Matthew, Chapter 9 Modern Greek

01 Και εμβάς εις το πλοίον διεπέρασε, και ήλθεν εις την εαυτού πόλιν.
02 Και ιδού, έφερον προς αυτόν παραλυτικόν κείμενον επί κλίνης  και ιδών ο Ιησούς την πίστιν αυτών, είπε προς τον παραλυτικόν, Θάρρει, τέκνον  συγκεχωρημέναι είναι εις σε αι αμαρτίαι σου.
03 Και ιδού, τινές εκ των γραμματέων είπον καθ' εαυτούς, Ούτος βλασφημεί.
04 Και ιδών ο Ιησούς τους διαλογισμούς αυτών, είπε, Δια τι σείς διαλογίζεσθε πονηρά εν ταίς καρδίαις σας;
05 Διότι τι είναι ευκολώτερον, να είπω, Συγκεχωρημέναι είναι αι αμαρτίαι σου, ή να είπω, Εγέρθητι και περιπάτει;
06 Αλλά δια να γνωρίσητε ότι εξουσίαν έχει ο Υιός του ανθρώπου επί της γης να συνχωρή αμαρτίας, (τότε λέγει προς τον παραλυτικόν,)  Εγερθείς, σήκωσον την κλίνην σου, και ύπαγε εις τον οίκον σου.
07 Και εγερθείς, ανεχώρησεν εις τον οίκον αυτού.
08 Ιδόντες δε οι όχλοι εθαύμασαν, και εδόξασαν τον Θεόν, όστις έδωκε τοιαύτην εξουσίαν εις τους ανθρώπους.
09 Και διαβαίνων ο Ιησούς εκείθεν, είδεν άνθρωπον καθήμενον εις το τελώνιον,  Ματθαίον λεγόμενον  και λέγει προς αυτόν, Ακολούθει μοι.  Και σηκωθείς ηκολούθησεν αυτόν.
10 Και ενώ εκάθητο εις την τράπεζαν εν τη οικία, ιδού, πολλοί τελώναι και αμαρτωλοί ελθόντες συνεκάθηντο μετά του Ιησού και των μαθητών αυτού.
11 Και ιδόντες οι Φαρισαίοι είπον προς τους μαθητάς αυτού, Δια τι ο διδάσκαλός σας τρώγει μετά των τελωνών και αμαρτωλών;
12 Ο δε Ιησούς ακούσας, είπε προς αυτούς, Δεν έχουσιν χρείαν ιατρού οι υγιαίνοντες αλλ' οι πάσχοντες.
13 Υπάγετε δε και μάθετε τι είναι, "Έλεον θέλω, και ουχί θυσίαν"  διότι δεν ήλθον δια να καλέσω δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν.
14 Τότε έρχονται πρός αυτόν οι μαθηταί του Ιωάννου, λέγοντες, Δια τι ημείς και οι Φαρισαίοι νηστεύομεν πολλά, οι δε μαθηταί σου δεν νηστεύουσι;
15 και είπε πρός αυτούς ο Ιησούς, Μήπως δύνανται οι υιοί του νυμφώνος να πενθώσιν ενόσω είναι μετ'  αυτών ο νυμφίος; θέλουσιν όμως ελθεί ημέραι, όταν αφαιρεθή απ' αυτών ο νυμφίος, και τότε θέλουσι νηστεύσει.
16 Και ουδείς βάλλει επίρραμμα αγνάφου πανίου επι ιμάτιον παλαιόν διότι αφαιρεί τα αναπλήρωμα αυτού απο του ιματίου, και γίνεται σχίσμα χειρότερον.
17 Ουδέ βάλλουσιν οίνον νέον εις ασκούς παλαιούς  ει δε μη, σχίζονται οι ασκοί, και ο οίνος εκχέεται, και οι ασκοί φθείρονται  αλλά βάλλουσιν οίνον νέον εις ασκούς νέους, και αμφότερα διατηρούνται.
18 Ενώ αυτός ελάλει ταύτα πρός αυτούς, ιδού, άρχων τις ελθών προσεκύνει αυτόν, λέγων, ότι η θυγάτηρ μου ετελεύτησε προ ολίγου  αλλά ελθέ και βάλε την χείρα σου επ' αυτήν, και θέλει ζήσει.
19 Και σηκωθείς ο Ιησούς ηκολούθησεν αυτόν, και οι μαθηταί αυτού.
20 και ιδού, γυνή αιμορροούσα δώδεκα έτη, πλησιάσασα όπισθεν, ήγγισε το άκρον του ιματίου αυτού.
21 Διότι έλεγε καθ' εαυτήν,  Εάν μόνον εγγίσω το ιμάτιον αυτού, θέλω σωθή.
22 Ο δε Ιησούς επιστραφείς, και ιδών αυτήν, είπε,  Θάρρει, θύγατερ η πίστις σου σε έσωσε.  Και εσώθη η γυνή απο της ώρας εκείνης.
23 Και ελθών ο Ιησούς εις την οικίαν του άρχοντος, και ιδών τους αυλητάς, και τον όχλον θορυβούμενον,
24 λέγει προς αυτούς, Αναχωρείτε διότι δεν απέθανε το κοράσιον, αλλά κοιμάται. Και  κατεγέλων αυτόν.
25  Ότε δε εξεβλήθη ο όχλος, εισελθών επίασε την χείρα αυτής  και εσηκώθη το κοράσιον.
26 Και διεδόθη η φήμη αύτη εις όλην την γήν εκείνην.
27 Και ενώ ανεχώρει εκείθεν ο Ιησούς, ηκολούθησαν αυτόν δύο τυφλοί, κράζοντες και λέγοντες, Ελέησον ημάς, υιέ του Δαβίδ.
28 Και ότε εισήλθεν εις την οικίαν, επλησίασαν εις αυτόν οι τυφλοί, και λέγει πρός αυτούς ο Ιησούς,  Πιστεύετε ότι δύναμαι να κάμω τούτο; Λέγουσι προς αυτόν, Ναί, Κύριε.
29 Τότε ήγγισε τους οφθαλμούς αυτών, λέγων, Κατά την πίστιν σας ας γείνη εις εσάς.
30  Και ηνοίχθησαν αυτών οι οφθαλμοί. Προσέταξε δε αυτούς εντόνως ο Ιησούς, λέγων, Προσέχετε ας μη εξεύρη τούτο μηδείς.
31 αλλ' εκείνοι εξελθόντες διεφήμισαν αυτόν εν όλη τη γή εκείνη.
32 Ενώ δε αυτοί εξήρχοντο, ιδού, έφεραν προς αυτόν άνθρωπον κωφόν δαιμονιζόμενον.
33 Και αφού εξεβλήθη το δαιμόνιον, ελάλησεν ο κωφός και εθαύμασαν οι όχλοι, λέγοντες, Ότι ποτέ δεν εφάνη τοιούτον εν τω Ισραήλ
34 Οι δε Φαρισαίοι έλεγον, Δια του άρχοντος των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια.
35 Και περιήρχετο ο Ιησούς τας πόλεις πάσας και τας κώμας, διδάσκων εν ταις συναγωγαίς αυτών, και κηρύττων το ευαγγέλιον της βασιλείας, και θεραπεύων πάσαν νόσον και πάσαν ασθένειαν εν τω λαώ.
36 Ιδών δε τους όχλους εσπλαγχνίσθη δι' αυτούς, διότι ήσαν εκλελυμένοι και εσκορπισμένοι ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα.
37 Τότε λέγει προς τους μαθητάς αυτού,  Ο μεν θερισμός πολύς, οι δε εργάται ολίγοι
38 Παρακαλέσατε λοιπόν τον κύριον του θερισμού, δια να αποστείλη εργάτας εις τον θερισμόν αυτού.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Matthew, Chapter 9 Demotic Greek

1. Μπήκε τότε στο πλοίο, διέσχισε τη λίμνη και ήρθε στην ιδιαίτερη πόλη του.
2. Εκεί λοιπόν του έφεραν, ξαπλωμένο στο κρεβάτι, έναν παράλυτο. Και σαν είδε ο Ιησούς την πίστη τους, είπε στον παράλυτο: «Παιδί μου, πάρε θάρρος! Οι αμαρτίες σου έχουν συγχωρηθεί».
3. Τότε μερικοί από τους νομοδιδάσκαλους είπαν μέσα τους: «Αυτός εδώ βλαστημάει»!
4. Ο Ιησούς, όμως, που κατάλαβε τους διαλογισμούς τους, είπε: «Γιατί εσείς σκέφτεστε πονηρά μέσα στις καρδιές σας;
5. Επιτέλους τι είναι ευκολότερο να πω: Έχουν συγχωρηθεί οι αμαρτίες σου ή να πω: Σήκω και περπάτα;
6. Για να μάθετε όμως, ότι ο Γιος του Ανθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες πάνω στη γη» - λέει τότε απευθυνόμενος στον παράλυτο: «Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου».
7. Σηκώθηκε τότε και πήγε στο σπίτι του.
8. Και σαν το είδαν αυτό τα πλήθη, θαύμασαν και δόξασαν το Θεό που έδωσε τέτοια εξουσία στους ανθρώπους.
9. Και περνώντας ο Ιησούς από εκεί, είδε να κάθεται στο τελωνείο κάποιος που λεγόταν Ματθαίος, και του λέει: «Ακολούθα με». Σηκώθηκε τότε εκείνος και τον ακολούθησε.
10. Κάποτε, πάλι, καθώς αυτός έτρωγε στο σπίτι, εμφανίστηκαν πολλοί τελώνες και αμαρτωλοί που ήρθαν και κάθισαν στο τραπέζι μαζί με τον Ιησού και τους μαθητές του.
11. Και σαν το είδαν αυτό οι Φαρισαίοι, είπαν στους μαθητές του: «Γιατί ο δάσκαλός σας τρώει μαζί με τους τελώνες και τους αμαρτωλούς;».
12. Το άκουσε όμως ο Ιησούς και τους είπε: «Δεν είναι οι υγιείς που χρειάζονται γιατρό, αλλά εκείνοι που πάσχουν.
13. Πηγαίνετε, λοιπόν, να μάθετε τι σημαίνει: Έλεος θέλω και όχι θυσία, γιατί δεν ήρθα να καλέσω δικαίους αλλά αμαρτωλούς σε μετάνοια».
14. Τότε έρχονται σ' αυτόν οι μαθητές του Ιωάννη και του λένε: «Γιατί ενώ εμείς και οι Φαρισαίοι νηστεύουμε τόσο πολύ, οι δικοί σου μαθητές δε νηστεύουν;».
15. Και ο Ιησούς τους είπε: «Μήπως είναι δυνατόν οι προσκαλεσμένοι σε γάμο να πενθούνε όσο είναι μαζί τους ο γαμπρός; Θάρθουν όμως μέρες, που θα αποχωριστεί απ' αυτούς ο γαμπρός, και τότε θα νηστέψουν.
16. Κανένας δε βάζει για μπάλωμα ένα κομμάτι καινούργιου υφάσματος, που δεν έχει καν μουσκευθεί, σε παλιό ρούχο, γιατί μαζεύει το μπάλωμα τραβώντας το παλιό ρούχο και γίνεται χειρότερο το σκίσιμο.
17. Ούτε βάζουν φρέσκο κρασί σε παλιά ασκιά, γιατί διαφορετικά σκίζονται τα ασκιά και το κρασί χύνεται και τα ασκιά θα καταστραφούν. Αντίθετα, το φρέσκο κρασί το βάζουν σε καινούργια ασκιά και έτσι διατηρούνται και τα δυο».
18. Κι ενώ τους τα έλεγε αυτά, εμφανίστηκε ένας άρχοντας, που τον πλησίασε και τον προσκυνούσε λέγοντάς του: «Η κόρη μου μόλις πέθανε, όμως έλα να βάλεις το χέρι σου πάνω της, και θα ζήσει».
19. Σηκώθηκε τότε ο Ιησούς και τον ακολούθησε. Το ίδιο και οι μαθητές του.
20. Ήρθε τότε μια γυναίκα, που είχε αιμορραγία για δώδεκα χρόνια, τον πλησίασε από πίσω και άγγιξε την άκρη του ρούχου του.
21. Γιατί έλεγε μέσα της: «Και μόνο το ρούχο του αν αγγίξω, θα σωθώ».
22. Κι ο Ιησούς, αφού γύρισε και την είδε, της είπε: «Θάρρος κόρη μου, η πίστη σου σε έσωσε». Και γιατρεύτηκε η γυναίκα από εκείνη την ώρα!
23. Όταν έφτασε ο Ιησούς στο σπίτι του άρχοντα και είδε εκείνους που έπαιζαν φλογέρα και τον κόσμο να μοιρολογεί,
24. τους λέει: «Πηγαίνετε, γιατί το κοριτσάκι δεν πέθανε, αλλά κοιμάται». Και γελούσαν ειρωνικά σε βάρος του.
25. Κι όταν έβγαλαν τον κόσμο έξω, μπήκε αυτός μέσα, την έπιασε από το χέρι και το κοριτσάκι σηκώθηκε.
26. Και η είδηση αυτή διαδόθηκε σ' όλη εκείνη την περιοχή.
27. Και καθώς ο Ιησούς προχώρησε πιο πέρα, τον ακολούθησαν δυο τυφλοί φωνάζοντας: «Σπλαχνίσου μας, Γιε του Δαβίδ».
28. Κι όταν έφτασε στο σπίτι, τον πλησίασαν οι τυφλοί. Τους λέει τότε ο Ιησούς: «Πιστεύετε ότι μπορώ να το κάνω αυτό;». Του λένε: «Ναι, Κύριε».
29. Τότε άγγιξε τα μάτια τους λέγοντας: «Ας γίνει σε σας σύμφωνα με την πίστη σας».
30. Και ανοίχτηκαν τα μάτια τους! Μα ο Ιησούς τους πρόσταξε έντονα λέγοντάς τους: «Προσέξτε μην το μάθει κανένας».
31. Εκείνοι, όμως, βγήκαν και τον διαφήμισαν σ' όλη εκείνη την περιοχή.
32. Και την ώρα που έβγαιναν αυτοί έξω, του έφεραν έναν δαιμονισμένο κωφάλαλο.
33. Και μόλις ο Ιησούς έβγαλε το δαιμόνιο, ο κωφάλαλος μίλησε κι όλοι θαύμασαν λέγοντας πως κάτι τέτοιο δε φάνηκε ποτέ άλλοτε στο Ισραήλ.
34. Μα οι Φαρισαίοι έλεγαν: «Μέσω του αρχηγού των δαιμονίων βγάζει τα δαιμόνια».
35. Έτσι, λοιπόν, περιόδευε ο Ιησούς σ' όλες τις πόλεις και τα χωριά, διδάσκοντας στις συναγωγές τους και κηρύττοντας το καλό άγγελμα της βασιλείας και θεραπεύοντας κάθε αρρώστια και κάθε πάθηση ανάμεσα στο λαό.
36. Και σαν είδε τον κόσμο, ένιωσε συμπόνια γι' αυτούς, γιατί ήταν τυραννισμένοι και εγκαταλειμμένοι σαν πρόβατα χωρίς βοσκό.
37. Λέει τότε στους μαθητές του: «Ο θερισμός, είναι πολύς, μα οι εργάτες λίγοι.
38. Παρακαλέστε, λοιπόν, τον Κύριο του θερισμού, να βγάλει εργάτες για το θερισμό του».
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Matthew

Matthew, Chapter 9 Ancient Greek

1. Καὶ ἐμβὰς εἰς πλοῖον διεπέρασε καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν.

2. Καὶ ἰδοὺ προσέφερον αὐτῷ παραλυτικὸν ἐπὶ κλίνης βεβλημένον· καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν εἶπε τῷ παραλυτικῷ· θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου.

3. καὶ ἰδού τινες τῶν γραμματέων εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· οὗτος βλασφημεῖ.

4. καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὰς ἐνθυμήσεις αὐτῶν εἶπεν· ἵνα τί ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν;

5. τί γάρ ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ περιπάτει;

6. ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας --τότε λέγει τῷ παραλυτικῷ· ἐγερθεὶς ἆρόν σου τὴν κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου.

7. καὶ ἐγερθεὶς ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ.

8. ἰδόντες δὲ οἱ ὄχλοι ἐθαύμασαν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν τὸν δόντα ἐξουσίαν τοιαύτην τοῖς ἀνθρώποις.

9. Καὶ παράγων ὁ Ἰησοῦς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄνθρωπον καθήμενον ἐπὶ τὸ τελώνιον, Ματθαῖον λεγόμενον, καὶ λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει μοι. καὶ ἀναστὰς ἠκολούθησεν αὐτῷ.

10. Καὶ ἐγένετο αὐτοῦ ἀνακειμένου ἐν τῇ οἰκίᾳ, καὶ ἰδοὺ πολλοὶ τελῶναι καὶ ἁμαρτωλοὶ ἐλθόντες συνανέκειντο τῷ Ἰησοῦ καὶ τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ.

11. καὶ ἰδόντες οἱ Φαρισαῖοι εἶπον τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· διατί μετὰ τῶν τελωνῶν καὶ ἁμαρτωλῶν ἐσθίει ὁ διδάσκαλος ὑμῶν;

12. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀκούσας εἶπεν αὐτοῖς· οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ἰσχύοντες ἰατροῦ, ἀλλ' οἱ κακῶς ἔχοντες.

13. πορευθέντες δὲ μάθετε τί ἐστιν ἔλεον θέλω καὶ οὐ θυσίαν. οὐ γὰρ ἦλθον καλέσαι δικαίους, ἀλλ' ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν.

14. Τότε προσέρχονται αὐτῷ οἱ μαθηταὶ Ἰωάννου λέγοντες· διατί ἡμεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι νηστεύομεν πολλά, οἱ δὲ μαθηταί σου οὐ νηστεύουσι;

15. καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· μὴ δύνανται οἱ υἱοὶ τοῦ νυμφῶνος πενθεῖν ἐφ' ὅσον χρόνον μετ' αὐτῶν ἐστιν ὁ νυμφίος; ἐλεύσονται δὲ ἡμέραι ὅταν ἀπαρθῇ ἀπ' αὐτῶν ὁ νυμφίος, καὶ τότε νηστεύσουσιν.

16. οὐδεὶς δὲ ἐπιβάλλει ἐπίβλημα ῥάκους ἀγνάφου ἐπὶ ἱματίῳ παλαιῷ· αἴρει γὰρ τὸ πλήρωμα αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ ἱματίου, καὶ χεῖρον σχίσμα γίνεται.

17. οὐδὲ βάλλουσιν οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς παλαιούς· εἰ δὲ μήγε, ῥήγνυνται οἱ ἀσκοί, καὶ ὁ οἶνος ἐκχεῖται καὶ οἱ ἀσκοὶ ἀπολοῦνται· ἀλλὰ οἶνον νέον εἰς ἀσκοὺς βάλλουσι καινούς, καὶ ἀμφότεροι συντηροῦνται.

18. Ταῦτα αὐτοῦ λαλοῦντος αὐτοῖς ἰδοὺ ἄρχων εἷς προσελθὼν προσεκύνει αὐτῷ λέγων ὅτι ἡ θυγάτηρ μου ἄρτι ἐτελεύτησεν· ἀλλὰ ἐλθὼν ἐπίθες τὴν χεῖρά σου ἐπ' αὐτὴν καὶ ζήσεται.

19. καὶ ἐγερθεὶς ὁ Ἰησοῦς ἠκολούθησεν αὐτῷ καὶ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ.

20. Καὶ ἰδοὺ γυνή, αἱμορροοῦσα δώδεκα ἔτη, προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ·

21. ἔλεγε γὰρ ἐν ἑαυτῇ, ἐὰν μόνον ἅψωμαι τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, σωθήσομαι.

22. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐπιστραφεὶς καὶ ἰδὼν αὐτὴν εἶπε· θάρσει, θύγατερ· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. καὶ ἐσώθη ἡ γυνὴ ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης.

23. Καὶ ἐλθὼν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἄρχοντος καὶ ἰδὼν τοὺς αὐλητὰς καὶ τὸν ὄχλον θορυβούμενον, λέγει αὐτοῖς·

24. ἀναχωρεῖτε· οὐ γὰρ ἀπέθανε τὸ κοράσιον, ἀλλὰ καθεύδει. καὶ κατεγέλων αὐτοῦ.

25. ὅτε δὲ ἐξεβλήθη ὁ ὄχλος, εἰσελθὼν ἐκράτησε τῆς χειρὸς αὐτῆς, καὶ ἠγέρθη τὸ κοράσιον.

26. καὶ ἐξῆλθεν ἡ φήμη αὕτη εἰς ὅλην τὴν γῆν ἐκείνην.

27. Καὶ παράγοντι ἐκεῖθεν τῷ Ἰησοῦ ἠκολούθησαν αὐτῷ δύο τυφλοὶ κράζοντες καὶ λέγοντες· ἐλέησον ἡμᾶς, υἱὲ Δαυΐδ.

28. ἐλθόντι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν προσῆλθον αὐτῷ οἱ τυφλοί, καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· πιστεύετε ὅτι δύναμαι τοῦτο ποιῆσαι; λέγουσιν αὐτῷ· ναί, Κύριε.

29. τότε ἥψατο τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν λέγων· κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν.

30. καὶ ἀνεῴχθησαν αὐτῶν οἱ ὀφθαλμοί· καὶ ἐνεβριμήσατο αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς λέγων· ὁρᾶτε μηδεὶς γινωσκέτω.

31. οἱ δὲ ἐξελθόντες διεφήμισαν αὐτὸν ἐν ὅλῃ τῇ γῇ ἐκείνῃ.

32. Αὐτῶν δὲ ἐξερχομένων ἰδοὺ προσήνεγκαν αὐτῷ ἄνθρωπον κωφὸν δαιμονιζόμενον·

33. καὶ ἐκβληθέντος τοῦ δαιμονίου ἐλάλησεν ὁ κωφός, καὶ ἐθαύμασαν οἱ ὄχλοι λέγοντες ὅτι οὐδέποτε ἐφάνη οὕτως ἐν τῷ Ἰσραήλ.

34. οἱ δὲ Φαρισαῖοι ἔλεγον· ἐν τῷ ἄρχοντι τῶν δαιμονίων ἐκβάλλει τὰ δαιμόνια.

35. Καὶ περιῆγεν ὁ Ἰησοῦς τὰς πόλεις πάσας καὶ τὰς κώμας διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.

36. Ἰδὼν δὲ τοὺς ὄχλους ἐσπλαγχνίσθη περὶ αὐτῶν, ὅτι ἦσαν ἐκλελυμένοι καὶ ἐρριμμένοι ὡς πρόβατα μὴ ἔχοντα ποιμένα.

37. τότε λέγει τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· ὁ μὲν θερισμὸς πολύς, οἱ δὲ ἐργάται ὀλίγοι·

38. δεήθητε οὖν τοῦ κυρίου τοῦ θερισμοῦ ὅπως ἐκβάλῃ ἐργάτας εἰς τὸν θερισμὸν αὐτοῦ.

 


 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Matthew, Chapter 9 (KJV)

01  And he entered into a ship, and passed over, and came into his own city.
02  And, behold, they brought to him a man sick of the palsy, lying on a bed: and Jesus seeing their faith said unto the sick of the palsy; Son, be of good cheer; thy sins be forgiven thee.
03  And, behold, certain of the scribes said within themselves, This man blasphemeth.
04  And Jesus knowing their thoughts said, Wherefore think ye evil in your hearts?
05  For whether is easier, to say, Thy sins be forgiven thee; or to say, Arise, and walk?
06  But that ye may know that the Son of man hath power on earth to forgive sins, (then saith he to the sick of the palsy,) Arise, take up thy bed, and go unto thine house.
07  And he arose, and departed to his house.
08  But when the multitude saw it, they marvelled, and glorified God, which had given such power unto men.
09  And as Jesus passed forth from thence, he saw a man, named Matthew, sitting at the receipt of custom: and he saith unto him, Follow me. And he arose, and followed him.
10  And it came to pass, as Jesus sat at meat in the house, behold, many publicans and sinners came and sat down with him and his disciples.
11  And when the Pharisees saw it, they said unto his disciples, Why eateth your Master with publicans and sinners?
12  But when Jesus heard that, he said unto them, They that be whole need not a physician, but they that are sick.
13  But go ye and learn what that meaneth, I will have mercy, and not sacrifice: for I am not come to call the righteous, but sinners to repentance.
14  Then came to him the disciples of John, saying, Why do we and the Pharisees fast oft, but thy disciples fast not?
15  And Jesus said unto them, Can the children of the bridechamber mourn, as long as the bridegroom is with them? but the days will come, when the bridegroom shall be taken from them, and then shall they fast.
16  No man putteth a piece of new cloth unto an old garment, for that which is put in to fill it up taketh from the garment, and the rent is made worse.
17  Neither do men put new wine into old bottles: else the bottles break, and the wine runneth out, and the bottles perish: but they put new wine into new bottles, and both
are preserved.
18  While he spake these things unto them, behold, there came a certain ruler, and worshipped him, saying, My daughter is even now dead: but come and lay thy hand upon
her, and she shall live.
19  And Jesus arose, and followed him, and so did his disciples.
20  And, behold, a woman, which was diseased with an issue of blood twelve years, came behind him, and touched the hem of his garment:
21  For she said within herself, If I may but touch his garment, I shall be whole.
22  But Jesus turned him about, and when he saw her, he said, Daughter, be of good comfort; thy faith hath made thee whole. And the woman was made whole from that hour.
23  And when Jesus came into the ruler's house, and saw the minstrels and the people making a noise,
24  He said unto them, Give place: for the maid is not dead, but sleepeth. And they laughed him to scorn.
25  But when the people were put forth, he went in, and took her by the hand, and the maid arose.
26  And the fame hereof went abroad into all that land.
27  And when Jesus departed thence, two blind men followed him, crying, and saying, Thou son of David, have mercy on us.
28  And when he was come into the house, the blind men came to him: and Jesus saith unto them, Believe ye that I am able to do this? They said unto him, Yea, Lord.
29  Then touched he their eyes, saying, According to your faith be it unto you.
30  And their eyes were opened; and Jesus straitly charged them, saying, See that no man know it.
31  But they, when they were departed, spread abroad his fame in all that country.
32  As they went out, behold, they brought to him a dumb man possessed with a devil.
33  And when the devil was cast out, the dumb spake: and the multitudes marvelled, saying, It was never so seen in Israel.
34  But the Pharisees said, He casteth out devils through the prince of the devils.
35  And Jesus went about all the cities and villages, teaching in their synagogues, and preaching the gospel of the kingdom, and healing every sickness and every disease
among the people.
36  But when he saw the multitudes, he was moved with compassion on them, because they fainted, and were scattered abroad, as sheep having no shepherd.
37  Then saith he unto his disciples, The harvest truly is plenteous, but the labourers are few;
38  Pray ye therefore the Lord of the harvest, that he will send forth labourers into his harvest.