Matthew, Chapter 8 Modern Greek

01  Ότε δε κατέβη από του όρους, ηκολούθησαν αυτόν όχλοι πολλοί.
02 και ιδού, λεπρός ελθών προσεκύνει αυτόν, λέγων, Κύριε, εάν θέλης, δύνασαι να με καθαρίσης.
03 Και εκτείνας την χείρα ο Ιησούς, ήγγισεν αυτόν, λέγων Θέλω, καθαρίσθητι.
04 Και λέγει προς αυτόν ο Ιησούς, Πρόσεχε μη είπης τούτο εις μηδένα αλλ' ύπαγε, δείξον σεαυτόν εις τον ιερέα, και πρόσφερε το δώρον, το οποίον προσέταξεν ο Μωϋσής, δια μαρτυρίαν εις αυτούς.
05  Ότε δε εισήλθεν ο Ιησούς εις Καπερναούμ, προσήλθε προς αυτόν εκατόνταρχος παρακαλών αυτόν,
06 και λέγων, Κύριε, ο δούλος μου κείται εν τη οικία παραλυτικός, δεινώς βασανιζόμενος.
07 Και λέγει προς αυτόν ο Ιησούς, Εγώ ελθών θέλω θεραπεύσει αυτόν.
08 Και αποκριθείς ο εκατόνταρχος είπε, Κύριε, δεν είμαι άξιος να εισέλθης υπό την στέγην μου  αλλά μόνον ειπέ λόγον, και θέλει ιατρευθή ο δούλος μου.
09 Διότι και εγώ είμαι άνθρωπος υπό εξουσίαν, έχων υπ' εμαυτόν στρατιώτας  και λέγω προς τούτον,  Ύπαγε, και υπάγει  και προς άλλον,  Έρχου, και έρχεται  και προς τον δούλον μου, Κάμε τούτο, και κάμνει.
10 Ακούσας δε ο Ιησούς εθαύμασε, και είπε προς τους ακολουθούντας, Αληθώς σας λέγω, ουδέ εν τω Ισραήλ εύρον τοσαύτην πίστιν.
11 Σας λέγω δε, ότι πολλοί θέλουσιν ελθεί από ανατολών και δυσμών, και θέλουσι καθίσει μετά του Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ εν τη βασιλεία των ουρανών
12 οι δε υιοί της βασιλείας θέλουσιν εκβληθή εις το σκότος το εξώτερον  εκεί θέλει είσθαι ο κλαυθμός και ο τρυγμός των οδόντων.
13 Και είπεν ο Ιησούς προς τον εκατόνταρχον, Ύπαγε, και ως επίστευσας ας γείνη εις σέ.  Και ιατρεύθη ο δούλος αυτού εν τη ώρα εκείνη.
14 Και ελθών ο Ιησούς εις την οικίαν του Πέτρου, είδε την πενθεράν αυτού κατάκοιτον και πάσχουσαν πυρετόν.
15 Και επίασε την χείρα αυτής, και αφήκεν αυτήν ο πυρετός και εσηκώθη, και υπηρέτει αυτούς.
16 Και Ότε έγεινεν εσπέρα, έφεραν προς αυτόν δαιμονιζομένους πολλούς  και εξέβαλε τα πνεύματα με λόγον, και πάντας τους κακώς έχοντας εθεράπευσε
17 δια να πληρωθή το ρηθέν δια Ησαϊου του προφήτου, λέγοντος,  "Αυτός τας ασθενείας ημών έλαβε, και τας νόσους εβάστασεν."
18 ιδών δε ο Ιησούς πολλούς όχλους περί εαυτόν, προσέταξε να αναχωρήσωσιν εις το πέραν.
19 και πλησιάσας εις γραμματεύς, είπε προς αυτόν, Διδάσκαλε, θέλω σοί ακολουθήσει όπου αν υπάγης.
20 Και λέγει προς αυτόν ο Ιησούς, Αι αλώπεκες έχουσι φωλεάς, και τα πετεινά του ουρανού κατοικίας  ο δε Υιός του ανθρώπου δεν έχει που να κλίνη την καφαλήν.
21  Άλλος δε εκ των μαθητών αυτού είπε προς αυτόν, Κύριε, συγχώρησον μοι να υπάγω πρώτον και να θάψω τον πατέρα μου.
22 Ο δε Ιησούς είπε προς αυτόν, Ακολούθει μοι, και άφες τούς νεκρούς να θάψωσι τους εαυτών νεκρούς.
23 Και ότε εισήλθεν εις το πλοίον, ηκολούθησαν αυτόν οι μαθηταί αυτού.
24 Και ιδού, τρικυμία μεγάλει έγεινεν εν τη θαλάσση, ώστε το πλοίον εσκεπάζετο υπό των κυμάτων  αυτός δε εκοιμάτο.
25 Και προσελθόντες οι μαθηταί αυτού εξύπνισαν αυτόν, λέγοντες, Κύριε, σώσον ημάς, χανόμεθα.
26 Και λέγει προς αυτούς,  Δια τι είσθε δειλοί, ολιγόπιστοι; Τότε σηκωθείς επετίμησε τους ανέμους και την θάλασσαν, και έγεινε γαλήνη μεγάλη.
27 Οι δε άνθρωποι εθαύμασαν, λέγοντες, Οποίος είναι ούτος, οτι και οι άνεμοι και η θάλασσα υπακούουσιν εις αυτόν!
28 Και ότε ήλθεν εις το πέραν εις την χώραν των Γεργεσηνών, υπήντησαν αυτόν δύο δαιμονιζόμενοι, εξερχόμενοι εκ των μνημείων, άγριοι καθ' υπερβολήν, ώστε ουδείς ηδύνατο να περάση δια της οδού εκείνης.
29 Και ιδού, έκραξαν, λέγοντες, Τι είναι μεταξύ ημών και σου, Ιησού, Υιέ του Θεού; ήλθες εδώ προ καιρού να μας βασανίσης;
30  Ήτο δε μακράν απ' αυτών αγέλη χοίρων πολλών βοσκομένη. Και οι δαίμονες παρεκάλουν αυτόν, λέγοντες, Εάν μας εκβάλης, επίτρεψον εις ημάς να απέλθωμεν εις την αγέλην των χοίρων.
32 Και είπε προς αυτούς,  Υπάγετε.  Και εκείνοι εξελθόντες υπήγαν εις την αγέλην των χοίρων. Και ιδού, ώρμησε πάσα η αγέλη των χοίρων κατά του κρημνού εις την θάλασσαν, και απέθανον εν τοις ύδασιν.
33 Οι δε βόσκοντες έφυγον, και ελθόντες εις την πόλιν απήγγειλαν πάντα, και τα των δαιμονιζομένων.
34 Και ιδού, πάσα η πόλις εξήλθεν εις συνάντησιν του Ιησού και ιδόντες αυτόν, παρεκάλεσαν να μεταβή απο των ορίων αυτών.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Matthew, Chapter 8 Demotic Greek

1. Κι όταν κατέβηκε από το βουνό, τον ακολούθησαν πολλά πλήθη.
2. Εμφανίστηκε τότε ένας λεπρός, που ήρθε και τον προσκυνούσε λέγοντας: «Κύριε, αν θέλεις μπορείς να με καθαρίσεις».
3. Κι ο Ιησούς άπλωσε το χέρι του και τον άγγιξε λέγοντάς του: «Θέλω, καθαρίσου». Κι αμέσως καθαρίστηκε η λέπρα του.
4. Του λέει τότε ο Ιησούς: «Πρόσεξε, μην το πεις σε κανέναν, μόνο πήγαινε να σε δει ο ιερέας και πρόσφερε το δώρο που πρόσταξε ο Μωυσής σαν αποδεικτική μαρτυρία γι' αυτούς».
5. Κι όταν μπήκε στην Καπερναούμ, τον πλησίασε ένας εκατόνταρχος, που τον παρακαλούσε λέγοντας:
6. «Κύριε, ο δούλος μου είναι κατάκοιτος στο σπίτι από παράλυση, και βασανίζεται φριχτά».
7. Του λέει ο Ιησούς: «Θα έρθω εγώ και θα τον γιατρέψω».
8. Μα ο εκατόνταρχος αποκρίθηκε: «Κύριε, δεν είμαι άξιος να μπεις κάτω από τη στέγη μου, αλλά μια προσταγή δώσε μονάχα και θα γιατρευτεί ο δούλος μου.
9. Γιατί είμαι κι εγώ κάτω από εξουσία κι έχω στρατιώτες στις διαταγές μου, και λέω στον έναν: πήγαινε, και πηγαίνει, και στον άλλο: έλα, κι έρχεται, και στο δούλο μου: κάνε τούτο, και το κάνει».
10. Και σαν τ' άκουσε αυτό ο Ιησούς, θαύμασε και είπε σ' αυτούς που τον ακολουθούσαν: «Πραγματικά, σας λέω, ούτε στον Ισραήλ δε βρήκα τόση πίστη.
11. Και σας λέω τούτο: ότι θα έρθουν πολλοί από ανατολή και δύση και θα καθίσουν μαζί με τον Αβραάμ και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ στο γιορταστικό τραπέζι στη βασιλεία των ουρανών,
12. ενώ οι κληρονόμοι της βασιλείας θα πεταχτούν στο σκοτάδι το πιο βαθύ και απόμακρο. Εκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών».
13. Είπε κατόπιν ο Ιησούς στον εκατόνταρχο: «πήγαινε, κι όπως πίστεψες έτσι ας γίνει για σένα». Και γιατρεύτηκε ο δούλος του την ώρα εκείνη.
14. Κι όταν ήρθε ο Ιησούς στο σπίτι του Πέτρου, είδε την πεθερά του να είναι κατάκοιτη και με πυρετό.
15. Της άγγιξε τότε το χέρι της κι έπεσε ο πυρετός της και σηκώθηκε και τους υπηρετούσε.
16. Και σαν έφτασε το δειλινό, του έφεραν πολλούς δαιμονισμένους, και έβγαλε τα πνεύματα με πρόσταγμα και γιάτρεψε όλους τους αρρώστους,
17. έτσι που να εκπληρωθεί η προφητεία του Ησαΐα του προφήτη που λέει: «Αυτός πήρε τις ασθένειές μας και σήκωσε τις αρρώστιες μας».
18. Και σαν είδε ο Ιησούς γύρω του πλήθη πολλά, πρόσταξε να πάνε στην αντίπερα όχθη της λίμνης.
19. Τον πλησίασε τότε ένας νομοδιδάσκαλος και του είπε: «Δάσκαλε, θα σε ακολουθήσω όπου κι αν πας».
20. Του λέει ο Ιησούς: «Οι αλεπούδες έχουν κρυψώνες και τα πουλιά τ' ουρανού έχουν φωλιές, μα ο Γιος του Ανθρώπου δεν έχει πού να γείρει το κεφάλι του».
21. Άλλος πάλι, από τους μαθητές του, είπε: «Κύριε, επίτρεψέ μου πρώτα να πάω να θάψω τον πατέρα μου».
22. Αλλ' ο Ιησούς του είπε: «Ακολούθα με και άφησε τους νεκρούς να θάψουν τους δικούς τους νεκρούς».
23. Και όταν μπήκε στο πλοίο, τον ακολούθησαν οι μαθητές του.
24. Ξέσπασε τότε μεγάλη τρικυμία στη λίμνη, τόσο που το πλοίο σκεπαζόταν από τα κύματα. Αυτός όμως κοιμόταν.
25. Ήρθαν τότε οι μαθητές του κοντά του και τον ξύπνησαν λέγοντας: «Κύριε, σώσε μας! Χανόμαστε!».
26. Και τους λέει: «Γιατί είστε δειλοί, ολιγόπιστοι;». Έπειτα σηκώθηκε και επέπληξε τους ανέμους και τη λίμνη, κι έγινε απόλυτη γαλήνη.
27. Και απόρησαν οι άνθρωποι κι έλεγαν: «Ποιος άραγε νάναι αυτός, που και οι άνεμοι και η λίμνη τον υπακούνε;».
28. Κι όταν έφτασε στην αντίπερα όχθη της λίμνης, στη χώρα των Γαδαρηνών, τον συνάντησαν δύο δαιμονισμένοι που έρχονταν από τα μνήματα. Ήταν τόσο άγριοι, που κανένας δεν τολμούσε να περάσει από εκείνον το δρόμο.
29. Κι είπαν αυτοί κραυγάζοντας: «Τι σχέση έχουμε εμείς με σένα Ιησού, Γιε του Θεού; Ήρθες εδώ πρόωρα να μας βασανίσεις;».
30. Στο μεταξύ σε μεγάλη απόσταση απ' αυτούς υπήρχε ένα κοπάδι χοίρων που έβοσκαν.
31. Τον παρακαλούσαν, λοιπόν, οι δαίμονες λέγοντας: «Αν μας βγάλεις, επίτρεψέ μας να πάμε στο κοπάδι των χοίρων».
32. Και τους είπε: «Να πάτε», κι εκείνοι βγήκαν και πήγαν στο κοπάδι των χοίρων, κι αμέσως όρμησε όλο το κοπάδι των χοίρων στον γκρεμό κι έπεσαν στη λίμνη και πνίγηκαν μέσα στα νερά.
33. Έφυγαν τότε οι βοσκοί και πήγαν στην πόλη και τα διηγήθηκαν όλα, και ό,τι έγινε με τους δαιμονισμένους.
34. Όλη η πόλη βγήκε τότε σε συνάντηση του Ιησού. Κι όταν τον είδαν, τον παρακάλεσαν να φύγει από τη δική τους περιοχή.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Matthew

Matthew, Chapter 8 Ancient Greek

1. Καταβάντι δὲ αὐτῷ ἀπὸ τοῦ ὄρους ἠκολούθησαν αὐτῷ ὄχλοι πολλοί.

2. Καὶ ἰδοὺ λεπρὸς ἐλθὼν προσεκύνει αὐτῷ λέγων· Κύριε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαί με καθαρίσαι.

3. καὶ ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἥψατο αὐτοῦ ὁ Ἰησοῦς λέγων· θέλω, καθαρίσθητι. καὶ εὐθέως ἐκαθαρίσθη αὐτοῦ ἡ λέπρα.

4. καὶ λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ὅρα μηδενὶ εἴπῃς, ἀλλὰ ὕπαγε σεαυτὸν δεῖξον τῷ ἱερεῖ καὶ προσένεγκε τὸ δῶρον ὃ προσέταξε Μωϋσῆς εἰς μαρτύριον αὐτοῖς.

5. Εἰσελθόντι δὲ αὐτῷ εἰς Καπερναοὺμ προσῆλθεν αὐτῷ ἑκατόνταρχος παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων·

6. Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος.

7. καὶ λέγει αὐτῷ ὁἸησοῦς· ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν.

8. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἑκατόνταρχος ἔφη· Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου.

9. καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ' ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ.

10. ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον.

11. λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν,

12. οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων.

13. καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς τῷ ἑκατοντάρχῳ· ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ.

14. Καὶ ἐλθὼν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν οἰκίαν Πέτρου εἶδε τὴν πενθερὰν αὐτοῦ βεβλημένην καὶ πυρέσσουσαν·

15. καὶ ἥψατο τῆς χειρὸς αὐτῆς, καὶ ἀφῆκεν αὐτὴν ὁ πυρετός, καὶ ἠγέρθη καὶ διηκόνει αὐτῷ.

16. Ὀψίας δὲ γενομένης προσήνεγκαν αὐτῷ δαιμονιζομένους πολλούς, καὶ ἐξέβαλε τὰ πνεύματα λόγῳ καὶ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας ἐθεράπευσεν,

17. ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ Ἡσαΐου τοῦ προφήτου λέγοντος· αὐτὸς τὰς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβε καὶ τὰς νόσους ἐβάστασεν.

18. Ἰδὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς πολλοὺς ὄχλους περὶ αὐτὸν ἐκέλευσεν ἀπελθεῖν εἰς τὸ πέραν.

19. Καὶ προσελθὼν εἷς γραμματεὺς εἶπεν αὐτῷ· διδάσκαλε, ἀκολουθήσω σοι ὅπου ἐὰν ἀπέρχῃ.

20. καὶ λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ.

21. Ἕτερος δὲ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, ἐπίτρεψόν μοι πρῶτον ἀπελθεῖν καὶ θάψαι τὸν πατέρα μου.

22. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἀκολούθει μοι, καὶ ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς.

23. Καὶ ἐμβάντι αὐτῷ εἰς τὸ πλοῖον ἠκολούθησαν αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ.

24. καὶ ἰδοὺ σεισμὸς μέγας ἐγένετο ἐν τῇ θαλάσσῃ, ὥστε τὸ πλοῖον καλύπτεσθαι ὑπὸ τῶν κυμάτων· αὐτὸς δὲ ἐκάθευδε.

25. καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἤγειραν αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, σῶσον ἡμᾶς, ἀπολλύμεθα.

26. καὶ λέγει αὐτοῖς· τί δειλοί ἐστε, ὀλιγόπιστοι; τότε ἐγερθεὶς ἐπετίμησε τοῖς ἀνέμοις καὶ τῇ θαλάσσῃ, καὶ ἐγένετο γαλήνη μεγάλη.

27. οἱ δὲ ἄνθρωποι ἐθαύμασαν λέγοντες· ποταπός ἐστιν οὗτος, ὅτι καὶ οἱ ἄνεμοι καὶ ἡ θάλασσα ὑπακούουσιν αὐτῷ;

28. Καὶ ἐλθόντι αὐτῷ εἰς τὸ πέραν εἰς τὴν χώραν τῶν Γεργεσηνῶν ὑπήντησαν αὐτῷ δύο δαιμονιζόμενοι ἐκ τῶν μνημείων ἐξερχόμενοι, χαλεποὶ λίαν, ὥστε μὴ ἰσχύειν τινὰ παρελθεῖν διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης.

29. καὶ ἰδοὺ ἔκραξαν λέγοντες· τί ἡμῖν καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ; ἦλθες ὧδε πρὸ καιροῦ βασανίσαι ἡμᾶς;

30. ἦν δὲ μακρὰν ἀπ' αὐτῶν ἀγέλη χοίρων πολλῶν βοσκομένη.

31. οἱ δὲ δαίμονες παρεκάλουν αὐτὸν λέγοντες· εἰ ἐκβάλλεις ἡμᾶς, ἐπίτρεψον ἡμῖν εἰσελθεῖν εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων.

32. καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ὑπάγετε. οἱ δὲ ἐξελθόντες ἀπῆλθον εἰς τὴν ἀγέλην τῶν χοίρων· καὶ ἰδοὺ ὥρμησε πᾶσα ἡ ἀγέλη τῶν χοίρων κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἀπέθανον ἐν τοῖς ὕδασιν.

33. οἱ δὲ βόσκοντες ἔφυγον, καὶ ἀπελθόντες εἰς τὴν πόλιν ἀπήγγειλαν πάντα καὶ τὰ τῶν δαιμονιζομένων.

34. καὶ ἰδοὺ πᾶσα ἡ πόλις ἐξῆλθεν εἰς συνάντησιν τῷ Ἰησοῦ, καὶ ἰδόντες αὐτὸν παρεκάλεσαν ὅπως μεταβῇ ἀπὸ τῶν ὁρίων αὐτῶν.

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Matthew, Chapter 8 (KJV)

01  When he was come down from the mountain, great
multitudes followed him.
02  And, behold, there came a leper and worshipped him,
saying, Lord, if thou wilt, thou canst make me clean.
03  And Jesus put forth his hand, and touched him,
saying, I will; be thou clean. And immediately his leprosy
was cleansed.
04  And Jesus saith unto him, See thou tell no man; but go
thy way, show thyself to the priest, and offer the gift
that Moses commanded, for a testimony unto them.
05  And when Jesus was entered into Capernaum, there came
unto him a centurion, beseeching him,
06  And saying, Lord, my servant lieth at home sick of the
palsy, grievously tormented.
07  And Jesus saith unto him, I will come and heal him.
08  The centurion answered and said, Lord, I am not worthy
that thou shouldest come under my roof: but speak the word
only, and my servant shall be healed.
09  For I am a man under authority, having soldiers under
me: and I say to this man, Go, and he goeth; and to
another, Come, and he cometh; and to my servant, Do this,
and he doeth it.
10  When Jesus heard it, he marvelled, and said to them
that followed, Verily I say unto you, I have not found so
great faith, no, not in Israel.
11  And I say unto you, That many shall come from the east
and west, and shall sit down with Abraham, and Isaac, and
Jacob, in the kingdom of heaven.
12  But the children of the kingdom shall be cast out into
outer darkness: there shall be weeping and gnashing of
teeth.
13  And Jesus said unto the centurion, Go thy way; and as
thou hast believed, so be it done unto thee. And his
servant was healed in the selfsame hour.
14  And when Jesus was come into Peter's house, he saw his
wife's mother laid, and sick of a fever.
15  And he touched her hand, and the fever left her: and
she arose, and ministered unto them.
16  When the even was come, they brought unto him many that
were possessed with devils: and he cast out the spirits
with his word, and healed all that were sick:
17  That it might be fulfilled which was spoken by Esaias
the prophet, saying, Himself took our infirmities, and bare
our sicknesses.
18  Now when Jesus saw great multitudes about him, he gave
commandment to depart unto the other side.
19  And a certain scribe came, and said unto him, Master, I
will follow thee whithersoever thou goest.
20  And Jesus saith unto him, The foxes have holes, and the
birds of the air have nests; but the Son of man hath not
where to lay his head.
21  And another of his disciples said unto him, Lord,
suffer me first to go and bury my father.
22  But Jesus said unto him, Follow me; and let the dead
bury their dead.
23  And when he was entered into a ship, his disciples
followed him.
24  And, behold, there arose a great tempest in the sea,
insomuch that the ship was covered with the waves: but he
was asleep.
25  And his disciples came to him, and awoke him, saying,
Lord, save us: we perish.
26  And he saith unto them, Why are ye fearful, O ye of
little faith? Then he arose, and rebuked the winds and the
sea; and there was a great calm.
27  But the men marvelled, saying, What manner of man is
this, that even the winds and the sea obey him!
28  And when he was come to the other side into the country
of the Gergesenes, there met him two possessed with devils,
coming out of the tombs, exceeding fierce, so that no man
might pass by that way.
29  And, behold, they cried out, saying, What have we to do
with thee, Jesus, thou Son of God? art thou come hither to
torment us before the time?
30  And there was a good way off from them an herd of many
swine feeding.
31  So the devils besought him, saying, If thou cast us
out, suffer us to go away into the herd of swine.
32  And he said unto them, Go. And when they were come out,
they went into the herd of swine: and, behold, the whole
herd of swine ran violently down a steep place into the
sea, and perished in the waters.
33  And they that kept them fled, and went their ways into
the city, and told every thing, and what was befallen to
the possessed of the devils.
34  And, behold, the whole city came out to meet Jesus: and
when they saw him, they besought him that he would depart
out of their coasts.