφθαλμοῦ τοῦ ἀδελφοῦ σου.

6. Μὴ δῶτε τὸ ἅγιον τοῖς κυσὶ μηδὲ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν χοίρων, μήποτε καταπατήσωσιν αὐτοὺς ἐν τοῖς ποσὶν αὐτῶν καὶ στραφέντες ῥήξωσιν ὑμᾶς.

7. Αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν, ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε, κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν·

8. πᾶς γὰρ ὁ αἰτῶν λαμβάνει καὶ ὁ ζητῶν εὑρίσκει καὶ τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται.

9. ἢ τίς ἐστιν ἐξ ὑμῶν ἄνθρωπος, ὃν ἐὰν αἰτήσῃ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ἄρτον, μὴ λίθον ἐπιδώσει αὐτῷ;

10. καὶ ἐὰν ἰχθὺν αἰτήσῃ, μὴ ὄφιν ἐπιδώσει αὐτῷ;

11. εἰ οὖν ὑμεῖς, πονηροὶ ὄντες, οἴδατε δόματα ἀγαθὰ διδόναι τοῖς τέκνοις ὑμῶν, πόσῳ μᾶλλον ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς δώσει ἀγαθὰ τοῖς αἰτοῦσιν αὐτόν;

12. Πάντα οὖν ὅσα ἂν θέλητε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, οὕτω καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς· οὗτος γάρ ἐστιν ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆται.

13. Εἰσέλθετε διὰ τῆς στενῆς πύλης· ὅτι πλατεῖα ἡ πύλη καὶ εὐρύχωρος ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ἀπώλειαν, καὶ πολλοί εἰσιν οἱ εἰσερχόμενοι δι' αὐτῆς.

14. τί στενὴ ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν, καὶ ὀλίγοι εἰσὶν οἱ εὑρίσκοντες αὐτήν

15. Προσέχετε δὲ ἀπὸ τῶν ψευδοπροφητῶν, οἵτινες ἔρχονται πρὸς ὑμᾶς ἐν ἐνδύμασι προβάτων, ἔσωθεν δέ εἰσι λύκοι ἅρπαγες.

16. ἀπὸ τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς. μήτι συλλέγουσιν ἀπὸ ἀκανθῶν σταφυλὴν ἢ ἀπὸ τριβόλων σῦκα;

17. οὕτω πᾶν δένδρον ἀγαθὸν καρποὺς καλοὺς ποιεῖ, τὸ δὲ σαπρὸν δένδρον καρποὺς πονηροὺς ποιεῖ.

18. οὐ δύναται δένδρον ἀγαθὸν καρποὺς πονηροὺς ποιεῖν, οὐδὲ δένδρον σαπρὸν καρποὺς καλοὺς ποιεῖν.

19. πᾶν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται.

20. ἄραγε ἀπὸ τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς.

21. Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ' ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.

22. πολλοὶ ἐροῦσί μοι ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ· Κύριε Κύριε, οὐ τῷ σῷ ὀνόματι προεφητεύσαμεν, καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δαιμόνια ἐξεβάλομεν, καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δυνάμεις πολλὰς ἐποιήσαμεν;

23. καὶ τότε ὁμολογήσω αὐτοῖς ὅτι οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς· ἀποχωρεῖτε ἀπ' ἐμοῦ οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν.

24. Πᾶς οὖν ὅστις ἀκούει μου τοὺς λόγους τούτους καὶ ποιεῖ αὐτούς, ὁμοιώσω αὐτὸν ἀνδρὶ φρονίμῳ, ὅστις ᾠκοδόμησε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ ἐπὶ τὴν πέτραν·

25. καὶ κατέβη ἡ βροχὴ καὶ ἦλθον οἱ ποταμοὶ καὶ ἔπνευσαν οἱ ἄνεμοι καὶ προσέπεσον τῇ οἰκίᾳ ἐκείνῃ, καὶ οὐκ ἔπεσε· τεθεμελίωτο γὰρ ἐπὶ τὴν πέτραν.

26. καὶ πᾶς ὁ ἀκούων μου τοὺς λόγους τούτους καὶ μὴ ποιῶν αὐτοὺς ὁμοιωθήσεται ἀνδρὶ μωρῷ, ὅστις ᾠκοδόμησε τὴν οἰκίαν αὐτοῦ ἐπὶ τὴν ἄμμον·

27. καὶ κατέβη ἡ βροχὴ καὶ ἦλθον οἱ ποταμοὶ καὶ ἔπνευσαν οἱ ἄνεμοι καὶ προσέκοψαν τῇ οἰκίᾳ ἐκείνῃ, καὶ ἔπεσε, καὶ ἦν ἡ πτῶσις αὐτῆς μεγάλη.

28. Καὶ ἐγένετο ὅτε συνετέλεσεν ὁ Ἰησοῦς τοὺς λόγους τούτους, ἐξεπλήσσοντο οἱ ὄχλοι ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ·

29. ἦν γὰρ διδάσκων αὐτοὺς ὡς ἐξουσίαν ἔχων, καὶ οὐχ ὡς οἱ γραμματεῖς.

 

















































































Matthew, Chapter 7 (KJV)

1. Judge not, that ye be not judged.
2. For with what judgment ye judge, ye shall be judged: and with what measure ye mete, it shall be measured to you again.
3. And why beholdest thou the mote that is in thy brother's eye, but considerest not the beam that is in thine own eye?
4. Or how wilt thou say to thy brother, Let me pull out the mote out of thine eye; and, behold, a beam is in thine own eye?
5. Thou hypocrite, first cast out the beam out of thine own eye; and then shalt thou see clearly to cast out the mote out of thy brother's eye.
6. Give not that which is holy unto the dogs, neither cast ye your pearls before swine, lest they trample them under their feet, and turn again and rend you.
7. Ask, and it shall be given you; seek, and ye shall find; knock, and it shall be opened unto you:
8. For every one that asketh receiveth; and he that seeketh findeth; and to him that knocketh it shall be opened.
9. Or what man is there of you, whom if his son ask bread, will he give him a stone?
10. Or if he ask a fish, will he give him a serpent?
11. If ye then, being evil, know how to give good gifts unto your children, how much more shall your Father which is in heaven give good things to them that ask him?
12. Therefore all things whatsoever ye would that men should do to you, do ye even so to them: for this is the law and the prophets.
13. Enter ye in at the strait gate: for wide is the gate, and broad is the way, that leadeth to destruction, and many there be which go in thereat:
14. Because strait is the gate, and narrow is the way, which leadeth unto life, and few there be that find it.
15. Beware of false prophets, which come to you in sheep's clothing, but inwardly they are ravening wolves.
16. Ye shall know them by their fruits. Do men gather grapes of thorns, or figs of thistles?
17. Even so every good tree bringeth forth good fruit; but a corrupt tree bringeth forth evil fruit.
18. A good tree cannot bring forth evil fruit, neither can a corrupt tree bring forth good fruit.
19. Every tree that bringeth not forth good fruit is hewn down, and cast into the fire.
20. Wherefore by their fruits ye shall know them.
21. Not every one that saith unto me, Lord, Lord, shall enter into the kingdom of heaven; but he that doeth the will of my Father which is in heaven.
22. Many will say to me in that day, Lord, Lord, have we not prophesied in thy name? and in thy name have cast out devils? and in thy name done many wonderful works?
23. And then will I profess unto them, I never knew you: depart from me, ye that work iniquity.
24. Therefore whosoever heareth these sayings of mine, and doeth them, I will liken him unto a wise man, which built his house upon a rock:
25. And the rain descended, and the floods came, and the winds blew, and beat upon that house; and it fell not: for it was founded upon a rock.
26. And every one that heareth these sayings of mine, and doeth them not, shall be likened unto a foolish man, which built his house upon the sand:
27. And the rain descended, and the floods came, and the winds blew, and beat upon that house; and it fell: and great was the fall of it.
28. And it came to pass, when Jesus had ended these sayings, the people were astonished at his doctrine:
29. For he taught them as one having authority, and not as the scribes.